← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νιόβης Παρούτη, Αρ. Υπόθεσης: 14852/06, 22 Ιουνίου 2007

Δημοκρατία ν. Νιόβης Παρούτη, Αρ. Υπόθεσης: 14852/06, 22 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2007:8 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14852/06 Δημοκρατία ν. Νιόβης Παρούτη Κατηγορουμένης ------------------------ Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2007 Για τη Δημοκρατία : κ. Σ. Μάτσας Για την Κατηγορούμενη: κ. Ν. Παναγιώτου Κατηγορούμενη : παρούσα --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες: απόπειρας φόνου και τρεις άλλες κατηγορίες συναφείς με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση βέλους ψαροντούφεκου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν εναντίον της παραπονουμένης στις 21.11.2006 στην Πάφο. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η μαρτυρία του Αστ. 3144 Π. Σιμιλλίδη, Μ.Κ.8 και έγινε απόπειρα να κατατεθεί η κατάθεση της κατηγορουμένης, ημερομηνίας 21.11.2006, προς αναγνώριση Τεκμήριο Α, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ήγειρε ένσταση επί τω ότι η κατάθεση της δεν είναι θεληματική και δεν αποτελεί προϊόν της ελεύθερης βούλησης της: Eίναι προϊόν πιέσεων και έμμεσων απειλών οι οποίες ασκήθηκαν από τον Χ. Ιωάννου και τον Αξιωματικό "Χαμπή". Ότι δεν είχαν διασφαλιστεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατηγορουμένης: Δεν της είχαν δοθεί πληροφορίες ότι εδικαιούτο να τύχει της βοήθειας δικηγόρου κατά το αρχικό στάδιο της κατάθεσης. Τέλος, ότι προτού ληφθεί η κατάθεση η κατηγορουμένη δεν είχε τεθεί υπό νόμιμη σύλληψη. Η υπεράσπιση προς υποστήριξη των θέσεων της ανέφερε ότι η κατηγορουμένη ήθελε να προβάλει μια άλλη εκδοχή, της στερήθηκε όμως η δυνατότητα αυτή γιατί κάτω από τις εξαιρετικές περιστάσεις που βίωνε και την πίεση την οποία είχε δεχθεί, δεν προχώρησε να τις αναφέρει. Το Δικαστήριο σε ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 12.6.2007, διαπιστώνοντας την αναγκαιότητα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης εξέδωσε σχετική απόφαση, οπότε η κατηγορούσα αρχή προσέφερε μαρτυρία των εμπλεκομένων αστυνομικών στη δίκη εντός δίκης: Αστ. 3144 Π. Σιμιλλίδη, Μ.Κ. 1, Αστ. 3281 Χ. Ιωάννου, Μ.Κ.2, Ανώτερος Υπαστυνόμος Χ. Φιλίππου, Μ.Κ.3, και της Αστ. Μαρί Ρίτα Ματάρ, Μ.Κ.4. Είναι υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη θεληματικότητα, προκειμένου να επιτραπεί η παρουσίαση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρέπει να διατηρείται πάντοτε ανοικτό το θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο εξετάζουμε το σύνολο της μαρτυρίας και προβαίνουμε στις διαπιστώσεις μας. Έχουμε κατά νου ότι στην προσέγγιση της μαρτυρίας των αστυνομικών οργάνων πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο άτοπης αστυνομικής συμπεριφοράς στην λήψη της κατάθεσης. Βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας

(1967)2 C.L.R. 217. Το βάρος απόδειξης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η κατάθεση και η ομολογία δόθηκε με την θέληση του κατηγορουμένου και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. R. ν. Phaedonos and Οthers, 22 C.L.R. 21, Petri v. Police
(1968), 2 C.L.R. 40, Ioannides v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Azinas and another ν. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Στην Κύπρο τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά το ότι γίνεται στην Αγγλία. Βλ. Criminal Procedure in Cyprus των Α. Ν. Λοίζου και Γ. Μ. Πική σελ. 140 -142. Αν από την έρευνα του Δικαστηρίου διαφανεί ότι η ομολογία (προφορική ή γραπτή) λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει αποδεκτή Fournides v. The Republic (πιο πάνω). Για την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου βλ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510. Το Δικαστήριο στην έρευνα του θα πρέπει μεταξύ άλλων να λάβει υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες: (α) τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος ήταν υπό κράτηση πριν δώσει τη κατάθεση (β) αν υπέστη ανάκριση, την έκταση της (γ) την ηλικία του υπόπτου (δ) την κατάσταση της υγείας του και τέλος (ε) το χαρακτήρα του. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, παράγραφοι 1381 και επόμενα φαίνεται ότι η παρότρυνση και ή άλλη παρακίνηση, υπόσχεση ή απειλή θα πρέπει να γίνεται από πρόσωπο εξουσίας και αυτό να ήταν η αιτία που επηρέασε τον κατηγορούμενο να ομολογήσει. Στην κρίση για την ενώπιον μας μαρτυρία, πρέπει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ioannides v. The Republic (ανωτέρω), να έχουμε επίγνωση της αρχής ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία του κατηγορούμενου. Συναφές είναι και το θέμα της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης και ιδιαίτερα του άρθρου 11.4 του Συντάγματος, αναφορικά με την ισχυριζόμενη στέρηση του κατηγορουμένου του δικαιώματος να τύχει νομικής συμβουλής. Σύμφωνα με τη νομολογία μαρτυρία που εξασφαλίζεται μετά από μία τέτοια αποδεδειγμένη παραβίαση δεν είναι αποδεκτή στο Δικαστήριο. Βλ. μεταξύ άλλων Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Enotiades v. Police
(1986)2 C.L.R. 6, Salej Al At Hammad and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 117 και Δημοκρατία ν. Δημήτρη Κυπριανίδη και άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, το θύμα, το οποίο είχε τραυματιστεί, μεταφέρθηκε στις 21.11.2006, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και εισήχθη στο χειρουργείο. Ο Αστ. Σιμιλλίδης μετέβη στο Νοσοκομείο γύρω στις 8:20μ.μ., κατόπιν πληροφορίας που είχαν πάρει ενώ βρισκόταν σε περιπολία με τους Αστυφύλακες 3281 Χ. Ιωάννου και 1137 Παμπόρη. Στο Νοσοκομείο ο Αστ. Σιμιλλίδης πληροφορήθηκε το όνομα του θύματος η οποία και ήταν γνωστή του. Η κατηγορουμένη, γνωστή του επίσης, βρισκόταν ήδη στο Νοσοκομείο. Δεν είχαν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν με το θύμα, αλλά ο Σιμιλλίδης πληροφορήθηκε ότι το θύμα είχε αναφέρει στην μητέρα της ότι τραυματίστηκε από την κατηγορούμενη. Αναζήτησε λοιπόν την κατηγορούμενη ως ύποπτη για το επεισόδιο. Τη συνάντησε με τους γονείς της προς την έξοδο του Νοσοκομείου όπου και την πληροφόρησε ότι είχε προφορική μαρτυρία ότι αυτή σκοπίμως τραυμάτισε το θύμα και της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο. Η κατηγορούμενη απάντησε: "εν ήταν σκόπιμα που το έκαμα ήταν κατά λάθος ήταν ατύχημα". Ακολούθως κάλεσε την κατηγορουμένη να προσέλθει στο Τ.Α.Ε. Πάφου, ως οι τηλεφωνικές οδηγίες του Ανώτ. Υπ. Φιλίππου. Έφυγε με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο μαζί με τον συνάδελφό του Παμπόρη ενώ ο Ιωάννου παρέμεινε στο χώρο του Νοσοκομείου για περαιτέρω εξετάσεις. Λίγο πριν τις 9:00 έφτασε στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Στις 9:00 προσήλθε η κατηγορουμένη συνοδευόμενη από τους γονείς της. Την πληροφόρησε ότι είχε πρόθεση να της πάρει γραπτή κατάθεση. Εκεί ο πατέρας της κατηγορουμένης τον ρώτησε αν χρειαζόταν δικηγόρος. Τους είπε ότι ήταν δικαίωμά τους να διορίσουν δικηγόρο. Ακούσαμε από το μάρτυρα Σιμιλλίδη, αλλά και από τους Φιλίππου και Μαρί Ρίτα Ματάρ, ότι η κατάθεση λήφθηκε στο γραφείο τον ανακριτών του οποίου η πόρτα είναι κατά το ήμισυ με διαφανές γυαλί. Ο Αν. Υπ. Φιλίππου τη στιγμή εκείνη δεν βρισκόταν στο Τ.Α.Ε. είχε μεταβεί στο Νοσοκομείο Πάφου. Το ίδιο και ο Αστ. Χ. Ιωάννου ο οποίος παρέμεινε στο Νοσοκομείο και όπως ακούσαμε, συνόδευσε το θύμα στο ασθενοφόρο με προορισμό το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, το οποίο και αναχώρησε στις 22:
  2. Με την υπάρχουσα μαρτυρία την οποία είχε στη διάθεση του την ώρα εκείνη ο Σιμιλλίδης έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη, ενώ προηγουμένως την προειδοποίησε καταλλήλως όπως με λεπτομέρεια καταγράφεται στο προοίμιο της ανακριτικής κατάθεσης ημερομηνίας 21.11.2006 (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση). Η κατάθεση ξεκίνησε στις 21:10 και ολοκληρώθηκε στις 22:
  3. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης οι γονείς της κατηγορουμένης βρίσκονταν στο σαλόνι, δίπλα ακριβώς από το γραφείο που λαμβάνετο η κατάθεση, στην παρουσία της Μαρί Ρίτας Ματάρ. Λίγο μετά την έναρξη της κατάθεσης διήλθε από το γραφείο ο Αν. Υπ. Φιλίππου, ή "Χαμπής", οπότε και ο Αστ. Σιμιλλίδης τον πληροφόρησε ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο από το οποίο θα έπαιρνε κατάθεση ως οι οδηγίες του. Ο Ανώτ. Υπ. Φιλίππου πέρασε στο γραφείο του και δεν εμφανίστηκε ξανά στο χώρο μέχρι την ολοκλήρωση της κατάθεσης. Σημειώνεται ότι για να πάει στο γραφείο του ο Φιλίππου θα έπρεπε αναγκαστικά να περάσει από τη μόνη διαθέσιμη οδό: το γραφείο ανακριτών όπου διενεργείτο η κατάθεση. Εκ των υστέρων, και όταν συνελέχθησαν νέα στοιχεία: πληροφορία από τον Χ. Ιωάννου για τα όσα του είπε το θύμα στο ασθενοφόρο, αλλά και λήψη κατάθεσης από τον κοινό φίλο θύματος και κατηγορουμένης, Ιωάννη Ιωάννου, κινήθηκε η διαδικασία για έκδοση εντάλματος σύλληψης, το οποίο και εκτελέστηκε στις 10:55, στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Ήταν η θέση του Ανώτ. Υπ. Φιλίππου πως στο διάστημα μεταξύ 10:25 που τελείωσε η κατάθεση, και 10:55 οπότε και εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης, η κατηγορουμένη παρέμεινε οικιοθελώς στο χώρο του Τ.Α.Ε. μαζί με τους γονείς της και τον αδελφό της. Κατά τη σύλληψη της, και ενώ προηγουμένως ο Λοχίας Σάββα την πληροφόρησε για τα δικαιώματά της, την πληροφόρησε και για το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο της επιλογής της. Όλοι οι μάρτυρες αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι ο Ανώτ. Υπ. Φιλίππου απείλησε την κατηγορουμένη κτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι λέγοντας της ότι "η υπόθεση είναι πολλά σοβαρή και θα πάεις πολλά χρόνια φυλακή", όπως αρνήθηκαν επίσης ότι ο Αστ. Παμπόρης απείλησε την κατηγορουμένη ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο ότι το αδίκημα "είναι πολύ σοβαρό και να πας να δώσεις κατάθεση". Σημειώνουμε ότι στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης, όπως τέθηκε από το συνήγορο της κατηγορουμένης, δεν αναφέρθηκε το όνομα του Αστ. Παμπόρη αλλά του Χ. Ιωάννου. Έτσι η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε εξ΄ υπαρχής το πρόσωπο αυτό ως μάρτυρα. ΄Οταν η κατηγορούσα αρχή με τα νέα δεδομένα προσπάθησε να τον καλέσει αυτό δεν κατέστη δυνατό γιατί ο Αστ. Παμπόρης, σύμφωνα με τη δήλωση του δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής πάσχει από καρκίνο του λάρυγγος και ετοιμαζόταν να μεταβεί στο εξωτερικό για θεραπεία. Παρά ταύτα θα εξετάσουμε ότι έχει τεθεί ενώπιόν μας και θα αποφασίσουμε αναλόγως. Η κατηγορουμένη στη δική της μαρτυρία καταθέτοντας ενόρκως, εισηγείται ότι ο Αστ. Σιμιλλίδης μαζί με ένα άλλο αστυνομικό, ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο μαζί με τους γονείς της την κάλεσαν να τους ακολουθήσει για να της μιλήσουν ιδιαιτέρως. Την οδήγησαν σε ένα διάδρομο του Νοσοκομείου και έκλεισαν την πόρτα κατά τρόπο που να μην την βλέπουν ή να ακούουν οι γονείς της. Εκεί ο Σιμιλλίδης την πληροφόρησε πως είχε προφορική μαρτυρία ότι σκόπιμα κτύπησε το θύμα χωρίς όμως να προβούν σε οποιοδήποτε "caution" όπως η ίδια επί λέξη ανέφερε. Η ίδια απάντησε πως "δεν έγινε σκόπιμα, ήταν ατύχημα." Ακολούθως της είπαν ότι πρέπει να μεταβεί αμέσως μαζί τους στην Αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Τους είπε ότι θέλει να δει δικηγόρο. Σ' αυτό το σημείο επενέβη ο Αστ. Παμπόρης, όπως έμαθε το όνομα του εκ των υστέρων, λέγοντας της, "εφόσον δεν έκανες κάτι σοβαρό τι τον θέλεις το δικηγόρο". Πλησίασε τον πατέρα της και τον πληροφόρησε πως έπρεπε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό. Αποφάσισαν να μεταβούν με το αυτοκίνητο του αδελφού της και τη συνοδεία του πατέρα και της μητέρας της στον Αστυνομικό σταθμό. Τους ακολούθησε το Αστυνομικό περιπολικό. Καταφθάνοντας στο Τ.Α.Ε. παρέμεινε στον προθάλαμο για πέντε λεπτά. Τότε εμφανίστηκε και ο Λοχίας Σάββας Σάββα ο οποίος τους συστήθηκε. Λίγο αργότερα κατέφθασε και η Γ/Αστ. Ματάρ. Ενώ περίμενε να αρχίσει η κατάθεση μπήκε στο γραφείο ο "Χαμπής" ο οποίος κατευθύνθηκε προς το μέρος της, πλησίασε πολύ κοντά της, χτύπησε το ένα χέρι στο γραφείο και κουνώντας απειλητικά το άλλο χέρι πάνω από το κεφάλι της, έκανε εχθρικές υποδείξεις: "εν να πάεις πολλά χρόνια φυλακή, πες μας τι έγινε". Δεν της είπε κανείς ότι ήταν υπό σύλληψη, ούτε ότι είχε δικαίωμα να δει δικηγόρο πριν ξεκινήσει να δώσει κατάθεση. Ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η κατάθεση της, ο Χαμπής ξαναπέρασε από την πόρτα του γραφείου, την ξαναπλησίασε και την απείλησε με παρόμοια λόγια. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ήταν σαν χαμένη, σοκαρισμένη και εκτός περιβάλλοντος, πράγμα που την οδήγησε να δώσει την εκδοχή που έδωσε. Δεν ζήτησε ούτε από τους γονείς της να δει δικηγόρο διότι θεώρησε, με όσα της είπε ο Παμπόρης στο Νοσοκομείο, ότι, δε χρειαζόταν να δει δικηγόρο. Μετά την κατάθεση και τη σύλληψη που επακολούθησε της επετράπη να δει τους γονείς της. Ο πατέρας της κατηγορουμένης μας μετέφερε τι έλαβε χώρα στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου ενώ ανέμεναν έξω από το διάδρομο των Α΄ Βοηθειών μαζί με την κατηγορουμένη, τη γυναίκα του και το γιό του. Σε κάποια στιγμή η κατηγορουμένη σηκώθηκε, περπάτησε προς ένα διάδρομο και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Επέστρεψε λέγοντας του πως θα πρέπει να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, έτσι της είπαν οι Αστυνομικοί τους οποίους ο ίδιος δεν είδε. Ο πατέρας της τότε αποφάσισε να τη συνοδεύσει. Με οδηγό τον αδελφό της και συνοδηγό τον πατέρα της οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό. Πίσω τους ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Φτάνοντας στο Τ.Α.Ε. κάθισαν στον προθάλαμο του Τ.Α.Ε. Πάφου. Μετά από λίγο κατέφθασε ο Λοχίας Σάββας Σάββα ο οποίος κάλεσε την κατηγορουμένη να δώσει κατάθεση. Εκεί βρισκόταν και ο Αστ. Σιμιλλίδης. Έδωσαν και οι ίδιοι καταθέσεις στην Αστυνομία και ανέμεναν όλοι μαζί έξω από την αίθουσα αναμονής. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι στην παρουσία του ο Σιμιλλίδης και ο Παμπόρης είπαν στην κατηγορουμένη ότι έπρεπε να μεταβεί στον Αστυνομικό σταθμό να δώσει κατάθεση. Ο μάρτυρας απάντησε ότι το μόνο που αντιλήφθηκε είναι την κατηγορουμένη η οποία σηκώθηκε, απομακρύνθηκε από κοντά τους και έκλεισε πίσω της μια πόρτα του διαδρόμου που οδηγεί στο χώρο στάθμευσης. Επέστρεψε λέγοντας του πως πρέπει να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, ότι αυτό της είπαν οι Αστυνομικοί. Καθοδόν δεν του έκαμε οποιοδήποτε παράπονο για τους Αστυνομικούς. Ο κ Παναγιώτου στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η Αστυνομία είχε υποχρέωση, με το μαρτυρικό υλικό που είχε ήδη στα χέρια της μέχρι τη στιγμή εκείνη, και το οποίο ουσιαστικά αποτελούσε την όλη μαρτυρία την οποία είχε στη διάθεσή της, η ίδια που υπάρχει μέχρι και σήμερα, να της απαγγείλει κατηγορία κατ΄ επίκληση του Δικαστικού Κανόνα
  4. Ουσιαστικά είναι η θέση του ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η Αστυνομία ήταν σκόπιμος: Aποσκοπούσε στο να εξασφαλισθεί κατάθεση της κατηγορουμένης πριν τη σύλληψή της, ούτως ώστε να αποφύγει να συμμορφωθεί με οποιουσδήποτε Κανόνες ή δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση και να εξασφαλίσει έτσι την επίδικη κατάθεση. Το Δικαστήριο, είναι η εισήγησή του, έχει δικαίωμα να αποκλείσει μια κατά τα άλλα αποδεκτή μαρτυρία η οποία λήφθηκε κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως προστατεύονται από το Σύνταγμα αλλά και από το άρθρο 6, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να διασφαλίσει τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης. Να απορρίψει ουσιαστικά οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία δυνατό να θέσει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση, μη αποκλειομένης και μη ενοχοποιητικής κατάθεσης. Μας παρέπεμψε ακόμη ο κ Παναγιώτου σε Αγγλικές αποφάσεις και αποφάσεις του Δ.Α.Δ., υποστηρίζοντας πως η παράλειψη των Αστυνομικών οργάνων να πληροφορήσουν την κατηγορουμένη για το δικαίωμα της να παρευρίσκεται δικηγόρος κατά τη λήψη της κατάθεσης, καλύπτει και τις περιπτώσεις οικιοθελούς προσέλευσης υπόπτου προσώπου και χωρίς αυτό να έχει συλληφθεί. Η άρνηση της Αστυνομίας να επιτρέψει την παρουσία δικηγόρου ή η απουσία θετικής πληροφόρησης της κατηγορουμένης για το δικαίωμα να έχει δικηγόρο θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να μην επιτρέψει την εν λόγω κατάθεση. Ο κ Μάτσας από την άλλη μεριά εισηγείται ότι η Αστυνομία βρισκόταν στα αρχικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης και ότι με τη μαρτυρία την οποία είχε στα χέρια της μέχρι τη στιγμή εκείνη, εξ΄ ακοής μαρτυρία της μητέρας της παραπονουμένης, ορθά ενήργησε. Ενεργοποιήθηκαν λοιπόν οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα 2: προειδοποιήθηκε η κατηγορουμένη ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο Πάφου καταλλήλως για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Της ζητήθηκε να παρουσιαστεί στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση. Κατά τα αρχικά στάδια της διερεύνησης του αδικήματος οι ανακριτικές αρχές έκριναν ότι δεν υπήρχε στα χέρια τους ικανοποιητικό υλικό ώστε η κατηγορουμένη να συλληφθεί, προειδοποιήθηκε λοιπόν και πάλι ενώ βρισκόταν στο Τ.Α.Ε. κάτω από τον Δικαστικό Κανόνα 2 οπότε και δίνει την επίδικη κατάθεση. Θα προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και της κάθε πτυχής η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και ειδικότερα τη διασφάλιση της διαδικασίας ούτως ώστε να προσεγγίσουμε με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία και να αποκλείσουμε αν τούτο κριθεί αναγκαίο οποιαδήποτε άτοπη αστυνομική συμπεριφορά την οποία τυχόν θα εντοπίσουμε και με ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά στον σεβασμό βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και χωρίς κανένα δισταγμό καταλήξαμε ότι η επίδικη γραπτή κατάθεση λήφθηκε κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφουν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Αστ. Σιμιλλίδη για το τι επεσυνέβη στο χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και για το τι λέχθηκε στην κατηγορουμένη η οποία υπό τας περιστάσεις οικιοθελώς και σε προηγουμένη συνεννόηση με τους γονείς της και ιδιαιτέρως με τον πατέρα της αποφάσισε να μεταβεί τη στιγμή εκείνη στο Τ.Α.Ε. Πάφου. Όπως ακούσαμε από τον πατέρα της κατηγορουμένης επέλεξαν να παν εκείνη τη στιγμή στο Τ.Α.Ε. Πάφου οικογενειακώς. Όπως επέλεξαν στη συνέχεια να δώσουν και πάλι οι ίδιοι καταθέσεις: ο πατέρας και η μητέρα της κατηγορουμένης την ώρα που η κατηγορουμένη έδινε τη δική κατάθεση στον Σιμιλλίδη, στην παρουσία της Ματάρ, σε άλλο δωμάτιο. Δεν εντοπίσαμε στη μαρτυρία του Αστ. Σιμιλλίδη οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ερωτηματικά που να μας δημιουργούν την παραμικρή αμφιβολία. Αντίθετα η εκδοχή της κατηγορουμένης για το τι προηγήθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου δεν ήταν καθόλου πειστική. Ήταν ασαφής και ερχόταν σε αντίθεση με όσα μας ανέφερε ο πατέρας της. Ενώ η ίδια θέλει να τοποθετεί τον εαυτό της με τους γονείς της και τον αδελφό της και τους Αστυνομικούς να την πλησιάζουν και να την καλούν να της μιλήσουν ιδιαιτέρως και ενώ υποβάλλεται στον Αστ. Σιμιλλίδη από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορουμένης, ότι, τράβηξε την κατηγορουμένη στο διάδρομο κλείνοντας πίσω του την πόρτα του διαδρόμου, ο πατέρας της λεει πως το μόνο που είδε είναι την κατηγορουμένη να σηκώνεται, να πηγαίνει προς το διάδρομο και να κλείνει την πόρτα πίσω της. Αποφεύγει βρίσκουμε έτσι να έρθει σε αντίθεση με τη θέση της κατηγορουμένης αλλά και να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία του Σιμιλλίδη, για ευνόητους λόγους. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Αστ. Σιμιλλίδη ότι, ο ίδιος εγκατέλειψε το Νοσοκομείο Πάφου και ότι αργότερα κατέφθασε η κατηγορουμένη με τους γονείς της με διαφορά δέκα περίπου λεπτών. Απορρίπτουμε τη θέση πως το αυτοκίνητο της Αστυνομίας ακολουθούσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αδελφός της παραπονουμένης. Η απάντηση του πατέρα της παραπονουμένης κατά τη μαρτυρία του ότι το αυτοκίνητο της Αστυνομίας τους ακολουθούσε κατά την επανεξέταση μετατράπηκε στο ότι, "ένιωθε" το αυτοκίνητο της Αστυνομίας πίσω τους. Βλέπουμε λοιπόν ότι και εδώ ο μάρτυρας κινείται ασαφώς για να εξυπηρετήσει τις θέσεις της υπεράσπισης. Είναι η κατάληξη μας επ' αυτού του σημείου ότι τα πράγματα, μέχρι και την έλευση της κατηγορουμένης στον Αστυνομικό Σταθμό έγιναν όπως μας τα περιέγραψε ο Αστ. Σιμιλλίδης. Ότι η κατηγορουμένη οικειοθελώς και αυτοβούλως, αποφάσισε να μεταβεί στο Τ.Α.Ε. Πάφου όπως και έπραξε. Διερωτώμαστε γιατί ενώ η Κατηγορουμένη λέει πως οι Αστυνομικοί της ζήτησαν να πάει "μαζί" τους στον Αστυνομικό Σταθμό την άφησαν να αποφασίσει η ίδια το χρόνο προσέλευσης της σε συνεννόηση με τον πατέρα της και να φύγει με άλλο αυτοκίνητο. Η υπεράσπιση καταλόγισε στους Σιμιλλίδη και Παμπόρη ότι θέλησαν να δώσουν στην κατηγορουμένη την εντύπωση ότι ήταν αναγκασμένη να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό χωρίς προηγουμένως να της γίνει οποιαδήποτε προειδοποίηση. Κατά την κατάθεση της κατηγορουμένης εισήχθη ακόμη ένα στοιχείο το οποίο επίσης δεν τέθηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Η κατηγορουμένη ενώπιόν μας κατέθεσε ότι είπε στο Σιμιλλίδη και στον Αστυνομικό που τον συνόδευε, ότι θέλει να δει δικηγόρο. Ρητά δηλαδή ζήτησε να δει δικηγόρο και ότι ο Παμπόρης επενέβη λέγοντάς της: "εφόσον δεν έκανες κάτι σοβαρό τι τον θέλεις το δικηγόρο". Ότι ετέθη στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης ήταν παράλειψη της Αστυνομίας να την πληροφορήσει για το δικαίωμα της κι όχι δική της επιθυμία και άρνηση της Αστυνομίας. Η θέση αυτή σημειώνουμε ουδέποτε υπεβλήθη στον Σιμιλλίδη κατά την αντεξέταση. Κρίνουμε ως αφύσικη τη θέση της κατηγορουμένης ότι δεν είπε στους γονείς της ότι ήθελε να δει δικηγόρο διότι θεώρησε με τα όσα της είπε ο Παμπόρης ότι αυτό δεν χρειαζόταν. Η ίδια, όπως λέει, έθεσε θέμα δικηγόρου. Παρά ταύτα και ενώ είχε την ευκαιρία να το συζητήσει με τους γονείς της και στο Νοσοκομείο και καθ' οδόν μέσα στο αυτοκίνητο και να αποφασίσει κατά πόσο ήθελε να ειδοποιήσει προηγουμένως δικηγόρο, ούτε καν τους το αναφέρει. Η θέση της ότι δεν αναζήτησε δικηγόρο γιατί ο Αστ. Παμπόρης της είπε ότι "εφόσον δεν έκαμες κάτι σοβαρό τι τον θέλεις τον δικηγόρο" είναι ασυμβίβαστη με την δική της πάλι θέση πως στο χώρο του Νοσοκομείου ο Αστ. Παμπόρης της είπε ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρό ζήτημα και ότι θα πήγαινε πολλά χρονιά φυλακή. Σ΄ ένα σκηνικό που δεν πρέπει να κράτησε παρά μερικά λεπτά, παρουσιάζει τον Αστ. Παμπόρη να την απειλεί ή να την φοβερίζει πως θα πάει πολλά χρόνια φυλακή για να δείξει πως ενεργούσε υπό το βάρος των απειλών και του φόβου και συνάμα όταν ηθέλησε να υποστηρίξει την άλλη πτυχή της υπόθεσης της, περί στέρησης του δικαιώματος των υπηρεσιών δικηγόρου, βάζει διαφορετικού περιεχομένου λόγια στο στόμα του Αστ. Παμπόρη, μια ασυνέπεια στον λόγο του και υποστηρίζει ότι πείστηκε από αυτόν ώστε να μην αναζητήσει δικηγόρο. Είναι η κατάληξη μας ότι οικιοθελώς και υπό το δεδομένο της αδιαμφισβήτητης σχέσης της με το συμβάν η κατηγορουμένη προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση κατά το χρόνο που η ίδια σε συνεννόηση με τον πατέρα της επέλεξε. Όσον αφορά το τι επεσυνέβη από τη έλευση της κατηγορουμένης, τη συνοδεία της οικογενείας της, δεχόμαστε όλα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας μετέφεραν ενώπιόν μας και βρίσκουμε ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως μας τα μετέφεραν οι μάρτυρες αυτοί. Δεχόμαστε ότι στον Αστυνομικό Σταθμό ο Αστ. Σιμιλλίδης ρωτήθηκε από τον πατέρα της κατηγορουμένης αν χρειαζόταν δικηγόρος και ότι ο Αστ. Σιμιλλίδης του απάντησε πως είχαν δικαίωμα να βάλουν δικηγόρο. Ότι το γεγονός αυτό προηγήθηκε της λήψης γραπτής κατάθεσης. Η Υπεράσπιση εισήγαγε τον Λοχία Σάββα Σάββα να παρευρίσκεται στο Τ.Α.Ε. πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης και να εμποδίζει τον πατέρα της κατηγορουμένης να εισέλθει στο γραφείο όπου θα λαμβάνετο η κατάθεση. Αποδεχόμαστε τη θέση που προβλήθηκε από τους Σιμιλλίδη και Ματάρ ότι ο Λοχίας Σάββα δεν βρισκόταν εκείνη την ώρα εκεί αλλά ενεπλάκη αργότερα για σκοπούς έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Αφέθηκαν επίσης σκιές αναφορικά με τη συμπεριφορά και αμεροληψία του προϊσταμένου του Τ.Α.Ε. Πάφου Ανώτ. Υπ. Χ. Φιλίππου: τυγχάνει πρώτος εξάδελφος της μητέρας του θύματος. Είναι γεγονός πως ο Χ. Φιλίππου ενώ δεν ήταν υπηρεσία ειδοποιήθηκε και μετέβη στο Νοσοκομείο Πάφου. Εξήγησε πάντοτε πως σε περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων ειδοποιείται ως προϊστάμενος του Τ.Α.Ε. και αναλόγως του εγκλήματος πάντοτε μεταβαίνει στο Νοσοκομείο. Έχουμε αποδεκτεί ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην ανάκριση της ύποπτης. Θα σημειώναμε ωστόσο πως αν ήταν δυνατή η παρουσία άλλου αξιωματικού στο Τ.Α.Ε. θα ήταν επιθυμητό να μην εμπλακεί καθόλου στην υπόθεση ακριβώς για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις. Η υπεράσπιση καταλόγισε στον Υπ. Φιλίππου εκφοβισμούς και απειλές με χειρονομίες όπως τις περιγράψαμε πιο πάνω. Απορρίπτουμε τις θέσεις αυτές και δεχόμαστε ότι ο Ανωτ. Υπ. Φιλίππου ο οποίος το βράδυ εκείνο δεν βρισκόταν σε υπηρεσία κατέφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό μετά την έναρξη της κατάθεσης της κατηγορουμένης και ότι οδηγήθηκε στο γραφείο του χωρίς να κάμει οποιαδήποτε παρέμβαση, είτε αυτή που του αποδίδεται από την υπεράσπιση, είτε άλλη. Η Γ/Αστ. Ματάρ, η οποία σύμφωνα με την κατηγορουμένη βρισκόταν εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης, επιβεβαιώνει ότι ο Ανωτ. Υπ. Φιλίππου την ώρα που περνούσε από το γραφείο του πληροφορήθηκε από τον Αστ. Σιμιλλίδη ότι η κατηγορουμένη ήταν το πρόσωπο από το οποίο θα έπαιρνε κατάθεση, πέρασε στο γραφείο του και δεν τον ξανά είδε μέχρι και το τέλος της κατάθεσης της κατηγορουμένης. Μετά το τέλος της κατάθεσης μπήκε στο γραφείο η μητέρα της κατηγορουμένης η οποία κάθισε στο πλάι της και μιλούσαν. Σε όλη αυτή τη διάρκεια η κατηγορουμένη δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, αλλά ούτε και αργότερα, όταν ακολούθησε έρευνα στο σπίτι της κατηγορουμένης και πάλι στην παρουσία της οικογενείας της. Η κατηγορουμένη περιγράφει την κατάσταση της την ώρα που έδινε κατάθεση. Έπρεπε, ένιωθε ότι ήταν αναγκασμένη να δώσει κατάθεση, βρισκόταν κάτω από ψυχολογική πίεση που την οδήγησε να δώσει την εκδοχή που έδωσε. Τα γεγονότα όπως τα ακούσαμε από το Νοσοκομείο Πάφου μέχρι και την ώρα που διεξήχθη έρευνα στο σπίτι της κατηγορουμένης δεν συνηγορούν υπέρ των θέσεων αυτών. Δεν βρίσκουμε καθόλου πειστικούς τους λόγους που έδωσε η κατηγορουμένη και οι οποίοι την ώθησαν να πει όσα εμπεριέχονται στην επίδικη κατάθεση. Αντιθέτως παρακολουθούμε ένα πρόσωπο το οποίο προειδοποιείται ήδη από το χώρο του Νοσοκομείου για τις προθέσεις της Αστυνομίας και το οποίο περιστοιχίζεται από ανθρώπους που την αγαπούν, τους γονείς και τον αδελφό της, συνομιλεί με τον πατέρα της και αποφασίζουν να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση. Το κλίμα όπως ακούσαμε και από τους μάρτυρες της Αστυνομίας και από τον πατέρα της, είναι ιδιαίτερα καλό. Οι γονείς της και ο αδελφός της κάθονται στον προθάλαμο, δίδουν και οι ίδιοι τις καταθέσεις τους και στο τέλος της κατάθεσης της παραπονουμένης συνομιλούν μαζί της. Παρακολουθήσαμε επίσης τον πατέρα της κατηγορουμένης να μας περιγράφει τη φιλική και κοινωνικού περιεχομένου συνομιλία του ιδίου με τον Ανώτ. Υπ. Φιλίππου και με άλλους Αστυνομικούς, αναμένοντας κλιμάκιο της Αστυνομίας για να μεταβούν στη σκηνή του εγκλήματος. Ο ίδιος δέχεται ότι στο στάδιο αυτό η κατηγορουμένη δεν του έκαμε κανένα παράπονο για τους Αστυνομικούς. Αργότερα είπε του ανέφερε για τη συμπεριφορά του Φιλίππου χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πότε. Και εδώ βρίσκουμε ότι η μαρτυρία του πατέρα της κατηγορουμένης παραμένει ασαφής και θολή γιατί έτσι πιστεύει ότι εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς της υπεράσπισης. Ο πατέρας της κατηγορουμένης δεν θέλει να πει ψέματα στο Δικαστήριο, δεν λεει όμως και όλη την αλήθεια. Παραλείπει εσκεμμένα το θετικό και αοριστολογεί σκοπίμως. Είναι φυσικό η παραπονουμένη να τελούσε κάτω από αναστάτωση. Το γεγονός που προηγήθηκε, σοβαρός τραυματισμός του θύματος, φίλης της για πολλά χρόνια, ήταν ικανό να της προκαλέσει κάτι τέτοιο. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε ψυχολογική πίεση κάτω από τις συνθήκες που μας περιέγραψε που την οδήγησε να δώσει την επίδικη κατάθεση. Είχε προηγηθεί η προειδοποίηση στο Νοσοκομείο και είχε ήδη προειδοποιηθεί με τον ίδιο Δικαστικό Κανόνα, Κ.2, πριν την έναρξη της κατάθεσης. Βρίσκουμε ότι η κατάθεση αυτή δόθηκε ελεύθερα χωρίς απειλή ή εκφοβισμό και αφού προηγουμένως η κατηγορουμένη προειδοποιήθηκε δεόντως όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου Α. Απορρίπτοντας τα περί απειλών δεν έχουμε καθόλου ικανοποιηθεί ότι η ψυχική και πνευματική κατάσταση της κατηγορουμένης ήταν τέτοια ώστε να άρει τη θεληματικότητα της κατάθεσης. Το θέμα όμως θα πρέπει να εξεταστεί και από την εισήγηση της υπεράσπισης για παραβίαση του δικαιώματος της κατηγορουμένης να πληροφορηθεί το δικαίωμα να τύχει δικηγόρου της επιλογής της, ακόμη και από αυτό το στάδιο, όπου δεν τελούσε υπό σύλληψη, αλλά επρόκειτο να της ληφθεί μαρτυρία για σκοπούς διερεύνησης του αδικήματος. Όντως από την ενώπιόν μας μαρτυρία και όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Σιμιλλίδης, δεν ετέθη ρητώς στην κατηγορουμένη ότι είχε δικαίωμα δικηγόρου και ότι δεν την πληροφόρησε ότι δεν βρισκόταν υπό σύλληψη και ότι ήταν ελεύθερη να φύγει αν το επιθυμούσε. Αποτελεί κοινό έδαφος πως η κατηγορουμένη συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος στις 22:55 της 21.11.2006 και πως, συνεπώς, κατά το χρόνο λήψης της επίδικης κατάθεσης της, από 21:10 μέχρι 22:25 της 21.11.2006 δεν τελούσε υπό σύλληψη. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο φέρεται ως ύποπτο για τη διάπραξη αδικήματος δεν εξ΄ υπακούει απαρέγκλιτα πως πρέπει να επιδιωχθεί η έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης εναντίον του και να συλληφθεί. Η σύλληψη, που σε κάθε σχεδόν περίπτωση επιφέρει ταλαιπωρία, αναστάτωση και άλλα δυσάρεστα συναισθήματα στο συλληφθέν πρόσωπο δεν είναι αυτοσκοπός. Όπως αναφέρεται στην Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ. 207, σελ 216, για την έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης, μετά την διαπίστωση εύλογης υπόνοιας ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα εκδοθεί διέπραξε αδίκημα, θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του αναγκαία ή επιθυμητή. Εάν η ανακριτική αρχή κρίνει πως με την παρουσίαση ενόρκως σε Δικαστή των στοιχείων που κατέχει δεν θα τον πείσει είτε ως προς την διαπίστωση εύλογης υπόνοιας σύνδεσης του προσώπου, είτε ως προς την αναγκαιότητα και επιθυμητό της σύλληψης, δε θα πρέπει να αιτηθεί την έκδοση του εντάλματος. Περαιτέρω όταν η ανακριτική αρχή δεν θεωρεί αναγκαία ή επιθυμητή τη σύλληψη θα ήταν μεμπτή τυχόν ενέργεια της να επιδιώξει την έκδοσή του. Τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα και Νόμο (βλ. Ο Περί των Δικαιωμάτων Προσώπων και Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005) δικαιώματα συλληφθέντος προσώπου αφορούν πρόσωπο που πράγματι έχει συλληφθεί. Αν δεν έχει συλληφθεί και κατακρατείται παρά τη θέλησή του θα ομιλούμε πλέον για παράνομη κράτηση και παραβίαση θεμελιώδους επιταγής του Συντάγματος. Όταν συνεπεία οιωνδήποτε λόγων ή ενεργειών ή παραλήψεως εκ μέρους της ανακριτικής αρχής, το πρόσωπο θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της αρχής, νομιζόμενο ότι τελεί υπό σύλληψη ή υπό πλάνη ως προς το κατά πόσο τελεί υπό σύλληψη ή έχει άγνοια ότι είναι ελεύθερο και προβαίνει σε επιζήμιες γι' αυτό δηλώσεις, χωρίς να του έχουν ανακοινωθεί τα δικαιώματά του, ωσάν να ήταν συλληφθέν πρόσωπο, γεννάται το ζήτημα κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί μαρτυρία των δηλώσεων του. Είμαστε της άποψης ότι η Αστυνομία υπό τας περιστάσεις ενήργησε στο αρχικό αυτό στάδιο ορθά. Δεν είναι νοητό να θέτουμε υποχρέωση σύλληψης της κατηγορουμένης εφόσον το ανακριτικό έργο βρισκόταν στο αρχικό του στάδιο. Ακούσαμε από τους μάρτυρες της Αστυνομίας ότι αργότερα τέθηκε στη διάθεσή τους άλλο μαρτυρικό υλικό, όπως η ίδια η θέση της παραπονουμένης η οποία μέχρι τη στιγμή εκείνη βρισκόταν ως εξ΄ ακοής μαρτυρία από την ίδια προς τη μητέρα της, αλλά και η κατάθεση του κοινού φίλου της κατηγορουμένης και της παραπονουμένης Ιωάννη Ιωάννου, την οποία πήρε στο Νοσοκομείο ο Χρ. Ιωάννου οπότε και ξεκίνησε η διαδικασία εξασφάλισης εντάλματος σύλληψης. Το άρθρο 11.4 του Συντάγματος προβλέπει: " Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά τη στιγμή της σύλληψεως αυτού εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχει των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του". Σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 παράγραφος D1. 24 κάτω από τον τίτλο Voluntary Attendance at a Police Station - "Οικιοθελής παρουσίαση στον Αστυνομικό Σταθμό", πρόσωπο που παρουσιάζεται οικιοθελώς στον Αστυνομικό Σταθμό χωρίς να έχει συλληφθεί, έχει δικαίωμα να φύγει όποτε το επιθυμεί εκτός και αν τεθεί υπό σύλληψη. Εάν το Αστυνομικό όργανο αποφασίσει ότι το ύποπτο πρόσωπο θα πρέπει να εμποδιστεί από του να εγκαταλείψει το χώρο, θα πρέπει αμέσως να πληροφορήσει τον ύποπτο ότι βρίσκεται υπό σύλληψη. Εάν ο ύποπτος δεν συλληφθεί αλλά προειδοποιηθεί για να του τεθούν ερωτήσεις, με σκοπό να ληφθεί μαρτυρία η οποία θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αναφορά με το υπό διερεύνηση αδίκημα, το Αστυνομικό όργανο θα πρέπει αμέσως να πληροφορήσει τον ύποπτο ότι δεν τελεί υπό σύλληψη, και ότι είναι ελεύθερος να φύγει εάν το επιθυμεί και ότι έχει δικαίωμα να τύχει ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και πάλι εάν το επιθυμεί. Το ευρύτερο όμως δικαίωμα συλληφθέντος προσώπου να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου της επιλογής του αναγνωρίζεται κάτω από το άρθρο 6
(3)(γ) της Σύμβασης το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 12
(5)(γ) του Συντάγματος. Η υπόθεση Murray v. U.K.
(1996)22 E.H.R.R. 29, είναι ενδεικτική του δικαιώματος που αναγνωρίζεται από τη Σύμβαση σε ένα ύποπτο, ακόμα και στο στάδιο των ανακρίσεων, να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου. Το δικαίωμα ενός υπόπτου να ενημερωθεί για το δικαίωμα του να τύχει νομικής συμβουλής αναμφίβολα ενυπάρχει ως στοιχείο που διασφαλίζει ακριβοδίκαιη δίκη. Ακόμα και η ίδιοι οι Δικαστικοί Κανόνες, Διοικητική Οδηγία 7 (β) προβλέπει ότι πρόσωπα που τελούν υπό κράτηση όχι μόνο θα πρέπει να ενημερώνονται προφορικά για τα δικαιώματά τους αλλά και θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε στους χώρους κράτησης να αναρτώνται σχετικές πινακίδες. Η κάθε υπόθεση βέβαια κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκουμε ότι η κατηγορουμένη γνώριζε περί του δικαιώματος της έγινε συζήτηση και διερεύνηση με τους Αστυνομικούς και τον πατέρα της στον Αστυνομικό Σταθμό και ότι η ίδια αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου και να τύχει νομικής συμβουλής τη συγκεκριμένη στιγμή. Όπως εισηγείται ο κ Παναγιώτου δεν πρέπει σ' αυτή την περίπτωση το βάρος να μετακινηθεί στους ώμους της κατηγορουμένης εφόσον πρόκειται περί υποχρεώσεως που θετικά εναποτίθεται στις ανακριτικές αρχές. Δεν διαφωνούμε επ' αυτού αλλά βρίσκουμε ότι το δικαίωμα αυτό, επεξηγήθηκε συζητήθηκε και η ίδια η κατηγορουμένη αποφάσισε να μην το εξασκήσει. Σε ότι αφορά το δικαίωμα της κατηγορουμένης να εγκαταλείψει το χώρο ήταν ξεκάθαρο από τον τρόπο που αυτή μετέβη στο σταθμό όπως τον περιγράψαμε και της αντιμετώπισης που έτυχε πως δεν ήταν υπό σύλληψη και ήταν ελεύθερη να διακινηθεί κατά βούληση. Οι αρχές που διέπουν το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συνοψίζονται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 και δεν χρειάζεται να προβούμε σε ειδική αναφορά. Η διαπίστωση παράγοντα που επιδρά αρνητικά στο δικαίωμα για ακριβοδίκαιη δίκη, δεν σημαίνει και τον αυτόματο αποκλεισμό μαρτυρίας που σχετίζεται με την παράβαση. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσο η παράβαση ήταν τέτοιας σημασίας που πράγματι επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Αν η κατάληξη είναι ότι υπήρξε παράβαση δικαιώματος που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα, τότε το Δικαστήριο δεν έχει άλλη εκλογή από του να αποκλείσει την μαρτυρία ανεξάρτητα από τις συνέπειες που μια τέτοια ενέργεια θα έχει στην πορεία της δίκης. Βλ. Police v. Georgiades
(1993)C.L.R. 33, Parpas v. Police
(1988)2 C.L.R. 5, Δημοκρατίας ν. Κυπριανίδη και άλλων
(1994)2 Α.Α.Δ. 37. Η εξέταση του θέματος στο στάδιο αυτό, κατά την κρίση μας, δεν παραβιάζει τις αρχές της νομολογίας που προβλέπουν ότι οποιαδήποτε εξέταση ισχυρισμού για παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκης θα πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της δίκης και όχι έξω από αυτό, εφόσον τα δικαιώματα κατοχυρώνονται για την εξασφάλιση δίκαιης δίκης και όχι για την παρεμπόδιση της. Βλ. Φάντης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατία ν. Ford κ.α. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, Αναφορικά με την Αίτηση για Ένταλμα της φύσης Certiorari - Δημοκρατία ν. Κορέλλης -
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718. Στην προκειμένη περίπτωση η δίκη έχει αρχίσει, έχουν ακουστεί οκτώ μάρτυρες κατηγορίας, σε αντίθεση με τις πιο πάνω υποθέσεις όπου το θέμα ηγέρθη σε προκαταρτικό στάδιο και προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Με τα γεγονότα όπως τα έχουμε παραθέσει κρίνουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη των ανακριτικών αρχών να πληροφορήσουν ρητά την κατηγορουμένη πριν την έναρξη της ανακριτικής κατάθεσης για το δικαίωμά της να τύχει νομικής συμβουλής ή απουσίας ρητής πληροφόρησης ότι αν το επιθυμούσε ήταν ελεύθερη να φύγει, δεν ήταν τέτοια που να επεισέλθει στη βούληση της κατηγορουμένης να δώσει την επίδικη κατάθεση. Βρίσκουμε ότι η κατάθεση της κατηγορουμένης ήταν αποτέλεσμα της δικής της ελεύθερης θέλησης και απόφασης να δώσει εξηγήσεις για το περιστατικό που έλαβε χώρα μόνο στην παρουσία της και στην παρουσία του θύματος. Αντικειμενικά κρινόμενο το περιεχόμενο της κατάθεσης της παρουσιάζεται υποβοηθητικό και την απαλλάττει ποινικής ευθύνης. Η κατάθεση της δεν είναι του περιεχομένου ή του τύπου που οι Αστυνομικές Αρχές επιδιώκουν ή προσδοκούν να αποσπάσουν από ύποπτο. Παράλληλα δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι στη συνέχεια η κατηγορούμενη παρέμεινε στο χώρο μαζί με την οικογένεια της μέχρι και τη σύλληψή της, οπότε και όλοι μαζί οδηγήθηκαν στο διαμέρισμα όπου έλαβε χώρα το επεισόδιο για σκοπούς έρευνας χωρίς να εγείρει, μέσω οιουδήποτε, θέμα εναντίον των ανακριτικών αρχών και του τρόπου λήψης της κατάθεσής της. Ήταν λογικά αναμενόμενο εκ των πραγμάτων ένα πρόσωπο το οποίο είχε παρουσία στο επεισόδιο να παραμείνει στο σταθμό εν αναμονή των εξελίξεων. Η συμπεριφορά της κατηγορουμένης αλλά και της οικογένειας της ήταν συμπεριφορά προσώπων που έδειχναν προθυμία να συνεργαστούν πλήρως με τις Αστυνομικές Αρχές για διαλεύκανση της υπόθεσης. Με βάση το σύνολο των περιστατικών και της μαρτυρίας που έχουμε μέχρι τη στιγμή αυτή, κρίνουμε ότι δεν έχει παραβιαστεί το δικαίωμα της κατηγορουμένης για δίκαιη δίκη σε βαθμό που θα πρέπει να αποκλείσουμε την κατάθεσή της ως μη θεληματική. Με κανένα τρόπο η παράληψη ρητής πληροφόρησης της παραπονουμένης ότι ήταν ελεύθερη να φύγει ήταν τέτοια που να μολύνει είτε τη θεληματικότητα της κατάθεσης ή να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη. Είναι η κατάληξη μας ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση της κατηγορουμένης ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης της και επομένως ως θεληματική θα πρέπει να γίνει δεκτή ως μέρος της μαρτυρίας, την αξία της οποίας βέβαια θα αξιολογήσουμε στο τέλος. Η ένσταση απορρίπτεται και η κατάθεση σημειώνεται ως Τεκμήριο. (Υπ.) ............................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΘΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.