Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Valeri Baldzi, Αρ. Υπόθεσης: 882/07, 7/5/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 882/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσα Αρχή - v - Valeri Baldzi Kατηγορούμενος ---------------------------- Ημερομηνία: 7/5/2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο: κα. Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος : παρών ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(λ) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι ενώ είναι αλλοδαπός από την Ουκρανία και υπόβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο στις 5.10.2004 και ο φάκελος του έκλεισε και διακόπηκε η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του από την αρχή προσφύγων στις 10.12.2006, έκτοτε παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του τμήματος μετανάστευσης. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου, υπόβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της, επαρκώς, ώστε αυτός να υποχρεούται να κληθεί σε απολογία για να προβάλει υπεράσπιση. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής στην εισήγηση της Υπεράσπισης, υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί, η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν, (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου, (δηλαδή υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου (βλ Αζίνας v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Ευγένιος Παναγιώτου & Ηλίας Μίτσιγκας v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199, κ.λ.π.). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και τις 10.12.2006 ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, καθιστά αναγκαία την εξέταση της εισήγησης της Υπεράσπισης, με βάθρο τόσο τις σχετικές διατάξεις του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου όσο και τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6
(1)/ 00) ως έχει τροποποιηθεί. Το κύριο ερώτημα που προβάλλει είναι το εξής: Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως διατείνεται η Κατηγορούσα Αρχή, παρέλειψε να παρουσιαστεί στο ραντεβού που του είχε οριστεί για τις 6.12.2006 από την Υπηρεσία Ασύλου, για σκοπούς εξέτασης της αίτησης του, με αποτέλεσμα στις 10.12.2006 να κλείσει ο φάκελος του και να διακοπεί η διαδικασία εξέτασης της αίτησης, καθιστά την παραμονή του στη Δημοκρατία από την ημερομηνία αυτή και μετά παράνομη; Και τούτο, νοουμένου ότι αποδείχθηκε στον αναγκαίο βαθμό, ότι αποτελεί γεγονός, οτιδήποτε αναφέρεται πιο πάνω. Όμως θα επανέλθω στο θέμα αυτό. Την απάντηση και πάλι μας τη δίνει ο περί Προσφύγων Νόμος. Προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των ακόλουθων διατάξεων του: Στο άρθρο 2 του Νόμου, με πλαγιότιτλο ερμηνεία, μεταξύ άλλων αναφέρεται τι σημαίνει «Προϊστάμενος». Προκύπτει ότι είναι ο αρμόδιος λειτουργός που προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, προκύπτει από το άρθρο 8 του Νόμου, ότι ο αιτητής πολιτικού ασύλου, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, υποχρεούται να παραμένει στον τόπο διαμονής του που καθορίζεται στην άδεια διαμονής που του παρέχεται, ενώ, σε περίπτωση αλλαγής του τόπου αυτού, οφείλει να ενημερώνει αμέσως τα κατά τόπο αρμόδια κλιμάκια αλλοδαπών και μεταναστεύσεως της αστυνομίας. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου
(3)των εν λόγω άρθρου, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του αιτητή με την προηγούμενη υποχρέωση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 16 Α του Νόμου, που προνοεί ότι ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης, με απόφασή του, η οποία καταχωρείται στο φάκελο. Το άρθρο 18 του Νόμου, με πλαγιότιτλο «Αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου», στο εδάφιο 3, αναφέρει ότι: «Όλες οι αποφάσεις του Προϊστάμενου είναι δεόντως αιτιολογημένες και γνωστοποιούνται γραπτώς στους αιτητές, και σε περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, ο αιτητής πληροφορείται γραπτώς από τον Προϊστάμενο για τη δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής καθώς και για τα χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ασκήσει την εν λόγω προσφυγή δυνάμει του παρόντος Νόμου.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το εδάφιο 6 του ιδίου άρθρου, «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11Β
(3)του παρόντος Νόμου, οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου δεν καθίστανται εκτελεστές πριν από την πάροδο της προθεσμίας για άσκηση διοικητικής προσφυγής και, σε περίπτωση άσκησης διοικητικής προσφυγής, πριν από την έκδοση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, περίπτωση κατά την οποία ο αιτητής δικαιούται να παραμείνει στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής.» Με το άρθρο 28
(1)του Νόμου καθιδρύεται Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με εξουσία και αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την εξέταση διοικητικών προσφυγών που ασκούνται από αιτητές κατά των αποφάσεων του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου. Στο άρθρο 28 Ε
(1)του Νόμου, αναφέρεται ότι οποιαδήποτε αρνητική απόφαση του Προϊσταμένου, που λαμβάνεται μεταξύ άλλων δυνάμει του άρθρου 16 Α του Νόμου (που προνοεί ότι ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης) υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, η οποία συμφωνά με το άρθρο 28 ΣΤ
(2)ασκείται μέσα σε 21 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που λαμβάνει γνώση της απόφασης του Προϊσταμένου ή του Διευθυντή της ο αιτητής. Το πρώτο που θέλω να πω, είναι ότι ακόμη κι' αν ακολουθήθηκε νόμιμη διαδικασία από την Υπηρεσία Ασύλου μέχρι και τις 10.12.2006, που αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι έκλεισε ο φάκελος του κατηγορούμενου και διακόπηκε η διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, αυτός, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των προηγούμενων διατάξεων εξακολούθησε να έχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, τουλάχιστον για τις αμέσως επόμενες
(21)εργάσιμες μέρες από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της σχετικής απόφασης. Και τούτο, επειδή αυτή είναι η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής επί του προκειμένου, ενώ μέχρι και την εκπνοή της, η απόφαση του Προϊστάμενου δεν καθίσταται εκτελεστή. Αναδιφώντας το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας κατέστη αδύνατο να εντοπίσω ίχνος αυτής, ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της απόφασης με την οποία έκλεισε ο φάκελος και διακόπηκε η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στις 7.2.
- Αυτό τι σημαίνει; Με απλά λόγια, ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και την ημερομηνία αυτή, εξακολούθησε να τελεί υπό καθεστώς νόμιμης παραμονής στη Δημοκρατία, η οποία του παραχωρήθηκε υπό την ιδιότητά του ως αιτητή πολιτικού ασύλου. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου, με αναφορά σε ένα άλλο στοιχείο εξίσου σημαντικό όπως και το προηγούμενο. Ποια μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, ως θέμα εκ πρώτης όψεως, ότι έκλεισε ο φάκελος και διακόπηκε η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του κατηγορούμενου για πολιτικό άσυλο; Σύμφωνα με το Μ.Κ.4 Κ. Θεμιστοκλέους, υπεύθυνο αρχείου της Υπηρεσίας Ασύλου, με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (βλ τεκμήριο 4) «Το γεγονός ότι ο αλλοδαπός δεν ανταποκρίθηκε στην προαναφερόμενη υποχρέωση του συνεπάγεται το κλείσιμο του φακέλλου και η διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου. Ως εκ τούτου η διαδικασία εξέτασης του αιτήματος διακόπτεται και ο φάκελλος θεωρείται κλειστός από τις 10/12/06». Επιπλέον, σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα, τα πιο πάνω έγιναν από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Σύμφωνα τώρα με τη Μ.Κ.7 Χ. Μαυρομάτη, επίσης της Υπηρεσίας Ασύλου, ο φάκελος του κατηγορούμενου έκλεισε για τους λόγους που ανάφερε και ο προηγούμενος μάρτυρας, στις 10.12.2006, μετά από δική της εισήγηση προς τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία και έγινε αποδεκτή από αυτόν. Ότι ο φάκελος του κατηγορούμενου έκλεισε στις 10.12.2006, η μάρτυρας καθώς έχει αναφέρει, το γνωρίζει, γιατί αυτή είναι η ημερομηνία που αναγράφεται από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου πάνω στην εισήγησή της για κλείσιμο του φακέλου, ότι την έχει αποδεχθεί. Το ερώτημα που προκύπτει, είναι κατά πόσο η απόφαση για κλείσιμο του φακέλου πάρθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως ορίζει ο νόμος και όπως ανέφερε ο Μ.Κ.4 ή από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως ανέφερε η Μ.Κ.
- Ότι αποτελούν σοβαρή αντίφαση ως προς αυτή τη σοβαρή πτυχή της υπόθεσης, οι ισχυρισμοί των εν λόγω μαρτύρων, είναι ολοφάνερο, ως επίσης, είναι πρόδηλο, ότι το δικαστήριο εξ αντικειμένου αδυνατεί να προβεί σε εξαγωγή ανάλογου συμπεράσματος, είτε ως θέμα εκ πρώτης όψεως υπόθεση είτε και αργότερα, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ήθελε κληθεί σε απολογία, με το αυστηρό επίπεδο απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που απαιτείται στο τέλος της δίκης. Υπάρχει όμως ακόμη ένα πρόβλημα και μάλιστα πιο σοβαρό από το προηγούμενο για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ανεξάρτητα από το ποιος πήρε την απόφαση με την οποία έκλεισε ο φάκελος και διακόπηκε η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του Κατηγορούμενου, η σχετική απόφαση που θα πρέπει να είναι γραπτή και να είχε καταχωρηθεί στο σχετικό φάκελο, δε θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για να διαπιστωθεί κατά πόσο η έκδοση της αποτελεί γεγονός; Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να είναι καταφατική. Προτού παραθέσω το σκεπτικό της διαφαινόμενης απ' όσα προηγήθηκαν κατάληξής μου, με αναφορά και σε νομολογία, θα ήθελα να επισημάνω και το εξής. Ακόμη και αν μπορεί να λεχθεί, ότι ο ισχυρισμός της Μ.Κ.7, σύμφωνα με τον οποίο αναγράφεται από τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στη σχετική εισήγηση της για κλείσιμο του φακέλου, ότι αυτή γίνεται δεκτή, αυτό αποτελεί απόφαση, με δεδομένο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, σε εφαρμογή της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, δε θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ τη μαρτυρία αυτή και τούτο, γιατί έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι σε διαφορετική περίπτωση, δε θα εξυπηρετούνταν οι σκοποί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όμως, για να επαναλάβω, το θέμα είναι απλό. Αν υπήρχε τέτοια απόφαση, θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Έχω επίγνωση του εύρους της δικαιοδοσίας μου ως Ποινικού Δικαστηρίου. Γνωρίζω ακόμη ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας διοικητικών πράξεων, έχει το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Βλ. Ηλία v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137 κ.λ.π. Όμως, το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου η απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία έκλεισε ο φάκελος και σταμάτησε η διαδικασία εξέτασης της αίτησης του Κατηγορούμενου για παραχώρηση πολιτικού ασύλου (διεθνούς προστασίας ορθότερα) σε συνδυασμό με το επίσης γεγονός, ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της απόφασης, (έστω αυτής που έχει κατά νου η Κατηγορούσα Αρχή) πριν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αισθάνομαι ότι δημιουργούν πρόβλημα εξ αντικειμένου στοιχειοθέτησης στην υπόθεση της Κατηγορίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης κ.α. v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2. Α.Α.Δ. 75, οι εφεσείοντες διώχτηκαν για την παράλειψή τους να καταβάλουν το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας εκ μέρους του δικηγορικού συνεταιρισμού που είχαν συστήσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Μηλιώτης Λτδ & άλλοι v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, επισημαίνει τα εξής: «..... στην ποινική δίκη, δεν αποτελεί επίδικο θέμα η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης που επιβάλλεται από διοικητική απόφαση, για την παράλειψη εκπλήρωσης της οποίας διώκεται ο κατηγορούμενος. Η οριστικοποίηση της υποχρέωσης, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης. Η ύπαρξή της αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Το άλλο είναι η παράλειψη εκπλήρωσής της. Η εγκυρότητα της υποχρέωσης δεν ελέγχεται από το ποινικό Δικαστήριο. Το μόνο πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι εκείνο της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος». Τηρουμένων των αναλογιών και εδώ ισχύουν τα ίδια. Με δεδομένο το συμπέρασμά μου ότι δεν έχει αποδειχθεί η έκδοση της σχετικής απόφασης, δεν μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για γένεση ποινικής ευθύνης και τούτο, γιατί η ύπαρξη τέτοιας απόφασης, σύμφωνα με την Κυριακίδης (ανωτέρω) αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Είναι η εγκυρότητα της απόφασης που δεν ελέγχεται από το Ποινικό Δικαστήριο και όχι κατά πόσο αυτή αποτελεί γεγονός ή οι επιπτώσεις σε επίπεδο ποινικής δίκης από την ανυπαρξία τέτοιας απόφασης. Σε σχέση τώρα με την αναγκαιότητα να περιέλθει σε γνώση του αιτητή η απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ακόμη και αν η κρίση μου για την απόφαση ήταν διαφορετική, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128, όπου ο εφεσείων (κατηγορούμενος), καταδικάστηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής φόρου κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας, παρά τον ισχυρισμό του ότι η φορολογία για το συγκεκριμένο έτος, ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα, θεωρώντας προφανώς ότι αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι η ειδοποίηση επιβολής φορολογίας περιήλθε σε γνώση του εφεσείοντα ή ότι λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για γνωστοποίησή της σ' αυτόν, αποδέχθηκε την έφεση και ακύρωσε των πρωτόδικη απόφαση. Ακολουθεί το σκεπτικό: «Η δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξή της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίηση της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Βλέπε και την αναφορά για την αναγκαιότητα οριστικοποίησης της υποχρέωσης κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου, ως προϋπόθεσης για τη γένεση ποινικής ευθύνης στη Μηλιώτης (πιο πάνω). Βλ. και τη Δήμος Αγίου Αθανασίου v. Peter
(2004)2 Α.Α.Δ. 524, στην οποία υιοθετήθηκε ακριβώς η ίδια προσέγγιση όπως και στη Χριστοδούλου (πιο πάνω), στη βάση του σκεπτικού της τελευταίας. Επομένως, ακόμη και αν υπήρχε απόφαση και πάλι δεν τίθεται θέμα ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, γιατί η απόφαση, για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν κατέστη ανέκκλητη. Η θέση της Μ.Κ.7 επί του προκειμένου ήταν ξεκάθαρη. Την παραθέτω αυτούσια. «Οι αιτητές ασύλου δε γνωρίζουν αν ο φάκελος τους είχε κλείσει και ο λόγος είναι γιατί έχει κλείσει γιατί δεν μπόρεσαν να εντοπιστούν, άρα πως μπορούσαμε να τους εντοπίσουμε και να τους ειδοποιήσουμε ότι έχει κλείσει ο φάκελος τους;» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, σε εφαρμογή και όσων επισημαίνονται στη Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στη σχετική - πρώτη κατηγορία. Κατά συνέπεια αυτός αθωώνεται. (Υπ.) ................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ..../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο