Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Irina Rezvan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 334/05, 4 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 334/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον
- Irina Rezvan
- Georgy Rezvan Κατηγορούμενων ------------- Ημερομηνία: 4 Ιουλίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για κατηγορούμενους : κ. Χ. Ζόππος Κατηγορούμενοι : παρόντες -------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι (μητέρα και γιος) αντιμετωπίζουν τη 2η κατηγορία, που αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση των άρθρων 306(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, τους καταλογίζεται ότι στις 7 Σεπτεμβρίου, 2004, στην Πάφο, κατακρατούσαν ένα τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, με αριθμό ΙΜΕΙ 351541008083501 και ένα τηλέφωνο μάρκας Siemens, με αριθμό ΙΜΕΙ 351590001461685, συνολικής αξίας £300,00 περιουσία του Reiner Lenz από τη Γερμανία και τώρα στην Τσάδα, γνωρίζοντας ότι αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και την 1η κατηγορία, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κλοπής από την κατοικία του πιο πάνω αναφερόμενου, των δυο τηλεφώνων του που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ως επίσης και του πορτοφολιού του το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των £300,00, αδίκημα που τους καταλογίζεται ότι διέπραξαν κατά τον Αύγουστο του 2004 στην Τσάδα. Για λόγους που θ' αναφερθούν στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν στην κατηγορία αυτή, με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 18.5.2007, μετά από εισήγηση της υπεράσπισης πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους, η οποία έγινε αποδεκτή. Κατά τη διάρκεια της δίκης, παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και κατάθεσαν για την υπόθεση της κατηγορίας 8 μάρτυρες, ενώ οι κατηγορούμενοι αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Συγκεκριμένα και οι δυο δήλωσαν ότι είναι αθώοι. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι η ακόλουθη: Ο παραπονούμενος Reiner Detlef Lenz (Μ.Κ. 8) Γερμανός υπήκοος, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε σε ιδιόκτητο σπίτι στη Τσάδα. Την Κυριακή 8.8.2004 γύρω στις 10:00 θέλησε να μιλήσει με το κινητό του τηλέφωνο, οπότε ανακάλυψε ότι έλειπαν και τα δυο κινητά του τηλέφωνα. Μετά, πήγε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο του σπιτιού του και ανακάλυψε ότι κάποιος του είχε κόψει τη γραμμή. Ακολούθως, αναζήτησε το πορτοφόλι του και διαπίστωσε ότι έλειπε και αυτό. Αφού μετέβηκε στο σπίτι του γείτονα του και ακύρωσε τηλεφωνικώς τις πιστωτικές του κάρτες, στη συνέχεια τηλεφώνησε στην αστυνομία στο Στρουμπί οπότε και ήρθαν στο σπίτι του δυο αστυνομικοί. Μετά από επιτόπιες εξετάσεις, δε διαπιστώθηκε καμιά παραβίαση. Η κλοπή των πιο πάνω αντικειμένων, σύμφωνα με τον παραπονούμενο έγινε την προηγούμενη μέρα (7.8.2004) από τις 7 μέχρι τις 8 η ώρα που πήρε βόλτα τους σκύλους και άφησε την πόρτα της κύριας εισόδου μισάνυκτη. Τα επίδικα τηλέφωνα κατά τη διάρκεια έρευνας που έγινε στην οικία της κατηγορούμενης, δυνάμει σχετικού εντάλματος, στις 7.9.2004 μεταξύ των ωρών 17:00 - 17:30 παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο (ο οποίος τα είχε στο ερμάρι του υπνοδωματίου του) στο Μ.Κ. 4, λοχία 2813 Σ. Σταμάτη, ο οποίος τα παρέδωσε αυθημερόν στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 5, αστυφύλακα 1683 Κ. Κωνσταντίνου. Για λόγους που έχει αναφέρει η κα Ξενοφώντος που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι πέτυχε να αποδείξει την ενοχή και των δυο κατηγορούμενων στη σχετική κατηγορία. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, για λόγους που με τη σειρά του και αυτός έχει αναφέρει ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο απ' ό,τι η κα Ξενοφώντος, με ειδική αναφορά σε τρία στοιχεία που κατά τον ίδιο δεν έχουν αποδειχθεί. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση του κ. Ζόππου, στο οποίο περικλείονται οι θέσεις του: «Από την προφορική μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής, εναντίον κανενός από τους κατηγορούμενους. Κανένας από τους συνολικά 8 μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν το στοιχείο της γνώσης του κλοπιμαίου των συσκευών των 2 τηλεφώνων. Εξ' άλλου ουδέποτε αποδείχθηκε από τη δοθείσα μαρτυρία ενώπιον σας, το αδίκημα της κλοπής και το καθεστώς της ιδιοκτησίας των 2 κινητών τηλεφώνων και κατά συνέπεια δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να ευσταθήσει το αδίκημα της κλεπταποδοχής.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας ή των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού ασχοληθώ με οτιδήποτε αφορά στη 2η κατηγορία που είναι και η μόνη που εκκρεμεί προχωρώ σε παράθεση του σκεπτικού μου να αθωώσω τους κατηγορούμενους στην 1η κατηγορία, που περικλείει το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, κατά παράβαση των άρθρων 266(β), 255 και 20 Ποινικού Κώδικα. Προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το σχετικό αδίκημα, ότι ένα από τα συστατικά του στοιχεία είναι το να κτάται κάποιος κατοχή και να αποκομίζει οτιδήποτε δυνάμενο να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα, ο όρος «αποκομίζει» περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει κ.λ.π. Ερώτημα˙ έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, ότι τα δυο επίδικα τηλέφωνα ή το πορτοφόλι του παραπονούμενου, που αποτελούν το αντικείμενο του κατ' ισχυρισμό αδικήματος της 1ης κατηγορίας μετακινήθηκαν από το σπίτι του, είτε από την κατηγορούμενη είτε από τον κατηγορούμενο; Η απάντηση είναι αρνητική. Και όχι μόνο. Το πορτοφόλι ουδέποτε ανευρέθηκε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με τα δυο τηλέφωνα, που καθώς έχει αναφερθεί ανευρέθηκαν στην οικία της κατηγορούμενης. Στην απουσία απόδειξης αυτού του στοιχείου, η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε των δυο κατηγορούμενων, οπότε αυτοί, δικαιωματικά αθωώθηκαν στη σχετική -1η κατηγορία. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων, κατά τη διάρκεια της τελικής του αγόρευσης ζήτησε να μη λάβω καθόλου υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων 8, 8Α, 9, 9Α, 10, 10Α, 11 και 11Α, ελλείψει μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι η ελληνική μετάφραση αποδίδει ορθά τα όσα οι κατηγορούμενοι ανάφεραν στη μητρική τους γλώσσα. Και τούτο, δεδομένου ότι η διερμηνέας Λιάνα Κοροσίδου (Μ 5 στο κατηγορητήριο), σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Ζόππο, δεν προσήλθε στο δικαστήριο για να καταθέσει, οπότε τα προσόντα της είναι άγνωστα. Έτσι, το δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, για το κατά πόσο τα τεκμήρια 8Α, 9Α, 10Α και 11Α, αποτελούν πιστή μετάφραση των αντίστοιχων τεκμηρίων 8, 9, 10 και 11. Συνεχίζοντας την επιχειρηματολογία του ο κ. Ζόππος, με αναφορά και σε νομολογία ανάφερε και τα εξής˙ δε σημαίνει ότι επειδή τα πιο πάνω τεκμήρια κατατέθηκαν χωρίς ένσταση αποδέχεται η υπεράσπιση ότι αυτά αποτελούν πιστή μετάφραση. Κατά το συνήγορο, έχει νομολογηθεί ότι η μη υποβολή ένστασης στην κατάθεση των τεκμηρίων, που δεν είναι η ύπαρξη τους που αμφισβητείται δεν προωθεί αφ' εαυτής την υπόθεση σε σχέση με το επίδικο θέμα καθώς και η μη υποβολή ένστασης, δεν έχει από μόνη της επίπτωση που υπερβαίνει τον προορισμό της. Εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ αβάσιμο το αίτημα, μολονότι συμφωνώ με όσα ανάφερε ο κ. Ζόππος σε επίπεδο νομολογιακής αρχής, με αναφορά και στις τρεις αυθεντίες που με παράπεμψε. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπ. (Χρημ.) Λτδ ν. Ε. Τ. Autospares Enter. Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 843, που είναι και η θεμελιακή θα έλεγα από τις αυθεντίες που επικαλέστηκε ο κ. Ζόππος, οι εφεσίβλητοι ενάγονταν ως εγγυητές σε σύμβαση ενοικιαγοράς αυτοκινήτου και αρνήθηκαν ότι υπέγραψαν ως εγγυητές. Ο ισχυρισμός τους ήταν καταγεγραμμένος στην υπεράσπισή τους. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή τους στο συμβόλαιο είχε πλαστογραφηθεί. Ότι ουδέποτε υπόγραψαν ως εγγυητές, το ισχυρίστηκαν και κατά την ακροαματική διαδικασία, μέσω του διευθυντή τους, ο οποίος, αν και αναγνώρισε στην επίδικη σύμβαση που κατατέθηκε από μάρτυρα των εφεσειόντων χωρίς ένσταση και χωρίς αυτός να αντεξεταστεί, τη σφραγίδα των εφεσιβλήτων, με δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του τρίτου εγγυητή, αρνήθηκε ότι αυτές τέθηκαν από τους εφεσίβλητους. Το Ανώτατο Δικαστήριο που απέρριψε την έφεση, μεταξύ άλλων, ανάφερε και τα εξής που συνδέονται άρρηκτα πιστεύω με όσα επιπλέον έχει αναφέρει που καθιερώνουν την νομολογιακή αρχή που επικαλέστηκε ο κ. Ζόππος. Καταρχήν, ότι προέκυπτε από την αντιπαραβολή των δικογράφων ως μόνο επίδικο ζήτημα, το κατά πόσο οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σύμβαση ως εγγυητές, οπότε βάρυνε τους εφεσείοντες η απόδειξη της σύμβασης που επικαλούνταν. Υπό αυτή την έννοια είναι που αναφέρθηκαν ευθύς αμέσως και όσα καθιέρωσαν τη νομολογιακή αρχή. Και σε άλλο σημείο της απόφασης, επισημαίνονται και τα εξής, που καθιστούν ακόμη πιο ξεκάθαρο το ορθό νόημα της αρχής που καθιέρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο. «Ενόψει της αμφισβήτησης της υπογραφής και της πράγματι σύναψης της σύμβασης, μόνη η παρουσίαση του εγγράφου που την έφερε, δεν αποδείκνυε τίποτε και δεν προωθούσε την υπόθεση των εφεσιβλήτων». Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ν. Γιαννάκη Α. Σαλουμή κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 63/2005, ημερομηνίας 15.12.
- Και σ' αυτή την υπόθεση, το εφετείο, με αναφορά στην προηγούμενη, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία δεν έγινε αποδεκτό σε βάρος των εφεσιβλήτων, το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων που κατατέθηκαν στο δικαστήριο από μάρτυρα των εφεσειόντων, χωρίς ένσταση εκ μέρους των εφεσιβλήτων, με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό όπως και στην προηγούμενη υπόθεση. Ακολουθεί μέρος από το σχετικό απόσπασμα. «Δεδομένης της άρνησης των ισχυρισμών της εφεσείουσας από τους εφεσίβλητους στο στάδιο των δικογράφων και δεδομένης επίσης της αμφισβήτησης, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, της οποιασδήποτε εμπλοκής των εφεσιβλήτων στα όσα τους καταλόγιζε η εφεσείουσα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι με την παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων από τη μάρτυρα κα. Βασιλείου, χωρίς ένσταση της υπεράσπισης, η εφεσείουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των εφεσιβλήτων, τη στιγμή μάλιστα που η μόνη μαρτυρία που πρόσφερε η εφεσείουσα στο δικαστήριο (αυτή της κας Βασιλείου) ήταν μεν αξιόπιστη, ήταν όμως εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή των εφεσιβλήτων στην υπόθεση και κατ' επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη τους προς την εφεσείουσα. Η κα. Βασιλείου, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ουδεμίαν ουσιαστική γνώση για την υπόθεση αυτή είχε και συνεπώς με την τυπική μαρτυρία που έδωσε, που συνίστατο βασικά στην απλή παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων, δεν ήταν δυνατόν να αποδείξει τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα της εφεσείουσας εις βάρος των εφεσιβλήτων» Στην ΄Ανθιμου ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 7423, ημερομηνίας 31.1.2006, ο λόγος της ήταν διαφορετικός, με αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, σε βαθμό που δε έχει σχέση με το εγερθέν από την υπεράσπιση θέμα επί του προκειμένου. Όμως, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθώ, ούτε και το σκεπτικό της απόφασης της μειοψηφίας στην υπόθεση αυτή βοηθά την υπεράσπιση εδώ. Η ουσία του πράγματος, για να συνοψίσω είναι η εξής: στις δυο πρώτες από τις τρεις υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα επίδικα τεκμήρια, μολονότι κατατέθηκαν από τους εφεσείοντες χωρίς ένσταση, εντούτοις δεν έγιναν αποδεκτά προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους εναντίον των εφεσιβλήτων και τούτο γιατί, οι εφεσίβλητοι κατέστησαν το περιεχόμενο των υπό αναφορά εγγράφων επίδικο θέμα. Και το έκαναν με δυο τρόπους. Πρώτα με τα δικόγραφα τους και έπειτα με μαρτυρία κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Εναπόκειτο λοιπόν στους εφεσείοντες και στη μια και στην άλλη περίπτωση να αποδείξουν το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλούνταν, κάτι που για λόγους που έχουν αναφερθεί, χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω απότυχαν. Αντίθετα, στην ΄Ανθιμου (ανωτέρω), για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί, μολονότι το επίδικο έγγραφο κατατέθηκε και έγινε αποδεκτό από το δικαστήριο για περιορισμένο σκοπό, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από τον εφεσείοντα κατά την αντεξέταση μαρτύρων, για σκοπούς έξω και πέρα από το σκοπό για τον οποίο κατατέθηκε, οπότε κρίθηκε ότι η επιλογή του συγκεκριμένου χειρισμού από πλευράς υπεράσπισης κατέστησε ολόκληρο το έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο ενάντια στο διάδικο που αντεξέτασε. Στην περίπτωση μας τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, υπό την εξής έννοια. Επίδικο θέμα, αποτελεί η απόδειξη της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, το οποίο φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Ουδέποτε τέθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης εκ μέρους της υπεράσπισης, θέμα αμφισβήτησης που περιεχομένου των τεκμηρίων 8Α, 9Α, 10Α και 11Α και συγκεκριμένα κατά πόσο αυτά αποτελούν ή όχι κατ' αντιστοιχία, πιστή μετάφραση των τεκμηρίων 8, 9, 10 και
- Τέτοιο ζήτημα εγέρθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων. Το γεγονός αυτό, κατά την άποψή μου δεν καθιστά το εγερθέν ζήτημα σε καμιά περίπτωση επίδικο θέμα, ώστε να μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για εφαρμογή της αρχής που καθιέρωσε η Ελληνική Τραπ. (Χρημ.) Λτδ (ανωτέρω) η οποία υιοθετήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω επίσης) στις οποίες με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορούμενων. Κατά συνέπεια, τα υπό αναφορά έγγραφα κρίνω ότι αποτελούν μέρος του όλου μαρτυρικού υλικού που έχει κατατεθεί κατά τη διάρκεια της δίκης και υπόκεινται σε αξιολόγηση κανονικά μαζί με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Ωστόσο, χάριν πληρότητας της απόφασής μου είμαι διατεθειμένος να εξετάσω την υπόθεση και να αποφασίσω και χωρίς συνυπολογισμό των υπό αναφορά τεκμηρίων στο μαρτυρικό υλικό. Δηλαδή, υποθέτοντας ότι το αίτημα της υπεράσπισης γίνεται αποδεκτό. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ιδιαίτερα σε σχέση με τον παραπονούμενο, την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση των δυο κατηγορούμενων δε μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς ενοχή, της άσκησης εκ μέρους τους αυτού του δικαιώματος (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 195 κ.ο.κ. Τέλος, για την αποδεικτική αξία των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων λαμβάνω υπόψη, ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109) το βάρος που θα δοθεί στο διάφορα μέρη τους, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 2543 Τ. Τρύφωνος υπήρξε τυπική και ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εν λόγω μάρτυρας, στις 8.9.2004 έλαβε 4 φωτογραφίες των επίδικων τηλεφώνων στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου τις οποίες παρουσίασε στο δικαστήριο σε δέσμη (βλ. το τεκμήριο 2). Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Δεκτή στο σύνολο της και αναντίλεκτη επί της ουσίας επίσης είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 2 Π. Κωνσταντίνου. Προκύπτει από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία των Μ.Κ. 4 και 6, για λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια, ότι στις 28.8.2004, έγινε χρήση της κάρτας του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό 99-556894, από το κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ, που είναι το ένα από τα δυο κινητά τηλέφωνα που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας. Περαιτέρω, προκύπτει από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ότι η κάρτα αυτή, με το συγκεκριμένο αριθμό, στις 28.8.2004 βρισκόταν στην κατοχή της κατηγορούμενης, αφού για λόγους που έχει αναφέρει ο μάρτυρας χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, της την είχε δώσει πριν από δυο χρόνια. Η κατηγορούμενη εξακολουθούσε να την κατέχει και μετά τις 28.8.2004, μέχρι που της ζήτησε να της τη μεταβιβάσει, πράγμα το οποίο και έγινε. Συγκεκριμένα, όπως ανάφερε ο μάρτυρας, κάποια στιγμή, η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε, πήγαν μαζί στην Α.ΤΗ.Κ. και αφού ο ίδιος υπόγραψε τα σχετικά έγγραφα, η κάρτα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι κάποιου συγγενικού της προσώπου. Για τους ίδιους λόγους που έχω δεχθεί τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα δέχομαι και τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3 Ν. Θαλασσινού, επί της ουσίας όσων ανάφερε, με μια εξαίρεση. Προκύπτει από τη μαρτυρία και αυτού, ότι έγινε χρήση της κάρτας του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό 99-432793, από το επίδικο τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, ως επίσης και από το άλλο τηλέφωνο μάρκας SIEMENS, χωρίς αποτέλεσμα όμως, για λόγους που έχει αναφέρει. Ωστόσο, αυτό έγινε στις 25.8.2004 και όχι στις 28.8.2004 που του αναφέρθηκε από την αστυνομία και συγκεκριμένα από το Μ.Κ. 5 που του πήρε τη γραπτή κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 4) γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ.Κ. 4 και 6, μαρτυρία η οποία εν πολλοίς ενισχύει τη μαρτυρία του ιδίου σε σχέση με άλλους ισχυρισμούς που προέβαλε. Επιπλέον, προκύπτει από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, πως, κάτω από ποιες συνθήκες και για ποιο λόγο περιήλθαν στην κατοχή του τα επίδικα τηλεφώνα. Ο Μ.Κ. 4, λοχίας 2813 Σ. Σταμάτης, είμαι βέβαιος ότι κατάθεσε στο δικαστήριο με ειλικρίνεια για τις ενέργειες του και γενικά για ό,τι γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση, σε βαθμό που δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να δεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Μολονότι αντεξετάστηκε ο μάρτυρας, εντούτοις, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο. Επισημαίνεται ότι η εκδοχή του για πλείστα όσα έχει αναφέρει συνάδει απόλυτα, κατά περίπτωση, με την εκδοχή άλλων μαρτύρων. Ούτε και θα έλεγα ότι επιχειρήθηκε σοβαρή αμφισβήτηση όσων ανάφερε από την υπεράσπιση. Κατά συνέπεια, θεωρώ και αυτό το μάρτυρα όπως και τους προηγούμενους, μάρτυρα της αλήθειας. Δεκτή στο σύνολό της και αναντίλεκτη επί της ουσίας είναι και η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 5, αστυφύλακα 1683 Κ. Κωνσταντίνου. Και αυτός ο μάρτυρας, όπως και ο προηγούμενος, που του είχε αναθέσει την εξέταση της υπόθεσης, κατάθεσε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια για τις ενέργειες του και γενικά για οτιδήποτε γνώριζε σε σχέση με την υπόθεση. Η μαρτυρία και αυτού ενισχύεται σε ουσιώδεις πτυχές της από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων, όπως και αντίστροφα. Δεν έχω κανένα λόγο να μη δεχθώ και τη μαρτυρία του Μ.Κ. 6, Μ. Αναστασιάδη, η ουσία της οποίας έγκειται στον αναντίλεκτο ισχυρισμό του, ότι μετά από καταγγελία του παραπονούμενου στα γραφεία της Α.ΤΗ.Κ, όπου εργάζεται ο μάρτυρας, ότι απώλεσε το κινητό του τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ 3410, με αριθμό ΙΜΕΙ 351541008083501 (το ένα από τα δυο τηλέφωνα που ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος ότι κλάπηκαν από την οικία του στις 7.8.2004) η εν λόγω συσκευή τέθηκε στη «μαύρη λίστα» παρακολούθησης, για εντοπισμό τυχόν παράνομης χρήσης της, κάτι που έγινε στις 25.8.2004 και ώρα 14:02, από την κάρτα με αριθμό 99-432793 που ανήκε στο Μ.Κ. 3 καθώς και στις 28.8.2004 και ώρα 15:18, από την κάρτα με αριθμό 99-556894 που ανήκε στο Μ.Κ.
- Επισημαίνεται ότι και οι δυο αυτοί μάρτυρες (Μ.Κ. 2 και 3) επιβεβαιώνουν το Μ.Κ. 6 σε σχέση με τον εν λόγο ισχυρισμό του. Για τους ίδιους περίπου λόγους που έχω δεχθεί τη μαρτυρία των Μ.Κ. 4 και 5, δέχομαι επί της ουσίας όσων ανάφερε και τη μαρτυρία του Μ.Κ. 7, αστυφύλακα 3476 Δ. Γεωργίου. Ο εν λόγω μάρτυρας, στις 8.8.2004 γύρω στις 11:00 κλήθηκε να μεταβεί στην οικία του παραπονούμενου, μετά από καταγγελία του ότι έγινε κλοπή από το σπίτι. Εκεί, ο παραπονούμενος του ανάφερε τι ακριβώς κλάπηκε από την οικία του, και σ' αυτά έγινε αναφορά και στα δυο επίδικα τηλέφωνα. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα επιβεβαιώνεται σε σημαντικό βαθμό από τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό να δεχθώ στο σύνολό της επί της ουσίας επίσης και τη μαρτυρία του παραπονούμενου Μ.Κ. 8 Reiner Detlef Lenz. Ο παραπονούμενος ανάφερε στο δικαστήριο με απλότητα και απόλυτη ειλικρίνεια για ό,τι γνώριζε ή έκανε σε σχέση με την υπόθεση. Ήταν άμεσος, σταθερός και απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε κανένα σημείο. Αντίθετα, η εκδοχή του, στο ουσιαστικό της μέρος, εν πολλοίς παρέμεινε αναντίλεκτη. Για παράδειγμα, με το να του υποβάλλεται ότι δεν είδε το 2ο κατηγορούμενο να μπαίνει στο σπίτι του και να παίρνει οτιδήποτε ή ότι δε γνωρίζει ποιος έκλεψε το πορτοφόλι του, μπορεί να υποδηλώνεται αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, για ό,τι αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω υποβολών, όμως, παραμένει γεγονός, ότι δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση το ουσιαστικό γεγονός, που είναι ότι κάποιος ή κάποιοι μπήκαν στο σπίτι του και του έκλεψαν αυτά που ανάφερε. Το γεγονός ότι απάντησε αρνητικά και στις δυο υποβολές ο παραπονούμενος, αποτελεί απτή απόδειξη πόσο ειλικρινής ήταν. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντόπισα στη μαρτυρία του, είναι τόσο ανεπαίσθητες, που σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό να κλονίσουν την αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Αντίθετα, την ενδυναμώνουν, αφού, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο μάρτυρας καθώς ήδη έχει αναφερθεί, κατάθεσε στο δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό, μα προπαντός, με πρόθεση να πει την αλήθεια. Μολονότι η μαρτυρία της Victoria Milka (βλ. το τεκμήριο 12) στο σύνολό της αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις, είμαι διατεθειμένος να την αποδεχθώ. Και τούτο, επειδή η μαρτυρία της πιο πάνω αναφερόμενης, σε ουσιώδη μέρη, ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων, όπως του εργοδότη της Μ.Κ. 3 Νίκου Θαλασσινού, ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, στο βαθμό που με τη μαρτυρία του την εμπλέκει, όπως για παράδειγμα, όταν ανάφερε ότι ήταν ο εργοδότης της, περαιτέρω ότι κατά την επίδικη περίοδο του πήρε τα δυο τηλέφωνα μάρκας ΝΟΚΙΑ και SIEMENS και τέλος, ότι όταν αυτός τοποθέτησε την κάρτα του για να δει αν λειτουργούν, διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσαν, οπότε και της τα επέστρεψε. Κατά συνέπεια, μολονότι εξ ακοής η μαρτυρία της Milka, για τους πιο πάνω λόγους αισθάνομαι ότι είναι απόλυτα ασφαλές να βασιστώ σ' αυτή κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου αναφορικά με τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, ότι από τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων, (βλ. τα τεκμήρια 8, 8Α, 9 και 9Α) είμαι διατεθειμένος να δεχθώ, εκείνο μόνο το μέρος που περιέχει ισχυρισμούς που έχουν αποδειχθεί από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ή που υπέχουν θέση δηλώσεων εναντίον του συμφέροντος τους, αν και εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν τέτοιες δηλώσεις. Κατ' ακολουθία όσων εκτίθενται πιο πάνω βρίσκω και αποδέχομαι ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος Reiner Detlef Lenz από τη Γερμανία, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε σε οικία στη Τσάδα. Ήταν ο ιδιοκτήτης και κάτοχος δυο κινητών τηλεφώνων μάρκας ΝΟΚΙΑ το ένα, με αριθμό ΙΜΕΙ 351541008083501 και SIEMENS το άλλο, με αριθμό ΙΜΕΙ
- Αναφορικά με την αξία τους δεν είμαι διατεθειμένος να δεχθώ είτε το ποσό των £300,00 που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, είτε το ποσό των €174,00 που αναφέρει ο παραπονούμενος στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 6Α) και τούτο γιατί, το πρώτο ποσό στερείται στοιχειώδους τεκμηρίωσης σε επίπεδο μαρτυρίας, ενώ, όσον αφορά αυτό που ανάφερε ο παραπονούμενος, επειδή πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που επίσης δεν υποστηρίζεται από κανένα ουσιαστικό στοιχείο μαρτυρίας. Ότι όμως πρόκειται για τον ιδιοκτήτη των δυο τηλεφώνων ο παραπονούμενος, προκύπτει από τα ακόλουθα και με αυτά απαντώ και στον περί αντιθέτου ισχυρισμό της υπεράσπισης. Καταρχήν, από κανένα νόμο προκύπτει ότι απαιτείται τίτλος ιδιοκτησίας, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τ' ακίνητα, προκειμένου ν' αποδείξει κάποιος ότι είναι ιδιοκτήτης ενός κινητού τηλεφώνου. Έπειτα, διέλαθε πιστεύω της προσοχής των κατηγορούμενων, ότι σύμφωνα με το άρθρο 255
(2)(γ) του Ποινικού Κώδικα «ο όρος «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.» Χωρίς αμφιβολία, ο παραπονούμενος ήταν ο κάτοχος των επίδικων τηλεφώνων κατά τον ουσιώδη χρόνο και κατά συνέπεια ιδιοκτήτης τους τη εννοία του Νόμου. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι ήταν και ιδιοκτήτης τους με τη στενή του όρου έννοια. Ανάφερε ο παραπονούμενος ότι όταν διαπίστωσε την κλοπή τους κατάγγειλε αυθημερόν το συμβάν στην αστυνομία η οποία μετέβη επί τόπου για εξετάσεις. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το Μ.Κ.
- Επιπλέον, ανάφερε ότι κάποια στιγμή αργότερα και συγκεκριμένα όταν άκουσε ότι με τους αριθμούς πλαισίου μπορούσε να γίνει εντοπισμός του τηλεφώνου από την Α.ΤΗ.Κ ζήτησε να γίνει τέτοιος έλεγχος, γεγονός το οποίο, ειδικά για το ΝΟΚΙΑ επιβεβαιώνεται πλήρως και από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 6, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν ανάφερε ότι η καταγγελία του παραπονούμενου αφορούσε μόνο στο ΝΟΚΙΑ. Απλώς, σε σχέση με αυτό τo τηλέφωνο υπήρξε αποτέλεσμα, πρόσθεσε. Επισημαίνεται ακόμη και η απάντηση του εξεταστή (Μ.Κ. 5), στην ερώτηση του κ. Ζόππου, πως γνώριζε ότι ο παραπονούμενος ήταν ιδιοκτήτης των επίδικων τηλεφώνων και του τα παράδωσε αργότερα, σύμφωνα με την οποία, «σύμφωνα με την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία, που έδωσε τους αριθμούς συσκευών (ΙΜΕΙ) και από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών». Όμως, θα έλεγα ότι ούτως η άλλως έχω δεχθεί τη μαρτυρία του παραπονούμενου, οπότε δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Και τα δύο τηλέφωνα του παραπονούμενου, κάτω από συνθήκες που έχουν αναφέρει ο Μ.Κ. 3 και η Victoria Milka, στις 25.8.2004 βρέθηκαν στην κατοχή του πρώτου με προοπτική να τα αγοράσει. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε, γιατί, όταν ο Μ.Κ. 3 τοποθέτησε την κάρτα του δικού του κινητού τηλεφώνου με αριθμό 99-432793 και στα δυο τηλέφωνα για να τα δοκιμάσει διαπίστωσε ότι αυτά δεν λειτουργούσαν. Η προσπάθεια του Μ.Κ. 3 να δοκιμάσει τα δυο τηλέφωνα με τη χρήση της κάρτας του, σε σχέση με το ΝΟΚΙΑ καταγράφηκε στη λεγόμενη μαύρη λίστα της Α.ΤΗ.Κ στις 25.8.2004 και ώρα 14:
- Ακολούθως, ο Μ.Κ. 3 επέστρεψε στη Victoria Milka τα δυο τηλέφωνα, η οποία με τη σειρά της τα επέστρεψε στη φίλη της Irina, δηλαδή την κατηγορούμενη. Η ίδια συσκευή, δηλαδή το ΝΟΚΙΑ, τρεις μέρες αργότερα, χρησιμοποιήθηκε ξανά και συγκεκριμένα στις 28.8.2004 και ώρα 15:18, από την κάρτα με αριθμό 99-556894 που ανήκε στο Μ.Κ. 2, η οποία ωστόσο, για λόγους που έχει αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας, εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην κατοχή της κατηγορούμενης. Στις 6.9.2004, η κατηγορούμενη ανακρινόμενη προφορικά από το Μ.Κ. 4, ομολόγησε ότι είχε στην κατοχή της τα επίδικα τηλέφωνα και ισχυρίστηκε ότι της τα είχε δώσει κάποιος Ρώσος φίλος της ονόματι Govalienko. Επιπλέον, ανάφερε στο μάρτυρα ότι θα του τα παρέδιδε στην αστυνομία την επόμενη μέρα. Μολονότι βρισκόταν στο σταθμό η κατηγορούμενη στις 7.9.2004 και ώρα 16:20 που συνελήφθηκε από τον εξεταστή (βλ. και το τεκμήριο 14) εντούτοις δεν είχε μαζί της τα δυο κινητά. Την ίδια μέρα και συγκεκριμένα μεταξύ των ωρών 17:00 - 17:30, έγινε έρευνα στην οικία της κατηγορούμενης, στην οποία διέμενε με το κατηγορούμενο γιο της. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε από τους Μ.Κ. 4 και 5 δυνάμει δικαστικού εντάλματος, ο κατηγορούμενος πήρε από το ερμάρι του υπνοδωματίου του και παρέδωσε στο Μ.Κ. 4 τα επίδικα τηλέφωνα. Όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, απάντησε ότι του τα έδωσε η μητέρα του. Τα εν λόγω τηλέφωνα, παραδόθηκαν αυθημερόν στο Μ.Κ. 5 και με οδηγίες του την επομένη μέρα (8.9.2004), φωτογραφήθηκαν στην παρουσία του από το Μ.Κ. 1 (βλ. το τεκμήριο 2). Ακολούθως, παραδόθηκαν στον παραπονούμενο ο οποίος επίσης τα αναγνώρισε στο δικαστήριο όπως και ο εξεταστής, από το τεκμήριο
- Σύμφωνα με το άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα της κλεπταποδοχής, τα συστατικά του στοιχεία (με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης) είναι: (α) Η κατακράτηση περιουσίας κάποιου από κάποιο άλλο, (β) εν γνώσει αυτού που κατακρατεί, ότι η περιουσία έχει κλαπεί. Νοείται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κατά το χρόνο που παραλάμβανε την περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία, ενώ η αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας αυτή τη γνώση ή έστω και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση σε χρόνο μεταγενέστερο της παραλαβής της περιουσίας, οδηγεί την κατηγορία σε κατάρρευση. Βλ. R. v. Mathews 34 Cr. App. R. 55, R. v. Johnson 6 Cr. App. R.
- Αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης αλλά και το άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, καθώς έχει νομολογηθεί, μπορούν να αποδειχθούν είτε με άμεση, είτε με περιστατική μαρτυρία. Επισημαίνεται ακόμη, ότι η αγορά περιουσίας σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας της ή άρνηση του κατηγορούμενου ότι την κατείχε, μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα πως γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία. Βλ. R. v. Sbarra, 13 Cr. App. R. 118, R. v. Fuschillo 27 Cr. App. R. 193 και Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, η αντίδραση του κατηγορούμενου και η εν γένει συμπεριφορά του, υπό προϋποθέσεις μπορεί να προσλάβουν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Τέλος, στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί αποφασιστικής σημασίας για την απόδειξη γνώσης εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία, είναι και η χρονική σχέση μεταξύ της κλοπής της περιουσίας και της λήψης κατοχής της από τον κατηγορούμενο. Είναι θεμελιωμένο πως κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας, όταν δεν προσφέρεται από τον κατηγορούμενο εξήγηση ως προς την προέλευσή της ή όταν η εξήγηση που δίνει, απορρίπτεται ως ψευδής, μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι η περιουσία ήταν κλοπιμαία. Βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 35η έκδοση, παρ. 2102,
- Ότι επρόκειτο για κλοπιμαία τα δυο κινητά τηλέφωνα που αποτελούν το αντικείμενο της κατηγορίας έχει ήδη αναφερθεί και το ίδιο ισχύει και για τον ιδιοκτήτη τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, που για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί ήταν ο παραπονούμενος. Προστίθεται και το εξής για το ίδιο θέμα. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου που να καταδεικνύει έστω, ότι κατά τον ίδιο χρόνο, διεκδικούσε την ιδιοκτησία των δυο κινητών τηλεφώνων οποιοσδήποτε άλλος. Ούτε τέλος θεωρώ τόσο αφελή τον παραπονούμενο, να καταγγέλλει την κλοπή περιουσίας που δεν του ανήκε και μάλιστα να αποφασίζει να το κάνει και γραπτώς (βλ. την κατάθεση του - τεκμήρια 6 και 6Α -) όταν πληροφορείται με ποιο τρόπο και ότι μπορεί να διαπιστωθεί από ποιον αυτή κατέχεται ανά πάσα στιγμή. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αμφότεροι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να θεωρηθούν κάτοχοι των επίδικων τηλεφώνων κατά τον ουσιώδη χρόνο και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης αν γνώριζαν ότι αυτά ήταν κλοπιμαία. Αρχίζοντας από το πρώτο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και οι δυο κατηγορούμενοι θα πρέπει να θεωρηθούν κάτοχοι των επίδικων τηλεφώνων τη εννοία του νόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι αρκετό προς τούτο να ληφθεί υπόψη η σχέση των δυο (μητέρα και γιος), ότι διέμεναν μαζί στο σπίτι της κατηγορούμενης όπου βρέθηκαν τα τηλέφωνα, το γεγονός ότι καθ' ομολογία της η κατηγορούμενη ήξερε ότι αυτά βρίσκονταν στο σπίτι της, ενώ σε σχέση με τον κατηγορούμενο, το μέρος που τα είχε τοποθετημένα και ότι αυτός τα παρέδωσε στην αστυνομία. Υπάρχουν και διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας που οδηγούν στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, όμως δεδομένης της εμβέλειας όσων έχουν αναφερθεί δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί απάντηση στη ερώτημα κατά πόσο οι κατηγορούμενοι γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι τα δυο κινητά τηλέφωνα του παραπονούμενου ήταν κλοπιμαία. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί αυτά κλάπηκαν από την οικία του παραπονούμενου στις 7.8.
- Στις 28.8.2004 έγινε χρήση του ΝΟΚΙΑ από την κατηγορούμενη, η οποία τοποθέτησε για το σκοπό αυτό την κάρτα με αριθμό 99-556894 που ανήκε στο Μ.Κ. 2, την οποία ωστόσο κατείχε η ίδια. Στις 25.8.2004 έγινε χρήση της ίδιας συσκευής από το Μ.Κ. 3 καθώς και της άλλης μάρκας Siemens. Τις εν λόγω συσκευές του της πήρε η υπάλληλος του Victoria Milka (βλ. και το τεκμήριο 12), φίλη της κατηγορούμενης, τις οποίες παρέλαβε από τον κατηγορούμενο για να πουλήσει. Η Milka έδωσε τη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία στις 7.9.2004 και ισχυρίζεται ότι ένα περίπου μήνα προηγουμένως, ενώ ήταν στο σπίτι των κατηγορούμενων, την ώρα που έφευγε ο κατηγορούμενους της είπε ότι είχαν (δηλαδή αυτός και η μητέρα του) δυο κινητά τηλέφωνα για πούλημα τα οποία και της έδειξε. Ήταν ένα NOKIA και ένα Siemens. Τα εν λόγω τηλέφωνα, ένα μήνα ακριβώς από την ημέρα που κλάπηκαν και συγκεκριμένα στις 7.9.2004 βρέθηκαν στο σπίτι της κατηγορούμενης και παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στην αστυνομία, ο οποίος τα είχε στο ερμάρι του υπνοδωματίου του. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι δυο κατηγορούμενοι και ο παραπονούμενος γνωρίζονταν από προηγουμένως. Είτε το χρόνο που ανάφερε η Milka ότι είδε τα δυο τηλέφωνα στο σπίτι των κατηγορούμενων λάβω υπόψη, είτε την 28η/8/2004 που έγινε χρήση του ΝΟΚΙΑ από την κατηγορούμενη, είτε την 25η/8/2004 που έγινε χρήση και των δυο συσκευών από το Μ.Κ. 3, είτε τέλος την 7η/9/2004 που βρέθηκαν οι εν λόγω συσκευές στην οικία των κατηγορούμενων, αναμφίβολα πρόκειται για κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας. Έχοντας κατά νου ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί, θα εξετάσω την υπόθεση και χωρίς να λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των δυο κατηγορούμενων, όπως άλλωστε ήταν και το αίτημα τους μέσω του δικηγόρου τους, θεωρώ ότι τα πιο πάνω στοιχεία, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλα, σωρευτικά θεωρούμενα, είναι αρκετά για να οδηγήσουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι και οι δυο κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα δυο τηλέφωνα που κατείχαν ήταν κλοπιμαία. Βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice (ανωτέρω). Και τούτο γιατί, ενώ έχουμε κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας, καμιά εξήγηση προσφέρθηκε από τους δυο κατηγορούμενος για την προέλευση της. Και όχι μόνο. Ο κατηγορούμενος δε μας είπε για ποιο λόγο είχε τοποθετημένα τα εν λόγω τηλέφωνα στο ερμάρι του υπνοδωματίου του, έχοντας υπόψη ως θέμα κοινής λογικής τι μπορεί κάποιος να τοποθετήσει σ' ένα ερμάρι. Ακολουθεί ότι ακόμη και αν αποδεχόμουν το σχετικό αίτημα των κατηγορούμενων, θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η ευθύνη και των δυο για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Όμως, για λόγους που έχω παραθέσει, το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορούμενων αποτελεί μέρος του συνολικού μαρτυρικού υλικού που θα λάβω υπόψη, προκειμένου να καταλήξω και να αποφασίσω για την τύχη της σχετικής κατηγορίας. Η κατηγορούμενη έλεγε ψέματα όταν ισχυριζόταν ότι το μήνα Ιούλιο ένας φίλος της με το όνομα Victor από τη Ρωσία του οποίου το επίθετο δε γνωρίζει την επισκέφθηκε στο σπίτι της και της έδειξε τα δυο επίδικα τηλέφωνα τα οποία φεύγοντας ξέχασε στο τραπέζι. Και έλεγε ψέματα για δυο λόγους. Πρώτα γιατί δεν μπορεί να είχε δει τα δυο αυτά τηλέφωνα τον Ιούλιο, όταν αυτά μέχρι και τις 7.8.2004 που κλάπηκαν από την οικία του παραπονούμενου κατέχονταν από αυτό. Έπειτα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι της τα έδωσε ο φίλος της Victor του οποίου δε γνωρίζει το επίθετο και μια μέρα προηγουμένως, να δηλώνει στο Μ.Κ. 4 ότι της τα έδωσε και πάλι κάποιος φίλος της, πλην όμως ονόματι Govalienko. Όμως και ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα, όταν στην ερώτηση με αριθμό 16 που του υποβλήθηκε και συγκεκριμένα αν γνωρίζει πότε έδωσε της μητέρας του ο Ρώσος τα δυο τηλέφωνα, απάντησε κατά λέξη «Νομίζω κάπου τον Ιούλιο». Εξήγησα ήδη γιατί δεν μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο πριν από τις 7.8.
- Αν στα πιο πάνω προστεθεί και η σπουδή που κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι να ξεφορτωθούν και τα δυο τηλέφωνα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τότε που περιήλθαν στην κατοχή τους οδηγούμαστε και πάλι στο ίδιο ασφαλές συμπέρασμα ότι και οι δυο γνώριζαν πολύ καλά ότι τα επίδικα τηλέφωνα αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Κατά συνέπεια η ευθύνη τους για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στη σχετική κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια αυτοί κρίνονται ένοχοι. (Υπ.) ....................................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο