← Κύπρος

Αστυνομία Πάφου ν. Αντρέας Αντρέου, Αρ. Υπόθεσης: 10587/05, 18.6.07

Αστυνομία Πάφου ν. Αντρέας Αντρέου, Αρ. Υπόθεσης: 10587/05, 18.6.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10587/05 Αστυνομία Πάφου -ν- Αντρέας Αντρέου, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 18.6.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φωτίου (για να ακούσει απόφαση κ. Ζαννούπας) Κατηγορούμενος: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η κατηγορία αυτή ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 8.2.05 στον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς - Αγίας Μαρίνας στην Πόλη της Χρυσοχούς με ενεχόμενα το όχημα με αριθμούς εγγραφής DAK 374, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και το όχημα με αριθμούς εγγραφής MR 072, το οποίο οδηγείτο από τον Μάριο Ροδοσθένους. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας τον Αστ. 1814, Σάββα Παφίτη (ΜΚ 1) και τον πιο πάνω Μάριο Ροδοσθένους (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση κλήθηκε να καταθέσει ο Χριστάκης Σωφρονίου (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο αστυνομικός εξεταστής μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Κατέθεσε αυθόρμητα και με φυσικότητα. Απαντούσε αβίαστα και με ευθύτητα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν σαφής και λιτός στις απαντήσεις του και ταυτόχρονα αρκούντως επεξηγηματικός. Τέλος, υπήρχε συνέπεια μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της διά ζώσης μαρτυρίας του. Ήταν σε θέση να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια, όπως και έκανε, ό,τι αποκόμισε από την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ήταν κατατοπιστική σε βαθμό που δεν άφησε αμφιβολία στο Δικαστήριο για τα ευρήματα του, αλλά και για τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του γενικότερα, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα, τα οποία μετέφερε με ευθύτητα και σαφήνεια στο Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε το εύρημα του αναφορικά με την θέση του σημείου σύγκρουσης. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα στο σημείο Χ, αλλά στο σημείο Χ
  1. Ο μάρτυρας ανέφερε, ότι έφθασε στην σκηνή μόλις 20 λεπτά μετά το δυστύχημα. Κατά συνέπεια, είχε την ευκαιρία να δει και να καταγράψει όλα τα ευρήματα από την σκηνή, όπως αυτά προέκυψαν αμέσως μετά. Ο μάρτυρας εξήγησε, ότι ο λόγος που τον οδήγησε να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στο σημείο Χ, και όχι οπουδήποτε αλλού, ήταν το γεγονός ότι στο σημείο εκείνο κατέληγαν τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής MR
  2. Στο σημείο εκείνο υπήρχαν, επίσης, σπασμένα γυαλιά και νερά, τα οποία προήλθαν από το σπάσιμο του ραδιατέρ ενός εκ των ενεχομένων οχημάτων αμέσως μετά την σύγκρουση. Αντίθετα στο σημείο Χ1 δεν υπήρχε κανένα απολύτως ίχνος. Θεωρώ λογικούς τους λόγους που δόθηκαν από τον μάρτυρα προς αιτιολόγηση του ευρήματός του. Κατά συνέπεια, η θέση του ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο σημείο Χ γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν παρατήρησα καμία προσπάθεια εκ μέρους του παραποίησης των γεγονότων, αφού η μαρτυρία του περιορίστηκε σε ό,τι λογικά υποδείκνυαν τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος, συμπεριλαμβανομένων των ιχνών τροχοπέδησης, και οι ζημιές των ενεχομένων οχημάτων, όπως για παράδειγμα το ότι η σύγκρουση έγινε υπό γωνία και δεν ήταν μετωπική και ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης το όχημα του Κατηγορουμένου βρισκόταν σε διαγώνια θέση μέσα στο δρόμο. Αξίζει να σημειωθεί, ότι με την πιο πάνω θέση του μάρτυρα συμφώνησε και ο ΜΥ 2, ο οποίος με την μαρτυρία του υποστήριξε, ότι η σύγκρουση δεν ήταν μετωπική, αλλά υπό γωνία. Και αυτό παρά την θέση που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος ότι το όχημά του ήταν ευθυγραμμισμένο μέσα στο δρόμο κατά την στιγμή της σύγκρουσης και ότι αυτή ήταν μετωπική, θέση, η οποία υποβλήθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης στους δύο μάρτυρες κατηγορίας. Κρίνω πως ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής στην μαρτυρία του και κατέθεσε με σκοπό μέσα από τα ευρήματά του να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Η φιλαλήθεια του φαίνεται, επίσης, και από το ότι, όταν ρωτήθηκε, ανέφερε, ότι δεν είχε παρακολουθήσει το course της τροχαίας (traffic course) και ότι οι γνώσεις του για διερεύνηση δυστυχημάτων προέρχονται από την πείρα του και από ό,τι διδάχθηκε στην Αστυνομική Ακαδημία. Εν' όψει όλων των πιο πάνω ο μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος, ο οποίος έλαβε ορθές μετρήσεις και επιτέλεσε το έργο που του ανατέθηκε στο ακέραιο. Η μαρτυρία του υπήρξε βοηθητική στο έργο του Δικαστηρίου. Η ορθή και αληθινή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας έριξε φως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και βοήθησε στο έργο της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Κατά συνέπεια, δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της συμπεριλαμβανομένων των ευρημάτων και των μετρήσεων του, τις οποίες μετέφερε επί του Τεκμηρίου 2 και ανέλυσε στο Δικαστήριο. Μόνο σε ένα σημείο θεωρώ πως ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής. Και αυτό ήταν, όταν σε υποβολή της Υπεράσπισης, ότι ο ΜΚ 2 οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, θέση του ήταν ότι αδυνατούσε να απαντήσει, γιατί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το ακριβές μέτρο της ταχύτητας του μάρτυρα αυτού. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κάποιος το ακριβές μέτρο της ταχύτητας του ΜΚ 2, για να πει, ότι το όχημά του οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα. Είναι απόρροια της κοινής λογικής, ότι αν ο ΜΚ 2 δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα δεν θα βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου εντός της παρόδου και σε απόσταση πέραν των 9 μέτρων, κατά δική του ομολογία, από το σημείο της σύγκρουσης και, κυρίως, αναποδογυρισμένο. Ο ΜΚ 2 ήταν θετικός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι πριν την σύγκρουση και όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου, ο μάρτυρας αυτός βρισκόταν και οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Όταν δε αντιλήφθηκε τον Κατηγορούμενο και εφάρμοσε τα φρένα του, βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα ο δεξιός του τροχός. Ένεκα της δεξιόστροφης στροφής, που υπήρχε στην πορεία του, κατέληξε, εφαρμόζοντας τα φρένα του, στην ορθή για την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης ο δεξιός τροχός του αυτοκινήτου του βρισκόταν 1,15 μέτρα από την διαχωριστική γραμμή. Ο μάρτυρας αρνήθηκε σαφώς και κατηγορηματικά την εκδοχή της Υπεράσπισης και πρόταξε την δική του εκδοχή με σαφήνεια και χωρίς να κλονιστεί στο παραμικρό. Πάντως, η θέση της Υπεράσπισης θα πρέπει να θεωρηθεί αν όχι αλλόκοτη πάντως οπωσδήποτε ασαφής. Καθότι δεν είναι δυνατόν ο μάρτυρας να οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και μόνο ο δεξιός του τροχός να βρίσκεται στην λανθασμένη λωρίδα κυκλοφορίας κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Περαιτέρω, πώς κατέληξε στην ορθή για την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας, αφού κατά την στιγμή της σύγκρουσης ο δεξιός του τροχός βρισκόταν 1,15 μέτρα από την διαχωριστική γραμμή; Περαιτέρω, η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτός οδηγούσε στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας, όταν, όμως, εφάρμοσε τα φρένα του οι δεξιοί του τροχοί βρίσκονταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Περαιτέρω, η απόσταση που είχε από την διαχωριστική γραμμή κατά την στιγμή της σύγκρουσης δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατοστά. Η αλήθεια των πιο πάνω ισχυρισμών του μάρτυρα επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών τροχών του οχήματός του βρισκόντουσαν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και το σημείο της σύγκρουσης απείχε από την διαχωριστική γραμμή μόλις 45 εκατοστά. Εν' όψει όλων των πιο πάνω δέχομαι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, η οποία σε γενικές γραμμές ήταν η ακόλουθη. Το δυστύχημα επισυνέβη, όταν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου εισήλθε από την πάροδο, που βρισκόταν στα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του, ελαφρώς κάθετα μέσα στο δρόμο. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν διαγώνια μέσα στο δρόμο, αφού βγαίνοντας από την πάροδο το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε κλίση προς τα αριστερά. Ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς Αργάκα. Δεν κατάφερε, όμως, βγαίνοντας από την πάροδο, να ευθυγραμμίσει έγκαιρα το αυτοκίνητό του με αποτέλεσμα την στιγμή της σύγκρουσης το αριστερό μπροστινό πλευρό του να βρίσκεται πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και το δεξιό εντός της ορθής για τον μάρτυρα λωρίδας κυκλοφορίας. Ο μάρτυρας πριν την σύγκρουση είχε εφαρμόσει τα φρένα του. Κατά την σύγκρουση το όχημά του χτύπησε με το δεξιό μπροστινό του πλευρό το αριστερό μπροστινό πλευρό του οχήματος του Κατηγορουμένου. Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία του που δεν δέχομαι είναι, πρώτο, ότι οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 60 χιλιόμετρα. Η μαρτυρία αυτή δεν κρίνεται αποδεκτή για τον ίδιο λόγο που δεν έγινε αποδεκτή η θέση του ΜΚ 1 επί του προκειμένου. Ένα εξίσου σημαντικό σημείο από την μαρτυρία του που δεν δέχομαι είναι ότι ο λόγος που εφάρμοσε τα φρένα του ήταν η αντικανονική είσοδος του Κατηγορουμένου μέσα στον δρόμο. Παρόλο που ο ίδιος ισχυρίστηκε, ότι εφάρμοσε τα φρένα του για να αποφύγει τον επικείμενο κίνδυνο θεωρώ, πως η πραγματική μαρτυρία διαψεύδει τον ισχυρισμό αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Για να ευσταθεί η εκδοχή του μάρτυρα, ότι εφάρμοσε τα φρένα του με την εκδήλωση του κινδύνου που δημιούργησε η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, θα πρέπει ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο αυτό να βρισκόταν ήδη μέσα στον δρόμο και ταυτόχρονα όντας μέσα στον δρόμο να είχε καταστήσει έκδηλη την αντικανονική του πορεία. Από το σημείο, όμως, αυτό μέχρι το σημείο που δέχτηκα ότι έγινε η σύγκρουση η απόσταση θα πρέπει να ήταν πολύ μικρή έχοντας και ως δεδομένο, ότι το πλάτος της λωρίδας του Κατηγορουμένου ήταν, επίσης, πολύ μικρό, μόλις 3,05 μέτρα. Εν' όψει του πολύ μικρού της απόστασης, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να διένυσε την πιο πάνω απόσταση μέσα σε ανεπαίσθητο χρόνο. Από την άλλη, τα ίχνη τροχοπέδησης των αριστερών τροχών του οχήματος του μάρτυρα είχαν μήκος 13,40 μέτρα, πράγμα που σημαίνει, ότι ο μάρτυρας εφάρμοσε τα φρένα του από απόσταση σαφώς μεγαλύτερη των 13,40 μέτρων αν αναλογιστούμε, ότι της απόστασης αυτής προηγήθηκε η απόσταση σκέψης (thinking distance). Δεν θα ήταν δυνατόν, όσο μεγάλη και αν ήταν η ταχύτητα του μάρτυρα, αυτός να είχε διανύσει μιαν απόσταση πέραν των 13,40 μέτρων και, μάλιστα, κατά πολύ - αν λάβομε υπόψη και την απόσταση σκέψης - μέσα στον ίδιο και ελάχιστο, λογικά, χρόνο που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος να διανύσει την απόσταση, που πιο πάνω περιγράφηκε, και που δεν θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να ξεπερνούσε το πολύ τα δύο μέτρα. Χαρακτηριστική είναι, άλλωστε, η δήλωση του μάρτυρα, ότι ο λόγος που βρέθηκε ο δεξιός του τροχός στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν η δεξιά στροφή, που τον «τράβηξε» μέσα στην λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Αυτό σημαίνει, ότι ο μάρτυρας για κάποιο λόγο, προφανώς εξαιτίας της μεγάλης του ταχύτητας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του. Δεν σε «τραβά» μια στροφή αν πρώτα δεν απωλέσεις τον έλεγχο του οχήματός σου. Το σημαντικότερο δε, είναι ότι δεν ισχυρίστηκε, ότι η απώλεια του ελέγχου του οχήματός του προήλθε από την αντικανονική πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου μέσα στον δρόμο, ούτε ότι ο λόγος που βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν γιατί είχε κάνει κάποιο ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την σύγκρουση. Ο λόγος που απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η στροφή και μόνο, δηλαδή, ουσιαστικά, η απώλεια του ελέγχου του οχήματός του από τον ίδιον. Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς, ότι ο λόγος που ο μάρτυρας εφάρμοσε τα φρένα του δεν ήταν η είσοδος του Κατηγορουμένου μέσα στον δρόμο. Τουναντίον, το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι ο μάρτυρας είχε εφαρμόσει τα φρένα του πριν ο Κατηγορούμενος εισέλθει μέσα στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αν και παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του ο τρόπος και το ύφος με το οποίο κατέθεσε δεν με έπεισαν για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Θεωρώ, ότι στην προσπάθειά του να αποποιηθεί των ευθυνών του για το δυστύχημα και να επιρρίψει όλη την ευθύνη στον παραπονούμενο παραποίησε την πραγματικότητα. Συν τοις άλλοις η μαρτυρία του δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία στην υπόθεση, γεγονός, που καθιστά την μαρτυρία του Κατηγορουμένου αναξιόπιστη. Για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας ειπώθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51: «Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι' αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι η ίδια σε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις αποτυπώνει γεγονότα που αποτελούν οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την ακρίβεια της μαρτυρίας τους». Ο ΜΚ 1 εξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος και τα συμπεράσματα που αυτά υπαγόρευαν. Η μαρτυρία του κρίθηκε αποδεκτή από το Δικαστήριο όσο και η πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και σε απόσταση 45 εκατοστών από την διαχωριστική γραμμή. Κατά συνέπεια, η εκδοχή του Κατηγορουμένου, ότι η σύγκρουση έγινε σε απόσταση 1,15 μέτρα από την διαχωριστική γραμμή συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι το σημείο της σύγκρουσης ήταν στο Χ1, αφού τα ίχνη τροχοπέδησης, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, δεν καταλήγουν στο σημείο αυτό, αλλά στο σημείο Χ. Με δεδομένα τις διαστάσεις του οχήματος του Κατηγορουμένου και το πλάτος του δρόμου, όπως αυτά δόθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΚ 1 και έγιναν αποδεχτά, και έχοντας, επίσης, ως δεδομένο, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας, η οποία, επίσης, έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, το όχημα του Κατηγορουμένου κτυπήθηκε στο μπροστινό αριστερό του πλευρό, το σημείο Χ1, που υποδείχθηκε από τον Κατηγορούμενο, δεν θα μπορούσε να είναι το σημείο της σύγκρουσης. Καθότι, ακόμα και αν κατά την στιγμή της σύγκρουσης το όχημά του Κατηγορουμένου ήταν με τέτοιο τρόπο ευθυγραμμισμένο, ώστε να εφάπτεται της διαχωριστικής γραμμής, με δεδομένο, ότι το πλάτος του ήταν 1,60 μέτρα, το αριστερό του άκρο θα απείχε από το Χ1 άλλα 45 εκατοστά προς την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Επομένως, το σημείο Χ1 δεν θα μπορούσε να είναι το μπροστινό αριστερό πλευρό του οχήματος του Κατηγορουμένου. Η πραγματική μαρτυρία διαψεύδει, επίσης, την θέση του Κατηγορουμένου, ότι ο ΜΚ 2 οδηγούσε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή, την λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το όχημά του πιο πάνω μάρτυρα επί της ασφάλτου όχι μόνο βρίσκονταν, αλλά άρχιζαν και τελείωναν στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία και, όπως τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε το όχημα του ΜΚ 2 υποδεικνύουν, κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του ΜΚ 2 βρισκόταν μόνο κατά 45 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Το υπόλοιπο μέρος του αυτοκινήτου του βρισκόταν εντός της ορθής λωρίδας κυκλοφορίας του, οι δε αριστεροί του τροχοί σε απόσταση πέραν του ενός μέτρου από την διαχωριστική γραμμή εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Συνεπώς, ούτε η πιο πάνω θέση που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αναληθής θα πρέπει να θεωρηθεί και η θέση του ότι το αυτοκίνητό του βρέθηκε μέσα στην πάροδο από την οποία είχε εξέλθει πριν το δυστύχημα σε απόσταση 12 μέτρων από την άκρη του δρόμου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 αυτό βρέθηκε πολύ πιο πλησίον του κύριου δρόμου. Συγκεκριμένα το αριστερό μπροστινό του άκρο απείχε από την γραμμή που οριοθετεί το πλαίσιο της λωρίδας για τα οχήματα που κατευθύνονται προς Αργάκα απόσταση 5,50 μέτρων, ενώ το αριστερό πισινό του άκρο απόσταση 4,80 μέτρων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Για τον λόγο τούτο δεν δέχομαι την μαρτυρία του, την οποία απορρίπτω, εκτός του ότι κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο είχε πρόθεση εξερχόμενος από την πάροδο να στρίψει αριστερά προς Αργάκα και ότι το όχημά του με αριθμούς εγγραφής DAK 374 συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ 2 με αριθμούς εγγραφής MR 072 επί του κύριου δρόμου Αγίας Μαρίνας - Αργάκας. Ούτε ο ΜΥ 2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν με έπεισε για την αλήθεια και την ακρίβεια της μαρτυρίας του. Μέσα από την μαρτυρία του ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να βοηθήσει την υπόθεση του Κατηγορουμένου αδιαφορώντας για την αλήθεια. Ο μάρτυρας πρόβαλε θέσεις αυθαίρετες, οι οποίες δεν έχουν στέρεα ερείσματα. Τα ακόλουθα παραδείγματα είναι ενδεικτικά της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου: χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αιτιολογία υποστήριξε, ότι η σύγκρουση έγινε στην δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του ΜΚ 2, άκρη της κηλίδας αποκλείοντας αυτή να έγινε σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της αναφορικά με το αυλάκι, που φαίνεται στην πρώτη φωτογραφία αριστερά της τέταρτης σελίδας του Τεκμηρίου 4 («η φωτογραφία»), εκτός του ότι τίποτα δεν ανέφερε, που να υποστηρίζει την θέση του, ότι, πρώτο, αυτό προκλήθηκε από το δυστύχημα και, δεύτερο, ότι έχει κατεύθυνση προς την Αγία Μαρίνα, και, έτσι, να πείσει το Δικαστήριο, ότι δεν πρόκειται περί μιας απλής διάβρωσης της ασφάλτου, όπως, εκ πρώτης όψεως το αυλάκι αυτό φαίνεται να είναι, η πιο πάνω θέση μόνο αλλόκοτη μπορεί να χαρακτηριστεί εν' όψει του άλλου ισχυρισμού του μάρτυρα, ότι το αυλάκι αυτό βρίσκεται πριν το σημείο της σύγκρουσης. Αναφύεται εύλογα το ερώτημα πώς είναι δυνατόν, εφόσον βρίσκεται πριν την σύγκρουση, να προκλήθηκε από την σύγκρουση καμιά αιτιολογία δεν πρόβαλε για την θέση του, ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν υπό γωνία 45 μοιρών και όχι υπό οποιαδήποτε άλλη γωνία Περαιτέρω, από την μαρτυρία του δεν έλειψαν και οι αντιφάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο αρχικός του ισχυρισμός, ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου σε απόσταση μεταξύ 30 εκατοστών και 1 μέτρου από την διαχωριστική γραμμή, ενώ σε μεταγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα σε απόσταση 1,5 μέτρου από την διαχωριστική γραμμή. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με την μαρτυρία του, η σύγκρουση έγινε στο δεξιό, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του ΜΚ 2, άκρο της κηλίδας, η οποία είχε πλάτος ίσο με 1,5 μέτρο. Αντεξεταζόμενος περαιτέρω επί του σημείου τούτου αναίρεσε ουσιαστικά την πιο πάνω θέση προβάλλοντας μιαν άλλη εκδοχή, που δεν είχε προβάλει προηγουμένως. Ότι, δηλαδή, η σύγκρουση δεν έγινε σε απόσταση 1,5 μέτρου από την διαχωριστική γραμμή, αλλά σε απόσταση 1 μέτρου από αυτήν διευκρινίζοντας, ότι από απόσταση 1,5 μέτρου από την διαχωριστική γραμμή άρχιζαν, απλώς, τα ίχνη του πισινού δεξιού τροχού του οχήματος του ΜΚ 2. Ενώ ουσιαστικά είχε υποστηρίξει αρχικά, ότι τα ίχνη όδευαν προς το δεξιό, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του ΜΚ 2, άκρο της κηλίδας, το οποίο είχε πλάτος 1,5 μέτρο, γι' αυτό και η σύγκρουση, πρέπει, σύμφωνα με την αρχική του θέση, να έγινε σε μια τέτοια απόσταση από την διαχωριστική γραμμή, αργότερα διαφοροποίησε την θέση του υποστηρίζοντας, ότι επεκτεινόμενα προς την κηλίδα τα ίχνη δεν κατέληγαν στο δεξιό άκρο της κηλίδας, αλλά σε μικρότερη απόσταση από την διαχωριστική γραμμή. Επιπλέον, πώς μπορεί η πιο πάνω θέση του μάρτυρα να συνάδει με την άλλη θέση που πρόβαλε, ότι, δηλαδή, τα ίχνη είχαν τάση ελαφρώς προς τα αριστερά; Αν η κατεύθυνση των ιχνών ήταν τόσο ανεπαίσθητη, όπως ισχυρίστηκε, με αποτέλεσμα κάτι τέτοιο να μην είναι ευκρινές ούτε και από την φωτογραφία πώς δικαιολογείται απόκλιση της τάξης του μισού μέτρου; Βλέπομε, πως μεταξύ των θέσεων του μάρτυρα δεν υπάρχει λογική συνάρτηση. Οι πιο πάνω αντιφάσεις στην μαρτυρία του μάρτυρα είναι τέτοιες που κλονίζουν την αξιοπιστία του σε σημαντικό βαθμό. Περαιτέρω, όπως είδαμε, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει, ότι η σύγκρουση έγινε σε απόσταση 1,5 μέτρου από την διαχωριστική γραμμή, ισχυρίστηκε, ότι το πλάτος της κηλίδας είναι 1,5 μέτρο. Σε υποβολή, ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε, ότι η κηλίδα κατελάμβανε το μισό της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, εν' όψει της μαρτυρίας του ΜΚ 1, για να αποκτήσει λογική η εκδοχή του υποστήριξε, ότι το πλάτος της λωρίδας είναι σαφώς μεγαλύτερο χωρίς, όμως, να είναι σε θέση να το καθορίσει. Εν' όψει του ότι, πρώτο, από την τελευταία φωτογραφία της τέταρτης σελίδας του Τεκμηρίου 4 φαίνεται εναργέστατα, ότι η κηλίδα δεν καταλαμβάνει παρά μόνο ένα μικρό μέρος της λωρίδας και σε καμία περίπτωση το ήμισυ της και, δεύτερο, ότι το πλάτος της είναι μόνο 3,05 μέτρα, σύμφωνα και με την μαρτυρία του ΜΚ 1, που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, καταλήγω, ότι η πιο πάνω θέση του μάρτυρα δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι πρόκειται για ένα εκ των υστέρων κατασκεύασμα του μάρτυρα στην προσπάθειά του να δημιουργήσει έρεισμα για την θέση του, την οποία, όπως είδαμε, αργότερα αναίρεσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θεωρώ, ότι ο μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Απορρίπτω την μαρτυρία του και δέχομαι μόνο, ότι η σύγκρουση στο όχημα του ΜΚ 2 έγινε στο δεξιό μπροστινό πλευρό του οχήματός του και ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν υπό γωνία μέσα στον δρόμο. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 8.2.05 ο ΜΚ 2 οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής MR O72 στον κύριο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς - Αγίας Μαρίνας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής DAK 374 επί παρόδου, η οποία βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του ΜΚ 2 με πρόθεση να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς Αργάκα. Ο Κατηγορούμενος εξερχόμενος από την πάροδο παρέλειψε να στρίψει αριστερά με τον δέοντα τρόπο με αποτέλεσμα να εισέλθει στον κύριο δρόμο με διαγώνια πορεία. Το αυτοκίνητο του ΜΚ 2 συγκρούστηκε με το μπροστινό δεξιό του πλευρό στο μπροστινό αριστερό πλευρό του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Το σημείο της σύγκρουσης απέχει 45 εκατοστά από την διαχωριστική γραμμή. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης το δεξιό μπροστινό άκρο του οχήματος του Κατηγορουμένου βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι στην λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ 2. Ο ΜΚ 2 είχε εφαρμόσει τα φρένα του πριν την σύγκρουση αφήνοντας επί της ασφάλτου ίχνη τριβής. Οι δεξιοί τροχοί άφησαν ίχνη μήκους 12,90 μέτρα, ενώ οι αριστεροί ίχνη μήκους 13,40 μέτρα. Τα ίχνη τροχοπέδησης των δεξιών τροχών του οχήματος του ΜΚ 2 αρχίζουν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και καταλήγουν στο σημείο της σύγκρουσης. Από την σύγκρουση το όχημα του Κατηγορουμένου βρέθηκε εντός της παρόδου αναποδογυρισμένο. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως και πιο πάνω υποδείχτηκε, δεν ήταν η αντικανονική πορεία του Κατηγορουμένου μέσα στον δρόμο η αιτία που ο ΜΚ 2 εφάρμοσε τα φρένα του με αποτέλεσμα να βρεθεί εκεί που βρέθηκε. Ο ΜΚ 2 είχε εφαρμόσει τα φρένα του ενωρίτερα, πλην όμως, για κάποιο λόγο απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να βρεθεί στην λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Με άλλα λόγια, η πορεία του ΜΚ 2 ήταν προδιαγεγραμμένη και δεν επηρεάστηκε από την κίνηση του Κατηγορουμένου. Το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι καταλυτικό για τον καθορισμό της ευθύνης του Κατηγορουμένου. Οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος. Υπό τις περιστάσεις, που πιο πάνω περιγράφησαν, η σύγκρουση θα λάμβανε χώρα στο ίδιο σημείο ακόμα και αν το όχημα του Κατηγορουμένου δεν είχε την διαγώνια θέση που είχε κατά την στιγμή της σύγκρουσης, είχε στρίψει αριστερά με τον δέοντα τρόπο και ήταν ευθυγραμμισμένο μέσα στην λωρίδα κυκλοφορίας του με το αριστερό μπροστινό του μέρος να έχει την ίδια απόσταση από την διαχωριστική γραμμή όπως αυτή που είχε το όχημα του Κατηγορουμένου στην κρινόμενη περίπτωση, δηλαδή, 45 εκατοστά. Σε μια τέτοια περίπτωση ο Κατηγορούμενος σαφώς και δεν θα είχε οποιαδήποτε ευθύνη. Δεν βλέπω γιατί να υπέχει ευθύνη στην βάση των ευρημάτων μου μόνο και μόνο επειδή το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματός του βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το σημείο τούτο δεν διαδραμάτισε, εξάλλου, οποιοδήποτε ρόλο στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και όχι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ 2. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.