Αστυνομία Πάφου ν. Farhan Seifeddin, Αρ. Υπόθεσης: 2995/04, 26.4.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2995/04 Αστυνομία Πάφου -ν- Farhan Seifeddin , από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 26.4.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (1η κατηγορία) και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου κατά παράβαση του άρθρου 2, 3
(1)(α),
(3),
(4),
(5),
(6),
(7)και
(8)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(I)/00 (2η κατηγορία). Οι πιο πάνω κατηγορίες ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου θανατηφόρου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 29.4.03 στον κύριο δρόμο Πάφου - Κόλπο Κοραλλίων στην Πάφο με ενεχόμενα το όχημα με αριθμούς εγγραφής EPH 553, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και το όχημα με αριθμούς εγγραφής EXM 399, το οποίο, κατ' ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής, οδηγείτο από τον Παναγιώτη Ζαχαρία, ΜΚ 4 (από τώρα και στο εξής το Mercedes). Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 29.4.03 ενώ οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια ευθύνης έναντι τρίτου λόγω αλόγιστης και επικίνδυνης πράξης και συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως επέφερε τον θάνατο στην Olena Kobzeva από την Ουκρανία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας: τον Αν. Λοχ. 504, Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ 1), τον Αστ. 1788, Χρήστο Λιασίδη (ΜΚ 2), τον Αντώνη Αριστοδήμου (ΜΚ 3) και τον Παναγιώτη Ζαχαρία (ΜΚ 4). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση κλήθηκαν να καταθέσουν και κατέθεσαν οι Σωκράτης Σωκράτους (ΜΥ 2), Μιχάλης Μιχαηλίδης (ΜΥ 3), Δέσποινα Αλεξάνδρου (ΜΥ 4), Γρηγόρης Κλωναρής (ΜΥ 5) και ο Αλέξης Ονουφρίου (ΜΥ 6). Στην πορεία της διαδικασίας δηλώθηκαν μεταξύ των ευπαίδευτων συνηγόρων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα γεγονότα ως παραδεκτά γεγονότα: πρώτο, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής EPH 553 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος και, δεύτερο, ότι από το επίδικο δυστύχημα και συνεπεία αυτού απεβίωσε η Olena Kobzeva από την Ουκρανία, συνεπιβάτης στο όχημα του Κατηγορουμένου, η οποία απεικονίζεται στις φωτογραφίες 31 και 32 της δέσμης φωτογραφιών που κατατέθηκαν (Τεκμήριο 7). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva, ΠΕ 10351, ημερομηνίας 27.3.02). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΚ 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε ο μάρτυρας με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Υπήρχε, επίσης, συνοχή μεταξύ της κατάθεσής του στην Αστυνομία και της διά ζώσης μαρτυρίας του. Κατέθεσε αυθόρμητα και με φυσικότητα. Απαντούσε αβίαστα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν βέβαιος τόσο για τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος όσο και για τα συμπεράσματα, τα οποία εξάγονται από αυτά, τα οποία ανέλυσε στο Δικαστήριο. Καθοδηγητή του αποτέλεσαν, πρωτίστως, τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος, ήτοι τα διάφορα ίχνη, οι τελικές θέσεις των οχημάτων και οι ζημιές που τα οχήματα υπέστηκαν, όπως και τα συμπεράσματα, τα οποία εξάγονται αβίαστα από αυτά, τα οποία κατέθεσε με παρρησία στο Δικαστήριο, χωρίς κανένα ενδοιασμό και με ακλόνητη πίστη ως προς το βάσιμό τους. Υπεβλήθη στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση, ότι δεν είχε τα προσόντα να εξετάζει δυστυχήματα ή δυστυχήματα τόσο σοβαρά όπως το επίδικο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, στη σχεδιαγράφηση σκηνών επί κλίμακας και στη λήψη φωτογραφιών. Από πρακτικής δε άποψης ασχολήθηκε με την διερεύνηση θανατηφόρων δυστυχημάτων επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια στην Τροχαία Πάφου. Υπό το φως των πιο πάνω ο μάρτυρας ικανοποίησε το Δικαστήριο, ότι και τα προσόντα έχει, αλλά και την απαιτούμενη πείρα για την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Έδωσε λεπτομερή μαρτυρία σε βαθμό που δεν άφησε καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο για τα ευρήματα που συνέλλεξε από την σκηνή του δυστυχήματος και τις διαπιστώσεις του γενικότερα. Ήταν αρκούντως επεξηγηματικός στις θέσεις του και συνάμα διαφωτιστικός για το Δικαστήριο. Επεξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο πού βρίσκει έρεισμα η θέση του. Η θέση του στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην ύπαρξη ιχνών πλαγιολίσθησης του αριστερού πισινού τροχού του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, μήκους 11 μέτρων, τα οποία αρχίζουν από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία προς Πάφο και καταλήγουν με διαγώνια πορεία στο άκρο της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, ήτοι της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων. Ολόκληρο το μήκος τους φάνηκε με το φως της ημέρας καθότι δεν ήταν δυνατόν αυτό να προσδιοριστεί μέσα στο σκοτάδι, όταν, δηλαδή, έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Από αυτά συμπεραίνεται, ότι το όχημα του Κατηγορουμένου είχε απωλέσει τον έλεγχο πριν την σύγκρουση. Διενήργησε, επίσης, έλεγχο στα ελαστικά του οχήματος του Κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι σε αυτά υπήρχαν ίχνη πλάγιας ολίσθησης. Ο τροχός, όμως, που άφησε τα ίχνη επί της ασφάλτου είναι ο αριστερός πισινός τροχός. Αυτό υποδεικνύεται από την πείρα του σύμφωνα με την οποία οι τροχοί που αφήνουν πρώτοι ίχνη πλαγιολίσθησης σε δεξιά στροφή είναι οι αριστεροί τροχοί και κατά κύριο λόγο ο πισινός αριστερός λόγω μετατόπισης του βάρους του αυτοκινήτου προς τα αριστερά. Στο σημείο που καταλήγουν τα ίχνη πλαγιολίσθησης σημείωσε το σημείο της σύγκρουσης (Χ). Πριν το σημείο σύγκρουσης με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων βρέθηκαν ίχνη τριβής του μπροστινού αριστερού τροχού του Mercedes. Τα ίχνη αυτά υποδηλώνουν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, την πορεία που είχε το Mercedes αμέσως πριν την σύγκρουση και, κατ' επέκταση, την κατεύθυνση με την οποία οδηγείτο. Μετά το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με την κατεύθυνση προς τον Κόλπο των Κοραλλίων βρέθηκαν ίχνη τριβής του πίσω δεξιού τροχού του Mercedes, μήκους 2,10 μέτρων, τα οποία αρχίζουν πλησίον του αριστερού άκρου της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων και διαγράφοντας πορεία προς τα αριστερά καταλήγουν στον πίσω δεξιό τροχό του Mercedes, όπως αυτό βρίσκεται στην τελική του θέση. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος απαντούσε με ευθύτητα στηρίζοντας τις θέσεις του πάντα στα αντικειμενικά του ευρήματα, όπως τα κατέγραψε από την σκηνή του δυστυχήματος και τα μετέφερε στο Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση δεν παρουσίασε μαρτυρία εμπειρογνώμονα και με την αντεξέταση δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα. Τα πιο πάνω ευρήματα καταδεικνύουν εναργέστατα τις πορείες των ενεχομένων οχημάτων πριν την σύγκρουση. Οι Το Mercedes δέχτηκε το κτύπημα αρχικά στην μπροστινή δεξιά γωνιά του οδηγού και η ζημιά συνεχίστηκε σε όλο το μπροστινό μέρος μέχρι την αριστερή του πλευρά. Η κατεύθυνση της ζημιάς καταμαρτυρείται από την μετακίνηση του μπροστινού του καπό, η οποία είχε φόρα από τα δεξιά προς τα αριστερά. Η φόρα της ζημιάς ήταν αυτή που ανάγκασε το Mercedes να περιστραφεί όπως πιο πάνω περιγράφεται. Τα πιο πάνω ίχνη όπως και η κατεύθυνση της ζημιάς που υπέστη το μπροστινό μέρος του Mercedes καταμαρτυρούν και την πιο πάνω περιγραφόμενη πορεία περιστροφής του μέχρι την τελική του θέση. Το όχημα του Κατηγορουμένου υπέστη ζημιά στην αριστερή του πλευρά. Η ζημιά επεκτεινόταν από το αριστερό μπροστινό φτερό μέχρι το πίσω μέρος του οχήματος. Ακριβώς επειδή η σύγκρουση επί του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν ήταν έκκεντρη το όχημα αυτό περιστράφηκε διαγράφοντας πορεία ανάλογη του μέρους που δέχτηκε το κτύπημα. Αν τα ίχνη που αποδόθηκαν από τον μάρτυρα στα δύο ενεχόμενα οχήματα αντιστραφούν το όχημα του Κατηγορουμένου δεν θα αναμενόταν να πάθει ζημιά στην αριστερή του πλευρά, αλλά στην δεξιά. Εν' όψει των πιο πάνω συνάγεται, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ότι ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε με κατεύθυνση την Πάφο πλαγιολίσθησε προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του με αποτέλεσμα να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας οδηγείτο το Mercedes και να συγκρουστεί με την αριστερή του πλευρά επί του μπροστινού μέρους του Mercedes. Το Mercedes δέχτηκε αρχικά το κτύπημα στην δεξιά μπροστινή γωνιά. Το όχημα του Κατηγορουμένου συνέχισε την πορεία του προς τα δεξιά προκαλώντας ζημιά σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος του Mercedes και, κατ' επέκταση, την πιο πάνω αναφερόμενη μετακίνηση του μπροστινού του καπό από τα δεξιά προς τα αριστερά. Ακολούθως το Mercedes περιστράφηκε με το πίσω μέρος του από τα δεξιά προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να καταλήξει στην θέση που κατέληξε. Ομοίως κινήθηκε και το όχημα του Κατηγορουμένου μετά την σύγκρουση μέχρις ότου και αυτό κατέληξε στην τελική του θέση. Ο ΜΚ 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν τυπικής σημασίας και περιορίστηκε στην περιγραφή των καθηκόντων που εκτέλεσε από την στιγμή που έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος μέχρι την αποχώρησή του από την σκηνή. Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 13) στην οποία εκτίθενται με λεπτομέρεια οι παρατηρήσεις του από την σκηνή του δυστυχήματος. Στην εν λόγω κατάθεση περιγράφονται, μεταξύ άλλων, η θέση των ενεχομένων οχημάτων και οι ζημιές, τις οποίες αυτά υπέστησαν, οι Κυβερνητικές Υπηρεσίες που κατέφθασαν και το έργο το οποίο επιτέλεσαν. Η μαρτυρία του αναφορικά με την τελική θέση των ενεχομένων οχημάτων και τις ζημιές τους συνάδει με την μαρτυρία του εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος, ΜΚ 1, και επιβεβαιώνεται πλήρως από τις φωτογραφίες 3, 4, 7 - 16 και 26 - 30 του Τεκμηρίου
- Ο μάρτυρας μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και η αντεξέταση ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Παρέμεινε δε σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Από την μαρτυρία του συγκρατώ, ιδιαίτερα, ότι την πληροφορία για το επίδικο δυστύχημα την έλαβε γύρω στις 2:20 π.μ., στην Τροχαία Πάφου, πράγμα που υποδηλοί, ότι το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα πριν την πιο πάνω αναφερόμενη ώρα. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις ανάμεσα στην κατάθεση που ο μάρτυρας έδωσε στην Αστυνομία και την διά ζώσης μαρτυρίας του αναφορικά με την ώρα κατά την οποία πληροφορήθηκε τον θάνατο του θύματος και την ώρα που έφυγε από την σκηνή του δυστυχήματος δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του εν' όψει της γενικότερα καλής εντύπωσης που δημιούργησε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο και του ότι αυτές αναφέρονται σε ζητήματα που δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων. Για τον λόγο αυτό και η δοθείσα υπό του μάρτυρος επί των πιο πάνω σημείων μαρτυρία δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα δέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Ο ΜΚ 3 μου έκανε, επίσης, καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση της γνησιότητας του ισχυρισμού του αναφορικά με την ώρα που έφθασε στο μπαρ του ταξί από το γραφείο του ΜΚ
- Σύμφωνα με την Υπεράσπιση ο ισχυρισμός, ότι το ταξί έφθασε στο μπαρ του μάρτυρα στις 2:40 π.μ., δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συμπεριλήφθηκε δε στην κατάθεση του μάρτυρα κατόπιν υπόδειξης της Αστυνομίας μόνο και μόνο προς υποστήριξη της θέσης της Κατηγορούσας Αρχής, ότι η πορεία του Mercedes κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν προς τον Κόλπο των Κοραλλίων, αφού εν' όψει της ώρας που έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα και της αργοπορίας, που σημειώθηκε, κατ' ισχυρισμό του μάρτυρος, στην άφιξη του ταξί, δεν θα ήταν λογικά δυνατόν το Mercedes να είχε πορεία προς Πάφο. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε, ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση του ειλικρινούς μάρτυρα. Παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς να υπολογίζει τις απαντήσεις του από πριν. Ήταν σαφής στις απαντήσεις του και λιτός και ταυτόχρονα αρκούντως επεξηγηματικός. Δεν διέγνωσα οποιαδήποτε τάση παραποίησης των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε, ούτε και οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες του γραφείου ταξί του ΜΚ 4, αφού, όπως ενδεικτικά ανέφερε, το εν λόγω γραφείο ήταν πάντα τυπικό στις ώρες του και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Μέσα στα τόσα χρόνια συνεργασίας με το γραφείο αυτό δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιοκτήτη του, ούτε και γνώριζε το πρόσωπο που κάθε φορά απαντούσε στα τηλεφωνήματα του. Με το γραφείο δε του ΜΚ 4 δεν συνεργάζεται πλέον, αφού στην περιοχή υπάρχουν τώρα τρία γραφεία ταξί και οι πελάτες του κέντρου του εξυπηρετούνται από αυτά, χωρίς την μεσολάβησή του, όπως και από άλλα αυτοκίνητα ταξί, που κυκλοφορούν ελεύθερα στην περιοχή και που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η κατάθεση στην οποία εκτέθηκε για πρώτη φορά ο ισχυρισμός αναφορικά με την επίμαχη ώρα λήφθηκε πολύ σύντομα μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι δύο μέρες μόνο μετά και όταν τα γεγονότα ήταν, όπως ο ίδιος, ενδεικτικά, ανέφερε στη διά ζώσης μαρτυρία του φρέσκα στην μνήμη του. Εδώ έγκειται και το ουσιώδες του θέματος. Αν ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση τρία χρόνια και πλέον μετά να θυμάται πού στηρίζεται ο ισχυρισμός του αναφορικά με την ώρα της άφιξης του ταξί στο μαγαζί του δεν θεωρώ, πως είναι επιλήψιμο. Η δικαιολογία που, άλλωστε, έδωσε γι' αυτό κρίνεται ως λογική. Η φύση του ισχυρισμού σε συνδυασμό με τον χρόνο που παρήλθε από την ημέρα της λήψης της κατάθεσής του μέχρι την ημέρα που κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο ήταν τέτοια που σύμφωνα με την λογική θα ήταν δυνατόν να μην είναι σε θέση να θυμάται πού βρίσκει έρεισμα ο ισχυρισμός του. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ο μάρτυρας ήταν σαφής στην μαρτυρία του, ότι το ταξί έφθασε στο μαγαζί του με μεγάλη καθυστέρηση. Ήταν δε τέτοια η καθυστέρηση, που κλήθηκε άλλο ταξί για να μεταφέρει τους πελάτες στον προορισμό τους. Τούτο και μόνο καταρρίπτει την οποιαδήποτε αμφισβήτηση της γνησιότητας του ισχυρισμού του. Άλλωστε, πέραν από μια αόριστη και γενικόλογη άρνηση καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση που να αναιρεί τον πιο πάνω ισχυρισμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο ΜΚ 4 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχή, ο τρόπος και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Δεν ήταν άνετος ενώ κατέθετε και ήταν εμφανές, ότι διακατείχετο από τρακ, το οποίο δεν μπορούσε να αποκρύψει. Στο πρόσωπό του διέκρινα μια ανησυχία και μια νευρικότητα. Ήταν, επίσης, έκδηλο, ότι για τις απαντήσεις του υιοθέτησε την γραμμή «δεν θυμούμαι, δεν απαντώ». Συν τοις άλλοις, η μαρτυρία του έρχεται σε ορισμένα νευραλγικά για την υπόθεση σημεία σε αντίθεση τόσο με την πραγματική μαρτυρία όσο και με την υπόλοιπη μαρτυρία, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αναφέρομαι χαρακτηριστικά στον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος τον χτύπησε στην δεξιά πλευρά του Mercedes. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση και, κατ' επέκταση, την αλήθεια της μαρτυρίας του, διαψεύδεται τόσο από την μαρτυρία του ΜΚ 1 όσο και από τις φωτογραφίες 8, 14 - 16 και 26 του Τεκμηρίου 7, οι οποίες καταδεικνύουν εναργέστατα, ότι το Mercedes κτυπήθηκε στο μπροστινό του μέρος και κάθε άλλο παρά στην δεξιά του πλευρά. Άλλο σημείο ενδεικτικό της αναξιοπιστίας του είναι ο ισχυρισμός του, ότι το Mercedes στην τελική του θέση δεν έβλεπε προς Πάφο, αλλά προς Κόλπο των Κοραλλίων. Ο μάρτυρας, μάλιστα, εξανέστη σε σχετική υποβολή της Υπεράσπισης διερωτώμενος, μετά την αρχική του απάντηση, φωναχτά και επιδειχτικά προς το Δικαστήριο: «ποιος είπε ότι το Mercedes έβλεπε Πάφο;», για να αρνηθεί στην συνέχεια υποβολή της Υπεράσπισης, ότι το Mercedes μετά την σύγκρουση κατέληξε στην δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση την Πάφο και να υποστηρίξει, ότι η τελική του θέση ήταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων. Σύμφωνα με τους ΜΚ 1 και 2, των οποίων η μαρτυρία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, τα δύο οχήματα βρέθηκαν μετά την σύγκρουση στην δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση την Πάφο και στην αριστερή με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων, το δε Mercedes έβλεπε προς Πάφο, ισχυρισμός, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Υπεράσπιση. Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε σημαντικές παραμέτρους της σύγκρουσης, τις οποίες, θεωρώ, πως δεν θα αγνοούσε αν οδηγούσε αυτός το Mercedes. Ενδεικτική ακόμα είναι η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και την διά ζώσης μαρτυρίας του σε σχέση με το πιο πάνω αναφερόμενο θέμα, του μέρους, δηλαδή, που υπέστη την ζημιά το Mercedes. Είναι ενδεικτική, γιατί, ενώ ο μάρτυρας είχε την ευκαιρία να δει τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις λίγες ώρες πριν την κατάθεσή του και, έτσι, να καταθέσει ορθά αναφορικά με το μέρος στο οποίο υπέστη ζημιά το Mercedes στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, έδωσε τελείως λανθασμένη μαρτυρία σε σχέση με το πιο πάνω θέμα όταν τρία χρόνια μετά κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός της σύγκρουσης ήταν ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Οι ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα ήταν πολύ μεγάλες και συνεπεία του δυστυχήματος έχασε την ζωή του ένας άνθρωπος. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρώ, ότι ένας άνθρωπος, παρά την πάροδο τριών χρόνων από την ημέρα του δυστυχήματος, δεν θα μπορούσε να θυμάται σε ποιο σημείο κτυπήθηκε το αυτοκίνητό του, σημείο που αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο της σύγκρουσης, εν' όψει του ότι καταστράφηκε όλο το μπροστινό του μέρος και η ζημιά ήταν τόσο εκτεταμένη που δικαίως να μπορεί να λεχθεί, ότι αυτό παραμορφώθηκε. Άλλωστε, ο μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά παρουσιάστηκε και βέβαιος, αφού καμία δικαιολογία του τύπου «δεν θυμούμαι» δεν πρόταξε, όπως έκανε σε πάμπολλα σημεία της μαρτυρίας του. Τα πιο πάνω συνάδουν με τον συλλογισμό, ότι ένεκα του ότι ο μάρτυρας δεν οδηγούσε αυτός το Mercedes κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν θυμόταν τι είχε πει στην κατάθεση του τρία χρόνια πριν σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα - ενδεχομένως σε αυτό να συνέτεινε και το ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δεν είχε ξαναδεί την κατάθεσή του από την στιγμή της λήψης της - έδωσε μαρτυρία που όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην εν λόγω κατάθεση, αλλά και την πραγματικότητα. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση απέφευγε εμφανώς να δώσει απαντήσεις και σε άλλα θέματα που επακολούθησαν της σύγκρουσης και τα οποία άπτονται της συμμετοχής του στο δυστύχημα προτάσσοντας σε πολλές περιπτώσεις την δικαιολογία, ότι δεν θυμόταν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα. Δεν θυμόταν αν οι νοσοκόμοι, που αντίκρισε με το που άνοιξε τα μάτια του στις Α΄ Βοήθειες, όπως ισχυρίστηκε, ήταν άντρες ή γυναίκες, παρόλο που, όπως παραδέχτηκε, δεν ήταν πολλοί, δύο το πολύ τρεις. Ενώ, αρχικά, ισχυρίστηκε, ότι δεν θυμόταν αν είχε καν εξεταστεί από ιατρό των Α΄ Βοηθειών, αργότερα υποστήριξε, ότι ο ιατρός που τον είχε εξετάσει ήταν άντρας. Ενώ, αρχικά, ανέφερε, ότι ο ιατρός που τον εξέτασε του ανέφερε, ότι είχε πάθει νευρικό κλονισμό, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης υποστήριξε, ότι δεν θυμόταν τι ακριβώς του αναφέρθηκε από τον εν λόγω ιατρό και ότι η πιο πάνω διάγνωση ήταν αυτό που ο ίδιος υπέθεσε ότι του είχε αναφερθεί από τον εν λόγω ιατρό. Παρόλο που για την μεταφορά του στο Νοσοκομείο Πάφου από τον Πουρσανίδη θυμόταν, ότι τον είχαν πληροφορήσει οι υπάλληλοι του, που βρισκόντουσαν στο γραφείο, όταν έφθασε σε αυτό κατά τα ξημερώματα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν θυμόταν ποιος από όλους τον είχε πληροφορήσει για το θέμα αυτό, ενώ θυμόταν πολύ καλά, ότι κατά την εκεί επιστροφή του οι οδηγοί δεν ξεπερνούσαν σε αριθμό τους έξι. Περαιτέρω, ενώ αρχικά η θέση του ήταν ότι η πληροφορία προήλθε από τρίτους και όχι από τον Πουρσανίδη, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης ισχυρίστηκε, ότι την πιο πάνω πληροφορία την έλαβε και από τον Πουρσανίδη. Ενώ τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία υποστήριξε, ότι βγαίνοντας από το αυτοκίνητό του είχε λιποθυμήσει και από την στιγμή εκείνη τίποτα δεν θυμόταν μέχρι που επανάκτησε τις αισθήσεις του στο Νοσοκομείο, δεν αρνήθηκε υποβολή, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο όχι μόνο είχε τις αισθήσεις του, αλλά και περπατούσε, μέχρι που βρήκε τον Πουρσανίδη στον δρόμο και του ζήτησε να τον πάρει στο Νοσοκομείο. Η θέση του δε ήταν ότι και πάλι δεν θυμόταν. Ακόμα και σε θέματα, τα οποία δεν άπτονται της συμμετοχής του στο δυστύχημα και η φύση των οποίων ήταν τέτοια που λογικά θα αναμενόταν να είναι σε θέση να απαντήσει, ο μάρτυρας απέφευγε να απαντήσει προτάσσοντας τον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμό. Μάλιστα, αρκετά από αυτά δεν υποστηρίζονται μόνο από την δική του μαρτυρία. Προφανώς, θεώρησε, ότι με το να δείξει στο Δικαστήριο, ότι δεν είναι μόνο θέματα που άπτονται της συμμετοχής του στο δυστύχημα που δεν θυμάται, αλλά και άλλα, το Δικαστήριο θα δεχόταν, ότι ειλικρινά δεν θυμόταν τίποτα και με τον τρόπο αυτό θα γινόταν πιστευτός. Για παράδειγμα, δεν θυμόταν με ποιο μεταφορικό μέσο έφθασε στο γραφείο του, όταν έφυγε από την σκηνή του δυστυχήματος. Ούτε θυμόταν αν κατά την επιστροφή του στο γραφείο βρήκε εκεί τον Πουρσανίδη, τον άνθρωπο, που τον είχε μεταφέρει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, από την σκηνή του δυστυχήματος στο Νοσοκομείο. Όχι μόνο δεν θυμόταν πόση ώρα διήρκησε η παραμονή του στην σκηνή του δυστυχήματος, αλλά και αν κατά πόσο όταν έφθασε εκεί εξακολουθούσε να είναι νύκτα ή αν είχε ήδη ξημερώσει. Ούτε αν κατά πόσο είχε ξημερώσει μέχρι να φύγει από την σκηνή του δυστυχήματος. Δεν θυμόταν αν κατά την υπόδειξη του σημείου σύγκρουσης στο αστυνομικό όργανο στην σκηνή ήταν νύκτα και χρησιμοποιήθηκε φανάρι από τον εν λόγω αστυνομικό ή αν αυτό έγινε με το φως της ημέρας. Παρόλο που θυμόταν και ήταν κατηγορηματικός, ότι η κατάθεσή του λήφθηκε από την Αστυνομία μετά που επέστρεψε στο γραφείο, δεν θυμόταν αν αυτή λήφθηκε την ημέρα του δυστυχήματος ή οποιαδήποτε άλλη ημέρα, ενώ από το Τεκμήριο 10 προκύπτει καθαρότατα, ότι αυτή λήφθηκε όχι μόνο την ίδια ημέρα, αλλά μόνο κάποιες ώρες μετά. Σε υποβολή δε ότι η κατάθεσή του λήφθηκε πριν πάει στο γραφείο και συγκεκριμένα στις 8:15 π.μ. της ίδιας ημέρας αναίρεσε την προηγούμενη δήλωσή του, υποστηρίζοντας και πάλι ότι δεν θυμόταν. Για να αναιρέσει εκ νέου σε νέα υποβολή της Υπεράσπισης και να επαναλάβει τους ίδιους ισχυρισμούς. Ενώ, αρχικά, δήλωσε, ότι δεν ήταν βέβαιος αν κατά τον χρόνο που έλαβε το τηλεφώνημα από το Cleos Bar, όπως ισχυρίστηκε, ήταν μόνος του ή αν υπήρχαν και άλλοι οδηγοί στο γραφείο, σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης παραδέχτηκε, ότι φεύγοντας από το γραφείο για να εκτελέσει την κούρσα προς το εν λόγω μπαρ άφησε το γραφείο ανοικτό χωρίς υπάλληλο μέσα. Εν' όψει όλων των πιο πάνω ο μάρτυρας μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Απορρίπτω την μαρτυρία του ως εντελώς αναξιόπιστη και δεν δέχομαι, ότι αυτός οδηγούσε το Mercedes κατά τον ουσιώδη χρόνο. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει, όπως άλλωστε διεφάνη, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει αναγκαστικά να αποδεχτεί την εκδοχή του Κατηγορουμένου αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η σύγκρουση και την πορεία των ενεχομένων οχημάτων για τον λόγο ότι αυτή είναι η μόνη άλλη άμεση μαρτυρία στην υπόθεση, εισήγηση, στην οποία προέβη η ευπαίδευτη συνήγορος του. Με την εν λόγω εισήγηση καλείται το Δικαστήριο να αγνοήσει την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει στην υπόθεση. Διέλαθε της προσοχής της ευπαίδευτης συνηγόρου, ότι η πραγματική μαρτυρία είναι μαρτυρία όπως οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και όπως οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία έτσι και αυτή υπόκειται στην αξιολόγηση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση δε που γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, αποτελεί γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας τους. Η αναφερόμενη δε σημασία και σπουδαιότητά της, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις τροχαίων δυστυχημάτων έχει τονιστεί και υπερθεματιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο, ότι ξημερώματα της 29.4.03 έγινε τηλεφώνημα από το Cleos Bar, που βρίσκεται στην περιοχή του Κόλπου των Κοραλλίων, στο γραφείο ταξί του μάρτυρα και ζητήθηκε ταξί για να παραλάβει πελάτες από το εν λόγω μπαρ. Προσέτι δε ότι σε μεταγενέστερο της σύγκρουσης χρόνο ο μάρτυρας βρέθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου και ότι μετά από το Νοσοκομείο μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος. Παρενθετικά αναφέρω, ότι το Δικαστήριο προβλημάτισε και η ακρίβεια του ισχυρισμού του, ότι είδε τον Κατηγορούμενο από απόσταση 250 μέτρων, ενώ ακόμα βρισκόταν πριν την αριστερή στροφή, σύμφωνα με την κατ' ισχυρισμό πορεία του, και, συγκεκριμένα, ενώ βρισκόταν σε απόσταση 100 μέτρων πριν από το περίπτερο David, που υπάρχει πάνω στην εν λόγω στροφή. Παρόλο που, σύμφωνα με την φωτογραφία 24 του Τεκμηρίου 7, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η ορατότητα του περιοριζόταν από την πιο πάνω στροφή, και, κατ' επέκταση, ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι πειστικός, εντούτοις στην απουσία μαρτυρίας που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο οποιοδήποτε συμπέρασμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν αυθαίρετο. Η ακρίβεια του πιο πάνω ισχυρισμού δεν μπορεί να διακριβωθεί από την προσαχθείσα μαρτυρία. Προβλημάτισε, όμως, το Δικαστήριο και αυτός είναι ο λόγος που το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να κάνει αναφορά στο θέμα αυτό. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης οδηγούσε με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων. Δεν ήταν πειστικός, αφού μεταξύ της διά ζώσης μαρτυρίας του και της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία υπάρχουν αντιφάσεις, που κλονίζουν σοβαρά την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία. Για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους». Ο ΜΚ 1 εξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τα ευρήματά του στην σκηνή του δυστυχήματος και τα συμπεράσματα που αυτά υπαγόρευαν. Η μαρτυρία του κρίθηκε αποδεκτή από το Δικαστήριο όσο και η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με κατεύθυνση την Πάφο, ήτοι με κατεύθυνση ακριβώς αντίθετη από αυτήν που ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην διά ζώσης μαρτυρία του ότι οδηγούσε. Με βάση τα πιο πάνω και την αξία που έχει η πραγματική μαρτυρία στο έργο της αξιολόγησης των μαρτύρων η εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Αλλά ακόμα, και με μόνο δεδομένο την ύπαρξη των ιχνών πλαγιολίσθησης, στην θέση που αυτά βρέθηκαν επί της ασφάλτου, η εκδοχή του Κατηγορουμένου, όπως αυτή προβλήθηκε μέσα από την διά ζώσης μαρτυρία του, μόνο ως αναληθής θα μπορούσε να κριθεί. Η ύπαρξη των ιχνών πλαγιολίσθησης καταμαρτυρεί δίχως άλλο, ότι ένα από τα ενεχόμενα οχήματα, ανεξαρτήτως ταυτότητας, ενώ ακόμα βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για τα οχήματα, που οδηγούνταν με κατεύθυνση την Πάφο, λόγω απώλειας του ελέγχου, είχε αρχίσει να πλαγιολισθαίνει και έτσι πλαγιολισθαίνοντας να εισέρχεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Καταδεικνύεται, επίσης, από την πορεία των ιχνών, ότι το όχημα που άφησε τα ίχνη αυτά επί της ασφάλτου, εισήλθε από την μια λωρίδα κυκλοφορίας στο άκρο σχεδόν της άλλης διαγράφοντας διαγώνια πορεία μέσα στο δρόμο. Το πιο πάνω εύρημα και τα συμπεράσματα, που δύνανται λογικά να εξαχθούν από αυτό, δεν συνάδουν με την εκδοχή του Κατηγορουμένου σύμφωνα με την οποία ούτε αυτός, αλλά ούτε και το Mercedes κινήθηκε με τον τρόπο που η πορεία των ιχνών αυτών αναπόφευκτα υπαγορεύει και που πιο πάνω επεξηγήθηκε. Γιατί σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο το Mercedes δεν πλαγιολίσθησε, ούτε και διέγραψε διαγώνια πορεία από την μια λωρίδα κυκλοφορίας στην άλλη. Οδηγείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου με αντίθετη κατεύθυνση. Επέπεσε δε πάνω στο όχημά του, όταν το τελευταίο στην προσπάθειά του να αποφύγει μετωπική σύγκρουση με το Mercedes έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Το συμπέρασμα στο οποίο παραπέμπει η ύπαρξη των ιχνών πλαγιολίσθησης και η πορεία τους είναι τελείως διαφορετικό από αυτό στο οποίο ο Κατηγορούμενος κάλεσε το Δικαστήριο να καταλήξει. Προστίθεται, ότι αν η σύγκρουση λάμβανε χώρα όπως την περίγραψε ο Κατηγορούμενος στην μαρτυρία του, δηλαδή, η σύγκρουση να έγινε καθ' ον χρόνο το όχημα του Κατηγορουμένου έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, τα ενεχόμενα οχήματα δεν θα βρισκόντουσαν στις θέσεις που βρέθηκαν. Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο υποστηρίχτηκε από τον ΜΚ 1, είναι απόρροια της κοινής λογικής. Η εκδοχή του Κατηγορουμένου είναι ασυμβίβαστη με τα συμπεράσματα, που λογικά μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η εκδοχή του Κατηγορουμένου αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η σύγκρουση κρίνεται πέρα για πέρα αναληθής. Στην κατάληξή μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας συνηγορούν και άλλα στοιχεία από την δοθείσα μαρτυρία. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ενώ έδινε κατάθεση στην Αστυνομία ανέφερε, ότι δεν θυμόταν πώς έγινε η σύγκρουση, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τρία χρόνια και πλέον μετά το δυστύχημα θυμήθηκε πώς αυτή έλαβε χώρα προβάλλοντας, μάλιστα, λεπτομερή εκδοχή. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του στην Αστυνομία υποστήριξε, ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να αναφέρει πώς έγινε η σύγκρουση ήταν γιατί αδυνατούσε να θυμηθεί, στην διά ζώσης μαρτυρία του απέδωσε το πιο πάνω γεγονός σε τελείως διαφορετικούς λόγους. Ήταν ισχυρισμός του, ότι επειδή η λόγω κατάθεση λήφθηκε μόλις τρεις μέρες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο και κατά τον χρόνο αυτό αισθανόταν κουρασμένος από τους τότε πρόσφατους τραυματισμούς του, επιθυμούσε να φύγει από τον Αστυνομικό σταθμό όσο πιο γρήγορα γινότανε. Πώς είναι λογικό να τον επηρέασε το γεγονός της κούρασης σε αυτό το σημείο, ενώ σε άλλα σημεία να τον άφησε ανέπαφο, αφού την ίδια στιγμή ήταν τόσο λεπτομερής και επεξηγηματικός στην κατάθεσή του αναφορικά με άλλες πτυχές της υπόθεσης; Αναλυτικότερα, ο Κατηγορούμενος περίγραψε ό,τι προηγήθηκε της σύγκρουσης με πάσα λεπτομέρεια, όπως τις κινήσεις του από το κέντρο Καταιγίδα στο μπαρ με τα σάντουιτς, από εκεί στο περίπτερο του λιμανιού και από το περίπτερο την όλη διαδρομή μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Ήταν, επίσης, σε θέση να καταθέσει με λεπτομέρεια αναφορικά με την ώρα που έφθασε στο Καταιγίδα, την διάρκεια της εκεί επίσκεψής του, τον αριθμό των ποτών που κέρασε το θύμα, τον χρόνο που χρειάστηκε μέχρι αυτός και το θύμα να πάρουνε τα σάντουιτς και την ώρα που χρειάστηκε για να τα φάνε. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να κριθεί πειστικός. Παρακάτω υποδεικνύονται και άλλες αντιφάσεις που εντοπίστηκαν ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του και την κατάθεσή του στην Αστυνομία, οι οποίες δεν μπορούν να μείνουν απαρατήρητες από το Δικαστήριο. Ενώ στην κατάθεσή του ανέφερε, ότι η κίνηση από το Καταιγίδα προς το σνακ μπαρ με τα σάντουιτς ήταν αρκετή και χρειάστηκαν 20 λεπτά για να φύγουν από εκεί αυτός και το θύμα, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι ο δρόμος ήταν κενός από αυτοκίνητα και χρειάστηκαν μόνο 5 λεπτά για να φθάσουν στο σημείο εκείνο και μόνο 2 με 3 λεπτά για να πάρουνε τα σάντουιτς και να φύγουνε. Ενώ στην κατάθεσή του ανέφερε, ότι στην περιοχή του περιπτέρου του λιμανιού μείνανε 10 λεπτά για να φάνε τα σάντουιτς, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι ο χρόνος αυτός δεν ξεπέρασε τα 5 λεπτά. Τέλος, ενώ από την κατάθεσή του στην Αστυνομία συνάγεται, ότι αυτός και το θύμα βρισκόντουσαν στο περίπτερο μέχρι τις 2:15 το πρωί, αν όχι και περισσότερο, αφού σίγουρα χρειάστηκε και κάποιος χρόνος για να μεταβούν από το μπαρ με τα σάντουιτς στο εν λόγω περίπτερο, στην διά ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε, ότι από το περίπτερο φύγανε γύρω στις 2:05, το πολύ 2:10 το πρωί και η σύγκρουση έγινε 10 λεπτά περίπου αργότερα. Οι πιο πάνω αντιφάσεις στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου κλονίζουν σε σημαντικό βαθμό την αξιοπιστία του. Καθιστούν, επίσης, έκδηλη την προσπάθεια του Κατηγορουμένου να διαφοροποιήσει τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του αναφορικά με τις ώρες που διαδραματίστηκαν τα διάφορα γεγονότα. Η επιδίωξη αυτή δεν ήταν τυχαία, αφού σύμφωνα με την κατάθεση του προκύπτει, ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, που σύμφωνα με την μαρτυρία, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, πρέπει να έλαβε χώρα πριν τις 2:15 το πρωί, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ακόμα με το θύμα στο περίπτερο, πράγμα που ανατρέπει την όλη εκδοχή του εκ θεμελίων. Καθίσταται έκδηλο, ότι ο Κατηγορούμενος στην προσπάθειά του να μπορέσει να σταθεί στην λογική αυτό που ανεπιτυχώς προσπάθησε στην κατάθεσή του στην Αστυνομία να προβάλει, ότι, δηλαδή, εν' όψει της ώρας που έφυγε από το Καταιγίδα και των ενεργειών του που ακολούθησαν πριν την σύγκρουση είναι αδύνατο να είχε πορεία προς Πάφο, κατέφυγε σε εκ των υστέρων κατασκευάσματα. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, επίσης, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος πιστοποιητικού ασφάλισης, το οποίο παρουσίασε στην Αστυνομία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός, αφενός, εν' όψει της γενικά άσχημης εντύπωσης που μου δημιούργησε ο Κατηγορούμενος ως μάρτυρας, αφετέρου, γιατί έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΚ1, που έγινε αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία αν και του ζητήθηκε ο Κατηγορούμενος δεν είχε να παρουσιάσει στον πιο πάνω αναφερόμενο μάρτυρα τέτοιο έγγραφο. Η μαρτυρία του είναι, επίσης, αντιφατική υπό την πιο κάτω άποψη. Ενώ από την μια ανέφερε, ότι παρουσίασε στην Αστυνομία το πιστοποιητικό ασφάλισης, από την άλλη αφήνει να νοηθεί, ότι δεν το παρουσίασε, καθότι αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό του και είχε παραληφθεί από την Αστυνομία μετά το δυστύχημα. Εν' όψει όλων των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται εντελώς αναξιόπιστος. Με αναληθείς ισχυρισμούς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ότι οδηγούσε με κατεύθυνση τον Κόλπο των Κοραλλίων και ότι εν όψει των ενεργειών του πριν την σύγκρουση είναι αδύνατο να είχε ακολουθήσει άλλη πορεία. Για τους λόγους που πιο πάνω παρατέθηκαν, ο Κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο για το βάσιμο των ισχυρισμών του και, κατ' επέκταση, την αλήθεια της μαρτυρίας του. Συνακόλουθα απορρίπτω την μαρτυρία του. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EPH 553 στο δρόμο Κόλπου των Κοραλλίων - Πάφου έχοντας ως συνεπιβάτιδα το θύμα και ότι ενεπλάκη σε σύγκρουση με το Mercedes. Πριν την σύγκρουση βρισκόταν στο κέντρο Καταιγίδα και ότι από το εν λόγω κέντρο έφυγε μαζί με το θύμα. Προσέτι δε ότι πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.90,00 σεντ για σκοπούς έκδοσης ασφαλιστηρίου για το αναφερόμενο όχημα για περίοδο 6 μηνών, ήτοι από 4.12.02 έως 3.6.
- Ο τελευταίος του ισχυρισμός υποστηρίζεται από την μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΥ 4 και τα Τεκμήρια 11 και
- Ο ΜΥ 2 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ξημερώματα της 29.4.03 βρισκόταν στο κέντρο του ονόματι Καταιγίδα. Εκεί έμεινε μέχρι την 1:00 π.μ.. Δεν γνωρίζει αν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο κέντρο το βράδυ εκείνο, το θύμα, όμως, ήταν εκεί και εργαζόταν. Για το τελευταίο ήταν βέβαιος, παρόλο που δεν είχε δει το θύμα, καθότι η τελευταία δεν δικαιούτο να φύγει από το κέντρο πριν τις 1:45 π.μ.. Σύμφωνα με πληροφορία που έλαβε από τον σερβιτόρο του κέντρου (ΜΥ 5) το θύμα έφυγε από το κέντρο μαζί με άγνωστο του πρόσωπο μεταξύ των ωρών 1:45 π.μ. και 1:50 π.μ.. Δέχομαι την μαρτυρία του συμπεριλαμβανομένου του ισχυρισμού του, ότι το θύμα την νύκτα της 28.4.03 εργαζόταν στο κέντρο Καταιγίδα. Μαρτυρία γι' αυτό τον ισχυρισμό δόθηκε από τον Κατηγορούμενο και τον ΜΥ 5 και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν δέχομαι, όμως, ότι το θύμα έφυγε από το κέντρο την ώρα που ο μάρτυρας ανέφερε στην μαρτυρία του. Εκτός του ότι στερείτο προσωπικής γνώσης ενός τέτοιου ισχυρισμού, ο μάρτυρας είχε κάθε λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή του, αφού, όπως άφησε να νοηθεί από την μαρτυρία του, πίστευε, ότι θα ήταν υπόλογος στον νόμο αν το θύμα αποχωρούσε από το κέντρο πριν την ώρα που υπέδειξε. Θεωρώ, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του εκπηγάζει από την διάθεσή του να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Το ενδεχόμενο αυτό καθιστά τον ισχυρισμό αυτό ακροσφαλή. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί και να γίνει αποδεκτός. Ο ΜΥ 3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Η όλη στάση και συμπεριφορά του, το ύφος και ο αυθόρμητος τρόπος με τον οποίο απαντούσε ήταν ενδεικτικά της ειλικρίνειάς του σε βαθμό που δεν μου άφησε την παραμικρή αμφιβολία ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με φυσικότητα, αβίαστα και χωρίς κανένα ενδοιασμό. Με την απλότητα του λόγου του πρόβαλε με σταθερότητα την εκδοχή του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του αναφορικά με την θέση των ενεχόμενων οχημάτων ήταν σαφής και η ορθότητά της επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 και συνάδει πλήρως με την μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 2, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με την μαρτυρία του ΜΚ 2 συνάδει, επίσης, η μαρτυρία του αναφορικά με την θέση που βρισκόταν το θύμα μέσα στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, όπως αυτό βρέθηκε στην τελική του θέση. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του, ότι πριν το δυστύχημα βρισκόταν σε φιλικό του σπίτι στην Κάτω Πάφο. Υπεβλήθη, μάλιστα, στον μάρτυρα, ότι πριν φθάσει στο σπίτι του διασκέδαζε έξω καταναλώνοντας αλκοολούχα ποτά. Προσέτι δε ότι πέρασε περισσότερη ώρα από ότι ισχυρίστηκε στην μαρτυρία του για να βγει έξω από το σπίτι του όταν άκουσε την σύγκρουση και ότι το σπίτι του δεν βρίσκεται δίπλα από το περίπτερο του. Οι υποβολές της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση ήταν γενικόλογες και δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας στην υπόθεση, που να υποστηρίζει την θέση της στα πιο πάνω σημεία που αμφισβητήθηκαν. Πέραν από αυτό, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και, κατά συνέπεια, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Επιπρόσθετα και αναφορικά με τον ισχυρισμό του, ότι δεν είχαν περάσει πάνω από τέσσερα με πέντε λεπτά μέχρι να βγει έξω από το σπίτι του, αυτός ήταν θετικός και εν' όψει των ισχυρισμών που πρόβαλε για να τον δικαιολογήσει, αρκούντως πειστικός: μόλις άκουσε την σύγκρουση φόρεσε τα ρούχα του, κατέβηκε τα λιγοστά σκαλιά, που υπάρχουν στην είσοδο του σπιτιού του, το οποίο βρίσκεται δίπλα από το περίπτερο απέναντι από το οποίο έλαβε χώρα το δυστύχημα, και βγήκε έξω. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Αναφορικά με την ΜΥ 4 δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι για το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής EPH 553 εκδόθηκε πιστοποιητικό ασφάλισης. Ενώ στην διά ζώσης μαρτυρία της ανέφερε, ότι η ίδια παρέλαβε το έγγραφο αυτό από το γραφείο του Νικολάου στην Λεμεσό, στην κατάθεσή της στην Αστυνομία αρνήθηκε ρητά ότι παρέλαβε ποτέ τέτοιο έγγραφο. Η πιο πάνω αντίφαση κλονίζει την αξιοπιστία της σε βαθμό που ο ισχυρισμός της δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ούτε ο ισχυρισμός της, ότι η κάλυψη είχε ακυρωθεί, μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο αυτό που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έγραφε το σημείωμα που της είχε στείλει με φαξ ο Νικολάου από την Λεμεσό. Η μαρτυρία αυτή είναι ανεπαρκής για να αποδείξει τον υπό συζήτηση ισχυρισμό. Το θέμα δεν είναι μόνο πραγματικό, αλλά και νομικό και στην απουσία μαρτυρίας που να αποδεικνύει τους όρους του ασφαλιστηρίου και τους λόγους που οδήγησαν στην ισχυριζόμενη ακύρωση, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα. Από την μαρτυρία της δέχομαι μόνο, ότι ο Κατηγορούμενος της κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.90,00 σεντ για έκδοση ασφαλιστηρίου για το όχημα του Κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής EPH 553 για περίοδο 6 μηνών, ήτοι από 3.12.02 έως 2.6.
- Η ίδια ενήργησε ως μεσάζων για την έκδοση του ασφαλιστηρίου. Από το ποσό των Λ.Κ.90,00 σεντ η ίδια κράτησε τις Λ.Κ.9,00 σεντ για τις υπηρεσίες της και τις υπόλοιπες Λ.Κ.81,00 σεντ τις έστειλε σε κάποιο Γεώργιο Νικολάου, αντιπρόσωπο ασφαλειών από την Λεμεσό, ως ασφάλιστρο, ο οποίος τις παρέλαβε και εξέδωσε σχετική απόδειξη. Για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο εκδόθηκε καλυπτική σημείωση της εταιρείας Μινέρβα με αριθμό Β062939 για την περίοδο από 4.12.02 μέχρι 3.4.
- Ο ΜΥ 5 κλήθηκε να καταθέσει, μεταξύ άλλων, ότι τα ξημερώματα της 29.4.03 το θύμα έφυγε από το κέντρο Καταιγίδα μαζί με τον Κατηγορούμενο στις 1:45 π.μ.. Προσέτι δε, ότι εξ' όσων πληροφορήθηκε από κάποια κοπέλα ονόματι Αουρέλια, που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είδε την σκηνή του δυστυχήματος, το Mercedes οδηγείτο με κατεύθυνση την Πάφο. Ο μάρτυρας δεν με έπεισε, ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η εντύπωση, που αποκόμισα από αυτόν, ήταν ότι πρόθεσή του ήταν να βοηθήσει με την μαρτυρία του τον Κατηγορούμενο αδιαφορώντας για την αλήθεια. Εκτός του ότι μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν με έπεισε για την αλήθεια των πιο πάνω ισχυρισμών του, θεωρώ, ότι στα πιο πάνω σημεία η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη, ώστε αυτή, αφενός, να συνάδει με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, αφετέρου, να μην ενοχοποιεί τον εργοδότη του. Η μαρτυρία του με προβλημάτισε. Και αυτό, γιατί δεν μου φαίνεται λογικό ένας άνθρωπος να μπορεί να καταθέτει με ακρίβεια λεπτών της ώρας αναφορικά με γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα τριάμισι χρόνια προηγουμένως και που δεν αφορούσαν τον ίδιο προσωπικά, αλλά κάποιο τρίτο, ένα πελάτη από τους πολλούς που επισκέπτονται και που επισκέφθηκαν το διάστημα αυτό το κέντρο στο οποίο εργάζεται. Εν' όψει του ότι το δυστύχημα επισυνέβη μεταγενέστερα των γεγονότων τα οποία περίγραψε στην μαρτυρία του, δεν είναι λογικό, ούτε και αναμενόμενο η ακρίβεια της ώρας κατά την οποία έλαβαν χώρα τα πιο πάνω γεγονότα να απασχόλησε τον μάρτυρα κατά τον χρόνο που αυτά λάμβαναν χώρα, ώστε να είναι σε θέση να δώσει επακριβή μαρτυρία. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως εάν να κατέγραφε τις ώρες που έλαβαν χώρα τα πιο πάνω γεγονότα σε ημερολόγιο ή ως εάν να ήταν επιφορτισμένος με την επιτέλεση ενός τέτοιου καθήκοντος. Οι επιμέρους δε ισχυρισμοί του στόχευαν με πολλή προσοχή να δημιουργήσουν την κατάλληλη συνοχή γεγονότων στα οποία θα έβρισκε έρεισμα ο επίμαχος ισχυρισμός. Τα σημεία από την μαρτυρία του που με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα είναι τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας θυμόταν, αν και τριάμισι χρόνια αργότερα, ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός του κέντρου στις 12 το βράδυ. Θυμόταν το είδος του ποτού που τον σερβίρισε και τον αριθμό των ποτών που σερβίρισε το θύμα. Θυμόταν ότι στις 1:40 π.μ. ο Κατηγορούμενος του είπε ότι το θύμα θα έφευγε μαζί του. Και ότι και οι δύο φύγανε από το κέντρο 5 λεπτά αργότερα. Προσέτι δε ότι ο ίδιος έφυγε από το κέντρο στις 2:15 π.μ. και ότι στις 2:30 π.μ. βρέθηκε στο σπίτι του αν και υπάρχει και δεύτερος ισχυρισμός εκ μέρους του, ότι στο σπίτι του έφτασε στις 2:15 π.μ.. Ο μάρτυρας είχε ακόμα ένα λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή του. Να προστατεύσει, δηλαδή, τον εργοδότη του (ΜΥ 2) μιας και πίστευε, όπως από την μαρτυρία εξάγεται, ότι ο τελευταίος θα ήταν υπόλογος στον νόμο αν το θύμα αποχωρούσε από το κέντρο πριν την ώρα που υπέδειξε με την μαρτυρία του. Για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Για τον ίδιο λόγο ούτε ο ισχυρισμός, ότι το Mercedes οδηγείτο με κατεύθυνση την Πάφο γίνεται αποδεκτός. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο μάρτυρας στόχευε με την μαρτυρία του να υποστηρίξει την εκδοχή του Κατηγορουμένου αδιαφορώντας για την αλήθεια. Τούτο ενισχύεται και από τον ισχυρισμό του, ότι δεν θυμόταν αν κατά πόσο συζήτησε την πληροφορία που έλαβε από την Αουρέλια με τον αστυνομικό στο Νοσοκομείο. Μα αν ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αληθινός, ο μάρτυρας δεν θα έπρεπε να διερωτάται αν κατά πόσο είχε συζητήσει το πιο πάνω θέμα με τον εν λόγω αστυνομικό. Και αυτό γιατί θα ήταν αδύνατο να το είχε συζητήσει, αφού την ισχυριζόμενη υπό αυτού πληροφορία δεν την είχε λάβει μέχρι τότε, αλλά, όπως ισχυρίστηκε, την επομένη ή την μεθεπομένη του δυστυχήματος. Αλλά και αν ακόμη κρινόταν ειλικρινής καμία βαρύτητα δεν θα μπορούσα να προσδώσω σε αυτήν την μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Στην υπό συζήτηση μαρτυρία γίνεται αναφορά μόνο σε ένα Mercedes, που οδηγείτο στο δρόμο του Κόλπου των Κοραλλίων. Τα στοιχεία, όμως, αυτά και μόνο δεν παραπέμπουν κατ' ανάγκη στο επίδικο δυστύχημα. Ενδεχομένως, τα πράγματα να ήταν διαφορετικά στην παρουσία μαρτυρίας, που να υποστήριζε, ότι στον ίδιο δρόμο και την ίδια μέρα δεν έλαβε χώρα άλλο δυστύχημα ή στην παρουσία μαρτυρίας που να παρέθετε τέτοια επιπρόσθετα στοιχεία ώστε με ασφάλεια να μπορεί το Δικαστήριο να δεχτεί ότι αυτή παραπέμπει αποκλειστικά στο επίδικο δυστύχημα. Όπως για παράδειγμα την ώρα και το μέρος που αυτό έλαβε χώρα, το χρώμα του Mercedes ή τον τύπο του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Τέτοια μαρτυρία, όμως, ελλείπει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι μόνο, ότι το βράδυ της 28.4.03 με 29.4.03 ο Κατηγορούμενος επισκέφτηκε το κέντρο Καταιγίδα. Στο εν λόγω κέντρο τον προσέγγισε το θύμα, η οποία εργαζόταν. Το θύμα έκατσε στο τραπεζάκι του Κατηγορουμένου. Οι δυο τους συνομίλησαν, ήπιαν μαζί κάποια ποτά και ακολούθως φύγανε από το κέντρο μαζί. Ο ΜΥ 6 δεν ήταν βοηθητικός στην μαρτυρία του. Γιατί ενώ στην κυρίως εξέταση ανέφερε, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση άδεια κυκλοφορίας ήταν η προσκόμιση έγκυρου πιστοποιητικού ασφάλισης στην αντεξέταση δέχτηκε, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση του παρουσιάστηκε από τον Κατηγορούμενο τέτοιο πιστοποιητικό. Παραδέχτηκε, επίσης, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η έκδοση άδειας κυκλοφορίας μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την παρουσίαση πιστοποιητικού ασφάλισης, αλλά μόνο με την παρουσίαση των απαιτούμενων από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών στοιχείων. Η γνησιότητα των στοιχείων αυτών δεν ελέγχεται και μπορεί να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας ακόμα και αν τα στοιχεία αυτά δεν είναι αληθινά, αλλά εικονικά ή ακόμα και με τα στοιχεία, που φαίνονται στην καλυπτική σημείωση. Από την πιο πάνω μαρτυρία δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα, ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας υπήρχε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ. Εν' όψει τούτου η μαρτυρία καθίσταται άσχετη με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου μη αποδεκτή. Το άρθρο 210 του Ποινικού κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 111/89 έχει ως ακολούθως: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Με την τροποποίηση του αρχικού άρθρου είναι φανερό ότι έχουν παραληφθεί οι φράσεις «έλλειψη προφύλαξης» want of precaution και «απρόσεκτη πράξη» careless act και έχουν αντικατασταθεί με τις φράσεις «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη πράξη». Έτσι, για να βρεθεί τώρα κάποιος ένοχος πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Το κατηγορητήριο καταλογίζει στον Κατηγορούμενο επικίνδυνη και αλόγιστη πράξη. Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα του οδηγού, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι μόνο από αυτή την άποψη που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα αποδεικνύεται από τα γεγονότα της υπόθεσης και μόνο. Αν, όμως, ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ιδιαίτερο γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξάξει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ενοχής δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ' αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγοντας από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιγε γι' αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από την διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ο αποκλεισμός της μαρτυρίας αυτής ήταν λανθασμένος. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης σχετική είναι η πιο πάνω Αγγλική απόφαση, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω. Το σφάλμα δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα: « . εμπεριέχει αποτυχία πτώση από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε συνάρτηση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτήν την έννοια είναι αρκετό, παρόλο που αυτό μπορεί να είναι μικρό ή να ανάγεται σε ένα στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα αναφύετο υπό κανονικές συνθήκες από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία» (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, πιο πάνω). Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) (Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω, το θύμα στεκόταν δίπλα από την πόρτα του αυτοκινήτου του, που ήταν σταθμευμένο στο αριστερό άκρο του δρόμου, έτοιμος να την ανοίξει. Στεκόταν σε απόσταση 2,10 μέτρων από το άκρο του δρόμου, το πλάτος του οποίου ήταν 9,60 μέτρα. Στα δεξιά του θύματος υπήρχε ανοικτός δρόμος πλάτους 7,80 μέτρα, που επέτρεπε την άνετη διέλευση αυτοκινήτων και από τις δύο κατευθύνσεις. Ο δρόμος ήταν ευθύς και η ορατότητα μεγάλη και απρόσκοπτη. Σειρά λαμπτήρων στις πλευρές του δρόμου και τα φώτα των κοντινών κτηρίων φώτιζαν την περιοχή. Το θύμα ήταν ορατό από απόσταση και τα ίδια τα φώτα του αυτοκινήτου του εφεσείοντα, στην χαμηλή τους στάση, κάλυπταν από μόνα τους απόσταση 25 μέτρων. Ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητο του ακριβώς δίπλα από το σταθμευμένο όχημα και χτύπησε το θύμα χωρίς να το δει. Επέπεσε πάνω του με αμείωτη ταχύτητα και τον εκτίναξε σε απόσταση 22 μέτρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι ο εφεσείοντας όφειλε να δει το θύμα από αρκετά μεγάλη απόσταση και ήταν σφάλμα του που δεν τον είδε. Οδηγώντας το αυτοκίνητό του εκεί που στεκόταν το θύμα, ενώ ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος, συμπεριφέρθηκε σαφώς επικίνδυνα. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233 ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του κατά μήκος λεωφόρου, η οποία είχε τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας με δύο λωρίδες στην κάθε κατεύθυνση. Συγκρούσθηκε με πεζή, η οποία διέσχιζε την λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τον θάνατό της. Ο εφεσείοντας κατά την στιγμή της σύγκρουσης οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα, το δε σημείο της σύγκρουσης βρισκόταν στο αριστερό άκρο της λωρίδας αυτής. Ο εφεσείοντας χτύπησε την πεζή με την αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου του. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και, ειδικότερα, την ορατότητα στην σκηνή καθώς και την μεγάλη απόσταση που διένυσε η πεζή περνώντας μπροστά από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα μέχρι την σύγκρουση, αποφάσισε, ότι η αποτυχία του να την δει, ενώ θα έπρεπε να την δει και να λάβει μέτρα για να μην την χτυπήσει, ενέπιπτε στον ορισμό της αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς και επικύρωσε την καταδίκη για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου με βάση το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο εφεσείοντας επί λεωφόρου παρεξέκλεινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί βίαια με αυτοκίνητο, που ερχόταν εξ' αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείοντας οδηγούσε επικίνδυνα ήταν αναμφίβολα ορθή. Ο εφεσείοντας ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του μεριά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη μεριά, ενώ εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Κατηγορούμενος οδηγώντας με κατεύθυνση την Πάφο παρεξέκλινε απότομα της πορείας του σε δεξιά στροφή και προχωρώντας πλαγίως εισήλθε εκτός ελέγχου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το Mercedes, το οποίο οδηγείτο με αντίθετη κατεύθυνση και κανονικά μέσα στην λωρίδα του. Έτσι, το μπροστινό μέρος του Mercedes συγκρούστηκε, στη λωρίδα της δικής του κατεύθυνσης, με την αριστερή πλευρά του οχήματος του Κατηγορουμένου. Η σύγκρουση ήταν ενόψει των προκληθεισών ζημιών ιδιαίτερα βίαιη. Η συνεπιβάτης στο όχημα του Κατηγορουμένου, όντας νεαρή κοπέλα, έχασε ως αποτέλεσμα την ζωή της. Θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω, ότι εκείνο για το οποίο ο Κατηγορούμενος είναι υπόλογος είναι το ότι, ενώ το αυτοκίνητό που οδηγούσε θα έπρεπε να παραμείνει στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας προχώρησε απότομα στην αντίθετη μεριά όταν εξ' αντιθέτου οδηγείτο σε μικρή απόσταση και πάνω σε στροφή άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Αυτό, βέβαια, συνέβηκε, διότι ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του. Χώρος για άλλη εξήγηση με βάση την οποία ο Κατηγορούμενος θα ευθύνετο προδήλως δεν υπάρχει. Το όχημά του ήταν σε καλή, χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε, ότι μεσολάβησε ο,τιδήποτε το αναπάντεχο είτε στο δρόμο είτε εντός του αυτοκινήτου. Εν' όψει των πιο πάνω η κατάληξη, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επικίνδυνη, είναι αναπόφευκτη. Με την ενέργειά του να εισέλθει απότομα εντός της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του Mercedes ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα οδήγησε επικίνδυνα ή διαφορετικά δημιούργησε μιαν επικίνδυνη κατάσταση μέσα στο δρόμο. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το σφάλμα, που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αποδεικνύεται επαρκώς από τα γεγονότα και μόνο της κάθε υπόθεσης (Βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502). Με άλλα λόγια από μόνη της η δημιουργία μιας επικίνδυνης κατάστασης δημιουργεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα (inference) πτώσης από το επίπεδο της φροντίδας ή της δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Εναπόκειται, λοιπόν, στην Υπεράσπιση να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την προκληθείσα κατάσταση. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Υπεράσπιση καμία εξήγηση δεν πρόβαλε, που να εξουδετερώνει ή να αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, το Δικαστήριο δύναται υπό τις περιστάσεις να καταλήξει στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε επικίνδυνα με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο στην συνεπιβάτιδα του. Και με μόνο την πιο πάνω διαπίστωση ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, αφού με μόνο την επικίνδυνη οδήγηση στοιχειοθετείται, όπως ρητώς προβλέπεται, το αδίκημα του άρθρου 210 (Βλ. Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 πιο πάνω). Το κατηγορητήριο καταλογίζει, επίσης, στον Κατηγορούμενο αλόγιστη πράξη και συμπεριφορά. Η έννοια της αλόγιστης πράξης δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220. Αλόγιστη είναι η πράξη ή συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την πράξη του εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει λεωφορείο για την μεταφορά επιβατών, όταν αυτή εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο, τον οποίο γνώριζε, αλλά αψήφησε, ως αλόγιστη. Η μαρτυρία είχε καταδείξει συντριπτικά, ότι το λεωφορείο είχε υποστεί μηχανική βλάβη, γεγονός που καθιστούσε την χρήση του προβληματική και επικίνδυνη. Ο εφεσείοντας ήταν ενήμερος της ύπαρξης της μηχανικής βλάβης και της δυσλειτουργίας που αυτή προκαλούσε στην κίνηση και τον έλεγχο του λεωφορείου. Η πράξη του να το οδηγήσει παρά ταύτα χωρίς μηχανικό έλεγχο για τα αίτια της μηχανικής βλάβης και χωρίς προηγουμένως να μεριμνήσει για την διόρθωσή της εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια των επιβατών, τους οποίους ο εφεσείοντας αλόγιστα αγνόησε. Αυτή του η πράξη στοιχειοθετούσε το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Στην υπό εξέταση περίπτωση η οδήγηση του Κατηγορουμένου εμπίπτει στην έννοια της αλόγιστης οδήγησης. Η ενέργειά του να παρεκκλίνει της πορείας του και να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για τα εξ' αντιθέτου ερχόμενα αυτοκίνητα δεν ήταν λελογισμένη. Η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι μια τέτοια ενέργεια εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των οδηγών, που οδηγούν στην λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας εισήλθε ο Κατηγορούμενος. Εισερχόμενος εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας ο Κατηγορούμενος αλόγιστα αγνόησε αυτούς του κινδύνους, οι οποίοι όχι μόνο δεν αποφεύχθηκαν, αλλά είχαν και ως συνέπεια την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Συνακόλουθα βρίσκω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Το άρθρο 3
(1)(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν. 96(I)/00 απαγορεύει την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός αν ισχύει η εξαίρεση που το ίδιο ορίζει, αν δηλαδή, ο οδηγός είναι κάτοχος ασφαλιστήριου που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μανώλης Σιδηρόπουλος ν. Αστυνομία
(1999)2 ΑΑΔ 15 ανέφερε ότι οι περιπτώσεις που μια νομοθετική διάταξη θέτει το βάρος απόδειξης στους ώμους ενός κατηγορουμένου δεν περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνες που κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητά από τον νόμο. Μια διάταξη μπορεί να θέτει το βάρος απόδειξης σε κατηγορούμενο εξυπακουόμενα ή σιωπηρά (impliedly), δηλαδή, ως θέμα ερμηνείας (on a true construction). Σύμφωνα, επίσης, με το κοινοδίκαιο, όταν ένας κατηγορούμενος βασίζει την υπεράσπισή του σε κάποια εξαίρεση, είτε αυτή συνοδεύει την περιγραφή του αδικήματος στην νομοθετική διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα, είτε όχι, το βάρος απόδειξης της εξαίρεσης αυτής το έχει ο Κατηγορούμενος (Βλ., επίσης, R v. Edwards
(1975)QB 27). Η εξαίρεση που εισάγεται με τις λέξεις «εκτός αν» στο πιο πάνω άρθρο ισοδυναμεί με υπεράσπιση, εφόσον η κατοχή ασφαλιστηρίου απαλλάσσει τον οδηγό από ποινική ευθύνη. Συνεπώς, το βάρος δεν είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς ασφάλεια, αλλά στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την εξαίρεση. Το ερώτημα, λοιπόν, που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν η Υπεράσπιση απέδειξε κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με ασφαλιστήριο σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου ασφαλιστήριο σημαίνει ασφαλιστικό συμβόλαιο μηχανοκίνητου οχήματος και περιλαμβάνει καλυπτικό σημείωμα. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου το ασφαλιστήριο για να έχει ισχύ πρέπει, μεταξύ άλλων, να εκδίδεται από ασφαλιστή και να ασφαλίζει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες των προσώπων που καθορίζονται ρητά σε αυτό έναντι οποιασδήποτε ευθύνης που τυχόν να προκύψει σε σχέση με θάνατο ή σωματική βλάβη οποιουδήποτε προσώπου ή ζημιά σε περιουσία σε περίπτωση που τέτοια ευθύνη προκλήθηκε ή προέκυψε από την χρήση του μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό στη Δημοκρατία και έναντι οποιασδήποτε ευθύνης που τυχόν να προκύψει σε σχέση με την πληρωμή για νοσηλεία επείγουσας φύσης η μορφή και το ύψος της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 25 του Νόμου. Η έννοια του όρου ασφαλιστής δίδεται από το άρθρο 2 του Νόμου. Σύμφωνα με αυτό: «ασφαλιστής σημαίνει ασφαλιστική εταιρεία ή ασφαλιστή με την έννοια των Περί Ασφαλιστικών Εταιρειών Νόμων ή οποιουδήποτε νόμου ο οποίος τους τροποποιεί ή τους αντικαθιστά, που ασκεί εργασίες στον κλάδο μηχανοκίνητων οχημάτων για την ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου». Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 4
(5)του Νόμου: «Ασφαλιστήριο δεν θα έχει ισχύ για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, εκτός αν και μέχρις ότου εκδοθεί και παραδοθεί πιστοποιητικό ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 5». Εκτός του ότι το καλυπτικό σημείωμα που το Δικαστήριο δέχτηκε ότι εκδόθηκε δεν παρουσιάστηκε στη διαδικασία καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση, που να αποδεικνύει, ότι εκδόθηκε ασφαλιστήριο, το οποίο πληροί όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου, που πιο πάνω αναφέρονται. Συν τοις άλλοις εν' όψει του ευρήματος του Δικαστηρίου, ότι κανένα πιστοποιητικό ασφάλισης δεν εκδόθηκε η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ασφαλιστήριο σε ισχύ. Συνακόλουθα βρίσκω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε και την δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Η διαφορά μεταξύ των δύο αδικημάτων δεν αφορά στον βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Γι' αυτό και η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την αμελή οδήγηση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ' αποκλεισμό του άλλου. Στην αμελή οδήγηση το Δικαστήριο αναζητά αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (Βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). ΠΡΟΧΕΙΡΟ Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο σημείο από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ενώ στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος ανέφερε, ότι κατά την διαδρομή του προς Κόλπο των Κοραλλίων έστριψε αριστερά σύμφωνα με την πορεία του πριν από τα φώτα τροχαίας, που υπήρχαν πιο μπροστά, στη διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε, ότι ακολούθησε ελαφρώς μεν, αλλά διαφορετικό δρομολόγιο, δηλαδή, εισήλθε εντός του κύριου δρόμου που οδηγεί προς Κόλπο των Κοραλλίων, αφού έστριψε αριστερά από τα φώτα τροχαίας, που υπήρχαν στην πορεία του και όχι πριν από αυτά. Η αντίφαση αυτή αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ασήμαντη είναι εντούτοις σημαντική γιατί συνυπολογιζόμενη με τα πιο πάνω συνηγορεί με το δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες αν κλονίζει σημαντικά την αξιοπιστία Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε, ότι στην σκηνή του δυστυχήματος του υπεδείχθη και του επεξηγήθηκε το πρόχειρο σχέδιο, το οποίο, τελικά, και υπέγραψε στην διά ζώσης μαρτυρία του αρνήθηκε ότι του υπεδείχθη ή ότι υπέγραψε οποιοδήποτε σχέδιο. Ενώ στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ανέφερε, ότι στο κέντρο που βρισκόταν πριν το δυστύχημα είχε καταναλώσει ενάμιση μπουκάλι μπύρα, όταν στην αντεξέταση του υποβλήθηκε, ότι η ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει το βράδυ εκείνο ήταν πολύ μεγαλύτερη, υποστήριξε, ότι μόνο μισό μπουκάλι μπύρα είχε καταναλώσει αναιρώντας, έτσι, την προηγούμενη δήλωσή του. Μια άλλη αξιοσημείωτη πτυχή της μαρτυρίας είναι και η ακόλουθη. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος πριν φύγει από το Καταιγίδα πλήρωσε τον σερβιτόρο, που προηγουμένως του είχε φέρει το ποτό του, το ποσό των Λ.Κ.50,00 σεντ. Ο σερβιτόρος αυτός ήταν το μόνο πρόσωπο με το οποίο ο Κατηγορούμενος μίλησε στο κέντρο εκτός από το θύμα σύμφωνα με την μαρτυρία του. Η πρώτη δε φορά που μίλησε με το πρόσωπο αυτό ήταν όταν παρήγγειλε σε αυτόν το ποτό του. Η δεύτερη και τελευταία φορά, σύμφωνα με την μαρτυρία του, που μίλησε με το πρόσωπο αυτό ήταν αφού κάθισε στο τραπέζι του το θύμα. Από την πιο πάνω μαρτυρία προκύπτει, ότι η δεύτερη αυτή φορά ήταν όταν φεύγοντας από το κέντρο ο Κατηγορούμενος πλήρωσε στον σερβιτόρο τις Λ.Κ.50,00 σεντ. Ερωτηθείς στην αντεξέταση πόσος χρόνος παρήλθε από την στιγμή που μπήκε στο κέντρο μέχρι να μιλήσει για δεύτερη φορά με τον σερβιτόρο ο Κατηγορούμενος ανέφερε, ότι ο χρόνος αυτός δεν ξεπερνούσε τα 20 λεπτά. Από τα πιο πάνω προκύπτει, ότι δεν πρέπει να ήταν πιο αργά από τις 12:30, το πολύ 12:35, που ο Κατηγορούμενος έφυγε από το κέντρο μαζί με το θύμα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου φανερώνουν την γοερή αντίφαση, που υπάρχει μεταξύ των πιο πάνω δηλώσεων του Κατηγορουμένου και της θέσης του, σύμφωνα με την οποία από το κέντρο έφυγε με το θύμα στις 1:45 το πρωί, δηλαδή, μια ώρα και πλέον αργότερα. Η αντίφαση αυτή είναι ενδεικτική της αναξιοπιστίας του και ως τέτοια δεν μπορεί να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο