← Κύπρος

Έπαρχος Πάφου ν. Χρυσούλας Ευριπίδου, Αρ. Υπόθεσης: 2676/05, 30.3.07

Έπαρχος Πάφου ν. Χρυσούλας Ευριπίδου, Αρ. Υπόθεσης: 2676/05, 30.3.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2676/05 Έπαρχος Πάφου -ν- Χρυσούλας Ευριπίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 30.3.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Σάββα (κ. Νεοκλέους για να ακούσει απόφαση) Για την Κατηγορουμένη: κ. Κουρίδης Κατηγορουμένη: παρούσα -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη κατηγορείται γιατί παρέλειψε να υπακούσει και συμμορφωθεί σε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 18.1.96 με το οποίο διατασσόταν όπως εντός 2 μηνών από την ημερομηνία έκδοσής του κατεδαφίσει την παράνομη οικοδομή που ανεγέρθηκε εντός του τεμαχίου 166/2, Φ/Σχ 45/43, το οποίο βρίσκεται στην Τρεμιθούσα της επαρχίας Πάφου, εκτός αν στο μεταξύ εξασφάλιζε άδεια από την αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Πάφου. Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση με αριθμό 7425/

  1. Η εν λόγω άδεια δεν έχει μέχρι σήμερα εξασφαλιστεί και, κατά συνέπεια, η Κατηγορουμένη βρίσκεται σε παρακοή από την 19.3.
  2. Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης εξέφρασε την επιθυμία να αγορεύσει αναφορικά με αίτημα της Υπεράσπισης για διακοπή της διαδικασίας για τον λόγο ότι αυτή ξέφυγε από τα αποδεχτά χρονικά όρια με αποτέλεσμα η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης να μην μπορεί να διαγνωστεί πλέον εντός εύλογου χρόνου. Το Δικαστήριο την 21.2.07 άκουσε επιχειρηματολογία επί του θέματος από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Ο κ. Κουρίδης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε πλούσια νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και τόνισε ότι με βάση τις αρχές που διέπουν το θέμα το Δικαστήριο θα πρέπει να διακόψει την διαδικασία και να απαλλάξει την Κατηγορουμένη. Εν' όψει του ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση 9 χρόνων και πλέον, η ποινική ευθύνη της Κατηγορουμένης δεν θα διαγνωστεί εντός εύλογου χρόνου, όπως επιτάσσει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα αν λάβει χώρα δίκη αυτή θα είναι εκτός των πλαισίων μιας δίκαιης δίκης. Στην αντίπερα όχθη η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής τόνισε, ότι δεν είναι ορθή η θέση, ότι το αδίκημα διαπράχτηκε πριν 9 χρόνια, καθότι αυτό είναι συνεχόμενο και εξακολουθεί να διαπράττεται μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος αν και θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού

(2004)2 ΑΑΔ 127 αναφέρεται ότι: «Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα και δεν εξετάζεται σε συνάρτηση με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη». Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως λανθασμένο το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου σύμφωνα με το οποίο η διερεύνηση ισχυρισμών για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων ενός κατηγορουμένου είναι δυνατή πριν δοθεί απάντηση στην κατηγορία και έξω από το πλαίσιο της δίκης και αποφάσισε ότι τέτοιοι ισχυρισμοί εξετάζονται ανεξάρτητα από την φύση και την εμβέλειά τους σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε κρίνει σκόπιμο το εκδικάζον Δικαστήριο. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 224 ειπώθηκε, ότι ούτε οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του άρθρου 113
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, ούτε και οτιδήποτε άλλο παρέχουν λόγο στον καθορισμό της διαδικασίας κατά την δίκη από το Δικαστήριο ή περιορίζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, παράπονα και παραβιάσεις των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο το κρίνει επιβεβλημένο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και την νομολογία, που διέπει το θέμα, κρίνω, ότι έχω την εξουσία στο στάδιο αυτό να εξετάσω το εγειρόμενο θέμα. Είναι δε το στάδιο αυτό κατάλληλο για εξέταση του θέματος λαμβανομένων υπόψη και των καταλυτικών συνεπειών σε περίπτωση επιτυχίας του. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και παράλληλα οριοθετεί τα όρια μέσα στα οποία ασκείται η δικαστική εξουσία και, κατ' επέκταση, διασφαλίζεται η συνταγματική τάξη. Στην απόφαση του Εφετείου Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 κρίθηκε, ότι διάγνωση της ευθύνης διαδίκου έξω από τα συνταγματικά θέσμια που ορίζει το άρθρο 30.2 αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά την διαδικασία άκυρη (Βλ., επίσης, Psaras and Another v. Republic
(1987)2 CLR 131). Το πιο πάνω άρθρο, που αντιστοιχεί στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών (όπως κυρώθηκε από τον Νόμο 39/62) προνοεί, ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρέαστου δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυόμενου διά νόμου». Στην France, Series A, Publication of the European Court of Human Rights, para. 58, 1989, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρατήρησε, ότι η κατοχύρωση του εύλογου χρόνου υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστέρηση, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Σκοπός της σχετικής πρόνοιας είναι η προστασία των διαδίκων από τις υπερβολικές καθυστερήσεις στην εκδίκαση μιας υπόθεσης (Βλ. Stogmullen v. Austria, Series A9, p. 40
(1969)). Ωστόσο, μόνο καθυστερήσεις, οι οποίες οφείλονται στο κράτος είναι σχετικές για τους σκοπούς του άρθρου 6.1 της Σύμβασης (Buchholz, Judgment of 6 May, 1981, Series A, No. 42, p.15). Αν μια δημόσια αρχή είναι διάδικος, καθυστερήσεις εκ μέρους της θα αναλογιστούν στο κράτος, το οποίο ευθύνεται γι' αυτές δυνάμει του άρθρου 6 (H. v. The United Kingdom, judgment of 8 July 1987, Series A, No. 120, p. 38). Όπως τονίστηκε από τον Λόρδο Steyn στην υπόθεση Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 WLR 1597: «Σε ποινικές υποθέσεις, ιδιαίτερα, είναι διαμορφωμένο, όπως αποφεύγεται ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του. Είναι, επίσης, αναγνωρισμένο, ότι η καθυστέρηση δυνατόν να επιφέρει την απώλεια αθωωτικής μαρτυρίας ή φθορά στην ποιότητα της μαρτυρίας γενικότερα. Έχει, επίσης, ειπωθεί, ότι το ασφαλές μιας ετυμηγορίας, η οποία εκδίδεται πολύ μετά το αδίκημα συχνά αποτελεί το αντικείμενο αμφισβήτησης και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του δημοσίου στο ποινικό δικαιϊκό σύστημα». Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης έχει αποδοκιμαστεί και από πολλούς συγγραφείς. Όπως σημειώνει ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Allen v. McApline
(1968)2 QB 229: «Διά μέσου των χρόνων οι άνθρωποι διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης θεωρώντας την σαν ένα σοβαρό κακό, που δύσκολα γίνεται ανεκτό. Ο Σαίξπηρ το κατατάσσει ανάμεσα στις μάστιγες και την χλεύη της ιστορίας. Ο Ντίκενς περιγράφει πώς εξαντλεί τα οικονομικά, την υπομονή, το θάρρος, την ελπίδα. Για να θεραπεύσομε αυτό το κακό, εμείς σε αυτό το Δικαστήριο θα κάνομε ο,τιδήποτε μπορούμε για να πετύχομε επίσπευση (της διαδικασίας)». Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία επί του προκειμένου είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris και Leo Zwack, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γ. Αμίτση και Ε. Τσατσαρέλη, διαβάζομε τα εξής σχετικά σε ελληνική μετάφραση: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται, όμως, και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: 1. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης 2. την σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα 3. την συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντα και 4. την στάση των διοικητικών και δικαστικών αρχών (Βλ., επίσης, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203). Η πολυπλοκότητα μπορεί να οφείλεται στον αριθμό των κατηγοριών και των κατηγορουμένων (Βλ. Ringeisen v. Austria (No. 2)
(1971)1 EHRR 455), στην ανάγκη εξασφάλισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (Βλ. Wemhoff v. FRG A7
(1968)) και στον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί (Βλ. Eckle v. Germany
(1982)51 EHRR). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 ΑΑΔ 223 επισημάνθηκε, ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδια υπόθεση και η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ο αριθμός των κατηγορουμένων και η φύση των κατηγοριών μπορεί να δικαιολογήσει καθυστέρηση στην συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις δόλου, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και συνωμοσίας για την διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων. Στην υπόθεση Ringeisen v. Austria (No. 2), που πιο πάνω αναφέρεται, ο εφεσείων τελούσε υπό κράτηση για μια συνολική περίοδο 2 χρόνων και 4 1/2 μηνών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε, ότι η περίοδος των 5 χρόνων μέχρι την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης δεν ήταν υπερβολική, έχοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των κατηγοριών, που αναφέρονταν σε δόλο, όπως, επίσης, και την συμπεριφορά του ιδίου του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Neumeister v. Austria (No. 1)
(1968)1 EHRR 91 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε επτά χρόνια μετά την καταχώρηση της υπόθεσης δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική έχοντας υπόψη την πολυπλοκότητα της υπόθεσης που αφορούσε διάφορες κατηγορίες δόλου. Ομοίως στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 κρίθηκε, ότι δεν είχε καταδειχτεί οποιαδήποτε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, όταν η απόφαση εκδόθηκε 18 μήνες μετά την επιφύλαξή της. Τέλος, στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 71 το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον περίπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητηρίου, που περιλάμβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορουμένων, και οι οποίες περιλάμβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωμοσία, και ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντος διαπιστώθηκε μέσα σε χρονικό διάστημα 2 χρόνων και 7 μηνών, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Σε σχέση δε με την σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται, ότι εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην καθυστέρηση της διεκπεραίωσης μιας ποινικής υπόθεσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Αν και ένας κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να «συνεργαστεί ενεργητικά με τις δικαστικές εξουσίες», το κράτος δεν φέρει ευθύνη για καθυστέρηση, η οποία σημειώνεται όταν ο κατηγορούμενος αρνείται να διορίσει δικηγόρο (Βλ. Corigliano v. Italy A 57
(1982)) ή ξεφεύγει από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή εξαφανίζεται ενόσω εκκρεμεί εναντίον του η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση το χρονικό διάστημα που διαρρέει δεν μπορεί να ληφθεί προς όφελος του στον καθορισμό του εύλογου χρόνου. Όσον αφορά την συμπεριφορά των δικαστικών οργάνων πρέπει να λεχθεί, ότι η εκδίκαση ποινικών υποθέσεων απαιτεί την όσο το δυνατόν πιο σύντομη διεκπεραίωση τους. Στην υπόθεση Abdoella v. The Netherlands
(1995)20 EHRR 585 στην οποία είχε σημειωθεί μια καθυστέρηση 4 ½ χρόνων από την σύλληψη του κατηγορουμένου μέχρι την συμπλήρωση της τελευταίας έφεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση της επιταγής του εύλογου χρόνου. Επισημαίνεται, ότι έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εξιχνίαση μιας ποινικής υπόθεσης (Βλ. Eckle v. Germany, πιο πάνω), στην καταχώρηση αναστολής δίωξης (Βλ. Orchin v. UK No 8435/78) και στην αποστολή μιας υπόθεσης από ένα δικαστήριο σε άλλο (Foti v. Italy A 56
(1982)). Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13) αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση. Ειδικότερα στο σύγγραμμα των D. J. Harris, M. O' Boyle και C. Warbrick, «Law of the European Convention on Human Rights» διαβάζουμε τα εξής σε ελληνική μετάφραση: «Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο σε ποινικές όσο και σε μη ποινικές υποθέσεις εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο χρονικό διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι η εξέταση του κάθε παράγοντα ξεχωριστά και μετά ο υπολογισμός των σωρευτικών τους επιπτώσεων. Μολονότι, κάποιες περιπτώσεις καθυστέρησης που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να φαίνονται εύλογες, δυνατόν να μην κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε δόγμα αξιολόγησης του χρόνου, τουλάχιστον, ρητά όταν υπολογίζεται το εύλογο του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, απλά, προβαίνει στην δική του αξιολόγηση για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Όταν δε το κάνει αυτό πρέπει να έχει υπόψη του ότι το άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια επίσπευση, η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων στην υπόθεση Attorney-General's Reference (No. 2/01), η οποία δημοσιεύτηκε την 11.12.03 στους Times Law Reports. Αποφασίστηκε, πως ποινική διαδικασία δυνατόν να ανασταλεί για τον λόγο, ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο, εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή για κάποιο λόγο που είναι πειστικός θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Στην υπό εξέταση περίπτωση η ισχυριζόμενη παρακοή συνεχίζεται, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εδώ και 11 ολόκληρα χρόνια χωρίς η ποινική ευθύνη της Κατηγορουμένης να έχει μέχρι σήμερα διαγνωσθεί. Υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης θα πρέπει να κριθεί το εύλογο ή μη του πιο πάνω χρονικού διαστήματος που παρήλθε. Από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνεται, ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε 9 χρόνια και πλέον μετά την έναρξη της διάπραξης του ισχυριζόμενου αδικήματος. Το κατηγορητήριο αφορά μιαν και μοναδική κατηγορία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο όφειλε η Κατηγορουμένη να κατεδαφίσει την οικοδομή που βρισκόταν εντός του τεμαχίου, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, εντός 2 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Δεν υπόκειτο σε τέτοια υποχρέωση αν εντός του πιο πάνω διαστήματος αυτή εξασφάλιζε άδεια οικοδομής από τον Έπαρχο Πάφου. Η άδεια δεν εξασφαλίστηκε και η Κατηγορούμενη τελεί υπό παρακοή από την 19.3.
  1. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι όπως ακριβώς εκτίθενται στο κατηγορητήριο. Υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων και με δεδομένο, ότι το κατηγορητήριο αφορά μιαν και μοναδική κατηγορία εναντίον ενός και μόνο προσώπου η υπόθεση δεν διαφαίνεται πολύπλοκη για την Κατηγορούσα Αρχή. Αξιοσημείωτο είναι ότι καμία εισήγηση δεν έγινε προς την πιο πάνω κατεύθυνση από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Η μόνη εξήγηση, που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης είναι ότι το αδίκημα είναι συνεχόμενο και, κατ' επέκταση, η υπόθεση θα μπορούσε να καταχωρηθεί οποιαδήποτε στιγμή. Δεν διαφωνώ, με το ότι η υπόθεση θα μπορούσε να καταχωρηθεί καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την λήξη των 2 μηνών από την έκδοση του διατάγματος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι η καταχώρηση του κατηγορητηρίου κατά τον χρόνο που αυτό καταχωρήθηκε, ήτοι 9 χρόνια και πλέον μετά την έναρξη της διάπραξης του αδικήματος, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν ενέχει καθυστέρηση ή ότι αυτό μπορεί να γίνει κατ' αποκλεισμό των συνταγματικών δικαιωμάτων κατηγορουμένου, όπως αυτά διασφαλίζονται από το άρθρο 30.
  2. Αν η πιο πάνω θέση της Κατηγορούσας Αρχής γινόταν αποδεχτή, θα σήμαινε, ότι η συνταγματική επιταγή του εύλογου χρόνου δεν έχει εφαρμογή σε συνεχόμενα αδικήματα. Όπως και, κατ' επέκταση, η όλη φιλοσοφία της ποινικής δικονομίας για την αποφυγή του κινδύνου να παραμένει ένας κατηγορούμενος σε κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη του για μεγάλο χρονικό διάστημα (Βλ. Her Majesty's Advocate, πιο πάνω). Θεωρώ, ότι η υπό της Κατηγορούσας Αρχής προβληθείσα θέση καταστρατηγεί και, μάλιστα, βάναυσα την πιο πάνω φιλοσοφία. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένου του ότι η ισχυριζόμενη παρακοή διαπράττεται από την 19.3.1996, θεωρώ, ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση για την οποία καμία ικανοποιητική εξήγηση δεν δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Από την επισκόπηση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι πάροδος περιόδου 3-5 χρόνων από την σύλληψη του κατηγορουμένου μέχρι την τελική εκδίκαση (και κατ' έφεση) της υπόθεσης θεωρήθηκε ότι παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου του άρθρου 6.1 της Σύμβασης. Και η πάροδος όμως συντομότερου χρόνου είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 6.1 αν καμιά δικαιολογία δεν δοθεί για την παντελή αδράνεια που παρατηρήθηκε». Στην υπόθεση Bunkate v. The Netherlands
(1995)19 EHRR 477 είχε σημειωθεί μια πλήρης αδράνεια 15 μηνών στην ακροαματική διαδικασία, που οφειλόταν στην καθυστέρηση διαβίβασης του φακέλου της υπόθεσης από το Εφετείο στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε, ότι η πλήρης αδράνεια στην προώθηση της υπόθεσης, για την οποία καμία δικαιολογία δεν είχε δοθεί, παραβίαζε την επιταγή του εύλογου χρόνου. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, που μια υπόθεση καταχωρείται με υπερβολική ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να είναι απρόθυμο να βρει, ότι υπήρξε παραβίαση του πιο πάνω άρθρου. Αναφορικά με την συμπεριφορά της Κατηγορουμένης θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Αυτό έχει ως ακολούθως: Την 6.12.05 η υπόθεση ήταν ορισμένη για απάντηση. Η Κατηγορουμένη παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και απάντησε με μη παραδοχή. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 21.3.
  1. Την ημέρα εκείνη η Κατηγορουμένη παρέλειψε να παρουσιαστεί. Το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον της διατάχτηκε να παραμείνει ανεκτέλεστο μέχρι την 7.4.06, νοουμένου ότι την ημέρα εκείνη η Κατηγορουμένη παρουσιαζόταν μετά του δικηγόρου της. Η Κατηγορουμένη παρουσιάστηκε την 7.4.06 και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση την 31.10.
  2. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε τον λόγο της απουσίας της από το Δικαστήριο την 21.3.06 ακύρωσε την προηγούμενη διαταγή του για κατάσχεση της εγγύησης και όρισε όπως η Κατηγορουμένη είναι παρούσα την νέα δικάσιμο με την ίδια εγγύηση. Στις 31.10.06 για λόγους υγείας, που καταμαρτυρούνται σε ιατρική βεβαίωση, που η Κατηγορουμένη προσκόμισε στο Δικαστήριο, αυτή δεν εμφανίστηκε. Για τον λόγο αυτό εκδόθηκε δεύτερο ένταλμα σύλληψης εναντίον της. Ο δικηγόρος της ανέλαβε να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο την επόμενη δικάσιμο και το ένταλμα ορίστηκε όπως παραμείνει ανεκτέλεστο μέχρι την 10.11.06 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για προγραμματισμό. Στις 10.11.06 η Κατηγορουμένη εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και στην παρουσία της δόθηκε ως ημερομηνία ακρόασης η 17.1.
  3. Παράλληλα διατάχθηκε να είναι παρούσα την 17.1.07 με την ίδια εγγύηση. Την ημέρα εκείνη ο δικηγόρος της δήλωσε στο Δικαστήριο στην παρουσία της την επιθυμία του να αγορεύσει επί του υπό του Δικαστηρίου υπό εξέταση θέματος. Για τον σκοπό τούτο η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις πρώτα την 31.1.07 και ακολούθως την 21.2.
  4. Την τελευταία ημέρα το Δικαστήριο άκουσε επιχειρηματολογία από τους ευπαίδευτους δικηγόρους. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε δύο περιπτώσεις η Κατηγορουμένη παρέλειψε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στις δύο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Παρόλο που η υπόθεση οριζόταν σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα κάθε φορά μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης, αφού ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης αναλάμβανε κάθε φορά να την παρουσιάζει την επόμενη δικάσιμο, οι απουσίες της Κατηγορουμένης επέφεραν μίαν κάποια καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης. Δεν έχει σημασία ότι αυτές ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιολογημένες. Σημασία έχει ότι ένεκα των απουσιών της Κατηγορουμένης επήλθε καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης. Καθυστέρηση, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στον κατηγορούμενο και προκαλείται από αυτόν δεν προσμετρά στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου διεξαγωγής της δίκης (Βλ. Σταμάτη Νικολαϊδη ν. Αστυνομίας
(1999)1 ΑΑΔ 1964). Πόσο, όμως, το γεγονός αυτό προσμετράει εις βάρος της Κατηγορουμένης; Δεν θεωρώ, πως η καθυστέρηση που προκλήθηκε εξαιτίας της θα πρέπει να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου. Καθότι και αν ακόμα η Κατηγορουμένη δεν παρέλειπε να εμφανιστεί στις δύο περιπτώσεις, που πιο πάνω αναφέρονται, η προσέγγιση του Δικαστηρίου δεν θα διέφερε. Και δεν θα διέφερε, καθότι η καθυστέρηση η οφειλόμενη αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της Κατηγορουμένης είναι άνευ σημασίας σε σύγκριση με την υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης από την διωκτική αρχή για την οποία καμία ευθύνη δεν φέρει η Κατηγορουμένη. Το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 11 ολόκληρα χρόνια χωρίς η ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης να έχει διαγνωστεί και η διαδικασία να βρίσκεται στο στάδιο που βρίσκεται θα πρέπει, σύμφωνα με όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί, να θεωρηθεί, ότι οφείλεται στην στάση και συμπεριφορά της διωκτικής αρχής. Συνακόλουθα κρίνω, ότι υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και, κατά συνέπεια, παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της Κατηγορουμένης για δίκη εντός εύλογου χρόνου. Προσέτι δε ότι σε περίπτωση που λάβει χώρα δίκη, αυτή δεν θα ήταν δίκη εντός εύλογου χρόνου. Οιοσδήποτε χρόνος προστεθεί στην διαδικασία, άγνωστος μεν, αλλά κάποιας διάρκειας δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την συνεχή καταστρατήγηση του συνταγματικού δικαιώματος της Κατηγορουμένης κάτω από το άρθρο 30.2. του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100 η ακροαματική διαδικασία συμπληρώθηκε 6 χρόνια μετά την καταγγελία και 5 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, ότι η πιο πάνω καθυστέρηση συνιστούσε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αρνήθηκε να διατάξει επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η διασφάλιση της συνταγματικής τάξης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2, αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου και η διεξαγωγή της δίκης υπόκειται στον έλεγχο του εκδικάζοντος δικαστηρίου, αρχή, η οποία συνάδει με την αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (Βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405 και Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068). Στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, υποδεικνύεται, ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 καθιστά την διαδικασία άκυρη στην ολότητά της (Βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1 CLR 578, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Χασσάν ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 78 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Στην υπόθεση Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 ΑΑΔ 512 λέχθηκε, ότι παραβίαση του άνω δικαιώματος «καθιστά το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη». Στην υπόθεση Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά την διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Στην Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2319 επαναλαμβάνεται, ότι η δίκη καθίσταται άδικη, αν η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου διαπιστωθεί έξω από τα θέσμια της δίκαιης δίκης ή κατ' αντίθεση προς τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου, που εξασφαλίζονται από τα άρθρα 12.5 και 30.3 του Συντάγματος. Στην Καψού, που πιο πάνω αναφέρθηκε, υιοθετήθηκε έμμεσα η πορεία ανακοπής υπόθεσης εφόσον διαπιστώνεται, ως εν προκειμένω, παράβαση συνταγματικού δικαιώματος. Με καθοδήγηση τα πιο πάνω η διαδικασία κρίνεται άκυρη. Αναπόφευκτα δεν δύναται να προωθηθεί και θα πρέπει να ανακοπεί όπως και ανακόπτεται. Συνακόλουθα η Κατηγορουμένη απαλλάσσεται της κατηγορίας. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.