← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γλαύκου Σωκράτους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12579/06, 4.7.2007

Δημοκρατία ν. Γλαύκου Σωκράτους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12579/06, 4.7.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2007:9 ΣΤΟ ΜΟΝΙΚΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12579/06 Δημοκρατία ν.

  1. Γλαύκου Σωκράτους
  2. Χαράλαμπου Λοΐζου Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 4.7.2007 Για τη Δημοκρατία: κα. Χρ. Κυθραιώτου Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου (κα Μ. Σαββίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο 2: κ Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες: συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, απαγωγή γυναίκας και κατακράτησή της χωρίς τη θέλησή της με σκοπό τη συνουσία, κατά παράβαση του άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα, βιασμός κατά παράβαση των άρθρων 144, 145 και 20 του Ποινικού Κώδικα, άσεμνη επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 παραπονουμένης Φ.Χ. σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι οδήγησαν την παραπονουμένη παρά τη θέλησή της σε απομονωμένη περιοχή στην Πελαθούσα και υπό το κράτος απειλών και βίας τη βίασαν και πάλι παρά τη θέλησή της διαδοχικά. Είναι η εκδοχή των κατηγορουμένων πως όσα τους αποδίδονται είναι ψεύδη της παραπονουμένης η οποία κατασκεύασε μια φανταστική ιστορία με σκοπό να εκδικηθεί, κατά κύριο λόγο τον κατηγορούμενο 1 με τον οποίο διατηρούσε στο παρελθόν ερωτική σχέση, αλλά και εμμέσως τον κατηγορούμενο 2 και τότε ερωτικό της σύντροφο. Τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 2 έδωσαν ανώμοτη κατάθεση. Παραθέτουμε από κάποιο σημείο τη δήλωση του κατηγορούμενου 1: "Θέλω να σας πω ότι εγώ είμαι αθώος, με τη Φοινικούλα είχαμε δεσμό πριν αρκετό καιρό, της είπα να διακόψουμε γιατί έμαθα ότι είμαστε συγγενείς ...... ................. Μετά ξαναείδα τη Φοινικούλα την ημέρα που είμαστε στο κυνήγι μου ζήτησε η Φοινικούλα μαζί με τον Πάμπο να τους πάρω να μιλήσουν ενώ ο Λάκης ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν έδινε το αυτοκίνητο σε οποιοδήποτε το έδινε μόνο σε εμένα. Πήγα τους πήρα, τον Πάμπο και τη Φοινικούλα και μετά εγώ έφυγα απομακρύνθηκα. Όταν απομακρύνθηκα άκουγα κάποιες φωνές δεν έλαβα υπόψη διότι και σε εμένα φώναζε η Φοινικούλα όταν κάναμε έρωτα. Μετά από αρκετή ώρα επέστρεψα ήταν όλα εντάξει και φύγαμε και πήγαμε στην παρέα που είμαστε. Θέλω να σας ξαναπώ ότι εγώ είμαι αθώος ο Πάμπος και οι άλλοι το γνώριζαν ότι είχα δεσμό με τη Φοινικούλα". Ο κατηγορούμενος 2 αρκέστηκε να δηλώσει: "Για ότι με κατηγορεί η Φοινικούλα έγιναν όλα με τη θέλησή της". Η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 4.8.1983 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Διαμένει με τους γονείς της στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς και εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα στην Πάφο. Το καλοκαίρι του 2004 γνώρισε τον κατηγορούμενο 1, τον οποίο πιο κάτω θα αναφέρουμε ως Γλαύκο, με τον οποίο συνήψε ολοκληρωμένη σχέση. Είχε μαζί του δυο φορές σεξουαλική επαφή. Αργότερα έμαθε πως ο κατηγορούμενος 1, που είχε που είχε τέσσερα παιδιά από προηγούμενο γάμο, επρόκειτο να παντρευτεί, ακόμη ότι έφταναν συγγενείς. Εκείνος το γνώριζε αλλά δεν της το είπε. Όταν του το ανέφερε αυτός το αρνήθηκε, δεν ήταν είπε αλήθεια και πρόβαλε διάφορες δικαιολογίες. Έτσι δεν τον ξαναείδε. Του ζήτησε όπως ακούσαμε στην αντεξέταση να διακόψουν. Αργότερα γνώρισε τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο στη συνέχεια θα αποκαλούμε, ο Πάμπος. Της τηλεφωνούσε μιλούσαν και τέλος της είπε ότι ήθελε να κάμει σχέση μαζί της. Κατόπιν επιμονής δικής της να της πει από πού πήρε το τηλέφωνό της ο Πάμπος της είπε ότι του το έδωσε ο Γλαύκος. Απεκόμισε κακή εντύπωση από τον Πάμπο και ήταν επιφυλακτική. Αργότερα και με την επιμονή του Πάμπου, ο οποίος συνέχισε να της τηλεφωνεί και να της στέλνει μηνύματα ζητώντας της συγνώμη, συναντήθηκαν και έκτοτε δημιούργησαν ερωτική σχέση. Επειδή ακριβώς ήθελε να στηριχθεί η σχέση τους σε σωστή βάση του ανέφερε την προηγούμενη σεξουαλική της σχέση με το Γλαύκο. "Ήταν σωστό" είπε, "να ξέρει αφού τα είχα πριν με το φίλο του". Του ζήτησε ακόμη να σταματήσει να κάνει παρέα με το Γλαύκο. Στις 19.8.2006 γύρω στις 10:15 το βράδυ, ο Πάμπος της τηλεφώνησε να τον συναντήσει στην περιοχή του χωριού Πελαθούσας. Της ζήτησε να του πάρει φάρμακα, Bedatine: Είχε από προηγουμένως τραυματιστεί και ήθελε να αλλάξει την πληγή του. Στην επιμονή του Πάμπου η παραπονουμένη αποδέχθηκε να βρεθούν για λίγο γιατί είχε ήδη κανονισμένο ραντεβού με τη φίλη της τη Λίτσα. Θα πήγαιναν για ένα ποτό στην πλατεία της Πόλης και θα την περίμενε εκεί. Πήρε τα φάρμακα και οδηγώντας το αυτοκίνητό της κατευθύνθηκε προς το χωριό Πελαθούσα για να συναντήσει τον Πάμπο. Πριν φτάσει στο σημείο της συνάντησης και κοντά στην πινακίδα: «Προς εκκλησάκι Παναγίας Χόρτενης», είδε ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Πάμπος, δεν ήταν το δικό του ήταν ένα διπλοκάμπινο, και σταμάτησε εκεί. Η παραπονουμένη κατέβηκε από το αυτοκίνητό της μπήκε στο διπλοκάμπινο που οδηγούσε ο Πάμπος. Ο Πάμπος με την είσοδό της στο αυτοκίνητο της ζήτησε να έχουν σεξουαλική επαφή. Εκείνη αρνήθηκε. Ήθελε να πάει στο ραντεβού της με τη Λίτσα και δεν συνήθιζε είπε να βγαίνει έξω χωρίς προηγουμένως να έχει κάμει ντους. Έτσι του ζήτησε να πάνε εκεί που βρίσκονταν η παρέα του. Αν έμεναν μόνοι θα της ήταν δύσκολο να αποφύγει τις ορέξεις του. Όντως ο Πάμπος την οδήγησε εκεί που βρίσκονταν οι φίλοι του, περίπου άλλα 10 άτομα ανάμεσα στους οποίους ο Γλαύκος, κάποιος Χιονιάς, και ο αδελφός του Πάμπου. Κάθισε για λίγη ώρα με την παρέα του Πάμπου και ύστερα ζήτησε από κάποιο να την συνοδεύσει για να επιστρέψει στο αυτοκίνητό της. Σηκώθηκε ο Πάμπος, προθυμοποιήθηκε να τη συνοδεύσει μαζί με το Γλαύκο ο οποίος και ανέλαβε να οδηγήσει. Η ίδια κάθισε στη θέση του συνοδηγού ενώ ο Πάμπος στο κάθισμα από πίσω της. Αντί όμως ο Γλαύκος να οδηγήσει και να την αφήσει εκεί που βρισκόταν σταθμευμένο το δικό της αυτοκίνητο, το προσπέρασε, το οδήγησε σε ερημική τοποθεσία και έσβησε τα φώτα και τη μηχανή του αυτοκινήτου. Ο Γλαύκος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε χωρίς να δει η ίδια που πάει. Ήταν σκοτάδι. Ο Πάμπος κατέβηκε κι αυτός, πήγε προς το μέρος της και της ζήτησε να κάνουν έρωτα. Εκείνη αρνήθηκε. Δεν ήθελε, εκείνη τη στιγμή αλλά και γιατί ήταν κοντά ο φίλος του ο Γλαύκος. Αυτός επέμενε, του είπε ότι δεν είχε όρεξη. Τότε της ζήτησε να κατέβει από το αυτοκίνητο, την τράβηξε από τα χέρια βίαια και την κατέβασε κάτω. Την οδήγησε τραβώντας την από το χέρι προς την πόρτα του αυτοκινήτου, την έσπρωξε, τη γύρισε να βλέπει με το πρόσωπο προς το αυτοκίνητο και παρά τη θέλησή της τη βίασε. Η ίδια έκλαιγε του φώναζε να σταματήσει αλλά εκείνος δεν την άφηνε. Πριν, και χωρίς ο Πάμπος να ολοκληρώσει, έφτασε στη σκηνή ο Γλαύκος λέγοντας "σε γάμησα δυο φορές και επειδή μου άρεσε θέλω να σε ξαναγαμήσω". Τότε ο Πάμπος αποσύρθηκε από πάνω της και όπως ήταν στριμωγμένη πάνω στ΄ αυτοκίνητο ήρθε κοντά της ο Γλαύκος, έβγαλε το παντελόνι του την έσπρωξε βίαια πάνω στο αυτοκίνητο με το πρόσωπο της και πάλι στραμμένο προς το αυτοκίνητο, την τράβηξε από τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω και απειλώντας την άνοιξε με βία τα πόδια της, ενώ ταυτόχρονα την πίεζε πάνω στο λαιμό και έτσι άρχισε να τη βιάζει. Η ίδια φώναζε και καλούσε βοήθεια. Ένιωθε να μην αναπνέει και σπρώχνοντας το Γλαύκο κατάφερε να τον κάνει να αποτραβηχτεί. Του ξέφυγε και άρχισε να τρέχει. Οι κατηγορούμενοι την κυνήγησαν μέχρι που ο Πάμπος τη σταμάτησε. Τραβώντας την από το χέρι βρίζοντας και απειλώντας τη πως θα τη σκοτώσουν. Τη στιγμή εκείνη φάνηκαν από μακριά μπλε φάροι της Αστυνομίας, οπότε οι δυο κατηγορούμενοι την έβαλαν στο αυτοκίνητο και την οδήγησαν και πάλι πίσω εκεί που βρισκόταν η υπόλοιπη παρέα. Εκεί ο Χιονιάς προθυμοποιήθηκε να την οδηγήσει στο αυτοκίνητό της. Καθοδόν η παραπονουμένη είπε στο Χιονιά, πως ο Γλαύκος και ο Πάμπος τη βίασαν. Μπήκε στο αυτοκίνητο της και ενώ βρισκόταν εκεί είδε ένα περιπολικό της Αστυνομίας να καταφθάνει. Ένας από τους δυο αστυφύλακες ήταν και ο Μ.Κ.7, αστ. 2133, Κ. Βρούλος του Αστυνομικού Σταθμού της Πόλης Χρυσοχούς. Εκεί η παραπονούμενη ανέφερε στον αστ. Κ. Βρούλλο, πως οι κατηγορούμενοι, τους οποίους και κατονόμασε την βίασαν. Του ζήτησε όμως να μην πει οτιδήποτε. Αργότερα θα τους έδινε κατάθεση και μετά που θα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Οδήγησε το αυτοκίνητό της προς το σπίτι της, έκανε ένα μπάνιο, πλύθηκε και πλάγιασε. Το πρωί, όταν ξύπνησαν οι γονείς της, τους είπε τι συνέβη και όλοι μαζί πήγαν στην Αστυνομία της Πάφου να καταγγείλουν το περιστατικό. Εξετάσαμε με προσοχή τι μετέφερε ενώπιον μας τόσο η παραπονούμενη όσο και ο αστ. Κ. Βρούλος. Θα σταθούμε ιδιαιτέρως στο σημείο αυτό και θα παρεμβάλουμε τα όσα ο μάρτυρας αυτός μας μετέφερε. Σύμφωνα με την κατάθεσή του Τεκμήριο 18, που απετέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην περιοχή Λατσιού, έλαβε τηλεφώνημα από τον αστυνομικό σταθμό, ότι άγνωστο πρόσωπο ανέφερε ότι στο χωριό Πελαθούσα, σε σπίτι, ακούγοντας φωνές. Ήταν, όπως διαπιστώσαμε κατά την ακροαματική διαδικασία, ο καταγγέλων Μ.Κ.6 Ανδρέας Γεωργίου, ο οποίος δίνοντας τηλεφωνικώς οδηγίες στο περιπολικό, πράγμα που μπόρεσε να κάνει βλέποντας τα φώτα και τους φανούς του αυτοκινήτου, τους οδήγησε στο σημείο, που κατά τον ίδιο, ακούγονταν οι φωνές. Σε κάποιο σημείο είδαν ένα αυτοκίνητο με άγνωστους αριθμούς εγγραφής να φεύγει από ένα χωράφι σε απόσταση 200 - 300 μέτρων περίπου. Προσπάθησαν να το ανακόψουν σε ένα σημείο που οδηγεί στην "Παναγία τη Χόρτενη", χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Κατευθύνθηκαν προς την Πελαθούσα όπου εκεί συνάντησαν την παραπονουμένη που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της. Σε ερώτησή του πώς και γιατί βρίσκεται εκεί, η παραπονουμένη του ανέφερε ότι είχε πάει να συναντήσει το φίλο της για να μιλήσουν για ένα προσωπικό τους θέμα. Επειδή του δημιουργήθηκαν υποψίες ζήτησε από τον συνάδελφό του Μ.Κ.10 αστ. 1169 Αριστοδήμου να τον αφήσει μόνο με την παραπονουμένη γιατί έτσι θα μπορούσε να μιλήσει πιο άνετα μαζί του επειδή τον γνώριζε προσωπικά. Εκεί η παραπονουμένη του αποκάλυψε ότι την βίασε "ο Πάμπος που την Μαραθούντα και ο Γλαύκος από τη Μεσόγη". Σε προτροπή του να την μεταφέρουν στο Νοσοκομείο εκείνη αρνήθηκε, όπως και αρνήθηκε να προβεί σε γραπτή κατάθεση: Δεν ήθελε να το μάθει κανείς, θα γινόταν "ρεζίλι" στο χωριό της και στην Πόλη, αν δε το μάθαινε ο πατέρας της, θα τη σκοτώσει. Την συνόδεψαν μέχρι την κατοικημένη περιοχή της Αργάκας όπως η ίδια τους ζήτησε. Λόγω του ότι η παραπονουμένη τον είχε παρακαλέσει έντονα να μην αποκαλύψει τίποτα μέχρι η ίδια να αποφασίσει τι να κάμει, φρόντισε στην καταχώρηση που έκανε στο ημερολόγιο του σταθμού στις 20.8.2006, Τεκμήριο 19, να μην αποκαλύπτεται οτιδήποτε σχετικά με το βιασμό. Όταν εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι η παραπονουμένη κατάγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία, δε χρειάστηκε να κάνει οτιδήποτε. Σημειώνουμε ότι η κατάθεση της παραπονουμένης στην Αστυνομία δόθηκε στις 20.8.2006 η ώρα 16:20 ενώ η κατάθεση του αστ. Κ. Βρούλλου στις 23.8.
  3. Στάθηκε ιδιαιτέρως η κα Σαββίδου στην κατάθεση της παραπονουμένης προς την Αστυνομία και ιδιαίτερα στο σημείο όπου κάνει αναφορά πως είπε στους Αστυνομικούς: "ύστερα θα τους έδινα κατάθεση χωρίς να τους πω οτιδήποτε". Η παραπονουμένη ήταν απολύτως ειλικρινής και έδωσε λογικές και πειστικές εξηγήσεις για τη στάση της την ώρα που το περιπολικό πλησίασε το αυτοκίνητό της. Μας μετέφερε το διάλογο μεταξύ της και του αστ. Κ. Βρούλλου,: Αρχικά πρόβαλε την δικαιολογία ότι πήγε να συναντήσει ένα φίλο της γιατί τα είχε χαμένα και δεν της "έβγαινε αμέσως να τους πει πως τη βίασαν". Ήταν όμως σαφής ότι λίγο αργότερα ξεκάθαρα έδωσε τα ονόματα των κατηγορουμένων και ότι αυτοί ήσαν τα πρόσωπα που την βίασαν. Αργότερα κατήγγειλε τον βιασμό της στην Αστυνομία και αυτό για εκείνη ήταν αρκετό. Άλλωστε είπε ανέφερε στην κατάθεσή της το γεγονός της συνάντησης της με τους δυο αστυνομικούς. Για να συμπληρώσει αργότερα, όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 επανήλθε επί του θέματος, ότι εκεί όπου στην κατάθεση της ανέφερε "χωρίς να τους πω οτιδήποτε", εννοούσε, χωρίς να τους δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του βιασμού. Η παραπονουμένη προχώρησε ακόμη πιο κάτω να συμπληρώσει πως, όταν έδινε την κατάθεσή της ανέφερε στους αστυνομικούς το διάλογο που είχε και την μεταφορά του παραπόνου της για βιασμό στο Βρούλλο. Μάλιστα μετά από αυτό κάποιος "μεγάλος" την κάλεσε, όπως κάλεσε και τους δυο αστυνομικούς και τους ρώτησε αν πράγματι έτσι έγινε. Εκείνοι διαβεβαίωσαν ότι η παραπονουμένη τους ανέφερε ότι την βίασαν. Ζητήθηκαν είπε εξηγήσεις από τον "αστυνομικό" γιατί δεν έγραψαν ότι κατήγγειλε βιασμό. Ο αστ. Κ. Βρούλλος συμφωνεί με την παραπονουμένη ότι μετά από μια έως τρεις ημέρες τη συνάντησε στο γραφείο του αξιωματικού υπαίθρου όπου ο τελευταίος τον κάλεσε να του δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρησε στο ημερολόγιο του σταθμού την καταγγελία για βιασμό της. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση κατά την αντεξέταση του από την κα Σαββίδου να προσδιορίσει αν το πιο πάνω συμβάν έλαβε χώρα πριν τις 23.8.2006 οπότε και προχώρησε με την κατάθεσή του. Παρέμεινε όμως σταθερός στην εξήγηση που έδωσε αρχικά: Δεν αναφέρθηκε στα πραγματικά γεγονότα σεβόμενος την επιθυμία της παραπονουμένης η οποία φοβόταν την αντίδραση του πατέρα της και ότι θα γινόταν περίγελος σε όλο το χωριό. Ο κ. Ερωτοκρίτου προχώρησε περαιτέρω υποβάλλοντας στο μάρτυρα πως, ότι αναφέρει στην κατάθεσή του σχετικά με το συμβάν δεν είναι αλήθεια, πράγμα που ο μάρτυρας αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας τη θέση του και δίνοντας λεπτομέρειες για τη συνάντηση του με την παραπονουμένη αλλά και τις έρευνες που έκανε στην περιοχή κατόπιν οδηγιών του όπως ακούσαμε του Μ.Κ.6, Ανδρέα Γεωργίου. Ο Ανδρέας Γεωργίου, στρατιωτικός ο οποίος βρισκόταν κατασκηνωμένος για κυνήγι μαζί με άλλο ένα φίλο του κοντά στο χωριό Πελαθούσα, αργά το βράδυ της επίδικης ημέρας, ακούει φωνές μιας κοπέλας να έρχονται από το βουνό. Ακούγονταν δυνατά και περίπου από απόσταση ενός χιλιομέτρου,: "Πονώ, αφήστε με" και πάλι ξανά "βοήθεια, αφήστε με να φύγω". Άκουσε ακόμα κάποιον άντρα να λέει "αφού δεν μας αφήνεις να τελειώνουμε". Όλα όσα κατέγραψε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία Τεκμήριο 17 τα επανέλαβε και ενώπιον μας προσθέτοντας ακόμη κάποιες λεπτομέρειες: Η κοπέλα φώναζε: "αφήστε με πονώ τη μέση μου δεν μπορώ". Ο μάρτυρας από τις φωνές κατάλαβε ότι επρόκειτο για μια κοπέλα που την βίαζαν περισσότεροι από ένας άντρας, ότι πρόβαλλε αντίσταση και ότι πονούσε. Τα ίδια επιβεβαιώνει και ο Ανδρέας Κλεάνθους Μ.Κ.8, κατάθεση του Τεκμήριο 21, ο οποίος ερχόμενος από ταξίδι, από τη Λευκωσία, σταμάτησε το αυτοκίνητο του για να ξεκουραστεί. Άκουγε γυναικείες φωνές και δυνατές κραυγές πόνου. Συνάντησε εκεί τρεις κυνηγούς, όλοι τους άγνωστα σ' αυτόν πρόσωπα, ένας απ΄ αυτούς ο Ανδρέας στρατιωτικός που υπηρετούσε στον Κόρνο. Επρόκειτο για τον Ανδρέα Γεωργίου. Όλοι μαζί παρακολούθησαν τις κινήσεις του αστυνομικού οχήματος και άκουγαν τι συνέβαινε, από την αρχή μέχρι το τέλος. Εξετάσαμε με προσοχή τι μετέφεραν ενώπιον μας οι μάρτυρες Ανδρέας Γεωργίου και Ανδρέας Κλεάνθους. Τη μαρτυρία τους την αποδεχόμαστε ως καθόλα αντικειμενική και αληθινή. Σημειώνουμε πως οι μάρτυρες μας εντυπωσίασαν ως μάρτυρες της αλήθειας με απόλυτο σεβασμό προς το δίκαιο του πράγματος και ως αντικειμενικοί κριτές γεγονότων. Η κοινή αντεξέταση του Ανδρέα Γεωργίου δεν κλόνισε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα μας μετέφερε, αντιθέτως ενδυνάμωσε την αλήθεια του πράγματος. Ο μάρτυρας αυτός κρίνεται ως ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, άγνωστος στα εμπλεκόμενα πρόσωπα και δεν έχει καμία σχέση ή καταγωγή από την περιοχή. Ενήργησε ως ένα συνειδητός πολίτης ο οποίος την ώρα που αντιλήφθηκε ότι μια άγνωστη κοπέλα κινδύνευε βοήθησε, ως είχε καθήκον, την αστυνομία. Αργότερα αναζητήθηκε από την Αστυνομία στο στρατόπεδο όπου υπηρετούσε, στον Κόρνο και έδωσε την κατάθεσή του στις 24.8.2006 χωρίς να έχει οποιαδήποτε επαφή με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ο Ανδρέας Κλεάνθους ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε. Ο λόγος του παρέμεινε αδιάψευστος. Όσα παρατηρήσαμε για το μάρτυρα Γεωργίου ισχύουν και για το μάρτυρα Κλεάνθους. Η μαρτυρία των Ανδρέα Γεωργίου και Ανδρέα Κλεάνθους ενισχύουν τα όσα ο αστ. Βρούλλος μας μετέφερε περί καταγγελίας αγνώστου προσώπου η οποία και δίνει το έναυσμα για διερεύνηση. Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 όπως προκύπτει από τη γραμμή αντεξέτασης της παραπονουμένης είναι πως με τη θέλησή της ακολούθησε τον κατηγορούμενο 2, στο αυτοκίνητο για ένα περίπατο για να συζητήσουν και ότι ο κατηγορούμενος 1 απλώς τους μετέφερε. Ο ίδιος στη συνέχεια απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο και επέστρεψε πολύ αργότερα. Ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 εισηγείται η υπεράσπιση, είναι ένα κατασκεύασμα της παραπονουμένης για σκοπούς εκδίκησης: O κατηγορούμενος διέκοψε την ερωτική σχέση που είχε με την παραπονούμενη η οποία και στο παρελθόν του είχε δημιουργήσει προβλήματα, όπως με τηλεφώνημα στη σύζυγο του, πραγματοποιώντας έτσι τις απειλές τις οποίες είχε εκτοξεύσει εναντίον του κατηγορουμένου. Ο Γλαύκος στη μοναδική του κατάθεση προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 25) επεφύλαξε το δικαίωμα του να πει ότι είχε να πει στο Δικαστήριο. Ο Πάμπος αντιθέτως δίνει δυο καταθέσεις στις 20.8.2006 και 23.8.2006 (Τεκμήρια 26 και 28). Είναι η θέση του, όπως προκύπτει από τις δυο αυτές καταθέσεις, πως συναντήθηκαν με σκοπό να κουβεντιάσουν για να συζητήσουν τις διαφορές τους που προέκυψαν το προηγούμενο βράδυ. Τους οδήγησε με αυτοκίνητο ο Γλαύκος όπως τα είχαν κανονισμένα με την παραπονουμένη και ότι ο Γλαύκος, έφυγε για να τους αφήσει μόνους. Όταν θα τέλειωναν θα τον έπαιρναν τηλέφωνο. Η παραπονουμένη με την απομάκρυνση του Γλαύκου από τη σκηνή είχε αρχίσει να θέλει να κάνουν έρωτα. Έβγαλαν και οι δυο τα ρούχα τους και άρχισαν να κάνουν έρωτα. Πέντε λεπτά αργότερα, και χωρίς ο ίδιος να ολοκληρώσει εμφανίστηκε ο Γλαύκος λέγοντας στην παραπονουμένη: "θέλω τζαι γιω". Η παραπονουμένη αρνήθηκε, δεν ήθελε, και τότε ο Γλαύκος της είπε: "εξήχασες που σε γάμουν παλιά". Ο Γλαύκος την αγκάλιασε και η παραπονούμενη φώναζε: "όχι, όχι βοήθεια". Τότε ο Πάμπος άρχισε να βρίζει και τους δυο γιατί δεν γνώριζε ότι είχαν προηγούμενο δεσμό. Βασικός κανόνας απόδειξης του Κοινοδικαίου είναι, πως οι καταθέσεις ενός κατηγορουμένου, είτε προς την αστυνομία είτε σε άλλα πρόσωπα, δεν αποτελούν μαρτυρία ενάντια σε συγκατηγορούμενο του, εκτός αν ο τελευταίος ρητά ή εξυπακουόμενα υιοθετεί τις δηλώσεις του άλλου συγκατηγορούμενου και τις κάνει δικές του (βλ. «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη, Έκδοση 1983, σελ. 564-565, παραγρ. 20-66). Όταν τεκμηριωθεί η συνένωση των κατηγορούμενων για τον ίδιο παράνομο σκοπό, τότε η δήλωση ενός σε σχέση με την προαγωγή του συνιστά μαρτυρία εναντίον του άλλου (βλ. «Η Απόδειξη» (πιο πάνω) σελ. 570, παραγρ. 20-71, «Ενέργειες και Δηλώσεις στην προαγωγή κοινού σκοπού»). Η θέση την οποία υποστήριξε με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 και την οποία έντονα υπέβαλε κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης ήταν πως ο Πάμπος με έκπληξή τη στιγμή εκείνη πληροφορήθηκε την προηγούμενη σχέση του φίλου του με την κοπέλα που επρόκειτο να αρραβωνιαστεί. Έτσι βρίζοντας έφυγε εξαγριωμένος. Η εκδοχή καμία εξήγηση δεν παρέχει για το πώς και πότε ο κατηγορούμενος 2 επανήλθε επιβιβάστηκε στο όχημα και επέστρεψε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και την παραπονούμενη στο χώρο όπου βρισκόταν η παρέα του. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι για σκοπούς εκδίκησης η παραπονουμένη καταγγέλλει τον Πάμπο αφού πλέον αντιλαμβάνεται ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε περίπτωση να τον αρραβωνιαστεί, όπως κατά την υπεράσπιση της είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος
  4. Η υπεράσπιση πέρα από τη γενικότητα της θέσης περί του κατασκευασμένου των κατηγοριών για σκοπούς εκδίκησης στάθηκε ιδιαιτέρως σε λεπτομέρειες που κατά την εισήγησή της καταδεικνύουν περαιτέρω το αναξιόπιστο της μαρτυρίας της: Ότι πολλά από όσα αναφέρθηκε η παραπονουμένη δια ζώσης δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεσή της προς την Αστυνομία, Τεκμήριο
  5. Ότι πρόκειται περί θεμελιωδών αντιφάσεων που κλονίζουν την αξιοπιστία της παραπονουμένης η μαρτυρία της οποίας δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Θα σταθούμε και θα εξετάσουμε εκείνα που κατά την κρίση μας χρήζουν κάποιας εξήγησης για να διαπιστωθεί κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως περιγράφηκαν από την παραπονουμένη ή υπάρχει προς τούτο αμφιβολία. Η Κατηγορούσα Αρχή διατηρεί πάντοτε την υποχρέωση απόδειξης της κάθε κατηγορίας και κάθε στοιχείου της πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Θα θέλαμε να σημειώσουμε στο στάδιο αυτό έχοντας υπόψη την κάθε πτυχή της μαρτυρίας της παραπονουμένης αναφορικά με τα γεγονότα που άπτονται άμεσα των κατηγοριών, πως πρόκειται αντικειμενικά για μια αληθοφανή εκδοχή που μπορεί να ευσταθεί και πως κατά την αφήγησή της η παραπονουμένη δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αντιθέτως οι όποιες περαιτέρω λεπτομέρειες ή εξηγήσεις που δίνει, και που δεν συμπεριλαμβάνονται στην κατάθεσή της ή που εισάγονται για να διευκρινίσουν περαιτέρω λεπτομέρειες της κατάθεσής της, ενισχύουν αντικειμενικά το λόγο της παραπονουμένης και ενδυναμώνουν το φυσικό των περιγραφών της. Στάθηκε ιδιαίτερα η υπεράσπιση με κοινή θα λέγαμε επιχειρηματολογία στο ότι η παραπονουμένη περιέγραψε στην κυρίως εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την αντεξέταση της δυο επεισόδια και δυο διαδοχικούς βιασμούς. Με το αυτοκίνητο να σταματά και να ξεκινά ωσάν να επρόκειτο για βιασμό της παραπονουμένης δυο φορές από τον κάθε κατηγορούμενο. Έναυσμα για το επιχείρημα αυτό έδωσε η αναφορά της παραπονουμένης σε "πρώτη φορά" και "μέσα και έξω" από το αυτοκίνητο. Δεν διαπιστώνουμε οποιαδήποτε αντίφαση ή διαφοροποίηση ως προς τα γεγονότα όπως τα εισηγείται η υπεράσπιση. Στη ροή του λόγου της η παραπονουμένη και στην προσπάθειά της να διηγηθεί τα γεγονότα ιδιαιτέρως κατά την αντεξέταση όπου ερωτάτο λεπτομέρειες για το πού διαδραματίστηκαν οι βιασμοί της αναφέρεται για μέσα στο αυτοκίνητο και έξω από το αυτοκίνητο. Η κα Σαββίδου χαρακτήρισε τη στάση της παραπονουμένης την ώρα που έδινε την κατάθεσή της ψυχρή, χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή συμπεριφοράς κατά την ώρα της διήγησης του βιασμού της. O δε κ. Ερωτοκρίτου σχολίασε δυσμενώς τη στάση της παραπονουμένης την ώρα που κατέθετε λέγοντας πως μιλούσε σαν να βρισκόταν σε κοινωνική συγκέντρωση. Παρατηρήσαμε με προσοχή την παραπονουμένη ενώ κατέθετε. Διαπιστώσαμε πως πρόκειται για ένα απλοϊκό άτομο το λόγο του οποίου όμως χαρακτήριζε αμεσότητα, παραστατικότητα και ευθύτητα. Έτσι άλλωστε την αντικρίζουν και οι κατηγορούμενοι, κάτι που έκδηλα εξάγεται από τα πειράγματα που κάνουν σε βάρος της στον κατασκηνωτικό χώρο μαζί με την υπόλοιπη παρέα και γελούν μαζί της. Η δε φράση που η παραπονουμένη αποδίδει ότι εκστόμισαν σε βάρος της οι κατηγορουμένοι, σελίδα 7 της κατάθεσής της, "εννα παρακαλούμε τη φτανή για να τελειώνουμε", επιβεβαιώνει πως και στην καθημερινότητα της έτσι αντικριζόταν η παραπονουμένη: Απλοϊκή και όχι έξυπνο άτομο. Σε καμία περίπτωση η παραπονουμένη δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τα λεγόμενα της ή να αναζητήσει εκλεπτυσμένες φράσεις για να χαρακτηρίσει αυτά που έζησε ή όσα βίωνε κατά την ώρα της μαρτυρίας της. Διαπιστώσαμε πράγματι μια ελευθεροστομία στην κατηγορουμένη και σε κάποιες στιγμές ακόμη και μια επιθετικότητα προς τους συνηγόρους. Βρίσκουμε πως αυτό ήταν μια φυσική αντίδραση της κατηγορουμένης την ώρα που εβάλλετο από ερωτήσεις δυο συνηγόρων οι οποίοι την αντεξέτασαν επί μακρόν και επίμονα ενώ ξαναζούσε όσα περιέγραφε στο Δικαστήριο. Επιθετικότητα η οποία βρίσκουμε πως ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη και πήγαζε από αυτό που η ίδια έκρινε ως αναλήθεια και ψεύδος των κατηγορουμένων. Δεν έκαμε καμία προσπάθεια η παραπονουμένη να κρύψει τα συναισθήματα της, ούτε καν τ΄ αρνητικά. Στάση που χαρακτήριζε από την αρχή μέχρι το τέλος τη μαρτυρία της. Διακρίναμε ακόμη κάτω από την ήρεμη επιφάνεια που παρουσίαζε κάποιες στιγμές η κατηγορουμένη, αυτό που χαρακτηρίστηκε ως ψυχρότητα, έντονη συγκίνηση αλλά και απλοϊκή εκδήλωση συναισθημάτων. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση της παραπονουμένης όταν στη θέα της μπλούζας που φορούσε το βράδυ του βιασμού της αντέδρασε λέγοντας: "Μάνα μου την μπλουζούα μου, ήταν μια από τις πιο καλές μου μπλούζες". Η υπεράσπιση προσπάθησε να παρουσιάσει την παραπονούμενη ως πρόσωπο που διατηρούσε ερωτικούς δεσμούς με διάφορα πρόσωπα αλλά και πρόσωπο το οποίο ήταν έτοιμο να προχωρήσει σε σεξουαλική επαφή με πέραν του ενός ατόμου, "παρτούζα" ή να κάμει έρωτα στην παρουσία τρίτων προσώπων. Για να δικαιολογηθεί έτσι το σκηνικό που η υπεράσπιση, ιδιαιτέρως του κατηγορουμένου 2, θέλει να στηρίξει: Ότι ήταν πρόθυμη να κάνει έρωτα ακόμα και στην παρουσία του Γλαύκου. Είναι σ' αυτές τις στιγμές που αντέδρασε έντονα η παραπονουμένη. Όπως αντέδρασε και όταν της απέδιδαν εκδικητικότητα. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση της όταν λέει: "Ένα λεπτό εν τρόπος τούτος να εκδικηθείς τον άλλο ή να φκάλεις τα μάθκια σου μόνη σου. Εν τρόπος να εκδικηθείς ή να γενείς ρεζίλι και να φκάλεις τα μάθκια σου, να λαλούν έτην πουτάνα, αν είναι δυνατό εν τρόπος τούτος, για τ΄ όνομα του Θεού". Κάτω από αυτό το σκηνικό και παρά τις πιέσεις που δέχθηκε κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερή στην εξιστόρηση του πυρήνα των γεγονότων που έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ χωρίς να κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η μαρτυρία της. Αντιθέτως βρίσκουμε πως η μαρτυρία της παραπονούμενης μας δημιούργησε τη βεβαιότητα εκείνη αναφορικά με τις περιβάλλουσες συνθήκες, την απαραίτητη εκείνη για τη στήριξη ποινικής καταδίκης. Σε όλα όσα μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι των κατηγορουμένων δεν συνιστούν κατά τη γνώμη μας αντιφάσεις ούτε καν με τη συνήθη έννοια της λέξης, πολύ δε περισσότερο τη νομική της σημασία, όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι αντιφάσεις πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη την αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Κώστας Στρατής ν. Πεντέλη - Εταιρεία Μωσαϊκών Λτδ

(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Ανδρέας Ηλία κ.α. ν. Δημήτρη Σταυρινίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 874 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 σελ. 401). Επρόκειτο, βρίσκουμε, για διευκρινίσεις και εισαγωγή λεπτομερειών που φυσικά μεταφέρθηκαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας Βρούλλος, βρίσκουμε επίσης ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντικειμενικά βρίσκουμε περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τι έλαβε χώρα στη συνάντηση του με την παραπονουμένη. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας έδρασε αντιδεοντολογικά και έξω από το καθήκον το οποίο του επέβαλε η ιδιότητά του, δεν πλήττει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Δεχόμαστε τις εξηγήσεις που έδωσε γιατί δεν καταχώρησε στο ημερολόγιο του σταθμού την πραγματική αναφορά της παραπονουμένης για βιασμό της από τους δυο κατηγορουμένους τους οποίους και κατονομάσαμε. Η στάση του και η αντίδρασή του ήταν στάση και αντίδραση ενός απλού ανθρώπου ο οποίος προτίμησε να σεβαστεί την παραπονουμένη αντί να ενεργήσει ως ένας αστυφύλακας και να πράξει το καθήκον του. Ένας κακός όμως Αστυνομικός δεν είναι κατ΄ ανάγκη ένας κακός μάρτυρας. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο αστ. Βρούλλος αναφορικά με τις ενέργειές του, καταχώρηση του στο προσωπικό του ημερολόγιο και καταχώρηση στο ημερολόγιο του Σταθμού είναι απολύτως ικανοποιητικές και συνάδουν απολύτως με την απόφαση του να σεβαστεί την επιθυμία της παραπονουμένης. Η υπεράσπιση ζήτησε από τον αστ. Βρούλλο να προσκομίσει το προσωπικό του βιβλιάριο αμφισβητώντας ακόμη και την καταχώρηση αυτή. Το βιβλιάριο όντως προσκομίστηκε (Τεκμήριο 20) σε άλλη δικάσιμο, κατόπιν επιμονής της υπεράσπισης, όπου φαίνεται καταχωρισμένη η καταγγελία της παραπονουμένης για βιασμό της. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 2, υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι αυτά κατεγράφησαν καθ' υπόδειξη ή σε συνεννόηση με τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Ν. Πενταρά (Μ.Κ.9). Προσπάθησε η υπεράσπιση να αποδώσει στον Αξιωματικό Πενταρά, πρόθεση να βοηθήσει στη στήριξη της καταγγελίας της παραπονουμένης ενόψει των παραπόνων του πατέρα της σε βάρος των Αστυνομικών που δεν ανέφεραν τα πραγματικά γεγονότα περί βιασμού. Κατόπιν παρεμβάσεων λοιπόν εισηγείται ο κ Ερωτοκρίτου, οι Αστυνομικοί εμπλέκονται εκ των υστέρων ώστε να ενισχύσουν το παράπονο της Φοινικούλας. Απορρίπτουμε την εισήγηση αυτή. Ο Αξιωματικός Πενταράς ανέλαβε προσωπικά να ερευνήσει το θέμα μετά την έκφραση ανησυχιών από τον πατέρα της Φοινικούλας για την ασφάλεια της κόρης του. Ακολουθεί η συνάντηση με τον αστ. Βρούλλο και τον αστ. Αριστοδήμου ο οποίος σημειώνουμε ότι δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Ο Ν. Πενταράς δέχθηκε ένα παράπονο από πολίτη αναφορικά με τη συμπεριφορά και την εκπλήρωση του καθήκοντος από αστυνομικό στην επαρχία ευθύνης του. Ότι θα επιθυμούσε και θα ευχόταν ήταν να ήταν το παράπονο αβάσιμο και να μην είχε συμβεί η καταγγελθείσα αστυνομική συμπεριφορά και να είναι το Σώμα υπόλογο. Αν ο αστ. Βρούλλος αρνείτο ότι του καταγγέλθηκε βιασμός ο Ν. Πενταράς δεν θα ήταν υπόλογος να δώσει καμιά εξήγηση στον πατέρα της παραπονουμένης. Δέχθηκε τη θέση της παραπονουμένης και του πατέρα της γιατί τα γεγονότα επιβεβαιώθηκαν από το Βρούλλο και δυστυχώς για το Αστυνομικό Σώμα ήταν αληθή. Ο αστ. Αριστοδήμου επιβεβαιώνει τη θέση του αστ. Βρούλλου ότι κατέγραψε στο σημειωματάριό του κάτι όταν μπήκε στο αυτοκίνητο και ότι του ανέφερε ότι η παραπονουμένη του είπε ότι τη βίασε ο Γλαύκος και ο Πάμπος. Ο μάρτυρας αυτός επιβεβαιώνει επίσης ότι ενώ βρίσκονταν στην περιοχή πλησίασε ένα διπλοκάμπινο όχημα από το οποίο κατέβαινε ένας άγνωστος άντρας ο οποίος συνομίλησε με τον Αστ. Βρούλλο και την παραπονουμένη. Επρόκειτο για το Μ.Κ.11 Σωφρόνη Χριστοδούλου άλλως Χιονιά στον οποίο τηλεφώνησε η παραπονουμένη ενώ είχε συνομιλία με τον αστ. Βρούλλο. Βλέπουμε λοιπόν ότι και έρευνα έγινε για τις παραλήψεις του Αστυνομικού οργάνου και εξηγήσεις δόθηκαν από όλους τους μάρτυρες αστυνομικούς που ενεπλάκησαν στο παράπονο και στην διερεύνηση της παράληψης του Βρούλλου. Ό,τι εισηγείται η υπεράσπιση είναι πως ο Βρούλλος ένας αστυφύλακας ενώ δεν δέχθηκε κανένα παράπονο βιασμού και σωστά προέβηκε σε σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο του Σταθμού του, έρχεται στη συνέχεια, για να βοηθήσει μια εξ όψεως γνωστή του στο να προωθήσει μια ψεύτικη καταγγελία, να δεχτεί πως ενήργησε πλημμελώς κατά παράβαση των Αστυνομικών Κανονισμών και του καθήκοντος του θέτοντας σε κίνδυνο την υπόληψη του στο Αστυνομικό Σώμα και διακινδυνεύοντας την καριέρα του. Δεν το δεχόμαστε. Είναι υπό το βάρος της αλήθειας και της υποχρέωσης να προστατεύσει το δίκαιο που ο αστ. Βρούλλος παραμέρισε το προσωπικό του συμφέρον και παραδέχθηκε το ατόπημα του. Είναι η κατάληξη μας πως η παραπονουμένη μετέφερε προς τον αστ. Βρούλλο, τέτοιες λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε εξαναγκασμό της σε συνουσία από τους δυο κατηγορούμενους τους οποίους ρητά κατονόμασε. Το γεγονός ότι πρώτα ξεκίνησε να λέει πως πήγε να συναντήσει το φίλο της ήταν κάτι το φυσικό, της ήταν δύσκολο αμέσως να αποκαλύψει τι έγινε πράγμα όμως που δεν άργησε καθόλου. Άλλωστε η ίδια έκανε νόημα στους Αστυνομικούς να κατέβουν για να τους πει τι έγινε. Στιγμιαίος όμως ο δισταγμός της ο οποίος έδωσε στη συνέχεια τη θέση του στην εξιστόρηση των πραγματικών γεγονότων. Ο Σωφρόνης Χριστοδούλου άλλως Χιονιάς, φίλος των κατηγορουμένων, βρισκόταν το επίδικο βράδυ στην ίδια παρέα με τους κατηγορούμενους και περιέγραψε στο Δικαστήριο ότι κατά τον ίδιο περιήλθε στην αντίληψή του. Είδε τους κατηγορούμενους να μεταφέρουν την Φοινικούλα με αυτοκίνητο σε άγνωστο μέρος και αργότερα να επιστρέφουν εκεί που βρίσκονταν η υπόλοιπη παρέα. Η παραπονουμένη φαινόταν τρομαγμένη και του ζήτησε να τη μεταφέρει στο αυτοκίνητό της πράγμα που έπραξε. Καθοδόν του είπε ότι την βίασε ο Πάμπος και ο Γλαύκος. Αργότερα στις 20.8.2006 την αναζήτησε στο τηλέφωνο απάντησε ο πατέρας της. Τον πήρε πίσω η ίδια και τον ρώτησε πόσα λεφτά θέλει για να σκοτώσει τους κατηγορουμένους της είπε πως είναι τρελή και εκείνη απάντησε αν δεν τους καθαρίσεις εσύ εν τους καθαρίσουν άλλοι. Στην κυρίως εξέτασή του ενώπιόν μας ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε προηγούμενο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 16.8.2006 όπου και του ανέφερε πως θα εκδικηθεί το Γλαύκο γιατί δεν την παντρεύτηκε. Αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικό που έλαβε χώρα το επίδικο εκείνο βράδυ όπου σε ανοικτή ακρόαση ο Πάμπος ρωτούσε την κατηγορουμένη και την καλούσε να συγκρίνει το γεννητικό του όργανο με το όργανο του Γλαύκου. Κατά την αντεξέταση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 ο μάρτυρας διαφοροποιήθηκε από τη γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 23 λέγοντας πως κατά την επιστροφή της του ανέφερε απλώς ότι τη βίασαν χωρίς να του αναφέρει ονόματα. Εξηγώντας πως επειδή ήταν τόσο κοντινή απόσταση δεν πρόλαβε να του πει. Κατά την αντεξέταση του κ Ερωτοκρίτου πρόσθεσε πως δεν πίστεψε την παραπονουμένη ότι τη βίασαν γιατί του είχε πει στο παρελθόν ότι θα έπαιρνε εκδίκηση. Υπέθεσε είπε ότι επρόκειτο για το Γλαύκο και τον Πάμπο, συμπέρανε διευκρίνισε πιο κάτω πως την βίασαν ο Γλαύκος και ο Πάμπος. Η Κατηγορούσα Αρχή αρχικά κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ως αναξιόπιστο το μάρτυρα αυτό ο οποίος άλλαξε μέρος της μαρτυρίας του, ότι η παραπονουμένη δεν του ανέφερε ονομαστικά τους βιαστές της. Αργότερα η Κατηγορούσα Αρχή κατά το στάδιο της απάντησης της κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία του Χιονιά ο οποίος ουσιαστικά υιοθέτησε πλήρως τη γραπτή του κατάθεση και να απορρίψει μέρος της. Επεξήγησε τη θέση της η κα Κυθραιώτου λέγοντας πως από απειρία προέβηκε στην πρώτη εισήγησή της. Η κα Σαββίδου κάλεσε το Δικαστήριο να δεχτεί τη μαρτυρία του Χιονιά ως αξιόπιστη, ζητώντας παράλληλα από το Δικαστήριο να αποδεχθεί πως ο μάρτυρας αυτός απετράπη από την Αστυνομία να δώσει την έκταση που ήθελε στα γεγονότα και ιδιαιτέρως σε γεγονότα που θα απέδιδαν στην παραπονουμένη κίνητρο. Παράληψη που κατά την εισήγηση της συνιστά κακοδικία. Ο κ. Ερωτοκρίτου από την άλλη παραπέμπει στις αντιφάσεις του Χιονιά αναφορικά με το αν η κατηγορουμένη κατονόμασε ή όχι τους βιαστές της και άφησε το Δικαστήριο να αξιολογήσει αναλόγως τη μαρτυρία του. Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του Χιονιά. Διαπιστώνουμε πως ο μάρτυρας σε ότι αφορά την επίσκεψη της παραπονουμένης στον κατασκηνωτικό χώρο των κυνηγών μέχρι και την επιστροφή της παραπονουμένης στο χώρο συνοδεία των κατηγορουμένων υιοθέτησε ουσιαστικά τη γραπτή του κατάθεση και επανέλαβε τα γεγονότα ως διαδραματίστηκαν πράγματι το επίδικο εκείνο βράδυ. Διαπιστώνουμε όντως ότι κατά την αντεξέταση διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως η παραπονουμένη δεν του ανέφερε ρητά τα ονόματα των κατηγορουμένων και ότι εκείνος υπέθεσε πως επρόκειτο για τους κατηγορουμένους. Το ζήτημα δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Είναι κοινό έδαφος πως φεύγοντας από την παρέα η παραπονούμενη και οι κατηγορούμενοι δεν συνευρέθηκαν με άλλα άτομα. Επομένως όταν η παραπονούμενη είπε στον Χιονιά ότι τη βίασαν, χρησιμοποιώντας πληθυντικό, δεν μπορούσε παρά να αναφέρεται στους κατηγορούμενους. Ο Χιονιάς είναι αποδεκτό ότι είναι φίλος των κατηγορουμένων, βρισκόταν στην παρέα τους, γνωρίζει τους κατηγορουμένους, τον μεν Πάμπο από το 1998, το δε Γλαύκο από το 2001 και είναι το πρόσωπο εκείνο το οποίο κατέθεσε εγγύηση για να αφεθούν οι κατηγορούμενοι ελεύθεροι. Δεν είχε κανένα λόγο λοιπόν να ενοχοποιήσει τους φίλους του αν τα γεγονότα δεν έγιναν όπως τα περιέγραψε με την κατάθεσή του. Ο Χιονιάς υπό το βάρος των περιστάσεων και των γεγονότων που έλαβαν χώρα το επίδικο εκείνο βράδυ λεει την αλήθεια στην κατάθεσή του. Είναι με την ενώπιόν μας μαρτυρία που εισάγει ισχυρισμούς για εκδίκηση ή θέλει να αποδώσει στην παραπονουμένη ελευθεριότητα σεξουαλική για να εξυπηρετήσει τους φίλους του. Μάλιστα ακούσαμε από τον ίδιο ότι είναι κουμπάρος του Γλαύκου. Κατά την επανεξέταση ο μάρτυρας δικαιολόγησε τις "παραλήψεις" του αυτές, που δεν δεχόμαστε ότι ήταν παραλήψεις, λέγοντας πως ξέχασε να τα αναφέρει και ζήτησε από τον κ. Κολιό να δώσει νέα κατάθεση. Είτε είχε την ευκαιρία να δώσει νέα κατάθεση είτε όχι, που πιστεύουμε ότι αν ήθελε είχε κάθε ευκαιρία να το πράξει, δεν αλλάζει τα πράγματα. Είχε την ευκαιρία να τα πει ενώπιον του Δικαστηρίου όπως και έπραξε. Αποδεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού όσον αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το επίδικο εκείνο βράδυ και όπως τα κατέθεσε στην Αστυνομία, και απορρίπτουμε τις όποιες θέσεις του περί πρόθεσης της παραπονουμένης να εκδικηθεί τους κατηγορούμενους. Πρόκειται για προσπάθεια του μάρτυρα να εξυπηρετήσει με τις προσθήκες αυτές τους κατηγορούμενους. Παρά ταύτα ο πυρήνας και ουσία της μαρτυρίας του παραμένει αναλλοίωτος. Η επίθεση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων ενάντια στην αξιοπιστία της παραπονουμένης και του αστ. Βρούλλου αναφορικά με το κατά πόσο του παραπονέθηκε για βιασμό, σκοπό είχε να καταδείξει πως η καταγγελία της παραπονουμένης για βιασμό ήταν μεταγενέστερη σκέψη της, ότι δηλαδή όταν αντίκρισε τους αστυνομικούς αυθόρμητα είπε την αλήθεια και πως εκ των υστέρων διαμόρφωσε τη σκέψη να καταγγείλει τους κατηγορούμενους συνεπικουρούμενη από τον αστ. Βρούλλο. Η μαρτυρία του Χιονιά ότι παραπονέθηκε και στον ίδιο για βιασμό η παραπονούμενη σε χρόνο προτού συναντήσει το Βρούλλο καταρρίπτει την πιο πάνω θέση. Είναι εύρημά μας ότι η παραπονουμένη φοβισμένη όπως ο ίδιος ο Χιονιάς μας την περιγράφει, εξ΄ υπαρχής, από τη στιγμή που βρέθηκε ανάμεσα σε μια παρέα κυνηγών, μεταφέρεται από τους κατηγορούμενους με αυτοκίνητο σε άγνωστο μέρος. Όταν δε η παραπονουμένη επέστρεψε μαζί με τους κατηγορούμενους του ζήτησε να τη μεταφέρει με το αυτοκίνητο του εκεί που βρισκόταν το δικό της. Επιβεβαιώνει ακόμα με τη μαρτυρία του, και μάλιστα κατά την αντεξέταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2, ότι τηλεφώνησε της παραπονουμένης μετά που την άφησε στο αυτοκίνητό της. Του απάντησε ένας αστυνομικός, του ζήτησε να βρεθούν και ότι πράγματι πήγε να τους συναντήσει, γεγονός που επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της παραπονουμένης και τη μαρτυρία του αστ. Βρούλλου. Την παραπονουμένη εξέτασε στις 20.8.2006 στο Τμήμα των Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, η Ελένη Αντωνίου, Παθολογοανατόμος, Ιατροδικαστής όπως η ίδια εισάγει τα προσόντα της, Τεκμήριο
  1. Ακολούθησε επανεξέταση της παραπονουμένης στο Νοσοκομείο Πάφου στις 22.8.2006, εφόσον ήδη από τις 20.8.2006 είχε παραπονεθεί στην Ελένη Αντωνίου, ότι πονούσε στην οσφυϊκή περιοχή. Κατά την εξέταση στις 20.8.06 δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε κάκωση εξωτερική ή στην περιοχή του κόλπου ή του πρωκτού. Αντιθέτως η εξέταση στις 22.8.2006 φανέρωσε "πραγματικές εκχυμώσεις οι οποίες συνάδουν με εκχυμώσεις οι οποίες εμφανίζονται δυο 24ωρα μετά τον τραυματισμό":
  2. Εκχύμωση στην περιοχή δεξιάς πρόσθιας μασχάλη περιοχή διαμέτρου 11/2 cm.
  3. Εκχύμωση στην αριστερή οσφυϊκή περιοχή 4Χ2cm.
  4. Εκχύμωση στην δεξιά οσφυϊκή 5Χ3cm.
  5. Στην αριστερή πλάγια μηριαία περιοχή 3 εκχυμώσεις 2,05Χ1cm, 1X1cm,0,05X1cm.
  6. Στη δεξιά εσσωμηριαία περιοχή 10cm άνωθεν του γόνατος εκχυμώσεις διαμέτρου 1,05cm. Όλες οι εκχυμώσεις είχαν την ίδια ηλικία, και είναι περίπου τριών 24ώρων. Η αντεξέταση προσπάθησε να αμφισβητήσει ιδιαιτέρως τις εκχυμώσεις στην περιοχή της οσφυϊκής μοίρας και να τις αποδώσει σε άλλη αιτία όπως από πτώση που έλαβε χώρα στην κατασκήνωση όταν ο Πάμπος κάθισε στα γόνατα της παραπονούμενης και χάνοντας την ισορροπία της εκείνη έπεσε. Η μάρτυρας ήταν σαφής πως σε περίπτωση πτώσης οι τραυματισμοί θα ήταν μεγαλύτερης έκτασης και βαθύτερος ο τραυματισμός. Οι εκχυμώσεις θα είχαν άλλο χαρακτήρα. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ιατροδικαστού και βρίσκουμε ότι οι εκχυμώσεις τις οποίες κατέγραψε είναι εκχυμώσεις που προκλήθηκαν όλες από άσκηση μέτριας πίεσης. Πρέπει να δημιουργήθηκαν από πίεση δακτύλων ή παλάμης και που σε καμία περίπτωση, ιδιαιτέρως στην οσφυϊκή περιοχή δεν μπορεί να έχουν προκληθεί από το ίδιο το θύμα. Όλες οι εκχυμώσεις είναι της ιδίας ηλικίας και περίπου τριών 24ώρων. Η κα Σαββίδου κάλεσε το Δικαστήριο να μην στηριχθεί στην εν λόγω μαρτυρία εφόσον δεν υπάρχει βεβαιότητα, κατά την εισήγησή της, ότι τα τραύματα αυτά προήλθαν από βιασμό. Αντιθέτως ότι συνάδουν με τραυματισμούς που μπορεί φυσικά να προκλήθηκαν από τη σεξουαλική επαφή που είχε η παραπονουμένη το προηγούμενο βράδυ με τον Πάμπο. Το γεγονός της απουσίας τραυματισμού ή ερεθισμού στον κόλπο καθώς και η απουσία άλλου τραυματισμού π.χ. στα πόδια ή τον λαιμό έρχονται, είναι εισήγησή της, σε αντίθεση με τη μαρτυρία της παραπονουμένης και τις περιγραφές που δίνει η ίδια για τις ενέργειες των κατηγορουμένων την ώρα που την βίαζαν. Το δε γεγονός ότι η ιατροδικαστής εξέτασε την παραπονουμένη για πρωκτικό βιασμό φανερώνει είναι η θέση της το αλλοπρόσαλλο των ισχυρισμών της παραπονουμένης και το κατασκευασμένο της ιστορίας της. Όσον αφορά την πρωκτική εξέταση της παραπονουμένης η ιατροδικαστής στην κυρίως εξέταση της είπε πως προχώρησε να εξετάσει το θέμα όπως πράττει όταν το θύμα παραπονεθεί. Η ιατροδικαστής δεν ήταν σε θέση με βεβαιότητα να θυμηθεί τι είπε η παραπονούμενη, πιθανό είπε να είχε παραπονεθεί. Πολλαπλά ενδεχόμενα προκύπτουν από την πιο πάνω δήλωση ένα από αυτά ότι η ιατροδικαστής εξέτασε την παραπονουμένη πρωκτικά μετά την δήλωσή της ότι βιάστηκε από "πίσω" όπως και με την δια ζώσης μαρτυρία της επανέλαβε κάτι που παραπέμπει και στη στάση κατά την ώρα του βιασμού της και όχι απαραιτήτως σε πρωκτική διείσδυση. Σε καμία περίπτωση κρίνουμε ότι ιατροδικαστική μαρτυρία καταρρίπτει τις θέσεις της παραπονουμένης. Αντιθέτως βρίσκουμε πως τα παράπονά του θύματος ήταν γνήσια και ανταποκρίνονται στη δράση και τις ενέργειες των κατηγορουμένων. Χαρακτηριστικά σημειώνουμε το παράπονο του θύματος για πόνο στην οσφυϊκή μοίρα από την πρώτη εξέτασή της και στη συνέχεια την εμφάνιση εκχυμώσεων κατά τη δεύτερη εξέταση πράγμα που ενισχύει την αληθοφάνεια της: μετά το παράπονο για πόνο στην οσφυϊκή μοίρα και την απουσία τραυματισμού η ιατροδικαστής επιθυμεί να την επανεξετάσει οπότε και διαπιστώνει ότι το παράπονο είχε πλέον πραγματικό έρεισμα. Το γεγονός απουσίας άλλων τραυματισμών δεν πλήττει την αξιοπιστία της. Το δε γεγονός ότι η Ιατροδικαστής αναφέρθηκε στη μαρτυρία της ότι οι εκχυμώσεις που παρουσίαζε στο σώμα της η παραπονούμενη δεν συνηγορούν στο ότι αυτή προέβαλε μεγάλη αντίσταση δεν διαφοροποιούν την κατάσταση. Ακούσαμε την παραπονουμένη να μας διηγείται τους τρόπους αντίστασής της, αλλά και τα τεχνάσματα της, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από τα χέρια των βιαστών της: Έκαμε σε κάποια στιγμή ότι λιποθύμησε με την ελπίδα ότι, θα σταματούσαν. Την ακούσαμε να ζητά από τους βιαστές της να την λυπηθούν, κάνοντας έκκληση στα όποια συναισθήματα είχαν μέσα τους. Επικαλέστηκε ακόμα ότι αυτό θα μπορούσε να το είχε πάθει η αδελφή τους. Ήταν δε τόσο πολύ φοβισμένη που σε κάποια στιγμή της έφυγαν ούρα. Τίποτε από αυτά δεν ήταν ικανό να τους σταματήσει. Οι φωνές της, τους ικέτευε να σταματήσουν, πονούσε δεν άντεχε άλλο, ακούστηκαν από μεγάλη απόσταση και έφτασε στα αυτιά των Ανδρέα Γεωργίου και Ανδρέα Κλεάνθους οι οποίοι προσφέρουν την καλύτερη δυνατή ενίσχυση στην παραπονουμένη. Κληθήκαμε από την υπεράσπιση να μην λάβουμε υπόψη την περιστατική αυτή μαρτυρία εφόσον δεν οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα βιασμού της παραπονουμένης από τους κατηγορούμενους. Δεν αποκλείει, είναι εισήγηση της υπεράσπισης, οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο, δεν αποκλείει να επρόκειτο για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Απορρίπτουμε κατηγορηματικά την εισήγηση αυτή. Τα γεγονότα όπως τα ακούσαμε και όπως τα περιγράψαμε με λεπτομέρεια πιο πάνω παραπέμπουν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: Την ώρα που η παραπονουμένη δεχόταν την επίθεση των βιαστών της φώναζε και εκλιπαρούσε κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να ακουστεί από τους Ανδρέα Γεωργίου και Ανδρέα Κλεάνθους σε μια απόσταση ενός χιλιομέτρου. Ήταν βράδυ στην περιοχή επικρατούσε μεγάλη ησυχία και οι φωνές έφταναν καθαρά στα αυτιά των δυο μαρτύρων. Οι κινήσεις του αυτοκινήτου με το οποίο οδηγήθηκε η παραπονουμένη στο χώρο όπου βιάστηκε, ήσαν ορατές και περιγράφηκαν με λεπτομέρεια από τους μάρτυρες οι οποίοι με τηλεφωνικές οδηγίες προς το αστυνομικό αυτοκίνητο προσπάθησαν να οδηγήσουν τους Αστυνομικούς στο χώρο του βιασμού. Όλες οι λεπτομέρειες για ότι επακολουθεί στη συνέχεια, ταυτίζονται απολύτως με τα όσα η παραπονουμένη μας μετέφερε: στη θέα των φανών του αστυνομικού οχήματος οι κατηγορούμενοι βάζουν την παραπονουμένη στο αυτοκίνητο και με μεγάλη ταχύτητα μέσα από τα χωράφια εγκαταλείπουν την σκηνή και την οδηγούν πίσω στον κατασκηνωτικό χώρο. Τα όσα η υπεράσπιση προσπάθησε να εισαγάγει με σκοπό να δημιουργήσει σύγχυση και αμφιβολία στο Δικαστήριο επικαλούμενη τη μαρτυρία του αστ. Βρούλλου (κατάθεσή του Τεκμήριο 8) ότι στο χωριό Πελαθούσα σε «σπίτι» ακούγονταν φωνές δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει ως σωσίβιο για τους ισχυρισμούς τους. Ο μάρτυρας Βρούλλος μεταφέρει το περιεχόμενο τηλεφωνήματος Αστυφύλακα ο οποίος βρισκόταν στο Σταθμό και έλαβε τηλεφωνικώς παράπονο από άγνωστο πρόσωπο το οποίο άφησε μόνο το κινητό του τηλέφωνο. Ο Ανδρέας Γεωργίου ξεκάθαρα μας μετέφερε ότι στην καταγγελία του δεν έκανε αναφορά για φωνές από σπίτι. Το πώς μεταφέρθηκε στον αστ. Βρούλλο η καταγγελία δεν είναι ικανό να κλονίσει τη στέρεη μαρτυρία του Γεωργίου. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν και ενισχύουν στα όσα η παραπονούμενη μας μετέφερε και αναιρούν το αθώο πέπλο με το οποίο η υπεράσπιση θέλει να καλύψει το συμβάν. Οι φωνές και οι κραυγές πόνου της παραπονουμένης που ακούγονταν από μεγάλη απόσταση και έφτασαν στα αυτιά του Ανδρέα Γεωργίου μόνο ως επίκληση βοήθειας μπορούν να θεωρηθούν. Ζητούσε να προστρέξει κάποιος να την απαλλάξει από αυτόν ή αυτούς που την κατακρατούσαν παρά τη θέλησή της προκαλώντας της πόνο και κακουχία. Οι δε λεπτομέρειες, "αφήστε με πονώ τη μέση μου, δεν μπορώ," εύλογα δημιούργησαν το συμπέρασμα ότι μια γυναίκα βιάζεται. Φωνές τις οποίες μας μετέφερε και η ίδια η παραπονουμένη δίνοντας ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες του περιεχομένου τους. Λόγω της φύσης των αδικημάτων είναι αναγκαίο, ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής, να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Cross on Evidence, 4η έκδοση 174 και 181-182). Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να έχει κατά νου ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του παιδιού χωρίς ενίσχυση δυνατό να συνεπάγεται κινδύνους (βλ. Petinos v. Police
(1961)2 C.L.R. 330 η οποία υιοθετήθηκε στην A. G. v. Petrou
(1972)2 C.L.R. 81, Fourris & Οthers v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η ενισχυτική μαρτυρία θα πρέπει, όχι μόνο να προέρχεται από άλλη πηγή, ανεξάρτητη από τον μάρτυρα, την μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει, αλλά θα πρέπει να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. Τέτοιο παράδειγμα συνιστά η ρητή ή εξυπακουόμενη παραδοχή ή άλλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία έχει χαρακτηριστεί στην υπόθεση D. P. P. v. Kilbourne
(1973)1 All. E.R. 440 ως «Corroboration of the strongest possible kind», «ενίσχυση της πλέον δυνατής μορφής». Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία ελλιπή, ύποπτη ή αναξιόπιστη (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258). Κρίνεται δε ότι η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της παραπονούμενης αλλά ωσάν να εμπεριέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης (βλ. Α. G. Hong Kong ν. Wong Munk Pink
(1987)A.C. 501 P.G. όπου προβλήθηκε ότι είναι λογικό η αξιολόγηση της μαρτυρίας να κρίνεται εξ υπ' αρχής σε αναφορά και προς την ενισχυτική μαρτυρία ως ενιαίο σύνολο). Για το ίδιο θέμα βλ. Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628. Είναι βέβαια επιθυμητό η μαρτυρία να σχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, «προσέγγιση που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου». Εντούτοις παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής, η καταδίκη μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στη βάση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, βλ. Θεοδώρου ν. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245 και Νικολάου (πιο πάνω), αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει, όταν πρόκειται να στηριχτεί μόνο πάνω στη μαρτυρία του παραπονουμένου, χωρίς ενίσχυση. Η προειδοποίηση αυτή, θα πρέπει να διατυπώνεται στην απόφαση παρόλο που δεν χρειάζεται ούτε και είναι ορθό να καθιερωθεί σταθερός τύπος φρασεολογίας. Επειδή όμως αναμφίβολα αφορά σε αδικήματα που εμπίπτουν στην κατηγορία σεξουαλικών αδικημάτων το Δικαστήριο ως κριτής πλέον και γεγονότων θα πρέπει να προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους καταδίκης χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Σ΄ αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο είναι δυνατό να προχωρήσει σε καταδίκη αναλογιζόμενο τους κινδύνους, αφού βεβαιωθεί προηγουμένως ότι η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και είναι ασφαλές να βασιστεί σε αυτή χωρίς ενίσχυση. Με τα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω είναι η κατάληξή μας ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης αυτή καθ' αυτή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε δεν έχουμε κανένα δισταγμό να βασιστούμε σ΄ αυτή χωρίς την ύπαρξη άλλης ενισχυτικής μαρτυρίας έχοντας προειδοποιήσει τον εαυτό μας κατάλληλα για τον κίνδυνο που ελλοχεύει: να βασιστεί στο Δικαστήριο στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης σ΄ αυτής της φύσης τα αδικήματα. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μας βρίσκουμε ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης ενισχύεται από τη μαρτυρία του Χιονιά στον οποίο βρίσκουμε ότι γίνεται το πρώτο αυθόρμητο παράπονο. Η παραπονουμένη μόλις βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία λέει στο Χιονιά ότι την βίασαν οι δυο κατηγορούμενοι: Ο Γλαύκος και ο Πάμπος, ονομαστικά. Η αναφορά αυτή της παραπονουμένης συνιστά κατά την κρίση μας πρώτο παράπονο μέσα στις παραμέτρους του άρθρου 10 και της Κυπριακής και Αγγλικής Νομολογίας. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το άρθρο 10 θέτει δύο προϋποθέσεις:
  1. Ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παρεπονείτο αναφορικά με το αδίκημα.
  2. Ότι το παράπονο έγινε ευθύς μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Μια περαιτέρω προϋπόθεση που αναγνωρίζεται από τη νομολογία ως εξυπακουόμενη από τη φύση των πραγμάτων είναι ότι το παράπονο πρέπει να είναι αυθόρμητο. Αυτή η προϋπόθεση ουσιαστικά εμπεριέχεται ως τρίτη προϋπόθεση στο άρθρο 10 υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο «παράπονο» και όχι οποιαδήποτε άλλη αναφορά σαν αποτέλεσμα συζητήσεως, προτροπής ή άλλως πως. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα είναι θέμα βαθμού και κρίσεως του Δικαστηρίου επί των γεγονότων βλ. R. v. Hedjes 3 Cr. App. Rep.
  3. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, λίγα χρειάζεται να λεχθούν. Η προϋπόθεση ότι το παράπονο πρέπει να έχει γίνει «αμέσως μετά» συνδέεται και με την προϋπόθεση ότι πρέπει να έχει γίνει στο πρώτο πρόσωπο που η παραπονούμενη μίλησε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Μάλιστα, στην αγγλική νομολογία εξετάζεται κυρίως η αντίστοιχη και ενιαία γενική προϋπόθεση το παράπονο να γίνει στην πρώτη προσφερόμενη λογική ευκαιρία, που περιλαμβάνει την εξέταση των δύο προϋποθέσεων που διακρίνονται στο δικό μας άρθρο
  4. Παρατηρούμε μάλιστα ότι το ίδιο άρθρο 10 προλογίζει την αναφορά του στις δύο προϋποθέσεις με τους όρους «having regard to the circumstances of the case», ρητά αναφερόμενο έτσι στις συνθήκες που περιβάλλουν το παράπονο και διευκρινίζοντας ότι οι προϋποθέσεις που ακολουθούν δεν μπορούν να ερμηνευθούν απόλυτα και χωρίς αναφορά στο πλαίσιο τους. Η νομολογία δείχνει ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή σαν αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξετάσεως (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox C.C. 442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)V.R.1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εν αντιθέσει με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis 19 C.L.R. 306, Hajilouca v. Republic
(1961)1 C.L.R. 57. Αντίθετα για τις αντιδράσεις της παραπονούμενης δεν ισχύει η ίδια αρχή, βλέπετε την πρόσφατη απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καϊλης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε γιατί εξέλαβε τις αντιδράσεις της Παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί από τον Αρτεμίδη, Δ. στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1, στη σελίδα 14: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Όπως τονίζεται στην αγγλική απόφαση R v. Wright
(1990)Cr. App. Rep. 92, ουσιώδες για την αποδοχή του παραπόνου δεν είναι αφ΄ εαυτού το γεγονός ότι έγινε παράπονο αλλά το περιεχόμενο του και η εμφάνιση συνοχής μεταξύ των λεπτομερειών του παραπόνου και της εκδοχής της παραπονουμένης. Δεν μπορούμε όμως να δεχθούμε ότι η αναφορά της παραπονουμένης στον αστ. Βρούλλο συνιστά δεύτερο, διαδοχικό παράπονο όπως μας κάλεσε η κα Κυθραιώτου. Είναι η κατάληξη μας πως ο τρόπος με τον οποίο εκμαιεύθηκε η αποκάλυψη της παραπονουμένης από τον αστ. Βρούλλο δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Η μαρτυρία της παραπονουμένης υποστηρίζεται ακόμη ουσιωδώς και ιδιαιτέρως σε κρίσιμα σημεία από την περιστατική μαρτυρία: Tις φωνές που ακούει ο Γεωργίου, από τις αναφορές του Αστυφύλακα Βρούλλου που βρίσκει την παραπονουμένη μέσα στο αυτοκίνητό της και τέλος από τα τραύματα της και τις διαπιστώσεις της Ιατροδικαστού. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία του Μ.Κ.13 γενετιστή Μάριου Καριόλου για το γενετικό υλικό που βρέθηκε στο εσωτερικό μέρος της μπλούζας της παραπονουμένης και που ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου
  1. Κληθήκαμε να δεχθούμε τη μαρτυρία αυτή ως ενίσχυση της παραπονουμένης. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται αποδεκτό. Ο Δρ. Καριόλου ήταν σαφής πως δεν μπορούσε να τοποθετήσει χρονικά την εναπόθεση του γενετικού υλικού. Ενόψει της προηγούμενης σχέσης της παραπονουμένης και του κατηγορουμένου 2, της απουσίας περαιτέρω διερεύνησης του θέματος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής όπως π.χ. από πότε είχε την μπλούζα η παραπονουμένη ή αν το ρούχο πλύθηκε εν τω μεταξύ κλπ, το θέμα μόνο ως ουδέτερο μπορεί να κριθεί. Οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων δεν μπορούν βέβαια παρά να συνεκτιμηθούν μέσα στο πλαίσιο της όλης μαρτυρίας. Διάφορα ερωτήματα γεννώνται από τις ανώμοτες δηλώσεις τους. Γιατί ο Γλαύκος να οδηγήσει το αυτοκίνητο και να μεταφέρει παραπονούμενη και Πάμπο, ενώ τα δυο αυτά πρόσωπα ήθελαν όπως λέει ο Πάμπος να μιλήσουν. Ο ίδιος ο Γλαύκος λεει πως ο Λάκης, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν έδινε το αυτοκίνητο σε οποιοδήποτε παρά μόνο στον ίδιο. Ακούσαμε την παραπονουμένη να λεει πως όταν ο Πάμπος πήγε να την πάρει από το αυτοκίνητό της, οδηγούσε ένα άλλο αυτοκίνητο, όχι το δικό του. Ο Χιονιάς επιβεβαιώνει ότι οι κατηγορούμενοι οδήγησαν την Φοινικούλα μακριά από την κατασκήνωση με το αυτοκίνητο του Λάκη, ενώ όταν πήγε να τη φέρει ο Πάμπος "νομίζει" ότι την έφερε με το αυτοκίνητό του. Ο Πάμπος στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 26 ) την πρώτη που δίνει στην Αστυνομία, λεει ότι έπιασε το αυτοκίνητο του Λάκη. Βλέπουμε λοιπόν ότι τα περί οδήγησης του αυτοκινήτου του Λάκη από τον Γλαύκο και οι δικαιολογίες που δίνει ο κατηγορούμενος 1 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται από το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Γιατί και τη δεύτερη φορά ο Πάμπος δεν παίρνει το αυτοκίνητο του Χιονιά; Τίποτα δεν τον εμπόδιζε. Πρόκειται λοιπόν για δικαιολογίες που αποσκοπούν να περιβάλλουν με αθωότητα το γεγονός: οδηγεί το αυτοκίνητο λόγω της δυσκολίας αυτής και όχι για αλλότριους και ύποπτους σκοπούς. Ο κ Ερωτοκρίτου προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι έλαβε χώρα μεταξύ της παραπονουμένης και του πελάτη του έγιναν με τη θέληση της πρώτης. Ήταν η θέση του κατά την αντεξέταση της παραπονουμένης πως αν δεν εμφανιζόταν ο Γλαύκος δεν θα κατάγγελλε για βιασμό τον Πάμπο. Μας παρέπεμψε επιχειρηματολογώντας ο κ Ερωτοκρίτου με λεπτομέρεια στο προηγούμενο βράδυ της 18ης, όπου ο Πάμπος και η παραπονούμενη έκαναν έρωτα, για να ισχυριστεί ότι η συμπεριφορά της παραπονουμένης το βράδυ εκείνο προσομοίαζε με τη συμπεριφορά της του δήθεν βιασμού της. Διερωτήθηκε δε ο κ. Ερωτοκρίτου αν η παραπονούμενη, η οποία και στις 18 έλεγε ότι δεν ήθελε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον Πάμπο μπροστά στο μικρό του ξάδελφο, ενώ στη συνέχεια συγκατατίθεται, να μην πράττει το ίδιο όταν ο Πάμπος επιχειρεί να κάνει έρωτα μαζί της το επίδικο βράδυ. Γιατί, διερωτάται ο κ. Ερωτοκρίτου, ο κατηγορούμενος να μην εκλάβει τη συμπεριφορά της παραπονουμένης όπως και στις
  2. Αυτό το "δεν θέλω" της παραπονουμένης το επίδικο βράδυ, έμοιαζε είναι η θέση του, και ήταν του αυτού περιεχομένου. Για να προχωρήσει να διερωτηθεί γιατί η παραπονουμένη δεν έκανε παράπονο για "βιασμό" της και για τις 18.8.
  3. O κ. Ερωτοκρίτου επιχειρηματολογεί ωσάν να αγνοεί τη θέση του πελάτη του. Τίποτε απ΄ αυτά δεν εισήγαγε ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη του δήλωση παρά μόνο λέει πως ότι έγινε, έγινε με τη θέληση της παραπονουμένης. Υπάρχει όμως ακόμα κάτι που εκθεμελιώνει τις θέσεις αυτές. Ο ίδιος ο Πάμπος στην κατάθεση του Τεκμήριο 26 περιγράφει, όπως ο ίδιος θέλει να πιστεύουμε, τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησαν να κάνουν έρωτα. Όταν ο Γλαύκος λέει, έφυγε, και τους άφησε μόνους, «η Φοινικούλα έβγαλε τα ρούχα της με τη θέλησή της, «μόνη της, για να τελειώνουμε γρήγορα και έφκαλα και εγώ τα δικά μου και αρχίσαμε να κάνουμε έρωτα με τη θέλησή της.» Τίποτα από αυτά λοιπόν που εισηγείται ο κ Ερωτοκρίτου ότι έλαβαν χώρα στις 18.8.2006 δεν μπορούν να έχουν αντιστοιχία με τα γεγονότα της 19.8.
  4. Εκείνο όμως που κατά την κρίση μας εκθεμελιώνει απολύτως τους ισχυρισμούς που προβάλει ο Πάμπος με την αντεξέταση του συνηγόρου του, ότι πρώτη φορά άκουσε ότι η παραπονούμενη είχε προηγούμενη σχέση με το Γλαύκο, είναι η ίδια η κατάθεσή του Τεκμήριο 26: Στη σελίδα 4 ενώ λεει πως δεν γνώριζε την προηγούμενη σχέση τους και ότι πήγαινε για σοβαρούς σκοπούς, στη συνέχεια αναφέρεται σε ένα επεισόδιο που έλαβε χώρα ενώ βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι. Ρώτησε για αστείο την παραπονούμενη ποιος έχει το πιο μεγάλο πέος και η παραπονούμενη του απάντησε ότι είναι το δικό του. Ο Χιονιάς και πάλι μέσα στην προσπάθεια του να εξευτελίσει την παραπονούμενη και να τη χαρακτηρίσει ως "εύκολη" αναφέρεται και εκείνος στον ίδιο διάλογο. Από τηλεφώνου όμως σε ανοικτή ακρόαση, ο Πάμπος τη ρώτησε ποιος έχει το μεγαλύτερο πέος και αυτή απάντησε ότι το έχει ο Πάμπος. Ό,τι λέει ο Πάμπος στην κατάθεση του εισάγεται βέβαια πάντοτε με σκοπό να πλήξη την ηθική της παραπονουμένης. Εισάγει τα πιο πάνω σε ανύποπτο χρόνο έχοντας κατά νου να απαλλάξει τον εαυτό του, όπως τότε νόμιζε, από κάθε εμπλοκή. Αυτές όμως οι τοποθετήσεις στρέφονται ως μπούμεραγκ εναντίον του και περίτρανα αποδεικνύουν την προηγούμενη γνώση του Πάμπου για τη σχέση παραπονουμένης και Γλαύκου. Γνώση η οποία επιβεβαιώθηκε από την ίδια την παραπονουμένη η οποία πριν συνάψει σχέσεις μαζί του το αποκάλυψε αλλά και από το Γλαύκο ο οποίος πρέπει να του έδωσε το τηλέφωνο της παραπονούμενης και πρώην φίλης του. Γιατί πως αλλιώς θα είχε νόημα το ερώτημα: σύγκριση πέους δυο ανδρών, αν η παραπονουμένη δεν είχε προηγούμενη γνώση των σωματικών τους ιδιομορφιών. Από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας και με τα γεγονότα όπως τα έχουμε αποδεχτεί βρίσκουμε ότι οι κατηγορούμενοι προσυνεννοημένα συμφώνησαν μεταξύ τους να απαγάγουν την παραπονουμένη με σκοπό να έρθουν σε παράνομη συνουσία μαζί της. Η παραπονούμενη επιθυμεί να μεταφερθεί στο αυτοκίνητο της και ο Γλαύκος προθυμοποιείται και ουσιαστικά ετσιθελικά και με την αποδοχή του Πάμπου οδηγεί το αυτοκίνητο. Δόθηκε η δικαιολογία πως τούτο έγινε γιατί δεν μπορούσε να οδηγήσει ο Πάμπος, και παρά το ότι ο Χιονιάς ήταν πρόθυμος να εξυπηρετήσει την παραπονούμενη. Αναμφίβολα στο στάδιο εκείνο οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη συνωμοτήσει. Πώς διαφορετικά ο Πάμπος αποδέχεται στα πόδια του τον πρώην ερωτικό σύντροφο της φίλης του και με ποιο θράσος ο τελευταίος παρεμβάλλεται μεταξύ του ζευγαριού. Στη συνέχεια αντί να την οδηγήσουν στο σταθμευμένο της αυτοκίνητο και να φύγουν προσπερνώντας το, την οδήγησαν στα χωράφια όπου και προχώρησαν να βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους: Να την βιάσουν διαδοχικά. Προσυνεννοημένα και όχι τυχαία ο Γλαύκος κατεβαίνει από το αυτοκίνητο με πρόφαση ότι ήθελε να ουρίσει και χάνεται στο σκοτάδι. Επιστρέφει όταν κρίνει πλέον τη στιγμή κατάλληλη για να αναλάβει το δικό του προσυνεννοημένο ρόλο. Αν θα έπρεπε να μπούμε στο μυαλό των κατηγορουμένων και να διερωτηθούμε πώς, όντας γνωστοί στην παραπονούμενη ήλπιζαν ότι θα γλιτώσουν, θα λέγαμε πως προφανώς εξέλαβαν πως η «φτανή» Φοινικούλα θα το υπόμενε, θα το χώνευε και θα σιωπούσε. Δεν διανοήθηκαν φαίνεται ότι θα είχε τη δύναμη να τους καταγγείλει. Υπό τας περιστάσεις βρίσκουμε ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχτεί όπως έχουν αποδειχτεί και οι λοιπές κατηγορίες, 2 -
  5. Τα άρθρα 144 και 145 του Κεφ. 154 επί των οποίων στηρίζεται η 1η κατηγορία προνοούν: «Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία με γυναίκα, χωρίς τη συναίνεση της παθούσας ή με τη συναίνεσή της εφόσον η συναίνεση για αυτό δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή προκειμένου για παντρεμένη γυναίκα, με την πλαστοπροσωπία του συζύγου της, είναι ένοχος κακουργήματος το οποίο καλείται βιασμός». Από τη μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχτεί και τα ευρήματά μας, καταλήγουμε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα του βιασμού κατά την 19.8.2006 και ότι η συνουσία των κατηγορουμένων με την παραπονούμενη έχει επιτευχθεί υπό το κράτος σωματικής βίας ή φόβου σωματικής βλάβης και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Κορέλλης ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 506, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 571 και Καϊλης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Είναι η κατάληξη μας ότι καθόλη τη διάρκεια των παράνομων ενεργειών των κατηγορουμένων απουσίαζε η ελεύθερη βούληση του θύματος το οποίο αντιστάθηκε όπως περιγράψαμε πιο πάνω. Ως θέμα αρχής δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της μη συναίνεσης και της φαινομενικής συναίνεσης (δηλαδή της απουσίας έντονης σωματικής αντίστασης) που προκύπτει ως αποτέλεσμα της πρόκλησης φόβου ή άσκησης βίας επί του θύματος (βλ. Haward 50 Cr. App. Rep. 56). Το άρθρο 148 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 επί του οποίου εδράζεται η 2η κατηγορία προνοεί πως: «Όποιος με σκοπό το γάμο ή τη συνουσία με αυτό ή με άλλο απαγάγει ή κατακρατεί γυναίκα χωρίς τη θέληση της, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων.» Η παρούσα περίπτωση δεν συνιστά την κλασσική περίπτωση απαγωγής όπως φαντάζει στο μυαλό του μη νομικού που στην σκέψη του έχει τις εικόνες που βλέπουμε σε δραματικές ταινίες. Ωστόσο το αδίκημα στοιχειοθετείται και με την σύντομη κατακράτηση ενός προσώπου σε χώρο παρά την θέληση του. (βλ. Felekis v. The Police
(1968)2 C.L.R. 151). Δεν θα είχαμε ενδοιασμό να πούμε πως σε κάθε περίπτωση βιασμού όπου το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του, σε αντίθετη με περιπτώσεις όπου ο βιασμός στοιχειοθετείται λόγω δόλου στην επίτευξη της συναίνεσης του θύματος, διαπράττεται και το αδίκημα της απαγωγής. Η παραπονούμενη κατακρατήθηκε στο μέρος όπου βιάστηκε παρά την θέληση της και παρά την επιθυμία της να ξεφύγει μέχρι την ολοκλήρωση του βιασμού της από τους κατηγορουμένους. Διερωτόμαστε δε ποια εξέλιξη θα είχαν τα πράγματα αν οι φωνές της παραπονουμένης δεν έφταναν στ΄ αυτιά των Γεωργίου και Κλεάνθους και αν οι κατηγορούμενοι δεν εγκατέλειπαν το απεχθές έργο τους βλέποντας τα φώτα του αστυνομικού οχήματος να πλησιάζουν. Οι απειλές που εκστόμισε ο πρώτος κατηγορούμενος "αν δεν δεχτείς θα σε κωλοσύρω μέσα στα χωράφια," σε χωράφια γεμάτα κάτσαρα όπως ακούσαμε από την παραπονουμένη, στοιχειοθετούν και την 5η κατηγορία: H απειλή έβρισκε πραγματικό έρεισμα και ήταν εξ αντικειμένου εφικτή. (Υπ.) ....................................................... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................................................... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................................... Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΘΓ/Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.