← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Χαραλαμπίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2222/05, 24 Μαΐου, 2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Χαραλαμπίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2222/05, 24 Μαΐου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2222/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον

  1. Αντρέα Χαραλαμπίδη
  2. Αντρέα Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων ---------------- Ημερομηνία: 24 Μαΐου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον 2ο κατηγορούμενο : κ. Αλεξάνδρου (Κανείς για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 2 : παρών --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 2ος κατηγορούμενος σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92 και Κ.Δ.Π. 81/95, 4/96 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Την ίδια - πρώτη - κατηγορία καθώς και τις κατηγορίες 2 μέχρι 5, αντιμετώπιζε και ο συγκατηγορούμενος του, 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος μετά από παραδοχή κρίθηκε ένοχος σ' όλες τις κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, καταλογίζεται στο 2ο κατηγορούμενο ότι στις 17 Φεβρουαρίου 2003, στην Πάφο είχε στην κατοχή του 24, 668 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης από φυτό κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας. Επισημαίνεται ότι το σύνολο σχεδόν των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, αποτελείται είτε από ισχυρισμούς του Μ.Κ. 1 αστυφύλακα 543 Χ. Χουλιώτη (που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατάθεσε για την υπόθεση) οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι, είτε από το περιεχόμενο των κοινών παραδεκτών γεγονότων. Προκύπτουν από τα πιο πάνω τα ακόλουθα: Στις 17.2.2003 και περί ώρα 20:30, ο Μ.Κ. 1, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον αστυφύλακα 1653 Περικλέους και τη Γ/Αστυφύλακα 3122 Γεωργίου, ο Περικλέους δέχθηκε τηλεφώνημα από τον αστυφύλακα 2623 Ιωάννου, ο οποίος του ανάφερε ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής ΕΥΧ 264 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου, με κατεύθυνση την Πάφο, τον προσπέρασε με ηλιγγιώδη ταχύτητα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 439 το οποίο ανήκε στον 1ο κατηγορούμενο Ανδρέα Χαραλαμπίδη, γνωστό στην ΥΚΑΝ και ως BIX. Επειδή υπήρχε πληροφορία, ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο 1ος κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ναρκωτικά, τα οποία θα μετέφερε στην Πάφο, και τον αναζητούσε η αστυνομία, ο Περικλέους, αφού ενημέρωσε σχετικά τον Ιωάννου, του είπε να ακολουθήσει το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, το οποίο θα ανέκοπτε ο ίδιος με τους συναδέλφους του στον τερματικό κυκλικό κόμβο Πάφου. Εν το μεταξύ, ο Περικλέους, σε νέα επικοινωνία που είχε με τον Ιωάννου, ο τελευταίος του ανάφερε ότι ενώ ακολουθούσε το αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, όταν έφθασαν στην έξοδο προς τη Γεροσκήπου, κατευθύνθηκαν προς το εν λόγω χωριό και στη συνέχεια προς τα Κονιά. Συνεπεία αυτού, ο Περικλέους μαζί με τους δυο συναδέλφους του μετέβηκαν στην οδό Γρίβα Διγενή όπου εκινείτο το όχημα του 1ου κατηγορούμενου και έχοντας σε λειτουργία το φάρο και τη σειρήνα του υπηρεσιακού τους οχήματος, ανέκοψαν το όχημα του 1ου κατηγορούμενου. Ο δε Ιωάννου ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του 3 με 4 περίπου μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια, ο Περικλέους μαζί με τη Γεωργίου, πλησίασαν το όχημα του 1ου κατηγορούμενου που είχε ως οδηγό τον ίδιο και συνοδηγό το 2ο κατηγορούμενο και αφού έδειξε και στους δυο την αστυνομική του ταυτότητα και τους αποκάλυψε την ιδιότητά του, τους ζήτησε να ανοίξουν τις πόρτες για να τους γίνει έρευνα. Τότε, ο 1ος κατηγορούμενος, αγνοώντας την παρουσία των αστυνομικών, οδήγησε το όχημά του με πισινή ταχύτητα επικίνδυνα και αλόγιστα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Ιωάννου, ενώ στη συνέχεια κινήθηκε προς τα μπρος και αφού ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα εγκατέλειψε το μέρος, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των αστυνομικών και προκαλώντας ζημιές σε φωσφορούχους κώνους τροχαίας που ήταν τοποθετημένοι στο δρόμο. Ακολούθησε καταδίωξη του οχήματος του 1ου κατηγορούμενου από τους Περικλέους και Ιωάννου, οι οποίοι επιβιβάστηκαν για το σκοπό αυτό στο αυτοκίνητο του Ιωάννου και σε απόσταση 200 περίπου μέτρων, είδαν να πετάγεται από το παράθυρο του οδηγού ένα νάυλο διαφανές σακούλι, το οποίο σύμφωνα και με τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων, προέκυψε ότι περιείχε την απαγορευμένη ουσία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σχετικής - πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος. Ό,τι αρνείται ο 2ος κατηγορούμενος, που σε περίπτωση που κριθεί ότι έχει αποδειχθεί, η καταδίκη του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει καθίσταται αναπόφευκτη, προκύπτει από το περιεχόμενο της ανώμοτής του δήλωσης, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση με τα ναρκωτικά, απλά ήταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο του 1ου κατηγορούμενου, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός κρατούσε ναρκωτικά. Είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος προβάλλει την υπεράσπιση του άρθρου 30
(2)
(3)(β)(i) του Νόμου, οπότε και η τύχη της υπόθεσης θα κριθεί από την απάντηση που θα δώσει το δικαστήριο στο εξής ερώτημα: Έχει αποδειχθεί ότι ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι υπήρχαν ναρκωτικά στο όχημα του 1ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο; Εν πάση περιπτώσει, επειδή το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί άγνοιας που προβάλλει ο κατηγορούμενος μετατοπίζεται από το σχετικό νόμο στον ίδιο, έχω κατά νου ότι το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για το σκοπό αυτό είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (on the balance of probabilities) εν' αντιθέσει με αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας που έχει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεσή της (βλ. μεταξύ άλλων σε σχέση με το πρώτο, τις υποθέσεις Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)CLR 57, Ταραπουλούζης ν. ΄Επαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Cross on Evidence, 4η έκδοση σελ. 85-87 κ.ο.κ., ενώ σε σχέση με το δεύτερο Woolminghton v. D.P.P.
(1935)A.C. 462, Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40 κ.ο.κ). Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί, ότι αν στο τέλος της δίκης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου, αυτός θα πρέπει να απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. και τις Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 CLR. 97). Με δεδομένη την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου, υπό το φως και όσων έχουν αναφερθεί από το Λόρδο Shaw στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, θα μπορούσε καταρχήν να λεχθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, στη βάση των γεγονότων που απορρέουν από την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Και τούτο γιατί, ενώ έχει αποδειχθεί ότι υπήρχαν ναρκωτικά στο όχημα όπου επέβαινε και ο ίδιος μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, δεν υποστήριξε ενόρκως τον ισχυρισμό του πως δε γνώριζε το γεγονός αυτό. Ωστόσο, το πως συναρτάται η υποχρέωση του κατηγορούμενου να αποδείξει τον προηγούμενο του ισχυρισμό, με την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του στην κατηγορία, υποδεικνύεται ξεκάθαρα από το Δικαστή Πογιατζή στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, υπόθεση που αφορούσε την ίδια κατηγορία με αυτή που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα λοιπόν με τις σχετικές παρατηρήσεις του Δικαστή Πογιατζή, - με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σ' αυτές - καταρχήν, η γνώση εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι υπήρχαν τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο όπου επέβαινε, αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έπειτα και αυτό είναι που έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 12.4 του Συντάγματος, δεν επιτρέπει οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 32
(3)(β)(i) του Νόμου 29/77, η οποία θα αφαιρούσε την υποχρέωση από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει με θετικό τρόπο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το πιο πάνω γεγονός και θα επέβαλλε σ' αυτόν την υποχρέωση να αποδείξει την έλλειψη της απαραίτητης αυτής γνώσης. Στην παρούσα υπόθεση και πάντοτε έχοντας κατά νου τις παρατηρήσεις του Δικαστή Πογιατζή στην Ιακώβου (ανωτέρω) ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού του περί έλλειψης γνώσης. Είναι αρκετή η δημιουργία πραγματικής αμφιβολίας πως γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι στο όχημα όπου επέβαινε υπήρχαν ναρκωτικά. Έχει αποδειχθεί λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος είχε τέτοια γνώση στην προκειμένη περίπτωση; Άμεση μαρτυρία που να οδηγεί σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν υπάρχει. Ερώτημα˙ υπάρχουν τέτοια στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας, που σωρευτικά θεωρούμενα, να δημιουργούν τέτοια αξιοθαύμαστη συνοχή και ένα τόσο συμπαγές σύνολο, που χωρίς να παρέχεται ευχέρεια ή περιθώριο εξαγωγής οποιουδήποτε άλλου συμπεράσματος, να οδηγούν στο μοναδικό συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι υπήρχαν τα ναρκωτικά στο όχημα όπου επέβαινε κατά τον ουσιώδη χρόνο; Απαντώ ευθέως αρνητικά στο ερώτημα. Ακολουθεί το σκεπτικό. Όσο ισχυρά στοιχεία και να είναι, πρώτο, η ύπαρξη των ναρκωτικών στο όχημα του 1ου κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεύτερο, το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος επέβαινε στο εν λόγω όχημα το χρόνο αυτό, τα ακόλουθα στοιχεία, όχι μόνο επιβεβαιώνουν την κρίση μου περί της ανυπαρξίας αρκετών άλλων στοιχείων που υπολείπονται για στοιχειοθέτηση της γνώσης στον αναγκαίο βαθμό, αλλά, αντίθετα, ενισχύουν τις αμφιβολίες μου ως προς την απόδειξη της ύπαρξης αυτής της γνώσης. Καταρχήν, η πληροφορία που είχε η αστυνομία για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, αφορούσε μόνο τον 1ο κατηγορούμενο. Έπειτα, καμία αξία αποδίδω στον ισχυρισμό του αστυφύλακα Περικλέους, ότι τόσο ο 1ος όσο και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν γνωστοί στην ΥΚΑΝ, όσο και να υποψιάζομαι τι εννοούσε ή ήθελε να πει με αυτή του αναφορά και τούτο γιατί, σε επίπεδο ποινικής δίκης, δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες κι' αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). ΄Υστερα, οδηγός του οχήματος ήταν ο 1ος κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και διερωτώμαι τι θα μπορούσε να κάνει ο 2ος υπό μορφή αντίδρασης, ιδιαίτερα από την ώρα της ανακοπής του οχήματος από την αστυνομία και μετέπειτα. Δε μου διαφεύγει ακόμη, ότι το σακουλάκι που περιείχε τα ναρκωτικά, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης είναι από το παράθυρο του οδηγού που πετάχτηκε ως επίσης και ό,τι ακολούθησε και ιδιαίτερα, όσα αποκάλυψε η έρευνα στην οικία του 1ου κατηγορούμενου καθώς και στο αυτοκίνητο του, τα οποία συνδέουν τον ίδιο με τη διάπραξη όλων των αδικημάτων που ομολόγησε ότι διέπραξε και καθόλου τον 2ο κατηγορούμενο. Σ' όλα αυτά, προστίθενται η παραδοχή του στο δικαστήριο και η καταδίκη του σ' όλες τις κατηγορίες, περιλαμβανομένης της 1ης κατηγορίας. Και κάτι ακόμη, που προσλαμβάνει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία για το εύλογο των αμφιβολιών μου σε σχέση με την εμπλοκή του 2ου κατηγορούμενου στο αδίκημα που κατηγορείται ότι διέπραξε. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 1 (βλ. το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης - τεκμήριο 1 -) όταν ο 1ος κατηγορούμενος στις 30.9.2004 κατηγορήθηκε γραπτώς από τον ίδιο για τα αδικήματα που προέκυψαν εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «παραδέχομαι όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και θέλω επίσης να σου πω ότι τα ναρκωτικά που βρήκατε τη νύχτα της 17.2.2003 είναι δικά μου και ο Ανδρέας Κωνσταντίνου που ήταν μαζί μου εκείνη τη νύχτα δεν είχε καμία σχέση». Στην απουσία απόδειξης του πιο πάνω στοιχείου, είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική - πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.