Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Θεοχάρη Κρίνου Θεοχάρους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5242/04, 23.4.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5242/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Θεοχάρη Κρίνου Θεοχάρους
- Σπύρου Σπύρου Γαλανού Κατηγορούμενων ------------- Ημερομηνία: 23.4.2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι : παρόντες ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), καθώς και την κατηγορία της κατοχής πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων, κατά παράβαση των άρθρων 345, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.4.2003 και 25.4.2003 στην Πόλη Χρυσοχούς και Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να κυκλοφορήσουν 91 πλαστογραφημένα τραπεζογραμμάτια, ήτοι 91 χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων, τα οποία εν γνώσει τους ήταν πλαστογραφημένα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, είχαν στην κατοχή τους πλαστογραφημένα τραπεζογραμμάτια, δηλαδή 91 χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, γνωρίζοντας ότι αυτά ήταν πλαστογραφημένα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και κατάθεσαν ενόρκως 8 μάρτυρες, ενώ κατατέθηκαν και 114 τεκμήρια. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα επίδικα χαρτονομίσματα (βλ. τα τεκμήρια 20 μέχρι 110, κατ' αντιστοιχία της περιγραφής τους, σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο που επισυνάπτεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μ.Κ. 5, λοχία 2445 Χ. Αντωνίου - τεκμήριο 19 -). Οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Τα ακόλουθα γεγονότα, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 25.4.2003 και περί ώρα 09:40, ο αστυφύλακας 2798 Σ. Καραολής (Μ.Κ. 7) και ο συνάδελφός του λοχίας 2248 Χ. Νίττης (Μ.Κ. 8), βρίσκονταν έξω από το γραφείο μεταφοράς δεμάτων με την ονομασία «AKIS EXPRESS» στην Πόλη Χρυσοχούς, καθότι όπως ανάφεραν είχαν πληροφορία ότι θα διακινείτο μέσω του εν λόγω γραφείου φάκελος με ύποπτο περιεχόμενο. Την ίδια ώρα πρόσεξαν τον 1ο κατηγορούμενο να βγαίνει από το υπό αναφορά γραφείο, να μπαίνει στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΗΤ 573 και να κάθεται στη θέση του οδηγού. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν μια γυναίκα. Επρόκειτο για τη σύζυγο του 1ου κατηγορούμενου, όπως διαπιστώθηκε αργότερα. Μόλις ο κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και επιχείρησε να κάνει εκκίνηση, ο Μ.Κ. 7 κατευθύνθηκε προς το μέρος του και αφού τον πλησίασε σε κάποια απόσταση, επιχείρησε να το σταματήσει για να του κάνει έλεγχο και τούτο γιατί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και των δυο μαρτύρων, ο κατηγορούμενος, βγαίνοντας από το γραφείο AKIS EXPRESS, κρατούσε ένα φάκελο (βλ. το τεκμήριο 4). Σύμφωνα και πάλι με τους δυο μάρτυρες, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δε συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις του Μ.Κ. 7 και δε σταμάτησε, αλλά, έβαλε την όπισθεν και αφού ανέπτυξε ταχύτητα εγκατέλειψε το μέρος. Ακολούθησε καταδίωξη του από το Μ.Κ. 8, ο οποίος για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του όχημα. Μετά πάροδο κάποιου χρόνου, ο 1ος κατηγορούμενος αφού διένυσε κάποια απόσταση καταδιωκόμενος από το Μ.Κ. 8, σταμάτησε το όχημά του στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία και των δυο οχημάτων κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Ακολούθησε αμέσως έρευνα στο αυτοκίνητό του από το Μ.Κ. 8, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο μάρτυρας βρήκε μέσα στο συρτάρι του ταμπλώ, το φάκελο που κρατούσε ο κατηγορούμενος βγαίνοντας από το γραφείο AKIS EXPRESS (τεκμήριο 4), τον οποίο ο κατηγορούμενος κλήθηκε από το μάρτυρα να ανοίξει, για να διαπιστωθεί ότι σ' αυτό υπήρχε κάποιος άλλος φάκελος κι' αυτός κλειστός, χρώματος άσπρου (βλ. το τεκμήριο 6), που περιείχε σε δέσμη, τα 91 επίδικα χαρτονομίσματα. Ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή, πως έχει αποδειχθεί ότι και οι δυο κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα που τους καταλογίζει, στη βάση των ακόλουθων γι' αυτήν γεγονότων τα οποία θεωρεί ότι έχουν αποδειχθεί από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Αναφορικά με τον 1ο κατηγορούμενο, συνιστούν τέτοια γεγονότα, πρώτο, το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι αυτός είναι το πρόσωπο που παρέλαβε το φάκελο που περιείχε τα επίδικα χαρτονομίσματα από το γραφείο AKIS EXPRESS στην Πόλη Χρυσοχούς, δεύτερο, αυτά, έχει αποδειχθεί πως πρόκειται για πλαστογραφημένα χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής και τρίτο, η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που κλήθηκε από το Μ.Κ. 7 να σταματήσει τ' όχημά του για σκοπούς ελέγχου καθώς και αυτή που επέδειξε στη συνέχεια, μέχρις ότου, μετά από καταδίωξη, αναγκαστεί να σταματήσει το όχημά του, υπό το βάρος της ρίψης πυροβολισμού από το Μ.Κ. 8 που τον καταδίωκε, αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4 και πιο συγκεκριμένα, του τεκμηρίου 6 που ήταν εσώκλειστο στο τεκμήριο
- Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί και η επιβεβαίωση της πληροφορίας που κατείχε η αστυνομία, για διακίνηση φακέλου με ύποπτο περιεχόμενο μέσω του συγκεκριμένου γραφείου, τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Αναφορικά με το 2ο κατηγορούμενο, η ενοχή του κατά την Κατηγορούσα Αρχή, υποθέτω, συνίσταται στο γεγονός, ότι το τηλέφωνο με αριθμό 99662010 που αναγράφεται τόσο στο εξωτερικό μέρος του τεκμηρίου 6 όσο και στο εξωτερικό μέρος του τεκμηρίου 4, σε δυο μέρη, (κοινό για αποστολέα και παραλήπτη) ανήκε σε κάποια εταιρία της γυναίκας του. Οι θέσεις τώρα των κατηγορούμενων όπως απορρέουν από το περιεχόμενο της ανώμοτης τους δήλωσης είναι οι εξής: Αρχίζοντας από τον 1ο κατηγορούμενο, ισχυρίζεται ότι του ζητήθηκε τηλεφωνικώς από κάποιο Μάριο Σπύρου με τον οποίο υπηρέτησε στο στρατό, να παραλάβει για λογαριασμό του από το AKIS EXPRESS στην Πόλη Χρυσοχούς, τον επίδικο φάκελο (τεκμήριο 4). Αυτό έγινε την προηγούμενη μέρα από εκείνη που παρέλαβε το φάκελο ενώ βρισκόταν στην Πόλη Χρυσοχούς μαζί με τη σύζυγό του. Ο Σπύρου του είχε αναφέρει ότι ο φάκελος περιείχε £1.000 και αυτό πίστευε ο ίδιος, που σε καμιά περίπτωση γνώριζε τι περιείχε ο φάκελος. Ισχυρίζεται τέλος ο 1ος κατηγορούμενος, πως δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν αστυνομία τα πρόσωπα εκεί στο AKIS EXPRESS και ότι μόλις το κατάλαβε σταμάτησε αμέσως. Ο 2ος κατηγορούμενος με τη δική του δήλωση, ισχυρίζεται απλώς πως δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με το διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων (βλ. τα τεκμήρια 2, 14 και 15 για 1ο κατηγορούμενο και το τεκμήριο 2 για 2ο κατηγορούμενο), καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Σ' ό,τι αφορά τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων, δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους τους αυτού του δικαιώματος. Βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Αποδίδω σ' αυτές το βάρος που τους αρμόζει και ασφαλώς θα τις λάβω υπόψη προτού αποφασίσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Βλ. το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη
(1983)σελ. 253. Ειδικότερα, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση, παραπέμπω στην υπόθεση R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11 και στα ακόλουθα που έχουν λεχθεί από το Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη και πάλιν στη σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν' αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ένορκους˙ μπορεί όμως να κάνει τους ένορκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ' αυτά με διαφορετικό φως.» Η μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 2, λοχία 1319 Ν. Σπύρου και αστυφύλακα 1784 Κ. Κλεόπα, υπήρξε τυπική και αναντίλεκτη. Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 3, υπαστυνόμου Κ. Κυριάκου (λοχία 4334 στον ουσιώδη χρόνο). Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια για το σύνολο των ενεργειών του σε σχέση με την υπόθεση και έδωσε πειστικές εξηγήσεις ακόμη και για ενέργειες που ρωτήθηκε αν έγιναν αναφορικά με αυτή και απάντησε αρνητικά. Για το σύνολο των ενεργειών του εξεταστή, που εν πάση περιπτώσει ούτε και αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, παραπέμπω και στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 3), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Από τη μαρτυρία του εξεταστή, συγκρατώ ιδιαίτερα - γιατί έχει κάποια σημασία όπως θα διαφανεί αργότερα - τον ισχυρισμό του, ότι σύμφωνα με κάποιο Τιμόθεο Τιμοθέου, ο οποίος θεωρήθηκε και αυτός ύποπτος σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, - τα δακτυλικά αποτυπώματα του οποίου, όπως και του 1ου κατηγορούμενου, εντοπίστηκαν επί του τεκμηρίου 6 (ο φάκελος που περιείχε τα επίδικα χαρτονομίσματα),- ο 1ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που του έδωσε τον άσπρο φάκελο (τεκμήριο 6) στον οποίον υπήρχαν χρήματα, για να τον παραδώσει στο AKIS EXPRESS στην Πόλη Χρυσοχούς ή στην Πάφο. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 υπαστυνόμου Γ. Αναστασίου (λοχία 3646 στον ουσιώδη χρόνο), επίσης γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ο εν λόγω μάρτυρας διενήργησε δαχτυλοσκοπική εξέταση επί του τεκμηρίου 6 και διαπίστωσε ότι τα δυο δαχτυλικά αποτυπώματα που εντόπισε, ανήκουν, το ένα στον 1ο κατηγορούμενο και το άλλο στον Τιμόθεο Τιμοθέου, για τον οποίο προηγήθηκε σχετική αναφορά, κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Για το σύνολο των ενεργειών του μάρτυρα και τον τρόπο που διενήργησε τη δαχτυλοσκοπική εξέταση, πέραν από τη μαρτυρία του, η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη, παραπέμπω και στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 17 και 18 (η έκθεση του και ο συγκριτικός πίνακας αντίστοιχα). Ιδιαίτερα σημαντική (και αναντίλεκτη επί της ουσίας επίσης) είναι και η μαρτυρία του άλλου εμπειρογνώμονα Μ.Κ. 5, λοχία 2445 Χ. Αντωνίου, ο οποίος στις 29.4.2003 διενήργησε την εξέταση επί των 91 χαρτονομισμάτων και διαπίστωσε ότι αυτά ήταν πλαστά. Δέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολό της και ταυτόχρονα απαντώ και σε μερικές θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των δυο κατηγορούμενων κατά το στάδιο της τελικής του αγόρευσης, συναφείς με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Καταρχήν, αυτός ο μάρτυρας, όπως και ο προηγούμενος που κατάθεσαν ως ειδικοί στην υπόθεση, με έχουν εφοδιάσει με όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και πληροφορίες, σε βαθμό που με έπεισαν πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είναι ειδικοί για ό,τι κατάθεσαν. Ειδικότερα ο Μ.Κ. 5, η περίπτωση του οποίου μας αφορά άμεσα, πέραν από τη 14χρονη πείρα που διαθέτει σε σχέση με την εξέταση χαρτονομισμάτων, καθώς έχει αναφέρει, μετεκπαιδεύτηκε και στο εξωτερικό. Ότι τώρα τα επίδικα 91 χαρτονομίσματα είναι πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, έχει αποδειχθεί από τη σωρευτική αποτίμηση των ακόλουθων δεδομένων στοιχείων. Καταρχήν, γιατί αυτό είναι το συμπέρασμα του μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου έχω εξηγήσει γιατί αποδέχομαι. Έπειτα, γιατί αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο των χαρτονομισμάτων, δηλαδή ότι πρόκειται για χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής. Ακολούθως, λαμβάνω ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη και το γεγονός ότι έτσι τα αποκαλεί και ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη του δήλωση (βλ. τη φράση «.......... δολάρια Αμερικής ...». Τέλος, ειδικά για το θέμα της πλαστότητάς τους, σε σχέση με δυο από αυτά, αυτό το συμπέρασμα προκύπτει και ως θέμα κοινής λογικής και όχι κατ' ανάγκη πραγματογνωμοσύνης, αν ληφθεί υπόψη, ότι τα υπ΄ αριθμό ΑΚ 94239615Α και ΑΕ 37478611 C εντοπίζονται δυο φορές. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία της Μ.Κ. 6 Κούλλας Αργυρού, η οποία στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο γραφείο AKIS EXPRESS στη Λεμεσό. Από τη μαρτυρία της (για την οποία παραπέμπω και στο περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης - βλ. το τεκμήριο 112 -) η οποία και παρέμεινε αναντίλεκτη για πλείστα όσα ανέφερε, μεταξύ άλλων, προκύπτει πότε και από που έφθασε το τεκμήριο 4 στο γραφείο AKIS EXPRESS στη Λεμεσό, γιατί αυτό επιστράφηκε στην Πάφο και περαιτέρω, ότι το πρόσωπο που απάντησε στο τηλέφωνο και του ζητήθηκε από την ίδια να μεταβεί στο συγκεκριμένο γραφείο για να παραλάβει το φάκελο, είναι ο 2ος κατηγορούμενος. Δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να δεχτώ στο σύνολό της, επί της ουσίας όσων ανάφεραν και τη μαρτυρία των Μ.Κ. 7 και 8, για όλα τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν ότι έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είτε αυτά αφορούν ενέργειες στις οποίες προέβησαν, είτε τις διαπιστώσεις τους, είτε την αντίδρασή και γενικά την όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο 1ος κατηγορούμενος, από τη στιγμή που βγήκε από το γραφείο AKIS EXPRESS στην Πόλη Χρυσοχούς μέχρι και την ώρα που αναγκάστηκε να σταματήσει το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου, καταδιωκόμενος από το Μ.Κ. 8, αφού προηγουμένως αρνήθηκε να συμμορφωθεί στην απαίτηση του Μ.Κ. 7 να σταματήσει για σκοπούς ελέγχου και αντ' ατού εγκατέλειψε το μέρος. Και οι δυο μάρτυρες, μολονότι αντεξετάστηκαν επί μακρόν από το ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων, εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία τους σε κανένα σημείο. Η εκδοχή του ενός ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με την εκδοχή του άλλου και η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας τους, ιδιαίτερα του Μ.Κ. 7, είναι εξαιρετική, αφού αυτός υπήρξε απόλυτα ακριβής και σταθερός στις διάφορες θέσεις που προέβαλε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ. 8, δε θα έλεγα ότι απέχει πολύ από την κρίση μου σε σχέση με τον προηγούμενο μάρτυρα, παρότι, είναι γεγονός, ότι κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις που φάνηκε να μην είναι απόλυτα σίγουρος για κάποια πράγματα που ρωτήθηκε. Ούτε και μου διαφεύγει, ότι σε μερικές επίσης περιπτώσεις, η εκδοχή των δυο μαρτύρων για κάποια γεγονότα παρουσιάζει διαφορές. Ωστόσο, αυτές, εκτός του ότι αφορούν σε επουσιώδη γεγονότα και/ή λεπτομέρειες, είναι τόσο ανεπαίσθητες, που όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους ως μαρτύρων, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν και τούτο γιατί, αν αποδεικνύεται κάτι από αυτές, είναι η απουσία προσυνεννόησης μεταξύ τους και ότι και οι δυο είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Την ίδια ώρα, δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του 1ου κατηγορούμενου για όσα γεγονότα αμφισβητούνται από την Κατηγορούσα Αρχή, και τούτο, όχι μόνο επειδή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας την οποία έχω δεχθεί, αλλά και για τον επιπλέον λόγο, ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε αντιφατικός στις διάφορες θέσεις που προώθησε ή προέβαλε σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα, ενώ είπε και ψέματα για μερικά από αυτά. Ακολουθεί το σκεπτικό. Η θέση του - αυτούσια - για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τη στιγμή που παρέλαβε το φάκελο από το γραφείο AKIS EXPRESS στην Πόλη Χρυσοχούς και μετά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 2) είναι η εξής: «Πήγα στο αυτοκίνητο και ετοιμάστηκα να ξεκινήσω, την ίδια στιγμή πήγα να προχωρήσω και σταμάτησε απότομα μπροστά μου ένα αυτοκίνητο άσπρο, κατέβηκαν κάτω απότομα δύο με τρία άτομα, μου έκαναν νόημα με τα χέρια τους να σταματήσω, πανικοβλήθηκα, η γυναίκα μου μου λέει Τούρκοι, εγώ έτρεξα γρήγορα με το αυτοκίνητο πισινή, εν τω μεταξύ πριν τρέξω είδα τον ένα, τράβηξε πιστόλι, μπήκα στον κύριο δρόμο, άκουσα πυροβολισμούς πίσω μου, έτρεξα δηλαδή ανάπτυξα ταχύτητα με το αυτοκίνητο μου και μπάρκαρα το αυτοκίνητο στα αριστερά του δρόμου, σταμάτησε δίπλα μου το άσπρο αυτοκίνητο, κατέβηκαν κάτω τρία με τέσσερα άτομα και μου είπαν να ψηλώσω τα χέρια. Εγώ φώναξα και τους είπα τι συμβαίνει ρε παδκιά να μας πέξεται, είμαστε τίποτε εγκληματίες, νομίσαμε ότι είσασταν Τούρκοι. Μου είπαν να ανοίξω το φάκελο, να δουν τι έχει μέσα, .....................................». Με την ανώμοτη του δήλωση, ισχυρίστηκε, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ότι ο λόγος για τον οποίο δε σταμάτησε στο AKIS EXPRESS, ήταν γιατί δεν αντιλήφθηκε ότι τα πρόσωπα εκεί, ήταν αστυνομία (αστυνομικοί υποθέτω ήθελε να πει). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, αντεξετάζοντας τον Μ.Κ 7, του υπόβαλε τις εξής θέσεις: Ο κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο, όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, επιχείρησε να το σταματήσει για έλεγχο, δεν αντιλήφθηκε πως ήταν αστυνομικός ο μάρτυρας. Περαιτέρω, ότι σε καμιά περίπτωση ο μάρτυρας του υπόδειξε ταυτότητα, αλλά κινείτο για να προσεγγίσει το αυτοκίνητό του. Φυσικά, ενωρίτερα, ο μάρτυρας κλήθηκε από τον κ. Αλεξάνδρου να απαντήσει κατά πόσο συμφωνεί, ότι όταν υπόδειξε την ταυτότητά του στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος είχε μεγάλη πιθανότητα να μην την είδε. Ως επίσης, λίγο αργότερα, υποβλήθηκε στο μάρτυρα, με αναφορά στον ισχυρισμό του, ότι φώναζε τόσο δυνατό στον κατηγορούμενο να σταματήσει για σκοπούς ελέγχου, που μόνο ένας κουφός δε θα τον άκουε, ότι κατ' αυτό το χρόνο, ο κατηγορούμενος είχε σε λειτουργία το ράδιο του αυτοκινήτου. Επιπλέον, κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ.Κ. 8, του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δε σταμάτησε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν γιατί δεν κατάλαβε πως επρόκειτο για την αστυνομία και ότι φοβήθηκε ότι πιθανόν να ήταν Τούρκοι, γιατί είχε σοβαρά προβλήματα ο πατέρας του, πράγμα το οποίο τους είπε τόσο εκεί όσο και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό. Διερωτώμαι ειλικρινά, πως μπορεί να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος, έχοντας κατά νου την προαναφερθείσα πανσπερμία διαφορετικών εκδοχών που προέβαλε ή προώθησε μέσω του δικηγόρου του, για τα πλέον κρίσιμα και αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ακόμη και αν κρίση μου για την αξιοπιστία των Μ.Κ. 7 και 8 αναφορικά με αυτά, ήταν διαφορετική. Από τα πιο πάνω προκύπτουν τα εξής: Ενώ στην ανακριτική του κατάθεση ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, πως όταν ξεκίνησε να φύγει από το AKIS EXPRESS, σταμάτησε απότομα μπροστά του ένα αυτοκίνητο και κατέβηκαν κάτω από αυτό δυο με τρία άτομα, τα οποία του έκαμαν νόημα να σταματήσει, οπότε πανικοβλήθηκε, φοβήθηκε και εγκατέλειψε το μέρος, όταν η γυναίκα του, του είπε πως είναι Τούρκοι, εκτός του ότι δε δέχομαι τους ισχυρισμούς του αυτούς, η γραμμή υπεράσπισης που υποβλήθηκε στους Μ.Κ. 7 και 8, γύρω από αυτή την πτυχή της υπόθεσης, ήταν προφανώς διαφορετική. Καταρχήν, σε κανένα από τους δυο αυτούς μάρτυρες, υποβλήθηκαν οι προηγούμενες θέσεις. Συνάγεται ευθέως από την προηγηθείσα αναφορά στις διάφορες θέσεις που προώθησε ο 1ος κατηγορούμενος, ότι, όταν βασικά κλήθηκε από το Μ.Κ. 7 να σταματήσει, δεν το έπραξε, είτε γιατί δεν τον άκουσε να φωνάζει, είτε γιατί δεν είδε την αστυνομική του ταυτότητα, είτε τέλος γιατί δεν αντιλήφθηκε πως ήταν αστυνομικός ο μάρτυρας. Όμως, και το τέλος της ιστορίας κατά τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης είναι διαφορετικό. Όταν μπάρκαρε το αυτοκίνητο του στα αριστερά του δρόμου, ισχυρίζεται πως σταμάτησε δίπλα του ένα άσπρο αυτοκίνητο, από το οποίο κατέβηκαν κάτω τρία με τέσσερα άτομα, τα οποία του είπαν να ψηλώσει τα χέρια πάνω κ.ο.κ. Η αλήθεια ωστόσο είναι, - και, τουλάχιστον επ΄αυτού, αυτή τη θέση υιοθέτησε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου αντεξετάζοντας τον Μ.Κ. 8 -, ότι στο αυτοκίνητο που καταδίωκε τον κατηγορούμενο, επέβαινε μόνο ο εν λόγω μάρτυρας, ούτε 3 μα ούτε και 4 άτομα. Πέραν αυτών, οι όποιες αναφορές περί Τούρκων, εγκαταλείφθηκαν από τον κατηγορούμενο με το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης, αφού με αυτή, προέβαλε τη θέση πως δεν αντιλήφθηκε πως ήταν αστυνομία τα πρόσωπα εκεί στο AKIS EXPRESS και ότι όταν το κατάλαβε σταμάτησε αμέσως. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου, αναδεικνύει άλλη μια αντίφαση. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, ότι πρώτα σταμάτησε και μετά αντιλήφθηκε ότι οι τέσσερις και όχι ο Μ.Κ. 8, δεν ήταν Τούρκοι. Προστίθεται ακόμη και ο ισχυρισμός του, (μέσω του δικηγόρου του) προς το μάρτυρα, ως προς το λόγο για τον οποίο νόμισε ότι ήταν Τούρκοι, σύμφωνα με τον οποίο, «επειδή είχε σοβαρά προβλήματα ο πατέρας του», ισχυρισμός που δεν προκύπτει από την κατάθεση του, όπως υποβλήθηκε στο μάρτυρα, από τον κ. Αλεξάνδρου. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, βρίσκω και αποδέχομαι ότι όλα τα ουσιαστικά και αμφισβητούμενα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι αυτά που ανάφεραν οι Μ.Κ. 7 και
- Ειδικότερα: Δέχομαι ότι όταν ο 1ος κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του έχοντας στην κατοχή του το φάκελο με τα πλαστά χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, προσεγγίστηκε από το Μ.Κ. 7, ο οποίος τον κάλεσε μεγαλοφώνως να σταματήσει για έλεγχο, αφού τον πληροφόρησε πως επρόκειτο για την αστυνομία. Δέχομαι ακόμη ότι ο κατηγορούμενος που αντιλήφθηκε τόσο την παρουσία και ιδιότητα του μάρτυρα στο μέρος, όσο και τι του ζητήθηκε να κάνει, αντί να συμμορφωθεί, ως όφειλε, εγκατέλειψε το μέρος με τον τρόπο που επίσης αναφέρθηκε από τους δυο αστυνομικούς μάρτυρες. Συγκεκριμένα, ενώ βρισκόταν στο alt, κινούμενος απότομα προς τα πίσω και εγκαταλείποντας το μέρος με μεγάλη ταχύτητα. Δέχομαι τέλος, ότι στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος καταδιώχθηκε από το Μ.Κ. 8, ο οποίος προέβηκε σ' όλες τις ενέργειες που ανάφερε, προκειμένου να τον πείσει να σταματήσει, πλην όμως, ο κατηγορούμενος, παρότι αντιλήφθηκε και αυτόν το μάρτυρα, την ιδιότητα του και τι του ζητήθηκε ουσιαστικά να πράξει και πάλι παρέλειψε να συμμορφωθεί, μέχρις ότου αναγκάστηκε να σταματήσει, υπό το βάρος του πυροβολισμού που έριξε ο μάρτυρας στον αέρα. Η πιο πάνω συμπεριφορά που επέδειξε ο 1ος κατηγορούμενος και γενικά η αντίδρασή του και στις δυο περιπτώσεις που κλήθηκε από την αστυνομία να σταματήσει, χωρίς να συμμορφωθεί, με πείθουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το λόγο που συμπεριφέρθηκε έτσι. Απλούστατα, γιατί γνώριζε ποιο ήταν το περιεχόμενο του φακέλου που παρέλαβε από το AKIS EXPRESS και δεν ήθελε να έχει επιπτώσεις. Για να χρησιμοποιήσω και μια φράση που πολύ εύστοχα χρησιμοποίησε ο Μ.Κ. 7, γιατί είχε ένοχη διάνοια. Στο γεγονός ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος τι περιείχε ο φάκελος που παρέλαβε από το AKIS EXPRESS, προστίθενται και τα διάφορα ψεύδη που είπε, ιδιαίτερα στην αστυνομία, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά που επέδειξε έναντι των δυο αστυνομικών μαρτύρων. Στα πιο πάνω, θα μπορούσε να λεχθεί ότι θα πρέπει να προστεθεί ως επιπλέον στοιχείο και το αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι το δαχτυλικό αποτύπωμα του κατηγορούμενου, ήταν το ένα από το δυο που εντοπίστηκαν επί του τεκμηρίου 6 (ο άσπρος φάκελος που περιείχε τα πλαστά χαρτονομίσματα) και τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι το τεκμήριο 6 βρισκόταν εντός του τεκμηρίου 4 (ο φάκελος του AKIS EXPRESS) που ήταν κλειστός, οπότε και το εύλογο - καταρχήν - ερώτημα, πως συμβαίνει να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ότι απλώς παρέλαβε το φάκελο μετά από παράκληση του Σπύρου και να έχει εντοπιστεί το δαχτυλικό του αποτύπωμα στον άλλο φάκελο που βρισκόταν μέσα στο φάκελο του AKIS EXPRESS; Δυστυχώς, δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα από το γεγονός αυτό, ενοχοποιητικό ασφαλώς για τον κατηγορούμενο και τούτο γιατί, αυτό το στοιχείο το εξουδετέρωσε ο Μ.Κ. 8, ο οποίος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να ανοίξει αυτός το φάκελο με τα πλαστά χαρτονομίσματα. Οπότε γεννάται αμέσως το ερώτημα, πότε τέθηκε το αποτύπωμα στο φάκελο. ΄Οταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε από το Μ.Κ. 8 να ανοίξει το φάκελο ή όταν σύμφωνα με τον εξεταστή, ο Τιμοθέου, στον οποίο ανήκει το άλλο δαχτυλικό αποτύπωμα, ανακρινόμενος από τον ίδιο, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε το συγκεκριμένο φάκελο για να τον παραδώσει στο γραφείο AKIS EXPRES στην Πάφο ή στην Πόλη Χρυσοχους; Το ερώτημα ασφαλώς θα παραμείνει για πάντα αναπάντητο. Ούτε και τίθεται θέμα αποδοχής της μαρτυρίας του εξεταστή, με αναφορά ασφαλώς στους ισχυρισμούς του Τιμοθέου, η οποία επί του προκειμένου αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, υπό την έννοια ότι ενώ δέχομαι ότι έγιναν οι συγκεκριμένες δηλώσεις προς το μάρτυρα από τον Τιμοθέου, δεν μπορώ να δεχθώ την αλήθεια του περιεχομένου τους και τούτο γιατί, η Κατηγορούσα Αρχή, θεωρώ ότι όφειλε να παρουσιάσει τον Τιμοθέου στο δικαστήριο για να καταθέσει, μα κυρίως για να αντεξεταστεί, αφού πρόκειται για ουσιώδη μάρτυρα σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, κάτι που δεν έγινε, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή, γι' αυτή της την παράλειψη. ΄Επειτα, δε μου διαφεύγει, ότι ο Τιμοθέου προέβηκε στις πιο πάνω δηλώσεις και ισχυρισμούς, ανακρινόμενος από τον εξεταστή της υπόθεσης, αφού θεωρήθηκε κι' αυτός ύποπτος για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, οπότε, η μαρτυρία του θα πρέπει να προσεγγιστεί ως μαρτυρία συνεργού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μολονότι θα ήταν ευχής έργο, η Κατηγορούσα Αρχή, με δεδομένο και τον ισχυρισμό της Μ.Κ. 6 για τον τρόπο με τον οποίο παραδίδονται και παραλαμβάνονται από το γραφείο AKIS EXPRESS αντικείμενα αξίας, εκτός από την ίδια, να παρουσίαζε στο δικαστήριο και τον υπάλληλο του εν λόγω γραφείου που παρέλαβε το φάκελο με τα χαρτονομίσματα στις 24.4.2003 για αποστολή του στη Λεμεσό, ως επίσης και τον υπάλληλο του ιδίου γραφείου στην Πόλη Χρυσοχούς που παρέδωσε το τεκμήριο 4 στον 1ο κατηγορούμενο, χωρίς αυτός να είναι, είτε ο αποστολέας, είτε ο παραλήπτης του φακέλου, εντούτοις, με δεδομένο το συμπέρασμα μου ότι ο κατηγορούμενος για λόγους που έχω αναφέρει, γνώριζε τι περιείχε ο φάκελος, θεωρώ ότι, ακόμη και αν παρουσιάζονταν στο δικαστήριο και κατάθεταν τα πιο πάνω πρόσωπα, η κρίση μου θα ήταν και πάλι η ίδια. Ακολουθεί απάντηση το ερώτημα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των δυο κατηγορούμενων στις κατηγορίες που τους προσάπτει. Αρχίζοντας από το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, δεν προτίθεμαι να πω πολλά για να αιτιολογήσω το συμπέρασμα μου ότι η κατηγορία αυτή δεν έχει αποδειχθεί. Το γεγονός ότι ο αριθμός τηλεφώνου κάποιας εταιρίας της γυναίκας του 2ου κατηγορούμενου, αναγράφεται στο εξωτερικό μέρος των τεκμηρίων 4 και 6, σε συνδυασμό με το επίσης γεγονός, ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που απάντησε στο τηλέφωνο με το συγκεκριμένο αυτό αριθμό και κλήθηκε από τη Μ.Κ. 6 να μεταβεί στο γραφείο AKIS EXPRESS στη Λεμεσό για να παραλάβει το τεκμήριο 4, δε νομίζω να αποτελούν επαρκή στοιχεία, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος στα σοβαρά, ότι ο 2ος κατηγορούμενος συνωμότησε με τον 1ο για να διαπράξουν το αδίκημα που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Για τον ίδιο λόγο, κρίνω ότι ο 2ος κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και στις δυο κατηγορίες. Ωστόσο, οι δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν στη 2η κατηγορία και για τον ακόλουθο λόγο: αντιμετωπίζουν κατηγορία κατοχής πλαστογραφημένων τρπεζογραμματίων, κατά παράβαση των άρθρων 345, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 21.4.2003 και 25.4.2003 στην Πόλη Χρυσοχούς και Λεμεσό, είχαν στην κατοχή τους πλαστογραφημένα τραπεζογραμμάτια, δηλαδή, 91 χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων Αμερικής, γνωρίζοντας ότι αυτά ήταν πλαστογραφημένα. Σύμφωνα τώρα με το άρθρο 345 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα, «όποιος ...................... ή έχει στην κατοχή του πλαστογραφημένο τραπεζογραμμάτιο, συμπληρωμένο ή όχι, ................. είναι ένοχος κακουργήματος ................». Σύμφωνα τέλος με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, η λέξη «χρήματα» περιλαμβάνει μεταξύ άλλων χαρτονομίσματα και τραπεζογραμμάτια. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 345 του Ποινικού Κώδικα και της λέξης χρήματα, προκύπτει ότι για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου αδικήματος, απαιτείται να πρόκειται για πλαστό τραπεζογραμμάτιο, το αντικείμενο με το οποίο διαπράττεται το αδίκημα και όχι για οτιδήποτε άλλο που αποτελεί χρήμα με την πλατιά έννοια του νόμου, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στη λέξη από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Αν ο νομοθέτης με το άρθρο 345 του Ποινικού Κώδικα ήθελε να ποινικοποιήσει την κατοχή πλαστού χρήματος γενικά, θα το έκανε με ρητή αναφορά στη σχετική διάταξη. Δηλαδή, θα αναφερόταν απλά σε χρήματα. Όμως δεν το έκανε, αφού αναφέρεται ειδικά σε τραπεζογραμμάτιο στο συγκεκριμένο άρθρο και σε τραπεζογραμμάτια στον πλαγιότιτλο του. Ναι μεν τα τραπεζογραμμάτια καθώς και τα χαρτονομίσματα αποτελούν χρήματα τη εννοία του νόμου, όμως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα χαρτονομίσματα ισοδυναμούν με τραπεζογραμμάτια ή το αντίθετο. ΄Οτι τα χαρτονομίσματα δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 345 του Ποινικού Κώδικα, είναι πρόδηλο στο ίδιο το κείμενο της σχετικής διάταξης, με την οποία γίνεται αναφορά σε τραπεζογραμμάτιο συμπληρωμένο ή όχι, κάτι που δεν μπορεί να έχει κανένα νόημα, με αναφορά σε χαρτονομίσματα, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ και να αναφερθώ στην έννοια της λέξης τραπεζογραμμάτιο, με επίκληση, είτε του περί Νομίσματος Νόμου, Κεφ. 197, που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, είτε στον περί της Κεντρικής Τραπέζης Νόμο, στον οποίο παραπέμπει για σκοπούς ερμηνείας του όρου, το άρθρο 10 του Κεφ.
- Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση, περί πλαστών χαρτονομισμάτων ο λόγος και όχι τραπεζογραμματίων, η 2η κατηγορία αντιμετωπίζει και πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και οι δυο κατηγορούμενοι αθωώνονται τόσο στην 1η όσο και στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ........................................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο