Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Άγγελου Ιωσήφ, Αρ. Υπόθεσης: 1902/05, 7 / 5 / 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1902/05 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - v - Άγγελου Ιωσήφ Kατηγορούμενου ---------------------------- Ημερομηνία: 7 / 5 / 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν. Κορακίδης Κατηγορούμενος : παρών ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)4 και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119
(1)/ 00) και άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα αναφορικά με τις πρώτες δυο κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1 και 2, του καταλογίζεται ότι την 1η και στις 11 Ιουλίου 2004 αντίστοιχα, στην Τρεμιθούσα της Επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε παράνομα κατά της συζύγου του Ειρήνης Νεοφύτου από την Πάφο, ενώ σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία, συμπεριφέρθηκε στη σύζυγο του Ειρήνη Νεοφύτου κατά τέτοιο τρόπο που της προκάλεσε ψυχική βλάβη. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρουσιάσθηκαν στο δικαστήριο εκ μερούς της Κατηγορούσας Αρχής και κατάθεσαν ως μάρτυρες η Γ/Αστυφύλακας 4670 και εξεταστής της υπόθεσης Φ. Ευθυμίου καθώς και η παραπονούμενη Ειρήνη Νεοφύτου (Μ.Κ.
- και 2 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το νόμο, κατάθεσε ενόρκως. Οι διάφορες θέσεις που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή κατά τη διάρκεια της δίκης, όπως αποτυπώνονται στη γραπτή κατάθεση της παραπονούμενης (τεκμήριο 4) την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, είναι οι εξής: Με τον κατηγορούμενο στον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγοι. Στις 11 Ιουλίου 2004, γύρω στο μεσημέρι, του ζήτησε να της δείξει τα χαρτιά του αδελφού του Σιάτη ο οποίος διέμενε μαζί τους, για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν παράνομος στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος τότε νευρίασε γιατί δεν του είχε εμπιστοσύνη και δεν ήθελε τον αδελφό του, οπότε άρχισε να τη βρίζει και να την κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος περιλαμβανομένου του προσώπου. Αυτή προσπάθησε να βγεί έξω από το σπίτι, αλλά ο κατηγορούμενος την εμπόδιζε. Τη στιγμή αυτή είχε έρθει στο σπίτι και ο αδελφός του που είχε πάει να αγοράσει τσιγάρα και του είπε να σταματήσει να την κτυπά. Πάνω στον καβγά, ο κατηγορούμενος του έδωσε ένα πάτσο, άρχισε να την καταργιέται και συνέχισε να την κτυπά. Εν τέλει φαίνεται ότι πείστηκε από τον αδελφό του και σταμάτησε να την κτυπά, όταν του είπε ότι θα τη σκοτώσει. Κάτι ανάλογο έγινε και την 1η Ιουλίου, 2004 γύρω στις 10.30 το βράδυ. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιο υπάλληλο του και φώναζε πολύ. Όταν τέλειωσε το ρώτησε τις συμβαίνει και γιατί φωνάζει. Της απάντησε ότι του χρωστούσε λεφτά. Τότε αυτή, του είπε να του δώσει £10 με £20 να περάσει, οπότε, ο κατηγορούμενος θύμωσε και άρχισε να της φωνάζει ότι ενδιαφέρεται για εκείνο αντί για τον άντρα της και τη ρώτησε αν ήθελε να τον παντρευτεί κιόλας. Την ίδια ώρα της επιτέθηκε και άρχισε να την κτυπά με τα χέρια στο πρόσωπο, στο στομάχι και στα πόδια, ενώ την έσπρωξε κιόλας και έπεσε στο έδαφος. Και πάλι χρειάστηκε να επέμβει ο αδελφός του, ο οποίος άκουσε τις φωνές και έσπευσε στο μέρος όπου το σταμάτησε. Ο λόγος που η παραπονούμενη δεν κατάγγειλε τα δυο αυτά επεισόδια στην αστυνομία, ήταν γιατί δεν είχε μεταφορικό μέσο, ενώ ούτε και τηλεφώνησε γιατί ο κατηγορούμενος είχε σπάσει το τηλέφωνο. Στην αστυνομία μετέβηκε στις 17 Αυγούστου, 2004 όπου και κατάγγειλε προφορικά τα πιο πάνω για σκοπούς ενημέρωσης της αστυνομίας. Ούτε και πήγε στο νοσοκομείο να εξεταστεί από γιατρό, γιατί είχε περάσει πάνω από ένας μήνας. Ο κατηγορούμενος στις 2 Αυγούστου 2004, έφυγε από το σπίτι του και δεν ξαναεπέστρεψε. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισε να προχωρήσει την υπόθεση στο δικαστήριο. Εδώ θα πρέπει να επισημάνω, ότι η παραπονούμενη προέβηκε σε γραπτή καταγγελία στην αστυνομία με την οποία αναφέρει τα πιο πάνω, στις 4.11.
- Όπως θα διαφανεί αργότερα έχει και αυτό το γεγονός κάποια σημασία. Η κεντρική θέση του κατηγορούμενου που αρνείται ασφαλώς ότι του καταμαρτυρεί η παραπονούμενη - πρώην σύζυγος του σήμερα, - είναι ότι αυτή τον κατάγγειλε επειδή το ζήλευε και κατά κάποιο τρόπο ήθελε να τον εκδικηθεί και να τον ταλαιπωρήσει, επειδή, παρά τη διαφωνία της, πραγματοποίησε ένα ταξίδι στην πατρίδα του Συρία. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή του μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης, ενώ για κάθε μάρτυρα, απαιτείται σύγκριση όσων ανάφερε στο δικαστήριο με αυτά που ανάφερε στην γραπτή του κατάθεση, ως επίσης και σύγκριση όσων κατάθεσε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης με αυτά που είπε αντεξεταζόμενος. Αρχίζοντας από τη Μ.Κ.1 και εξεταστή της υπόθεσης Γ/Αστυφύλακα 4670 Φ. Ευθυμίου, δηλώνω ευθέως ότι η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ευθύτητα μα προπαντός ειλικρίνεια το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβηκε άλλά και για ό,τι γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση. Έδωσε ακόμη πειστικές εξηγήσεις και για ενέργειες για τις οποίες ρωτήθηκε αν έχει κάνει και απάντησε αρνητικά. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε κανένα σημείο. Η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τόσο φτωχή, σε βαθμό που μου είναι πραγματικά αδύνατο να βασιστώ σ' οτιδήποτε αυτή ανάφερε επί της ουσίας, προκειμένου να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα κρίσιμα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η παραπονούμενη κάθε άλλο παρά ως σταθερή μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί. Περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, μερικοί από τους ισχυρισμούς της συγκρούονται ουσιωδώς με αυτούς της Μ.Κ.1 σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, ενώ κάποιοι άλλοι στερούνται λογικής εξήγησης. Και όλα αυτά, με κάθε κατανόηση για τη δυσκολία άρθρωσης που είχε καθώς και το φόβο που διέκρινα στο πρόσωπό της καθ' όλη τη διάρκεια που κατάθετε ενόρκως, στοιχεία τα οποία αποδίδω στην ιδιοσυγκρασία της. Παραθέτω μερικούς από τους λόγους για τους οποίους απορρίπτω την εκδοχή της παραπονούμενης επί της ουσίας όσων ανάφερε, με αναφορά στη μαρτυρία της. · Ενώ στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τη χτύπησε δυο φορές, αντεξεταζόμενη επέμενε ότι αυτό συνέβηκε πάνω από 30, για να προσθέσει ότι όταν πήγε στην αστυνομία της είπαν να πει μόνο τις δυο τελευταίες φορές. Η Μ.Κ.
- που αποτελεί την αστυνομικό που δέχθηκε το προφορικό παράπονο της παραπονούμενης και αργότερα της πήρε και τη γραπτή κατάθεση, ισχυρίστηκε ότι το προφορικό παράπονο αφορούσε μόνο στις δυο περιπτώσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο· δηλαδή την 1η και στις 11 Ιουλίου, 2004 . · Σε συνέχεια του προηγούμενου, ερωτηθείσα από τον κ. Κορακίδη, κατά πόσο στην αίτηση διαζυγίου που καταχώρησε, προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι ο σύζυγός της της επιτέθηκε κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, απάντησε καταφατικά. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε πως δεν αναφέρεται στην αίτηση διαζυγίου κανένα περιστατικό επίθεσης του κατηγορούμενου εναντίον της, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, πως δεν έγινε κανονική δίκη «γιατί δε δεχτήκατε εσείς να γίνει....» § Ισχυρίστηκε ότι όταν στις 17 Αυγούστου, 2004 κατάγγειλε προφορικά τον κατηγορούμενο στην αστυνομία, θεωρούσε ότι αυτό ήταν αρκετό για προσαγωγή του στο δικαστήριο. Επειδή όμως η ίδια καθυστερούσε να πάρει κλήση, ανησύχησε, πήγε στην αστυνομία να μάθει τι γίνεται και τότε είναι που της είπαν ότι έπρεπε να δώσει γραπτή κατάθεση. Η Μ.Κ.
- για το ίδιο θέμα, ανάφερε ότι όταν η παραπονούμενη προσήλθε στο σταθμό και κατάγγειλε προφορικά τον κατηγορούμενο, είπε ότι αυτό έγινε, γιατί η παραπονούμενη ανάφερε ότι δεν ήθελε την ποινική του δίωξη, αλλά να γίνει αναφορά για μελλοντική χρήση εκ μέρους της. Συγκεκριμένα, όπως της είχε αναφέρει, πιθανόν να προέβαινε σε αίτηση διαζυγίου. Και βεβαίως, πέραν από την αντίφαση που είναι ολοφάνερη μεταξύ όσων ανάφεραν οι δυο μάρτυρες επί του προκειμένου, τίθεται το ερώτημα, αφού καταχωρίστηκε από την παραπονούμενη αίτηση διαζυγίου και μάλιστα κάποια στιγμή φαίνεται να εκδόθηκε και διαζύγιο, πρώτο, γιατί δεν προέβαλε λόγο διαζυγίου, με αναφορά τουλάχιστον στα δυο συγκεκριμένα επεισόδια και δεύτερο, γιατί δεν κλήθηκε στο δικαστήριο η Μ.Κ.
- να καταθέσει; Πέραν αυτού, στη γραπτή της κατάθεση, αναφέρει ότι πήγε στην αστυνομία στις 17 Αυγούστου περίπου, αλλά δεν προέβηκε σε γραπτή καταγγελία. Απλώς, έκαμε αναφορά για ενημέρωση της αστυνομίας. · Ενώ ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι στις 2 Αυγούστου 2004, χωρίς ωστόσο να της δώσει την εντύπωση πως δε θα επέστρεφε, ισχυρίστηκε ότι αυτός, ενάμιση μήνα προηγουμένως άρχισε να μαζεύει λίγα λίγα τα πράγματα του και να τα μεταφέρει εκτός σπιτιού, ενώ στις 2 Αυγούστου, ήρθε στο σπίτι και μάζεψε σχεδόν τα τελευταία του πράγματα, αφήνοντας μόνο το φορτιστή του τηλεφώνου του. Μολονότι τις τελευταίες μέρες πρόσθεσε είχε αγοράσει άλλο τηλέφωνο, ίσως για να την παραπλανήσει, φεύγοντας, άφησε το φορτιστή, ως επίσης και τη φανέλα που φορούσε την οποία όταν μετέφερε τα πράγματα του την έβγαλε και την άφησε. Διερωτώμαι ειλικρινά πόσο λογικός είναι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης, ότι όταν ο σύζυγος της για ενάμιση μήνα μετέφερε από το σπίτι τα πράγματα του, η ίδια δεν είχε αντιληφθεί ότι αυτός θα έφευγε οριστικά, ενώ το ίδιο ισχύει και για ό,τι του αποδίδει ότι έκανε για να την παραπλανήσει. Είναι δυνατό όταν θέλει κάποιος να δημιουργήσει την εντύπωση στο σύζυγο του ότι δεν τον εγκαταλείπει, να μαζεύει όλα του τα πράγματα και να αφήνει μόνο τη φανέλα που φορούσε προτού φύγει και ένα φορτιστή τηλεφώνου; · Ενώ από τα χτυπήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο στις 11 Ιουλίου δε μπορούσε να περπατήσει, ήταν σχεδόν μισοπεθαμένη, ανάφερε χαρακτηριστικά, στη γραπτή της κατάθεση, ισχυρίζεται ότι μετά τα χτυπήματα που δέχθηκε στα χέρια, τα πόδια και στο πρόσωπο, έτρεχε προς την πόρτα της κουζίνας για να βγει έξω, για να εμποδιστεί από τον κατηγορούμενο ο οποίος την κλωτσούσε στην πλάτη και άρχισε να την τραβά με τα χέρια. Τώρα πως γίνεται ένας μισοπεθαμένος που δεν μπορούσε να περπατά, να μπορεί να τρέχει, μόνο η παραπονούμενη γνωρίζει. · Θεωρώ εντελώς παράλογο τον ισχυρισμό της, ότι ο κατηγορούμενος και στις δυο περιπτώσεις που της επιτέθηκε και την κακοποίησε, φεύγοντας από το σπίτι, άφησε τον αδελφό του εκεί για να μην έρθει κάποιος στο σπίτι και δει πόσο χτυπημένη ήταν, και όχι για να μη βγει έξω η ίδια. · Ενώ στο δικαστήριο προέβαλε τη θέση ότι κακοποιήθηκε βάναυσα από το σύζυγό της, σε βαθμό που στις 11 Ιουλίου (επαναλαμβάνω και πάλι) ήταν σχεδόν μισοπεθαμένη, στη γραπτή της κατάθεση ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν πήγε στην αστυνομία για να καταγγείλει τα δυο επεισόδια μα ούτε και τηλεφώνησε, ήταν επειδή δεν είχε μεταφορικό μέσο σε σχέση με το πρώτο και τηλέφωνο σε σχέση με το δεύτερο, αφού το είχε σπάσει ο κατηγορούμενος. · Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα που αντανακλά και το μέγεθος του παραλόγου αρκετών από τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, είναι το εξής: ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενη, ότι την 1η Ιουλίου ο σύζυγος της τη χτύπησε και πάλι αλλά όχι τόσο άσχημα όπως και στις 11 Ιουλίου που την κατέστησε μισοπεθαμένη. Παρά ταύτα, επειδή πονούσε μετά συνέχεια στην πίσω πλευρά της μέσης της, μετά τις 17 Αυγούστου πήγε στο νοσοκομείο και έβγαλε «αχτίνες, μήπως έσπασε ο σπόνδυλος μου» για να χρησιμοποιήσω επ' ακριβώς τα λόγια της. Γεννάται το εξής ερώτημα· πως γίνεται η παραπονούμενη να συνδέει τον πόνο και την ανάγκη που την ώθησε να πάει στο νοσοκομείο για αχτινογραφίες μετά τις 17 Αυγούστου, με το επεισόδιο της 1ης Ιουλίου, τη στιγμή που στις 11 Ιουλίου, ακολούθησε το δεύτερο επεισοδίο ξυλοδαρμού της, που την κατέστησε σχεδόν μισοπεθαμένη; Έπειτα, πως συνάδει ο ισχυρισμός της ότι πήγε στο νοσοκομείο για αχτινογραφίες, με αυτό της γραπτής της κατάθεσης, σύμφωνα με τον οποίο, ο λόγος που δεν πήγε στο νοσοκομείο να εξεταστεί, ήταν γιατί είχε περάσει πάνω από ένας μήνας μέχρι τις 17 Αυγούστου, 2004 που κατάγγειλε προφορικά την υπόθεση; Και αν μέχρι τις 17 Αυγούστου 2004 είχε περάσει πάνω από ένας μήνας, όποτε μπορεί να λεχθεί, ότι ενδεχομένως πήγε στο νοσοκομείο για τις αχτινογραφίες μετά από την ημερομηνία αυτή, προέβη σε γραπτή κατάθεση στις 4 Νοεμβρίου,
- Ποιος την εμπόδισε τότε να αναφέρει ότι έβγαλε αχτινογραφίες; Όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ξέχασε να το αναφέρει στις 4.11.2004, ποιος την εμπόδισε να τις παρουσιάσει στο δικαστήριο; Η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι απλή. Η παραπονούμενη ουδέποτε μετέβηκε στο νοσοκομείο για εξέταση, γιατί δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, με αναφορά σε οτιδήποτε καταλογίζει στον κατηγορούμενο, που προφανώς δε δέχομαι ότι αποτελεί γεγονός. Λέγοντας αυτά, δε θα ήθελα να θεωρηθεί ότι δέχομαι την εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι έχει αναφέρει είτε στην ανακριτική του κατάθέση (βλ το τεκμήριο 1), την οποία υιοθέτησε και αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης είτε στο δικαστήριο. Ωστόσο, με δεδομένη την κατάληξή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης και την αξιοπιστία της ως μάρτυρος, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ είτε με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου είτε με την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Κάθε δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στην εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα ουσιαστικά πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν συγκεκριμένη υπόθεση, με αποδοχή των ισχυρισμών είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης ως προς αυτά. Μπορεί ακόμη να δεχθεί και μέρος της εκδοχής της μιας πλευράς ή και της άλλης, αρκεί κάτι τέτοιο να συνοδεύεται με την αναγκαία αιτιολογία. Επί του προκειμένου, ιχνηλατώντας τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, κατέστη αδύνατο να εντοπίσω την αλήθεια. Και για να καταλήξω, δυο ή περισσότερα ψέματα ουδέποτε μας οδηγούν στην αλήθεια. Μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων σε επίπεδο ποινικής δίκης, απολήγει σε βάρος της υπόθεσης της Κατηγορίας που έχει το βάρος της απόδειξης της υπόθεσης της και της ενοχής του κατηγορούμενου με το αυστηρό επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Επομένως, αυτός αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ..../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο