Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Legoziskyy Valeriy, Αρ. Αίτησης: 13984/06, 20 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 13984/06 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Legoziskyy Valeriy Κατηγορούμενου ----------------- Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2007 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για κατηγορούμενο: κα. Μ. Παπαδημήτρη Κατηγορούμενος: παρών ----------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει μετά από δική του παραδοχή. Η πρώτη κατηγορία αφορά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής ZKLF267 στις 23 με 24 Αυγούστου 2006 ενώ του είχε στερηθεί το δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από 18/08/06 μέχρι 17/11/06, η δεύτερη την οδήγηση οχήματος χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια έναντι τρίτου προσώπου και η τρίτη την οδήγηση του χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ζητήθηκε και δόθηκε άδεια όπως κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί, ληφθούν υπόψη και άλλες υποθέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και στις οποίες επίσης παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Αυτές είναι οι υποθέσεις 7407/05, 1644/06, 12830/06, 13756/06, 15455/06, 16119/06 και 79/
- Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος συνελήφθη να οδηγεί μεταξύ της 23ης και 24ης Αυγούστου 2006 ενώ είχε στερηθεί την άδεια οδηγού για 3 μήνες, για την περίοδο από 18/08/06 μέχρι 17/11/06, οπόταν διαπιστώθηκε και η διάπραξη της 2ης και 3ης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και έχει 14 βαθμούς ποινής. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής, εκθέτοντας τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με όσα ανάφερε αυτός κατάγεται από την Ουκρανία και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια. Πριν 6 χρόνια ήλθε στην Κύπρο αλλά άρχισε να κάνει χρήση τοξικών ουσιών, σταμάτησε να εργάζεται και ανέπτυξε αντικοινωνική συμπεριφορά. Σαν αποτέλεσμα διάπραξης διαφόρων αδικημάτων από το Δεκέμβριο του 2006 ήταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές ενώ στις 29/06/07 του επιβλήθηκε 15μηνη ποινή φυλάκισης στην υπόθεση 7955/
- Έχει σύμφωνα με τη συνήγορο αντιληφθεί και μετανοήσει για τα λάθη στα οποία περιέπεσε, σταμάτησε τη χρήση τοξικών ουσιών και ζήτησε μέσω της συνηγόρου του την επιείκεια του Δικαστηρίου. Ζήτησε επίσης όπως στην περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή να συντρέχει με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην υπόθεση 7955/
- Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη σε κάποιο αδίκημα συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της, (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632. Και τα τρία αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και η σοβαρότητα τους αντανακλάται μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αντανακλάται επίσης στις συνέπειες που συνεπάγεται η διάπραξη τους. Τα αδικήματα που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια είναι σοβαρής φύσης. Η παραβίαση των Νόμων και των κανονισμών έχουν καταστήσει τα τροχαία ατυχήματα ένα πολύ συχνό φαινόμενο με μεγάλες επιπτώσεις τόσο στην περιουσία των πολιτών, όσο και στη σωματική τους ακεραιότητα και σε πολλές περιπτώσεις και στην ίδια τη ζωή. Όπως έχει επισημανθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα οδικά δυστυχήματα αποτελούν «χαίνουσα» πληγή στον τόπο μας και έχουν καταντήσει μάστιγα. Οι οδηγοί οφείλουν να συμμορφώνονται προς τους Νόμους και τους κανονισμούς της τροχαίας κίνησης τόσο για τη δική τους ασφάλεια, όσο και για την ασφάλεια των άλλων. Η οδήγηση οχήματος ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα στέρησης της κατοχής άδειας οδήγησης, συνιστά περιφρόνηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και τους κοινωνικούς θεσμούς γενικότερα. Ενέχει το σημείο της αναρχίας και της μη συμμόρφωσης προς την έννομη τάξη και τις διαταγές της πολιτείας και αποτελεί συμπεριφορά ιδιαίτερα καταδικαστέα που σαν τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια. Η οδήγηση χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφάλεια έναντι τρίτου ενέχει σοβαρότατες επιπτώσεις για τα θύματα των τροχαίων δυστυχημάτων, τα οποία παραμένουν χωρίς αποζημίωση από τις ασφαλιστικές εταιρείες με δυσμενέστατα αποτελέσματα. Η οδήγηση τέλος οποιουδήποτε οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, συνιστά σοβαρότατη παράβαση, αντίθετη προς κάθε έννοια σεβασμού της ιδιοκτησίας άλλου προσώπου. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει σαφέστατα ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζει κατηγορίες για παράβαση των Νόμων και των κανονισμών της τροχαίας κίνησης. Η συσσώρευση 14 βαθμών ποινής και προπάντων η στέρηση της άδειας οδήγησης το καταδεικνύουν. Παρά το γεγονός αυτό ο κατηγορούμενος συνέχισε να παρανομεί, να αγνοεί και να περιφρονεί τους Νόμους και τους κανονισμούς, καθώς και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χρίστος Αχιλλέως ν. Αστυνομίας,
(1989), 2 Α.Α.Δ. 331, το Πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον Εφεσείοντα σε συνεχόμενες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κάθε μία από τις τρείς κατηγορίες που αντιμετώπιζε και ήταν η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ενώ του είχε αποστερηθεί η άδεια, η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφαλιστική κάλυψη έναντι τρίτου και η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Στην έφεση που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης δεν αμφισβητήθηκε ούτε η επιλογή της ποινής της φυλάκισης η οποία είχε επιβληθεί στο κατηγορούμενο ούτε και η έκταση της ποινής. Ότι συζητήθηκε ήταν το θέμα πότε οι ποινές πρέπει να συντρέχουν και πότε να είναι συνεχόμενες. Επαναλήφθηκε η αρχή ότι οι ποινές που επιβάλλονται πρέπει να συντρέχουν αν εγείρονται από τα ίδια γεγονότα ή αν αποτελούν μέρος του ίδιου επεισοδίου. Κρίνεται ότι όπως και σε εκείνη την υπόθεση έτσι και στην παρούσα οι τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συνιστούν μέρος του ίδιου επεισοδίου γι' αυτό και οι ποινές που θα επιβληθούν θα πρέπει να συντρέχουν. Για σκοπούς επιβολής της ποινής το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ότι έχει λεχθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, η απείθεια και περιφρόνηση του στις δικαστικές αποφάσεις, τους νόμους και τους κανονισμούς που αντανακλούν τη γενικότερη περιφρόνηση του στους κοινωνικούς θεσμούς, επιβάλλουν ως μέτρο τιμωρίας του κατηγορουμένου ποινή στερητικής της ελευθερίας. Με βάση όλα τα πιο πάνω επιβάλλω σε αυτόν τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία φυλάκιση δύο μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία φυλάκιση 30 ημερών. Επιπλέον ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Στην τρίτη κατηγορία φυλάκιση 30 ημερών. Όλες οι πιο πάνω ποινές επιβλήθηκαν αφού λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις με αρ. 7407/05, 16444/06, 12830/06, 13756/06, 15455/06, 16119/06 και 79/07. Όλες οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν με ημερομηνία έναρξης της περιόδου έκτισης από σήμερα. Ακολούθως θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που έχει σήμερα επιβάλει το Δικαστήριο στον κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέχει ή να είναι διαδοχική με την ήδη εκτιόμενη ποινή των 15 μηνών. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά την λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο Δικαστήριο την ίδια ώρα ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικά Δικαστήρια, σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισόμενης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του (Βλ. Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443). Στην Αγγλική υπόθεση R v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) υποδείχθηκε, ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο σύνολό της και να αποφασίσει ποιά είναι η κατάλληλη ποινή για όλα τα αδικήματα. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η συνολική ποινή των 17 μηνών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Το θέμα θα μπορούσε να τεθεί και ως ακολούθως: αν η παρούσα υπόθεση είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που επέβαλε την ποινή των 15 μηνών και λαμβανόταν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο εκείνο θα επέβαλλε ποινή αισθητά διαφορετική από εκείνη που, τελικά, επέβαλε; Εν' όψει των αρχών της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρονται και υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων συμπεριλαμβανομένου ειδικότερα, του χρόνου που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα και έχοντας το όφελος της απόφασης του προηγούμενου Δικαστηρίου δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι η ποινή των 15 μηνών που επιβλήθηκε στην υπόθεση 7955/04 θα ήταν αυξημένη ή αρκούντως αυξημένη αν τότε είχε ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση. Με δεδομένη την ποινή των 15 μηνών ως το μέτρο που το προηγούμενο Δικαστήριο έκρινε ως ορθό, το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο θέμα κρίνεται ότι δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 17 μηνών. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η ποινή φυλάκισης των 2 μηνών που σήμερα επιβλήθηκε από το Δικαστήριο θα συντρέχει με την ήδη επιβληθείσα και εκτιόμενη ποινή των 15 μηνών. (Υπ.) .................................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ, Ο.Ρ., Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο