← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 2116/05, 12 Ιουνίου, 2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Αντρέα Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 2116/05, 12 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2116/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Αντρέα Ιωάννου Κατηγορούμενου ---------------- Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για τον κατηγορούμενο : Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος : παρών --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (1η κατηγορία), παράλειψη συμμόρφωσης σε διαταγή θηροφύλακα, κατά παράβαση των άρθρων 77

(1)
(3)(γ), 88 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης ΄Αγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003 (Ν. 152
(1)/03) - 2η κατηγορία - και τέλος, δημόσια εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα (3η κατηγορία). Κατά τη διάρκεια της δίκης, παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και κατάθεσαν ως μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, ο υπαστυνόμος Φ. Πολυκάρπου (Μ.Κ. 1) καθώς και ο παραπονούμενος θηροφύλακας Θεοφάνης Ευσταθίου (Μ.Κ. 2). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως. Διατείνεται η Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση όσων ανάφερε ο παραπονούμενος, ότι αυτός, στις 21.11.2004 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στις περιοχές του Πύργου Τυλληρίας, μαζί με το συνάδελφό του Χρίστο Ιωάννου και ακολουθούσαν το όχημα με αριθμό εγγραφής HQ 244, κάποια στιγμή, ο πρώτος είδε το συνοδηγό του εν λόγω οχήματος να προτάσσει προς τα πάνω ένα κυνηγετικό όπλο. Αφού ο μάρτυρας προσπέρασε το εν λόγω όχημα, στο οποίο, όπως διαπιστώθηκε αργότερα επέβαιναν στη θέση του οδηγού ο πατέρας του κατηγορούμενου, Ιωάννης Ιωάννου του Κώστα και στη θέση του συνοδηγού, ο θείος του κατηγορούμενου Ανδρέας Ιωάννου, σταμάτησε το υπηρεσιακό του όχημα, κατέβηκε κάτω και έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος που είχε προσπεράσει για να σταματήσει, πράγμα το οποίο αυτός έπραξε. Ακολούθως, ο παραπονούμενος αποκάλυψε την ταυτότητά του στο συνοδηγό και το ρώτησε γιατί έφερε συναρμολογημένο ΔΟΚΟ. Αυτός του έδωσε μια απάντησε, οπότε ο μάρτυρας του επέστησε τη προσοχή του στο νόμο για το αδίκημα που διέπραττε και τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί. Ο συνοδηγός του απάντησε «κάμε τη δουλειά σου». ΄Οταν όμως του ζητήθηκε από το μάρτυρα να του δώσει τα στοιχεία του, τα στοιχεία του ΔΟΚΟ καθώς και να του παραδώσει το ΔΟΚΟ ως επίσης και την άδεια κυνηγίου, αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Ωστόσο, όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας ζήτησε και από τους δυο (οδηγό και συνοδηγό) να εξέλθουν του οχήματος, αυτοί συμμορφώθηκαν. Ακολούθως, ο μάρτυρας ζήτησε από τον οδηγό του οχήματος τα στοιχεία του, οπότε αυτός του έδωσε την άδεια κυνηγίου. Τη στιγμή αυτή ήρθε κοντά του ο κατηγορούμενος, ο οποίος και τον παρεμπόδιζε να γράψει τα στοιχεία του οδηγού ως επίσης και του οχήματος HQ 244. Συγκεκριμένα, τον έσπρωχνε προς τα πίσω, ενώ μπήκε μπροστά και από τα δυο πρόσωπα από τα οποία προσπαθούσε να πάρει και να καταγράψει τα στοιχεία. Ο κατηγορούμενος, μολονότι κλήθηκε από το μάρτυρα να σταματήσει, του είπε δυο φορές είμαι αστυνομικός, θέλω τα στοιχεία σου και που κάθεσαι. Όταν στη συνέχεια ο μάρτυρας επέστησε στον οδηγό του οχήματος την προσοχή του στο νόμο και τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί επειδή επέτρεψε στο συνοδηγό να έχει εντός του οχήματος του συναρμολογημένο όπλο, πήρε την απάντηση «αφήστε μας ήσυχους». Εν τω μεταξύ, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να φωνάζει και να ενθαρρύνει το θείο του να μη δώσει στο μάρτυρα τα στοιχεία του, πράγμα που αυτός έπραξε, ενώ κάποια στιγμή του άρπαξε από τα χέρια και τις σημειώσεις (τεκμήριο 4), τις οποίες πέταξε στο δρόμο, λέγοντας στους πατέρα και θείο του «εν πελλοί τούτοι». Οι σημειώσεις, λόγω δυνατής βροχής καταστράφηκαν. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος είπε στον πατέρα του να μπει στο αυτοκίνητο του, όπως και έγινε, ενώ ο μάρτυρας, κάλεσε το συνοδηγό να μπει στο υπηρεσιακό του όχημα για να πάνε στον Αστυνομικό Σταθμό Πύργου, κάτι που επίσης έγινε. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος αρνείται όσα του καταμαρτυρεί ο παραπονούμενος και ισχυρίζεται ότι παρενέβη, απλώς για να δει τι συμβαίνει, όταν είδε τους δυο θηροφύλακες να ανακόπτουν το όχημα στο οποίο επέβαιναν ο πατέρας του μαζί με το θείο του. Συγκεκριμένα, προχώρησε προς το μέρος των θηροφυλάκων οπότε και είδε τον ένα να γράφει πάνω σε μια κόλλα τα νούμερα του οχήματος του πατέρα του. Ρώτησε τι συμβαίνει και τότε ο ένας από τους δυο θηροφύλακες, αφού τον κοίταξε με άγριες διαθέσεις, με επιθετικό τρόπο, του είπε «φύε ρε που δαμέ ποιος είσαι εσού που να σου δώσω εξηγήσεις». Τότε, ο κατηγορούμενος του είπε πως πρόκειται για τον πατέρα του και ότι αν επρόκειτο για κάτι παράνομο να κάνει τη δουλειά του, καθότι είναι και ο ίδιος μέλος της αστυνομίας, για να πάρει την απάντηση «με για σου με χαρά σου». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος είδε τους δυο θηροφύλακες να οδηγούν το θείο του με το όχημα τους προς τον Αστυνομικό Σταθμό Πύργου και μάλιστα χωρίς να το συλλάβουν, οπότε και τους ακολούθησε. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο καθ' όλη τη διάρκεια που κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, απαιτείται να γίνει αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Έχω επίσης κατά νου, ότι το δικαστήριο, ως θέμα αρχής, μπορεί να βασισθεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και τούτο γιατί, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε θα πρέπει να γίνει δεκτή είτε θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326, 366. «........ η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση ΄Επαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1, υπαστυνόμου Φ. Πολυκάρπου, κατά βάση υπήρξε τυπική. Ο εν λόγω μάρτυρας που είναι ο εξεταστής της υπόθεσης ανάφερε στο δικαστήριο με αμεσότητα και ειλικρίνεια το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και γενικά για ό,τι γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ και μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου Μ.Κ. 2 Θεοφάνη Ευσταθίου, ενώ για λόγους που ασφαλώς θα παραθέσω, δεν μπορώ να δεχθώ άλλο, το οποίο, όπως θα διαφανεί αργότερα είναι και το πιο σημαντικό. Συγκεκριμένα, δέχομαι όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι έλαβαν χώρα, από τη στιγμή που είδε το θείο του κατηγορούμενου να έχει συναρμολογημένο το ΔΟΚΟ στο όχημα με αριθμό εγγραφής HQ 244, μέχρι και την ώρα που σταμάτησε το όχημα αυτό, με τον τρόπο, κατά το χρόνο και στο σημείο που ανάφερε καθώς και για το λόγο που το σταμάτησε. Δέχομαι τη μαρτυρία του παραπονούμενου επί του προκειμένου, πρώτο, γιατί η εκδοχή του αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης υπήρξε σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία. Δεύτερο, ούτε και η υπεράσπιση αμφισβητεί το λόγο για τον οποίο ο μάρτυρας έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής HQ 244 να σταματήσει. Τρίτο και κυριότερο, ο μάρτυρας κανένα λόγο ή κίνητρο είχε να μην καταθέσει αληθώς επί των γεγονότων που εμπίπτουν στα πιο πάνω πλαίσια. Και τούτο, γιατί η υπόθεση και η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, από άλλα γεγονότα είναι που θα κριθούν και όχι από τα προαναφερθέντα. Παραθέτω τώρα το σκεπτικό της απόφασής μου να μη δεχθώ τη μαρτυρία του παραπονούμενου επί της ουσίας όσων ανάφερε. Μια πρώτη παρατήρηση, είναι ότι η εκδοχή του παραπονούμενου για ό,τι ακολούθησε από τη στιγμή που σταμάτησε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής HQ 244 και μετέπειτα, παρουσιάζει τέτοια πλοκή ως προς τα γεγονότα που καθώς έχει αναφέρει διαδραματίστηκαν, σε βαθμό που μου είναι δύσκολο να αποφανθώ ότι μέρος αυτών αποτελούν πράγματι γεγονότα, σε αντίθεση με άλλα. Ένα τέτοιο εγχείρημα εκ μέρους μου, θα ήταν ιδιαίτερα παράτολμο, ενώ τα όποια συμπεράσματά μου ακροσφαλή. Έχω την αίσθηση, ότι η ορθή επιλογή είναι να απορρίψω την εκδοχή του παραπονούμενου σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, στην καλύτερη γι' αυτόν περίπτωση, λόγω έντονων αμφιβολιών που σχηματίστηκαν στο μυαλό μου, εξαιτίας όσων εκτίθενται στη συνέχεια. ● Ενώ στην κατάθεση του (τεκμήριο 6), ο παραπονούμενος αναφέρεται σε μια σειρά από ενέργειες στις οποίες προέβηκε - με αναφορά στους πατέρα και θείο του κατηγορούμενου μέχρι και την έλευση του τελευταίου στο μέρος-, αντεξεταζόμενος, φέρει τον κατηγορούμενο να σταματά το όχημα του σε επικίνδυνο σημείο του δρόμου και μάλιστα να του κάνει και παρατήρηση γι' αυτό, στον οποίο αποδίδει ότι χωρίς να του απαντήσει για την παρατήρηση που του έκανε, άρχισε να το σπρώχνει, λέγοντάς του ότι είναι αστυνομικός και επέμενε ο μάρτυρας ότι αυτό έγινε αμέσως. Δηλαδή, αφού σταμάτησε ο ίδιος και έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος HQ 244 να σταματήσει, εκείνη τη στιγμή τον προσπέρασε ο κατηγορούμενος, σταμάτησε το όχημα του, ήρθε προς το μέρος του και τότε άρχισε να το σπρώχνει. ● Η εξήγηση που έδωσε ο παραπονούμενος σε όλες τις περιπτώσεις που κλήθηκε από το δικηγόρο του κατηγορούμενου να πει γιατί δε συνέλαβε είτε τον ίδιο είτε τα άλλα δυο πρόσωπα που δε συμμορφώνονταν προς τις υποδείξεις, απαιτήσεις ή παρακλήσεις του, δε θεωρώ πως είναι πειστική. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, πως ενώ είχε την εξουσία να τους συλλάβει, εντούτοις δεν είχε τη δύναμη. Και ενώ ανάμενα να πει για παράδειγμα, ότι ο λόγος που ανάφερε ότι δεν είχε τη δύναμη να τους συλλάβει, ήταν γιατί π.χ. φοβήθηκε, επειδή οι θηροφύλακες ήταν δυο, ενώ ο κατηγορούμενος και οι άλλοι περισσότεροι, απέδωσε την αδυναμία του στη ψυχολογική πίεση που δεχόταν από τον κατηγορούμενο, την οποία χαρακτήρισε τεράστια. ● Σε συνέχεια του προηγούμενου, εκεί όπου η εκδοχή του παραπονούμενου είναι εντελώς ανεδαφική, είναι στο σημείο που προσπάθησε να εξηγήσει, γιατί αφού τον εμπόδιζε ο κατηγορούμενος να πάρει τα στοιχεία των δυο προσώπων που επέβαιναν στο όχημα με αριθμό εγγραφής HQ 244 καθώς και το τελευταίο αυτό στοιχείο, δε ζήτησε από το συνάδελφό του να πάρει αυτός τα εν λόγω στοιχεία. Με τη σειρά μου, προσθέτω και το εξής˙ ή για να το βοηθήσει να συλλάβει οποιοδήποτε από τους τρεις, που για λόγους που έχει αναφέρει για κάθε ένα από αυτούς παρανομούσαν. Ποια ήταν η θέση του μάρτυρα σε σχέση με αυτό που ρωτήθηκε από τον κ. Χ"Λοϊζου; Την παραθέτω αυτούσια. « Εγώ είχα την ευθύνη να πάρω τα στοιχεία, εγώ σταμάτησα το όχημα, εγώ είδα το όπλο, εγώ ήμουν ο αρχαιότερος». Ε: Δηλαδή συμφωνείς μαζί μου ότι δεν είπες στο συνάδελφο σου να κάνει αυτή τη δουλειά; Α: Δεν του είπα. Ερώτημα: Τι σχέση έχουν όσα ανάφερε ο παραπονούμενος με την ουσία της ερώτησης που του υποβλήθηκε; Διερωτώμαι και για το εξής˙ ούτως ή άλλως, ό,τι αποδίδει στα τρία πρόσωπα ο παραπονούμενος, στοιχειοθετούν διάφορα ποινικά αδικήματα. Παρά ταύτα, δε ζήτησε τη βοήθεια του συναδέλφου του, είτε για να τα συλλάβει είτε για να καταστεί δυνατό να εκτελέσει το καθήκον του, μεταξύ άλλων, γιατί αυτός ήταν ο αρχαιότερος. Να υποθέσω δηλαδή, ότι τα τρία πρόσωπα που ανάφερε, εάν πέραν όσων τους αποδίδει, του επιτίθεντο κιόλας, θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο, είτε επειδή είναι αρχαιότερος είτε επειδή αυτός χτυπήθηκε; ΄Ομως, ας υποτεθεί ότι ο ίδιος έτσι σκέφτηκε έτσι συμπεριφέρθηκε. Ο συνάδελφός του, στον οποίο εν πάση περιπτώσει δεν απαγόρευσε να επέμβει, τί έκανε καθ΄ όλη τη διάρκεια αυτού του κρίσιμου χρόνου; ● Μου φαίνεται αρκετά περίεργο, να ζητά ο μάρτυρας από το θείο του κατηγορούμενου να του παραδώσει το ΔΟΚΟ με το οποίο διέπραξε το αδίκημα, ως επίσης να του δώσει τα στοιχεία του εν λόγω όπλου καθώς και τα προσωπικά του στοιχεία και αυτός να αρνείται και στη συνέχεια όταν τον κάλεσε να μπει στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητο για να πάνε στο σταθμό, να υπακούει έχοντας μαζί του και το ΔΟΚΟ. ● Ο κύριος λόγος για τον οποίο απορρίπτω την εκδοχή του παραπονούμενου επί της ουσίας, είναι γιατί αυτή σε σχέση με την πιο σημαντική της πτυχή έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία. Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου δεν μπόρεσε να γράψει τον αριθμό εγγραφής του οχήματος HQ 244 μα ούτε και να πάρει οποιοδήποτε προσωπικό στοιχείο είτε του οδηγού είτε του συνοδηγού. Καθώς έχει αναφέρει, το μόνο στοιχείο που πήρε ήταν η άδεια κυνηγίου του οδηγού. Και όλα αυτά, γιατί ο κατηγορούμενος ωθούσε τους άλλους δυο να μην του δώσουν τα στοιχεία που τους είχε ζητήσει, ενώ, όταν κατέβηκε κάτω για να γράψει τα στοιχεία τους, ο κατηγορούμενος του έπιασε τις κόλλες (τεκμήριο 4) και τις πέταξε μέσα στο δρόμο, οπότε, λόγω της δυνατής βροχής αυτές καταστράφηκαν. Και βεβαίως, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε όλα τα προηγούμενα, από την άλλη, αναγνώρισε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, ως επίσης και το γραφικό του χαρακτήρα. Το εν λόγω τεκμήριο, αποτελεί αδιάψευστο στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας, στην αξία της οποίας έχω αναφερθεί ενωρίτερα, με αναφορά στη Δημητρίου (ανωτέρω), από το οποίο προκύπτει ότι ο παραπονούμενος, και πήρε και κατέγραψε τα ακόλουθα στοιχεία: τον αριθμό εγγραφής του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο πατέρας του κατηγορούμενου καθώς και ο θείος του, το όνομα του πρώτου, τον αριθμό της ταυτότητάς του καθώς και τη διεύθυνση του. Αναφύεται το ερώτημα, πως είναι δυνατό, επί του τεκμηρίου 4 να μην προκύπτει κανένα στοιχείο από την άδεια κυνηγίου του πατέρα του κατηγορούμενου, που ήταν και το «μόνο στοιχείο» που πήρε ο παραπονούμενος καθώς έχει αναφέρει, και να προκύπτουν όλα όσα ανάφερα προηγουμένως και ιδιαίτερα ο αριθμός ταυτότητας του πατέρα του κατηγορούμενου, την οποία ο μάρτυρας ήθελε για επαλήθευση και προφανώς «δεν» πήρε. Ότι ο μάρτυρας επέμενε στη θέση ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου και οδηγός του οχήματος HQ 244 δε του έδωσε την ταυτότητα του, προκύπτει και από το γεγονός ότι επιχείρησε να εξηγήσει και το λόγο για τον οποίο δε το συνέλαβε, εξαιτίας αυτής του της άρνησης. Περαιτέρω, ότι πρόκειται για τον αριθμό ταυτότητας του πατέρα του κατηγορούμενου ο αριθμός 555847 που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 4, το δηλώνει ρητά ο μάρτυρας στη σελ. 2 της γραπτής του κατάθεσης. Βλέπε τη φράση «ο οδηγός ονομάζεται Ιωάννου Ιωάννης Κώστα Δ.Τ. 555847.» Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ μα ούτε και να ασχοληθώ περαιτέρω με αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, πέραν όσων εξ αντιδιαστολής προκύπτουν, με αναφορά στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του παραπονούμενου που έχω αποδεχθεί, σε σχέση με γεγονότα για τα οποία η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι διαφορετική. Επί της ουσίας, αν είναι κάτι που με βεβαιότητα μπορώ να πως ότι συνέβη, είναι ότι ο κατηγορούμενος, κατά κάποιο τρόπο παρενέβη καθ' ον χρόνο συναντήθηκε με τον παραπονούμενο. Και μου φαίνεται πως δεν είναι με τον τρόπο που ο ίδιος ανάφερε που παρενέβη. Όμως, η κρίση μου για τη ποιότητα της μαρτυρίας του παραπονούμενου σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης έχει ήδη καταγραφεί, οπότε, μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν ως προς τι έγινε στην πραγματικότητα, γεγονός ανεπίτρεπτο ασφαλώς σε επίπεδο ποινικής δίκης, υπό το φως και όσων έχουν αναφερθεί στη Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Από τα πιο πάνω διαγράφεται και το τελικό μου συμπέρασμα καθώς και η τύχη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θεωρώ ότι απότυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Προτού καταλήξω, θα ήθελα να προβώ και σε μια επισήμανση. Διαπιστώνω ότι υπάρχει πολλαπλότητα κατηγοριών στο κατηγορητήριο, με αναφορά στη 2η κατηγορία. Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παράλειψης συμμόρφωσης σε διαταγή θηροφύλακα, κατά παράβαση μεταξύ άλλων και του άρθρου 77
(1)
(3)(γ) του Νόμου 152
(1)/2003. Μια πρώτη παρατήρηση, είναι ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δημιουργεί η παράγραφος (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 77 του Νόμου και όχι η παράγραφος (γ). Η παράγραφος (γ) δημιουργεί το αδίκημα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, που είναι εντελώς διαφορετικό από το προηγούμενο. Η παράγραφος (α) του εδαφίου
(3)του αρθρου 77 δημιουργεί αδίκημα που συνίσταται σε παράλειψη, ενώ για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί η παράγραφος (γ) απαιτείται πράξη. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.) ............................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.