Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αρχέλαου Χ"Μιτσή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8272/04, 24 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8272/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Αρχέλαου Χ"Μιτσή
- Χάρη Χ"Μιτσή
- Χριστάκη Λοίζου
- Λοίζου Μιχαήλ Κατηγορούμενων --------------------- Ημερομηνία: 24 Απριλίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον 1ο κατηγορούμενο : κ. Ε. Κορακίδης (κ. Γ. Σιαηλής για να ακούσει απόφαση) Για τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 : κ. Γ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι : παρόντες --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: αξιόποινος παράνομη είσοδος, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), κακόβουλη ζημιά, κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα (2η κατηγορία) και τέλος, απειλή βιαιοπραγίας, κατά παράβαση των άρθρων 91(γ) και 20 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατάθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή τρεις μάρτυρες: ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 3084 Γ. Μερακληγιάννης, ως Μ.Κ. 1, ο παραπονούμενος Ελκούντζια Ζαχαρίδης, ως Μ.Κ. 2 και τέλος, ο Γεώργιος Κωστή, ως Μ.Κ.
- Οι τέσσερις κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το νόμο, ο 1ος κατάθεσε ενόρκως και αντεξετάστηκε, ενώ οι υπόλοιποι προέβησαν σε ταυτόσημη ανώμοτη δήλωση. Τα ακόλουθα γεγονότα, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, ότι περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Ο 1ος κατηγορούμενος είναι πατέρας του 2ου και εκ των ιδιοκτητών ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στην οδό Αγίας Μαρίνας αρ. 1, στην Κάτω Πάφο, το οποίο δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης, ημερομηνίας 30.8.2002 (βλ. το τεκμήριο 11) νοίκιασε στον παραπονούμενο, Μ.Κ. 2, για την περίοδο 1.9.2002 μέχρι 31.8.
- Το βράδυ της 4ης Μαρτίου, 2004, οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στο εν λόγω διαμέρισμα. Χτύπησε την πόρτα ο 1ος κατηγορούμενος και την άνοιξε η σύζυγος του Μ.Κ. 2, καθότι αυτός ξάπλωνε. Για ό,τι ακολούθησε, οι θέσεις μεταξύ των δυο πλευρών είναι δυιστάμενες. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι ο Μ.Κ. 2 όφειλε στον 1ο κατηγορούμενο αριθμό ενοικίων για το διαμέρισμα που νοίκιαζε από αυτόν, τα οποία του ζητήθηκαν εκείνο το βράδυ. Ούτε ότι έσπασε ένα ποτήρι μέσα στο διαμέρισμα, καθ' ον χρόνο βρίσκονταν στο μέρος οι τέσσερις κατηγορούμενοι αμφισβητείται. Επίσης, διαπιστώνω να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δυο πλευρών και για τα εξής: καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας των κατηγορούμενων στο μέρος, στο διαμέρισμα του Μ.Κ. 2 βρίσκονταν μόνο αυτός και η σύζυγός του, ενώ τη συγκεκριμένη περίοδο, ο Μ.Κ. 3 διέμενε σε γειτονικό του Μ.Κ. 2 διαμέρισμα, που κι' αυτός νοίκιαζε από τον 1ο κατηγορούμενο. Απ' εκεί και πέρα, η Κατηγορούσα Αρχή καταλογίζει στους κατηγορούμενους, ότι κατά την ως άνω ημέρα, μολονότι εισήλθαν νόμιμα στο διαμέρισμα του παραπονούμενου, παρέμειναν σ' αυτό παράνομα, με σκοπό να διαπράξουν σ' αυτό αδίκημα˙ συγκεκριμένα, ενόχληση. Περαιτέρω, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους £0.50 σ' ένα γυάλινο ποτήρι του παραπονούμενου και τέλος, ότι απείλησαν το ίδιο πρόσωπο με τη φράση «αν δεν πληρώσεις τα ενοίκια που χρωστάς μέχρι την 10η.3.2004, θα σε καθαρίσουμε». Οι κατηγορούμενοι αρνούνται όσα τους αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή. Είναι η θέση τους, ότι μετέβησαν στο μέρος για να επισκευάσουν την αντλία λυμάτων του αποχετευτικού συστήματος της πολυκατοικίας, επί της οποίας βρίσκεται το διαμέρισμα που νοίκιαζε ο παραπονούμενος από τον 1ο κατηγορούμενο, η οποία αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Περαιτέρω, ότι αφού επιδιόρθωσαν τη διαπιστωθείσα βλάβη, ο 1ος κατηγορούμενος παρακάλεσε τους άλλους τρεις να το συνοδεύσουν στο διαμέρισμα του παραπονούμενου, για να του ζητήσει τα οφειλόμενα ενοίκια, καθότι φοβόταν να πάει μόνος του. Ισχυρίστηκε ακόμη ο 1ος κατηγορούμενος, πως όταν μαζί με τους υπόλοιπους έφθασαν στο διαμέρισμα του παραπονούμενου, ο ίδιος χτύπησε την πόρτα δυο φορές την οποία άνοιξε η σύζυγος του παραπονούμενου. Όταν αυτή το ρώτησε τι θέλει, της είπε να φωνάξει στο σύζυγό της όπως και έγινε. Ο παραπονούμενος που εκείνη η στιγμή ξάπλωνε στον καναπέ, σηκώθηκε, πήγε στο ψυγείο, το άνοιξε, πήρε μια μπουκάλα παγωμένο νερό, γέμισε ένα ποτήρι και αφού ήπιε λίγο νερό, κρατώντας το ποτήρι στο χέρι βγήκε από το διαμέρισμα και κατευθύνθηκε προς το μέρος των κατηγορούμενων, στο οποίο αυτοί βρίσκονταν καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής τους, χωρίς οποτεδήποτε οποιοσδήποτε από αυτούς να εισέλθει στο διαμέρισμα. Όταν ο 1ος κατηγορούμενος παρακάλεσε τον παραπονούμενο να διευθετήσει την πληρωμή των ενοικίων που του όφειλε, ο τελευταίος θύμωσε πολύ και απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο με έντονο ύφος, του έλεγε πως δεν τον πληρώνει. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος μπήκε στο διαμέρισμα και έβαλε το ποτήρι που κρατούσε στο τραπέζι απότομα, το οποίο έπεσε και έσπασε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον 1ο κατηγορούμενο, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 3084 Γ. Μερακληγιάνη, γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ο εν λόγω μάρτυρας, που είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, ανάφερε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ευθύτητα και πάσα ειλικρίνεια το σύνολο των ενεργειών του και γενικά οτιδήποτε γνώριζε αναφορικά με την υπόθεση, χωρίς βασικά να έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Από τη μαρτυρία του συγκρατώ ιδιαίτερα (γιατί έχει σημασία όπως θα διαφανεί αργότερα) το περιεχόμενο του προφορικού παραπόνου του παραπονούμενου προς τον ίδιο στις 4.3.2004, σύμφωνα με το οποίο, οι τέσσερις κατηγορούμενοι το ίδιο βράδυ είχαν πάει στο σπίτι του και απαιτούσαν από αυτόν να πληρώσει στον 1ο κατηγορούμενο τα ενοίκια που του χρωστούσε, απειλώντας τον ότι αν δεν τα πληρώσει θα φροντίσουν να το διώξουν από την Κύπρο. Περαιτέρω, ότι όφειλε να πληρώσει τα ενοίκια μέχρι και τις 10 Μαρτίου. Τέλος, ότι όταν ανάφερε στους κατηγορούμενους ότι θα καλέσει την αστυνομία, αυτοί του είπαν πως είναι οι ίδιοι αστυνομικοί. Η μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 3 παρουσιάζει τέτοια σύνδεση και πλοκή, που θα πρέπει εν μέρει να αξιολογηθεί από κοινού. Άλλωστε και οι δυο μάρτυρες αποτελούν τους κύριους και βασικούς μάρτυρες για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Δηλώνω ευθέως ότι η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και των δυο αυτών μαρτύρων είναι τόσο φτωχή, σε βαθμό που αδυνατώ να βασιστώ σε οτιδήποτε αυτοί ανάφεραν, τα οποία αμφισβητούνται από τους κατηγορούμενους, προκειμένου να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα, αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Και οι δυο μάρτυρες προέβαλαν αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς σε σχέση με αριθμό γεγονότων, ενώ η εκδοχή τους για διάφορα από αυτά ή και για άλλα, υπήρξε αντιφατική. Επισημαίνεται ακόμη ότι μερικοί από τους ισχυρισμούς τους στερούνταν λογικής εξήγησης, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις που και οι δυο καταλήφθηκαν να ψεύδονται. Ακολουθεί παράθεση μερικών από τους λόγους για τους οποίους απορρίπτω την εκδοχή και των δυο μαρτύρων για ό,τι αμφισβητείται από τους κατηγορούμενους. ● Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος (Μ.Κ. 2) στην κυρίως εξέτασή του, ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 τον προειδοποίησαν πως αν δεν πληρώσει στον 1ο κατηγορούμενο τα ενοίκια μέχρι τις 10 του μηνός, θα τον καθαρίσουν. «Εδώ δεν είναι ούτε Ρωσία, ούτε Ελλάδα, εδώ είναι Κύπρος», του είπαν, πρόσθεσε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη, δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε ότι ο 4ος κατηγορούμενος, που το συγκεκριμένο βράδυ άρχισε πρώτος να μιλά, του είπε ότι «αν μέχρι τις 10 Μαρτίου δεν πληρώσεις τα ενοίκια, θα σε καθαρίσω». Σε υποβολή και των δυο δικηγόρων υπεράσπισης, ότι κανένας δεν τον απείλησε εκείνη την ημέρα, ισχυρίστηκε ότι τον απείλησαν όλοι οι κατηγορούμενοι. Φυσικά, ενωρίτερα, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, δε μίλησε καθόλου εκείνο το βράδυ. Ο Μ.Κ.3, αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη γύρω από το ίδιο θέμα, ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος όταν το συνάντησε το συγκεκριμένο βράδυ, του είπε να μη μείνει στο σπίτι, γιατί οι κατηγορούμενοι θα του κάνουν ότι έκαναν και στον ίδιο, στον οποίο είπαν ότι αν μέχρι τις δέκα του μηνός δε φύγει από το διαμέρισμα, θα το σκοτώσουν. Και σ' αυτά βέβαια, θα πρέπει να προστεθεί και το περιεχόμενο του προφορικού «άμεσου» παραπόνου του Μ.Κ. 2 στον Μ.Κ.
- Θεωρώ εύλογο το ακόλουθο ερώτημα. Ποιος απείλησε τελικά τον παραπονούμενο και ποιο τελικά το περιεχόμενο της απειλής; Προφανώς δε μπορεί να δοθεί απάντηση έχοντας υπόψη τα πιο πάνω. ● Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος πως, παρότι δεν ήξερε από που έπαιρνε ρεύμα τις δυο τελευταίες μέρες πριν από το επεισόδιο, εντούτοις, ακολουθώντας το καλώδιο από το διαμέρισμα του, το είδε να είναι ενωμένο στην πρίζα του διαμερίσματος του Μ.Κ.
- Αυτό στην κυρίως εξέταση. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη για το ίδιο θέμα, ανάφερε ότι είδε το καλώδιο να είναι ενωμένο στο μετρητή του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 3 για το ίδιο - αναντίλεκτο - γεγονός, ναι μεν παραδέχθηκε ότι το διαμέρισμα του παραπονούμενου έπαιρνε ρεύμα από το μετρητή του, πλην όμως, ισχυρίστηκε ότι είναι ο 1ος κατηγορούμενος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» που προέβηκε σ' αυτή την πράξη, ο οποίος μάλιστα έκανε πολλές φορές το ίδιο πράγμα, με αποτέλεσμα να τον καταγγείλει στην ΑΗΚ, η οποία ερχόταν και έκοβε το ρεύμα. Βέβαια, εκτός του ότι ουδέποτε υποβλήθηκε η θέση αυτή στον 1ο κατηγορούμενο, για να του δοθεί αν μη τι άλλο η ευκαιρία να τη σχολιάσει, διερωτώμαι ειλικρινά, πόσο λογικό είναι, ο 1ος κατηγορούμενος από τη μια να κόβει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα που νοίκιαζε στον παραπονούμενο, κάτι που ο τελευταίος ομολογεί, και από την άλλη να τροφοδοτεί παράνομα με ηλεκτρικό ρεύμα το ίδιο διαμέρισμα, με τον τρόπο που ανάφερε ο Μ.Κ.
- Αν προκύπτει κάτι από τους ισχυρισμούς και των δυο μαρτύρων, είναι η ευκολία με την οποία αυτοί κατέφυγαν στο ψεύδος, προκειμένου να καλύψουν μια παράνομη προφανώς ενέργεια, στην οποία προέβησαν συνωμοτικά από κοινού. ● Για το γεγονός ότι ο γιος του παραπονούμενου Παύλος, μολονότι δεν ήταν παρών κατά το επεισόδιο της 4ης Μαρτίου, 2004, εντούτοις προέβη σε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία, με την οποία ισχυρίστηκε πως ήταν παρών, ο παραπονούμενος προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις: καταρχήν, ερωτηθείς από το δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου γιατί ο γιος του είπε στην κατάθεση του ότι ήταν παρών κατά το επεισόδιο, απάντησε ως εξής: «Δε ξέρω πως έγραψε ο γιος μου και γιατί έγραψε έτσι. Όταν ήρθε ο γιος μου του τα είπα όλα και μετά πήγαμε στην αστυνομία και δώσαμε κατάθεση». Όταν στη συνέχεια, κατά τρόπο ειρωνικό θα έλεγα, του υποβλήθηκε ότι δε γνωρίζει γιατί έδωσε κατάθεση στην αστυνομία ο γιος του, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «πως δε γνωρίζω, αφού του τα είπα όλα εγώ τι συνέβηκε». Στη συνέχεια του υποβλήθηκε ξανά η ερώτηση γιατί έδωσε κατάθεση ο γιος του, για να δώσει την απάντηση «αφού σας εξήγησα δεν μπορώ να μιλώ καλά», προφανώς, εννοώντας ελληνικά, κάτι που ανάφερε και πιο πριν. Όταν όμως του αναγνώσθηκε κάποιο απόσπασμα από την κατάθεση που έδωσε ο γιος του στην αστυνομία, από το οποίο προκύπτει σαφώς ισχυρισμός του, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στο σπίτι προβαίνοντας μάλιστα και σε περιγραφή του κατ' ισχυρισμό του πατέρα του επεισοδίου, ο παραπονούμενος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Για μένα τα έλεγε όπως του είπα εγώ ότι ήρθαν τέσσερα άτομα και του εξήγησα όλη την ιστορία πως έγινε». Καταφαίνεται από τα πιο πάνω, το μέγεθος του ψεύδους του μάρτυρα, ιδιαίτερα όταν οι ως άνω ισχυρισμοί του συνδυαστούν και με όσα ακολουθούν: ● Κληθείς ο παραπονούμενος να σχολιάσει γιατί δεν πήρε τη γυναίκα του στην αστυνομία που ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια του περιστατικού που ανάφερε, απάντησε: «Δε ξέρω γιατί δεν την πήρα». Και με απορία συνέχισε: «Γιατί έπρεπε να την πάρω;» Δεν μπορώ να πω γιατί έπρεπε να την πάρει, όμως είμαι βέβαιος γιατί πήρε το γιο του. Τον πήρε λοιπόν και τον παρακινήσει να καταθέσει ψευδώς όπως και ο ίδιος, προκειμένου να γίνει πιστευτός για όσα καταμαρτυρούσε σε βάρος των κατηγορούμενων. Δε χωρεί καμία άλλη εξήγηση. Διαφορετικά, πώς είναι δυνατό ο γιος του να παρουσιάζεται στην αστυνομία ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας ενός επεισοδίου κατά το οποίο ήταν απών; ● Και τώρα το αποκορύφωμα. Ο παραπονούμενος, αντεξεταζόμενος από τον κ. Σιαηλή, δικηγόρο των κατηγορούμενων 2, 3, και 4, ισχυρίστηκε ότι μόλις τέλειωσε το επεισόδιο με τους κατηγορούμενους, τηλεφώνησε στο γιο του Παύλο, ο οποίος ήρθε στο σπίτι προτού έρθει ο Μ.Κ. 3 και ότι στη συνέχεια μετέβησαν όλοι μαζί στην αστυνομία για την καταγγελία. Είπε ακόμη, ότι το Μ.Κ. 3, το συνάντησε μπροστά από το αυτοκίνητό του, μόλις αυτός είχε επιστρέψει και το σταμάτησε. Δεν είχε συναντήσει καθόλου το Μ.Κ. 3 στο σπίτι εκείνο το βράδυ, πρόσθεσε. Ανάφερε ακόμη, ότι εκεί όπου το συνάντησε του είπε όλη την ιστορία πως έγινε και μετά πήγαν στην αστυνομία. Αργότερα, ισχυρίστηκε ότι του εξήγησε αναλυτικά τι συνέβη εκείνο το βράδυ στο δρόμο για την αστυνομία. Τί είπε ο Μ.Κ. 3 για τα πιο πάνω; Στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 10), την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ισχυρίζεται ότι στις 20:30 περίπου το συγκεκριμένο βράδυ, πήγε στο διαμέρισμα του και ήρθε ο γείτονας του Ζαχαρίδης Ελκούντζια (παραπονούμενος) και τον ενημέρωσε για τα καθέκαστα. Σε ερώτηση της κας Ξενοφώντος που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή, ποια στιγμή του είπε ο παραπονούμενος ότι τον απείλησαν οι κατηγορούμενοι, ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε όταν πήγαινε σπίτι του. Ανάλογη θέση προέβαλε και αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορακίδη. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος από τον κ. Σιαηλή, ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος το συνάντησε και του είπε τι συνέβηκε την ώρα που έβαζε το κλειδί για να μπει σπίτι. Σε σχέση τώρα με το σημείο όπου συνάντησε το γιο του παραπονούμενου Παύλο, ήταν η θέση του ότι αυτό έγινε στην αστυνομία και περαιτέρω, ότι ο Παύλος πήγε με το δικό του αυτοκίνητο στην αστυνομία, ενώ ο ίδιος και ο παραπονούμενος πήγαν μαζί. Το μέγεθος των αντιφάσεων και διαφορετικών εκδοχών ανάμεσα στους δυο μάρτυρες είναι εμφανέστατο. Τα όσα ακολουθούν, αποκαλύπτουν πόσο αναξιόπιστος μάρτυρας ήταν ο Μ.Κ. 3 Γεώργιος Κωστή, τα οποία, σε συνδυασμό και με τις προηγούμενες διαπιστώσεις και/ή επισημάνσεις μου ενισχύουν το συμπέρασμά μου ότι και οι δυο μάρτυρες δεν ήσαν μάρτυρες της αλήθειας. ● Παρότι τυγχάνουν γείτονες οι δυο μάρτυρες, ο Μ.Κ.3, σε υποβολή του κ. Κορακίδη ότι μεταξύ άλλων προέτρεψε και καθοδήγησε τον παραπονούμενο να κατασκευάσει την υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε πως δε γνώριζε τον παραπονούμενο και ότι το γνώρισε εκείνο το βράδυ. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος από τον κ. Σιαηλή, ισχυρίστηκε ότι γνώριζε το γιο του παραπονούμενου Παύλο, πριν από το συμβάν της 4ης Μαρτίου και συγκεκριμένα, όταν του το σύστησε ο πατέρας του (δηλαδή ο παραπονούμενος) κατά το χρόνο που έχτιζαν το διαμέρισμα. ● Αξιοσημείωτος είναι και ο ισχυρισμός του, ότι επιστάτης και εργάτης στα δημόσια έργα όπου εργάζεται είναι το ίδιο, ως επίσης και ο άλλος του ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο παραπονούμενος πλήρωνε τα ενοίκια στον 1ο κατηγορούμενο, όταν ο ίδιος ο παραπονούμενος ομολογεί ότι χρωστούσε ενοίκια και επιχείρησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν τα πλήρωνε, ως επίσης, τη στιγμή που και ο ίδιος ο Μ.Κ. 3, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ισχυρίστηκε ότι κάτι ανάλογο του είχε αναφέρει και ο παραπονούμενος. ● ΄Αξιες αναφοράς είναι και οι απαντήσεις που ο Μ.Κ. 3 έδινε στους δικηγόρους των κατηγορούμενων, στην προσπάθεια τους να τον αντικρούσουν για ό,τι έλεγε, αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο των απαντήσεων που τους έδινε, με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Για παράδειγμα, ενώ αρνήθηκε ότι πήρε ειδοποίηση από τον 1ο κατηγορούμενο, για καθυστερημένα ενοίκια, πριν από τις 7.3.2004 που έδωσε την κατάθεση στην αστυνομία, παρά μόνο μια, από την εταιρία Λεμονάρης Estate, η οποία τον καλούσε να καταβάλλει τα ενοίκια του διαμερίσματος που νοίκιαζε από τον 1ο κατηγορούμενο στα γραφεία της, όπως και έπραττε, όταν του διαβάστηκε το σχετικό απόσπασμα της γραπτής του κατάθεσης, με το οποίο ουσιαστικά αυτοδιαψεύδεται, αφού αυτή, επαναλαμβάνω και πάλι, είναι ημερομηνίας 7.3.2004 και σ' αυτή κάνει λόγο για ειδοποίηση μέσω δικηγόρων και από την εταιρία Λεμονάρης, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Το αν έφαε τα ενοίκια ο υπεύθυνος που έβαλε για να εισπράττει το ενοίκια, εμένα δε με ενδιαφέρει.» ● Ο ισχυρισμός του επίσης, ότι οδηγήθηκε στο δικαστήριο από τον 1ο κατηγορούμενο για ενοίκια, παρότι ήταν όλα πληρωμένα και είχε αποδείξεις γι' αυτό και παρόλα αυτά, ο 1ος κατηγορούμενος τον υποχρέωσε να πληρώσει ξανά για κάποιο μήνα και ότι πλήρωσε, είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργος. Όμως, πόσο σοβαρός μάρτυρας ήταν ο Μ.Κ. 3, καταφαίνεται και από την ακόλουθη στιχομυθία του με το δικηγόρο του 1ου κατηγορούμενου. « Ε: Κατάγγειλε σε στην αστυνομία (ο 1ος κατηγορούμενος) για εξύβριση; Α: Δεν εξύβρισα κανένα καμία φορά. Δεν ξέρω αν με κατάγγειλε ή όχι. Ε: Δε σε κατάγγειλε κύριε και σου άνοιξαν και υπόθεση με αριθμό 21/03 και καταδικάστηκες να πληρώσεις £110.00 πρόστιμο και £60,00 έξοδα μαρτύρων; Α: ΄Ολα να τα περιμένεις που τον πελάτη σου. Ε: Συνέβηκε όμως τούτο το πράγμα; Α: Καταδικάστηκα από το δικαστήριο αλλά ό,τι θέλει λέει. Ε: Θυμάσαι ποιος ήταν ο ισχυρισμός σε σχέση με την εξύβριση, τι του είπες; Α: Δεν είπα τίποτε, δε θυμάμαι. » ● Σε συνέχεια των πιο πάνω και η απάντηση του στην ερώτηση, σε πιο σημείο της κατάθεσής του αναφέρει ότι του είπε ο παραπονούμενος, ότι του τα έσπασαν οι κατηγορούμενοι και αυτό, αφού προηγουμένως, σε υποβολή ότι δεν αναφέρει τίποτε σχετικά με οποιοδήποτε σπάσιμο, ισχυρίστηκε ότι αναφέρει. Ακολουθεί η απάντηση του Μ.Κ. 3 στη σχετική ερώτηση: «Εκατάθεσεν τα ο Ζαχαρίδης που του τα εκάμαν κ. δικηγόρε». Σε αντίθεση με τους Μ.Κ. 2 και 3, η εκδοχή του 1ου κατηγορούμενου που και αυτός κατάθεσε ενόρκως στο δικαστήριο, μου φαίνεται πιο λογική αλλά και πιο πειστική απ' ό,τι αυτή των Μ.Κ. 2 και
- Καταρχήν, η εκδοχή του 1ου κατηγορούμενου στο δικαστήριο, συνάδει σχεδόν απόλυτα με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 2). Έπειτα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη, ότι ο 1ος κατηγορούμενος υπήρξε σταθερός στις θέσεις του και ιδιαίτερα επεξηγηματικός, για όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση και χωρίς να καταστεί δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο, παρά τη μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την κα Ξενοφώντος. Ούτε και αποτελούν αντίφαση τα όσα η κα Ξενοφώντος επικαλέστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, για να αιτιολογήσει το αίτημα της να απορρίψω την εκδοχή του. Μα ούτε και μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης οποιουδήποτε των συγκατηγορούμενων του, προκειμένου, αντιπαραβάλλοντας το με τη μαρτυρία του, να προβώ σε συμπέρασμα είτε περί ύπαρξης αντιφάσεων, είτε ενοχής. Δε μου διαφεύγει ότι οι κατηγορούμενοι 2, 3, και 4 προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση, οπότε, όπως δεν υπήρξε δυνατότητα για την Κατηγορούσα Αρχή να αμφισβητήσει το περιεχόμενο είτε της ανώμοτης δήλωσης είτε των ανακριτικών καταθέσεων των τριών κατηγορούμενων, το ίδιο ισχύει και για τον 1ο κατηγορούμενο. Όμως, ακόμη και αν μπορεί να λεχθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος περιέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις, αυτές είναι τόσο ανεπαίσθητες, που σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να επηρεάσουν την κρίση μου για την αξιοπιστία του ως μάρτυρα επί της ουσίας. Και η εκδοχή του επί της ουσίας ομολογουμένως υπήρξε ακλόνητη και παρουσιάζει αξιοθαύμαστη συνοχή. Ισχυρίστηκε για παράδειγμα η κα Ξενοφώντος, ότι αποτελεί αντίφαση το γεγονός, ότι ο 1ος κατηγορούμενος ανάφερε ότι την ημέρα του «επεισοδίου» ο παραπονούμενος του χρωστούσε έξι ενοίκια ενώ σε προηγούμενη ερώτηση είπε πως τον πλήρωσε μόνο δώδεκα μήνες. Δεν αντιλαμβάνομαι που είναι η αντίφαση, έχοντας κατά νου και το περιεχόμενο του ενοικιαστηρίου εγγράφου (βλ. το τεκμήριο 11). Αν ληφθεί υπόψη, ότι η ενοικίαση άρχισε την 1η.9.2002 και το κατ' ισχυρισμόν επεισόδιο έλαβε χώρα στις 4.3.2004, ο κατηγορούμενος υπήρξε σχεδόν απόλυτα ακριβής και για τα δυο που ανάφερε. Τα δώδεκα ενοίκια που του κατέβαλε ο παραπονούμενος, καλύπτουν την περίοδο μέχρι και την 1η.8.
- Απ' εκεί και πέρα, ακολουθούν άλλοι εφτά (αντί έξι) ενοικιαστικοί μήνες μέχρι και τις 4.3.
- Αν αποτελεί τόσο σοβαρή αντίφαση το γεγονός, ότι ο 1ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος του χρωστούσε έξι ενοίκια ενώ στην πραγματικότητα αυτά ήταν εφτά, διερωτώμαι πως θα πρέπει να χαρακτηρίσω τη σωρεία αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο παραπονούμενος, που εν πάσει περιπτώσει, παραδέχεται ότι χρωστούσε ενοίκια στον 1ο κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε και η άλλη θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, σύμφωνα με την οποία, ο 1ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως πήγε να ζητήσει από τον παραπονούμενο εκκαθαρισμένο φόρο για το 2004, είναι ορθή. Η θέση του κατηγορούμενου επί του προκειμένου, ήταν ότι επρόκειτο για φόρο εισοδήματος που αφορούσε τα έτη 2000-
- Αυτό ανάφερε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και αντεξεταζόμενος. Φυσικά, δε μου διαφεύγει, ότι στην ανακριτική του κατάθεση ο 1ος κατηγορούμενος, αναφέρει ότι παρακάλεσε τον παραπονούμενο να του πληρώσει τα ενοίκια που του χρωστά, γιατί ο φόρος εισοδήματος που τον έχει δηλωμένο, τον ειδοποίησε να πληρώσει τα οφειλόμενα μέχρι το τέλος του Μάρτη. Ωστόσο, κανένας δε το ρώτησε τι εννοούσε με αυτή του την αναφορά, για να δώσει τη θέση του. Αναφορικά τώρα με τους κατηγορούμενους 2, 3 και 4, μολονότι εντοπίζω κάποιες διαφορές ανάμεσα στις ανακριτικές τους καταθέσεις αλλά, σε σχέση και με αυτά που ανάφερε ο 1ος κατηγορούμενος, η ουσία είναι ότι δεν μπορεί από αυτό το γεγονός, να εξαχθεί ενοχοποιητικό συμπέρασμα για οποιοδήποτε από αυτούς. Παράθεσα τους λόγους για τους οποίους έχω απορρίψει την εκδοχή των Μ.Κ. 2 και 3, γεγονός το οποίο καθιστά άνευ σημασίας τα όποια ψέματα ενδεχομένως είπαν στη γραπτή τους κατάθεση οι τρεις κατηγορούμενοι. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Αλ. Χαμάτ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117) η προσφυγή στο ψεύδος δεν στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται από το Δικαστή Ηλιάδη, στο σύγγραμμά του «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» σελ. 164 επ., τα ψεύδη του κατηγορούμενου είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να θεωρηθούν ενισχυτική μαρτυρία. Το εύλογο ερώτημα που προβάλλει είναι το εξής: τα όποια ψέματα είπαν οι κατηγορούμενοι, ή οποιοσδήποτε από αυτούς, τί καλούνται να ενισχύσουν που έχει αποδειχθεί με θετικό τρόπο από την Κατηγορούσα Αρχή, κατά τρόπο ώστε, αυτά, σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται στη Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, να θεωρηθούν ότι κατατείνουν σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα; Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχουν τέτοια γεγονότα, αφού όλα τα κρίσιμα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, βρίσκω και αποδέχομαι ότι είναι σύμφωνα με την εκδοχή του 1ου κατηγορούμενου καθώς και των συγκατηγορούμενών του, (με αναφορά στο περιεχόμενο της ανώμοτής τους δήλωσης), από τα οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι τέσσερις κατηγορούμενοι στις 4 Μαρτίου, 2004 μετέβησαν στην οδό Αγίας Μαρίνας 1, στην Κάτω Πάφο, προκειμένου να επισκευάσουν την αντλία λυμάτων του αποχετευτικού συστήματος της πολυκατοικίας, επί της οποίας βρίσκεται και το διαμέρισμα όπου διέμενε οικογενειακώς ο παραπονούμενος, το οποίο νοίκιαζε από τον 1ο κατηγορούμενο. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, συνόδευσαν τον 1ο κατηγορούμενο στο διαμέρισμα του παραπονούμενου, προκειμένου να του ζητήσει τα ενοίκια που του χρωστούσε για το διαμέρισμα. Τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίχθηκαν όπως τα παράθεσε ο 1ος κατηγορούμενος. Είναι η κρίση μου, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας των τεσσάρων κατηγορούμενων στο μέρος, κανένας από αυτούς εισήλθε οποιαδήποτε στιγμή στο διαμέρισμα του παραπονούμενου, ούτε και προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία του, μα ούτε και τον απείλησε με οποιοδήποτε τρόπο. Δέχομαι ακόμη ότι το ποτήρι που κρατούσε ο παραπονούμενος έσπασε με τον τρόπο και κατά το χρόνο που ανάφερε ο 1ος κατηγορούμενος. Ακολουθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που τους προσάπτει. Όμως, παρά την προηγούμενη μου κατάληξη, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, θεωρώ πως ακόμη και αν αποδεχόμουν τη μαρτυρία του παραπονούμενου και πάλι θα έπρεπε να αθωώσω τους κατηγορούμενους. Ακολουθεί το σκεπτικό: Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, καταλογίζεται στους κατηγορούμενους ότι εισήλθαν νόμιμα στο διαμέρισμα του παραπονούμενου και παρέμειναν σ' αυτό παράνομα με σκοπό να διαπράξουν μέσα σ' αυτό αδίκημα, δηλαδή ενόχληση. Το πρώτο που θέλω να πω είναι ότι πουθενά στο νόμο δεν υπάρχει τέτοιο αδίκημα. Δηλαδή ενόχληση. Έπειτα, πως μπορώ να δεχθώ ότι οι κατηγορούμενοι παρέμειναν στο διαμέρισμα παράνομα, όταν ο παραπονούμενος, αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση αν έδιωξε τους κατηγορούμενους μετά που τον απείλησαν, απάντησε ότι δεν έδιωξε κανένα; Αναφορικά τώρα με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, σύμφωνα με το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, για στοιχειοθέτησή του, απαιτείται απόδειξη πρόθεσης για την καταστροφή ή πρόκληση της ζημιάς στην περιουσία. Τί ανάφερε ο παραπονούμενος σε σχέση με την κατηγορία αυτή και για ό,τι αποτέλεσε το αντικείμενο του κατ' ισχυρισμόν αδικήματος; Ότι κάποια στιγμή ο 4ος κατηγορούμενος χτύπησε με το χέρι του το τραπέζι, με αποτέλεσμα να πεταχτεί το ποτήρι και να σπάσει. Η καταστροφή του ποτηριού επομένως, δεν αποτέλεσε το επιδιωκόμενο για τον κατηγορούμενο, αλλά το αποτέλεσμα της ενέργειάς του να χτυπήσει με το χέρι του στο τραπέζι, όπου έτυχε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να είναι τοποθετημένο σ' αυτό το ποτήρι. Εάν αποδεικνυόταν ότι ο κατηγορούμενος κατεύθυνε οποιαδήποτε παράνομη και με πρόθεση ενέργειά του, απευθείας πάνω στο ποτήρι, ασφαλώς τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Θεωρώ τέλος ότι και η 3η κατηγορία αντιμετωπίζει πρόβλημα στοιχειοθέτησης, ακόμη και αν αποδεχόμουν την εκδοχή του παραπονούμενου. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, είναι η απειλή να έχει σκοπό την υποκίνηση οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό το πρόσωπο δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Αν θεωρηθεί ότι η απειλή των κατηγορούμενων προς το Μ.Κ. 2 είχε ως σκοπό την υποκίνηση του να καταβάλει τα οφειλόμενα - καθ' ομολογία του - ενοίκια προς τον 1ο κατηγορούμενο, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, γιατί απλούστατα ο παραπονούμενος είχε νομική υποχρέωση να καταβάλει στον 1ο κατηγορούμενο τα ενοίκια που του όφειλε, ανεξάρτητα από το λόγο της άρνησής του, ο οποίος σε καμία περίπτωση αναιρεί αυτή του την υποχρέωση. Το γεγονός, όπως ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν του είχε ξεχωριστό μετρητή για το ηλεκτρικό ρεύμα και για το νερό, δεν το νομιμοποιεί να αρνείται να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) ............................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο