Αστυνομίας ν. Dianne Ballantine, Αρ. Υπόθεσης: 7394/07, 30 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7394/07 Μεταξύ: Αστυνομίας Κατηγορούσας Αρχής και Dianne Ballantine Κατηγορουμένης ------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξ. Ξενοφώντος Για την Κατηγορουμένη: κα Π. Αθηνοδώρου Κατηγορουμένη: Παρούσα ----------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορουμένη βρέθηκε ένοχη με δική της παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφορούν την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 111/89 και 181
(1)/2000 και την παράβαση σήματος τροχαίας διπλής άσπρης συνεχούς γραμμής κατά παράβαση του άρθρου 19 του Ν.86/72 και των Κανον. 58
(1)(ιγ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 όπως έχουν τροποποιηθεί. Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Στις 16.7.2007 και περί ώρα 18:00 η κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ZKQV 310 στη Λεωφόρο Μεσόγης με κατεύθυνση προς την Πόλη Χρυσοχούς έχοντας ως συνεπιβάτες το σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα της. Πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά και να εισέλθει σε ανοικτό χώρο στάθμευσης. Στην προσπάθεια της αυτή χωρίς να ελέγξει αποτελεσματικά τη τροχαία κίνηση και παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή, ανέκοψε την πορεία της μοτοσυκλέττας με αριθμούς εγγραφής KLF 476 που οδηγούσε ο Θεοχάρης Θεοχάρους από την αντίθετη κατεύθυνση, με αρκετή ταχύτητα και χωρίς ο ίδιος να φέρει προστατευτικό κράνος. Τη στιγμή που η κατηγορουμένη έστριψε δεξιά η μοτοσυκλέττα βρισκόταν σε απόσταση δεκαπέντε με είκοσι μέτρων από το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης. Σαν αποτέλεσμα επήλθε βίαιη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και ο οδηγός της μοτοσυκλέττας εκτινάχθηκε και έπεσε στην άσφαλτο. Τραγική συνέπεια του δυστυχήματος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του μοτοσυκελττιστή ο οποίος απεβίωσε μόλις μεταφέρθηκε στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Το θύμα ήταν ηλικίας τριάντα χρόνων, νυμφευμένος και πατέρας μίας θυγατέρας ηλικίας τριών χρόνων. Από το δυστύχημα τραυματίσθηκαν σοβαρά ο σύζυγος της κατηγορουμένης και ελαφρότερα η ίδια και τα δύο της παιδιά ενώ και τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Συγκεκριμένα η μοτοσυκλέττα του θύματος καταστράφηκε ολοσχερώς στο μπροστινό της μέρος ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε η κατηγορουμένη έπαθε εκτεταμένες ζημιές και στο σημείο που συγκρούσθηκε με τη μοτοσυκλέττα συμπιέσθηκε τριάντα εκατοστά προς τα μέσα. Από εξετάσεις που έγιναν στη συνέχεια στα δύο εμπλεκόμενα οχήματα από το Λοχία 1289 Π. Αναστάση προέκυψε ότι αυτά δεν είχαν οποιαδήποτε βλάβη που να συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Τη σκηνή επισκέφθηκε ο αστυφύλακας 2970 ο οποίος και ετοίμασε επί κλίμακας σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο 1 και έλαβε δέσμη φωτογραφιών Τεκμήριο 2. Ο δρόμος στον οποίο έγινε το δυστύχημα βρισκόταν μέσα σε κατοικημένη περιοχή με όριο ταχύτητας 50 χιλιομέτρων και ήταν διαχωρισμένος σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας με άσπρη συνεχή γραμμή στο μέσο του δρόμου. Η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας είχε πλάτος 3 μέτρων και 19 εκατοστών. Το σημείο σύγκρουσης όπως καθορίσθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης και με το οποίο συμφώνησε και η κατηγορουμένη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης και σε απόσταση 2 μέτρων και 90 εκατοστών από τη συνεχή άσπρη γραμμή που βρίσκεται στη μέση του δρόμου. Η ορατότητα που υπήρχε σύμφωνα με την πορεία και των δύο οχημάτων δεν παρεμποδιζόταν με οποιοδήποτε τρόπο και ο καιρός ήταν καλός. Στη σωρό του άτυχου θύματος διενεργήθηκε νεκροψία από τον ιατροδικαστή Ν. Χαραλάμπους και διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του προήλθε από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Αγορεύοντας η συνήγορος της κατηγορουμένης προς μετριασμό της ποινής ανάφερε ότι αυτή είναι Αγγλίδα υπήκοος η οποία ήλθε στη Κύπρο μαζί με το σύζυγο της και τα δυό της παιδιά για διακοπές. Αναφερόμενη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα είπε ότι η κατηγορουμένη οδηγούσε με ταχύτητα 25 χιλιομέτρων και έδειξε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Είδε τον μοτοσυκλεττιστή σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων και υπολόγισε ότι μπορούσε να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης. Με ιδιαίτερη έμφαση υποστήριξε η κα. Αθηνοδώρου ότι το θύμα έχει συντρέχουσα αμέλεια γιατί οδηγούσε με αρκετή ταχύτητα και δεν έφερε προστατευτικό κράνος. Τόνισε επίσης ιδιαίτερα τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης. Αυτή είναι νοικοκυρά, ηλικίας 41 χρόνων και έχει δύο ανήλικα παιδιά ηλικίας εννέα και έντεκα χρόνων. Και τα δύο αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας όμως η κατάσταση του μικρότερου παιδιού ηλικίας εννέα χρόνων είναι τραγική. Αυτό είναι αυτιστικό, δεν επικοινωνεί καθόλου με το περιβάλλον, δεν μπορεί να μιλήσει, να παίξει ούτε ακόμα να τραφεί κανονικά και χρειάζεται ειδική διατροφή. Το παιδί απαιτεί φροντίδα επί εικοσιτετραώρου βάσεως την οποία του προσφέρει η κατηγορουμένη η οποία για το λόγο αυτό σταμάτησε να εργάζεται και αφοσιώθηκε στη φροντίδα του παιδιού της. Είναι η μόνη που μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του και η μόνη που μπορεί να ετοιμάσει τη διατροφή του. Η κατηγορουμένη είναι συντετριμμένη από το γεγονός ότι προκάλεσε το θάνατο του θύματος, νοιώθει φοβερές τύψεις και αγωνία γιατί τυχόν ποινή φυλάκισης που θα της επιβληθεί θα έχει τραγικές συνέπειες και αντίκτυπο όχι μόνο στην ίδια αλλά και στην οικογένεια της και προπάντων στο άρρωστο παιδί της το οποίο εξαρτάται πλήρως από αυτήν. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για το καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 το μέγιστο ύψος της προβλεπόμενης ποινής αποτελεί τη βάση από την οποία το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς είναι πολύ σοβαρό. Το μέγεθος του προβλήματος λόγω της έκτασης διάπραξης του απεικονίζεται στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας,
(1998), 2 Α.Α.Δ. 232. «. τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για τη Κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση, 2000
(2)Α.Α.Δ. 252, γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. V. John Kenneth Guilfoyle, 57 Cr. App. R. 549, στην οποία καθορίσθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο οι κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων και οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides,
(1973), 2 CLR 344). Σύμφωνα με αυτές στις περιπτώσεις που το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρηση της άδειας οδηγού (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(1989), 2 Α.Α.Δ. 109 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδης,
(1993), 2 Α.Α.Δ. 355, Π. Προκοπίου κ.α. v. Αστυνομίας,
(1995), Α.Α.Δ. 73, Γιαν. Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Στις περιπτώσεις που το δυστύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού και η έκταση της ποινής πρέπει να είναι ανάλογη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(1989), 2 Α.Α.Δ. 109 τονίσθηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό του μητρώο. Στην υπόθεση Τζένιφερ Ανν Κάρτερ v. Αστυνομίας,
(1993), 2 Α.Α.Δ. 78, αναφέρθηκε ότι η σοβαρότητα του αδικήματος της φύσης αυτής μειώνεται αν υπάρχουν ελαφρυντικά στοιχεία, όπως μεταξύ άλλων, το στοιχείο της στιγμιαίας απροσεξίας λόγω αλόγιστου λάθους εκτίμησης, καλό ποινικό μητρώο, καλός χαρακτήρας, η παραδοχή, η γνήσια μεταμέλεια, ο συγκλονισμός και άλλα. Στην υπόθεση Ν. Χ"Ιωάννου v. Αστυνομίας,
(2004), 1(Β) Α.Α.Δ. 453 στη σ. 456 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βεβαίως, όπως το Δικαστήριο υπέδειξε, η ενέργεια αυτή ταύτη του Εφεσείοντα να αποκόψει την πορεία του μοτοποδηλάτου εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας με την έννοια ότι τέτοια ενέργεια παραγνωρίζει τον κίνδυνο τον οποίο δημιουργεί. Όμως όλα είναι θέμα βαθμού». Στην υπόθεση αυτή στην οποία ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί το θύμα παρά μόνο όταν άκουσε το θόρυβο της σύγκρουσης λέχθηκε περαιτέρω ότι: «. Και αν ακόμα η παράλειψη αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καθαρά στιγμιαία αβλεψία, εν πάση περιπτώσει συνιστούσε ενέργεια απέχουσα από τη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας». Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Σωτηρίου,
(2003), 1
(2)Α.Α.Δ. 331, «. τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις, σχετίζονται μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει κα το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(1989),
(2)Α.Α.Δ. 109, λέχθηκαν τα ακόλουθα, «Τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την αμέλεια του Εφεσείοντα, δεν επιβαρύνονται, όπως προκύπτει από την ανάλυση τους, με το στοιχείο της αδιαφορίας (recklessness). Η έλλειψη επιμέλειας του Εφεσείοντα ήταν αναμφίβολα μεγάλη και οι συνέπειες της τραγικές. Εν τούτοις διατηρούμε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο δικαιολογείτο η ποινή φυλάκισης ιδιαίτερα εν' όψει των προσωπικών συνθηκών του Εφεσείοντα, που συνηγορούσαν για άκρα επιείκια». Τα γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά που θα καταδείξουν κατά πόσο η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης που οδήγησε στην πρόκληση του θανάτου του άτυχου Θεοχάρους είναι τέτοια που καταδεικνύουν εκ μέρους της εγωϊστική συμπεριφορά και παραγνώριση και αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο και ειδικότερα του θύματος. Η κατηγορουμένη οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα 25 χιλιομέτρων. Πριν την προσπάθεια της να στρίψει δεξιά έδειξε για την πρόθεση της αυτή. Είδε τον μοτοσυκλεττιστή ο οποίος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και υπολόγισε ότι είχε το χρόνο να το πράξει. Στην προσπάθεια της αυτή και παραβιάζοντας άσπρη συνεχή γραμμή και χωρίς να ελέγξει αποτελεσματικά τη τροχαία κίνηση απέκοψε την πορεία του θύματος ο οποίος οδηγούσε κανονικά στην πορεία του, με αρκετή ταχύτητα και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Με βάση τα πιο πάνω η αμέλεια της κατηγορουμένης είναι δεδομένη. Κρίνεται όμως ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν τέτοια που να εμπεριέχει οποιοδήποτε στοιχείο συνειδητής αδιαφορίας ή συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου και εγωϊστικής συμπεριφοράς, αλλά αποτελούσε στιγμιαία απροσεξία λόγω αλόγιστου λάθους εκτίμησης (βλ. Κάρτερ ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Ακόμα και εάν η παράλειψη της να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν ασφαλές να στρίψει δεξιά δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως απροσεξία λόγω αλόγιστου λάθους εκτίμησης συνιστά εν πάση περιπτώσει, ενέργεια που απέχει από τη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας (βλ. Νίκος Χ"Ιωάννου v. Αστυνομίας, πιο πάνω). Λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδική συμπεριφορά της κατηγορουμένης δεν εμπεριέχει το στοιχείο της συνειδητής παραγνώρισης κινδύνου ή αδιαφορίας και της εγωϊστικής συμπεριφοράς, με δεδομένο τη σοβαρότητα του αδικήματος και τις τραγικές του συνέπειες με την απώλεια μιάς ανθρώπινης ζωής, λαμβάνοντας υπόψη τις οικογενειακές συνθήκες της κατηγορουμένης, το λευκό ποινικό της μητρώο, την έμπρακτη μεταμέλεια της με την παραδοχή της και το συγκλονισμό της για την πράξη της, ότι το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος και οδηγούσε με αρκετή ταχύτητα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μόνη αρμόζουσα στην παρούσα περίπτωση ποινή είναι αυτή της χρηματικής ποινής και της στέρησης της άδειας οδηγού. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω επιβάλλω στη κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία χρηματική ποινή £2.000.00- και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο δώδεκα μηνών από σήμερα. Στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλω σε αυτή ποινή προστίμου £250.00-. Τα πιο πάνω ποσά να καταβληθούν αμέσως. Τα έξοδα του μεταφραστή £20.00.- να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΟΡ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο