← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Άριστος Τζιάμαλης, Αρ. Υπόθεσης: 2427/04, 2.8.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Άριστος Τζιάμαλης, Αρ. Υπόθεσης: 2427/04, 2.8.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2427/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Άριστος Τζιάμαλης Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 2.8.2007 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Σαββίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Α. Χ"Kύρου) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά πέντε κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τα ακόλουθα αδικήματα. Στην πρώτη κατηγορία βαρύνεται με το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου, στη δεύτερη κατηγορία βαρύνεται με το αδίκημα απαγωγής θήλεος κάτω των 16 ετών, στην τρίτη κατηγορία βαρύνεται με το αδίκημα της απόπειρας βιασμού, στην τέταρτη κατηγορία βαρύνεται με το αδίκημα της διαφθοράς θήλεος ηλικίας μεταξύ 13 και 17 χρόνων και στην πέμπτη κατηγορία βαρύνεται με το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και ακολούθησε μακρά ακροαματική διαδικασία κατά την οποία κατέθεσαν συνολικά 7 Μ.Κ. και παρουσιάστησαν και 13 Τεκμήρια. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος επαγγέλλεται τον εκπαιδευτή αλόγων και είναι ιδιοκτήτης σχολής ιππασίας με την ονομασία PADDOKS στην Κισσόνεργα. Επίσης θα πρέπει να λεχθεί ότι η ανήλικη παραπονούμενη σε αυτή την υπόθεση διατηρούσε ένα άλογο στη φάρμα του Κατηγορούμενου και για να αντιμετωπίζει τα έξοδα του αλόγου εργαζόταν δύο φορές την εβδομάδα στη φάρμα του Κατηγορούμενου δωρεάν. Επίσης η μητέρα της παραπονούμενης εργαζόταν και αυτή στη φάρμα αλόγων του Κατηγορούμενου. Οι ουσιωδέστεροι Μ.Κ. που κατάθεσαν σε αυτή την υπόθεση είναι οι Μ.Κ. 4 και 5 D. S. ανήλικη παραπονούμενη και η μητέρα της Wendy Strachan μητέρα της ανήλικης παραπονούμενης. Η κυρίως κατάθεση και αντεξέταση της ανήλικης παραπονούμενης έλαβε χώρα μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να μην είναι ορατός από αυτήν. Ο Μ.Κ.1, λοχίας 1277 Γιώργος Λάμπρου που υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Πάφου κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίασε στο Δικαστήριο την κατάθεση της ανήλικης παραπονούμενης D. S. και της μητέρας της ανήλικης παραπονούμενης Wendy Strachan και σημειώθησαν Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Επειδή οι μόνες ενέργειες που έκαμε ο εν λόγω μάρτυρας ήταν οι πιο πάνω δεν υπεβλήθη καμιά ερώτηση στην αντεξέταση. Ο Μ.Κ.2, λοχίας 1847 Α. Αντωνίου ανάφερε ότι στις 3.4.2003 και περί ώρα 17.40 παρουσιάστηκε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου η D. S., 14 ετών, μαζί με τη μητέρα της Wendy Straham και του κατήγγειλαν σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη η ανήλικη από τον Άριστο Τζιάμαλη, κάτοικο Λέμπας - Κατηγορούμενο. Στις 9.4.2003 και περί ώρα 12.00 ο μάρτυρας δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνέλαβε τον Άριστο Τζιάμαλη στη σχολή ιππασίας που διατηρεί στην Κισσόνεργα, με την ονομασία PADDOKS και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι είναι ψέματα». Στη συνέχεια και την ιδία ημέρα με τη βοήθεια μεταφραστού πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Τζιάμαλη αφού αρχικά του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνά. Στις 10.4.2003 και μεταξύ των ωρών 11.15-11.45 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου με τη βοήθεια και πάλι μεταφραστού κατηγόρησε γραπτώς τον Τζιάμαλη μετά που του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι αυτές τις κατηγορίες, είναι γελοία και αηδιαστικά». Την ιδία ημέρα και περί 11.50 αφέθηκε ελεύθερος. Ο μάρτυρας στη συνέχεια ανάφερε ότι το πρόσωπο που λειτούργησε σαν μεταφραστής έχει αποβιώσει. Επίσης ο μάρτυρας πήρε συμπληρωματικές καταθέσεις από την ανήλικη παραπονούμενη και τη μητέρα της που σημειώθηκαν Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Πήρε επίσης κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στα αγγλικά η οποία σημειώθηκε Τεκμήριο 6 και η πιστή μετάφραση στην ελληνική σημειώθηκε Τεκμήριο 6Α. Ο μάρτυρας επίσης παρουσίασε την γραπτή κατηγορία που προσήψε εναντίον του Κατηγορούμενου στην αγγλική γλώσσα που σημειώθηκε Τεκμήριο 7 και η πιστή μετάφραση της γραπτής κατηγορίας στην ελληνική σημειώθηκε Τεκμήριο 7Α. Ο μάρτυρας ανάφερε ακόμη ότι η ανήλικη παραπονούμενη D. S. εξετάστηκε από τον ιατροδικαστή ο οποίος διαπίστωσε παλαιές ρήξεις του παρθενικού υμένα. Ακόμη ανάφερε ότι η ανήλικη παραπονούμενη D. S. εξετάστηκε και από παιδοψυχολόγο. Ο Μ.Κ.3 που ήταν η παιδοψυχίατρος του Υπουργείου Υγείας Θέκλα Κοτζιά ανάφερε ότι εξέτασε την ανήλικη παραπονούμενη, έκαμε γραπτή έκθεση την οποία υιοθέτησε και παρουσίασε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο

  1. Στην πιο πάνω έκθεση αναφέρετε ότι έγιναν τρεις διαγνωστικές συνεντεύξεις με την ανήλικη. Η ανήλικη χαρακτηρίζεται σαν έφηβη με φαινομενολογική ηλικία ανάλογη της βιολογικής, με φυσιολογική νοημοσύνη και καταθλιπτικό συναίσθημα. Η ανήλικη ήταν επιφυλακτική στις συναντήσεις με τη ψυχίατρο και ανάφερε ότι ο οικογενειακός φίλος και πρώην εργοδότης της μητέρας της Άρης την παρενοχλούσε σεξουαλικά τον τελευταίο χρόνο. Είχε αγωνία μεγάλη που δεν μπορούσε να περιγράψει με λεπτομέρεια τα γεγονότα. Όπως ειδικά ανάφερε «Με έβαζε να κάνω πράγματα που δεν πρέπει, δεν ήθελα. Με πίεζε, δεν το είπα στη μητέρα μου γιατί με απειλούσε». Η ανήλικη ανάφερε στη ψυχίατρο ότι δεν είχε σεξουαλική επαφή με το θύτη. Όλα αυτά τα περιστατικά γίνονταν στο σπίτι της ανήλικης όταν η μητέρα της απουσίαζε, γι΄ αυτό και κατά το διάστημα τούτο απόφευγε να μένει μόνη στο σπίτι. Η ανήλικη ζήτησε να της γίνουν εξετάσεις για σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα μια και ανησυχούσε μήπως της μεταδόθηκε κάποιο νόσημα και συγκεκριμένα H.I.V. λοίμωξη. Η πιο πάνω έκθεση τελειώνει με τα εξής συμπεράσματα: «Η συναισθηματική κατάσταση της έφηβης αλλά και η μεγάλη της δυσκολία να λεκτικοποιήσει τα γεγονότα λόγω της αγωνίας και του φόβου που αναβιώνονταν δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της παρενόχλησης. Οι συνέπειες τέτοιων ψυχοτραυματικών γεγονότων είναι πολύ σοβαρές γι΄ αυτό και προτάθηκε στην ίδια και στη μητέρα της ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση στον τόπο διαμονής της. Γι΄ αυτό ενημερώθηκε η αρμόδια λειτουργός ευημερίας και ανέλαβε να το διευθετήσει.» Οι τρεις διαγνωστικές συνεντεύξεις με την παραπονούμενη έγιναν στις 22.4.2003, στις 29.4.2003 και στις 6.5.
  2. Σχετικές πληροφορίες πήραν από την Αστυνομία. Η ανήλικη παραπονούμενη είχε αναφέρει στην παιδοψυχίατρο μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος την έβαζε να του χαϊδεύει τα γεννητικά του όργανα και να του κάνει στοματικό έρωτα. Η παραπονούμενη αντιδρούσε αλλά επειδή ο Κατηγορούμενος την απειλούσε αυτή το έκαμνε. Η παραπονούμενη, όπως είπε η μάρτυρας, ήταν ευάλωτη ψυχικά, είχε φόβο, αγωνία, άγχος και ήθελε βοήθεια. Ένιωθε ενοχές δηλαδή επέρριπτε ευθύνη και στον εαυτό της και η παιδοψυχίατρος αναφέρει ότι πολύ πιθανόν η ανήλικη παραπονούμενη να μην της είπε όλα όσα της συνέβησαν. Η ανήλικη ένεκα αυτών των περιστατικών έχει δυσκολία στη δημιουργία σχέσεων με άλλους και ειδικά με το αντίθετο φύλο και τη σεξουαλικότητα. Ήταν δε η άποψη της ότι με μακροχρόνια ψυχοθεραπεία μπορεί να θεραπευθούν τα συμπτώματα αυτά νοουμένου ότι τα αίτια που τα προκάλεσαν έχουν σταματήσει. Η ανήλικη παραπονούμενη επηρεάσθηκε δυσμενώς και αισθανόταν κουρασμένη, μειώθηκε η όρεξη της για φαγητό, δεν διάβαζε και η λειτουργικότητα της εν γένει δεν ήταν εκείνη που έπρεπε. Παρόλο που ήταν συνεργάσιμη ήταν επιφυλακτική. Η παιδικότητα όταν συμβούν τέτοια γεγονότα που συνέβησαν στην ανήλικη τερματίζεται απότομα και ακατάλληλα. Η παραπονούμενη ανήλικη είχε συναίσθηση του τι της συνέβη. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας πρόσθεσε ότι η ανήλικη παραπονούμενη της ανάφερε ότι είχε με άλλο νεαρό πρόσωπο ολοκληρωμένη σεξουαλική σχέση αλλά δεν της ανάφερε οτιδήποτε για εγκυμοσύνη της. Τα είπε όλα αυτά στην Αστυνομία επειδή η Αστυνομία είναι αυτή που θα την προστάτευε και δεν τα είπε σε κανένα άλλο. Από τους δασκάλους της δεν πήρε συνέντευξη. Η μάρτυρας έκρινε ότι από την όλη εμφάνιση της η ανήλικη παραπονούμενη της είπε την αλήθεια και επίσης ανάφερε ότι κατά διαστήματα η παραπονούμενη είχε εκρήξεις θυμού. Τα ψυχικά μετατραυματικά συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν και ένα χρόνο μετά τα συμβάντα και αυτά τα συμπτώματα δεν είναι διαγνώσιμα από οποιονδήποτε. Για τη μάρτυρα, όπως η ίδια είπε, δεν είναι σημαντικό να παίρνει συνεντεύξεις και από άλλα πρόσωπα και ειδικά δεν πήρε από ενήλικα πρόσωπα διότι η ειδικότητα της δεν της επιτρέπει και δεν μπορεί να αξιολογήσει ενήλικα πρόσωπα. Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι η ειδικότητα της της επιτρέπει να αξιολογήσει πρόσωπα μέχρι την ολοκλήρωση της εφηβείας. Όταν τέθηκε στη μάρτυρα η θέση της υπεράσπισης ότι η ανήλικη παραπονούμενη έμεινε έγκυος και έκαμε έκτρωση η μάρτυρας απάντησε «Αυτό δεν σημαίνει τίποτε», προσθέτοντας ότι αποκλείει όλα αυτά τα οποία της ανάφερε να είναι αποκύημα της φαντασίας της. Η πάροδος του χρόνου μπορεί να επουλώσει διάφορα συμπτώματα αλλά μπορεί και να τα επιδεινώσει. Όταν υπεβλήθη στη μάρτυρα ότι οτιδήποτε της λέχθηκε είναι ψέματα η απάντηση που έδωσε ήταν «Εγώ λέγω ότι δεν είναι ψέματα και δεν πιστεύω αυτά που λέτε εσείς» και η μάρτυρας πρόσθεσε ότι η ίδια κρίνει ότι η ανήλικη παραπονούμενη είπε την αλήθεια. Η μάρτυρας δεν προέβη σε καμιά διερεύνηση αυτών των θεμάτων στο σχολείο της ανήλικης ή και μέσω των φίλων της. Η καλύτερη πηγή από την οποία μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και να καταλήξει σε συμπεράσματα ήταν η έφηβη. Σαν Μ.Κ.4 κατάθεσε η ανήλικη παραπονούμενη D. S.. Θα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η δίκη διεξήχθηκε κεκλεισμένων των θυρών και η ανήλικη παραπονούμενη κατάθεσε μέσω κλειστού συστήματος τηλεόρασης που εγκαταστάθηκε σε αίθουσα του Δικαστηρίου ειδικά για μάρτυρες οι οποίοι καταθέτουν με μεγαλύτερη άνεση αν δεν είναι ορατοί από τον Κατηγορούμενο και αν οι ίδιοι δεν βλέπουν τον Κατηγορούμενο για να τους δημιουργούνται αναστολές ή φοβίες ή άλλα προβλήματα που επηρεάζουν την ομαλή κατάθεση ενός μάρτυρα. Η παραπονούμενη ανήλικη υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία με ημερομηνία 3.4.2003 και 4.4.2003 σαν μέρος της κυρίως κατάθεσης της. Η παραπονούμενη περιέγραψε στη μακρά ενώπιον του Δικαστηρίου κυρίως κατάθεση και αντεξέταση της με λεπτομέρειες και εν μέσω εκρήξεων θυμού, αγανάκτησης και λυγμών το τι ο Κατηγορούμενος κατά τον ισχυρισμό της της έκαμνε για περίοδο 18 μηνών περίπου, δηλαδή από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του
  3. Ήταν η θέση της παραπονούμενης ότι η σεξουαλική παρενόχληση και εκμετάλλευση που της έκαμνε ο Κατηγορούμενος διάρκεσε μέχρι τις 30.3.2003 οπότε η παραπονούμενη αποφάσισε να το αναφέρει στη μητέρα της και κατόπιν τούτου αφού το συζήτησαν επανειλημμένως με τη μητέρα της, στις 2.4.2003 πήγε μαζί με τη μητέρα της στην Αστυνομία και κατάγγειλε τον Κατηγορούμενο. Ήταν επίσης η θέση της παραπονούμενης ότι η μητέρα της συνήψε και διατηρούσε καθόλη τη διάρκεια που υφίστατο την σεξουαλική παρενόχληση και εκμετάλλευση από τον Κατηγορούμενο, ερωτική σχέση με τον Κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη μαζί με τη μητέρα της ήρθαν και διέμεναν στην Κύπρο από το 1999 στην οικία του παππού της και αργότερα μετακινήθησαν στο χωριό Τρεμιθούσα όπου ενοικίασαν σπίτι. Η μητέρα της εργαζόταν στην φάρμα PADDOKS που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος στην Κισσόνεργα και ήταν φάρμα αλόγων. Η παραπονούμενη ανάφερε επίσης ότι η μητέρα της διατηρούσε ερωτική σχέση με τον Κατηγορούμενο για περίοδο δύο χρόνων, δηλαδή από τον καιρό που άρχισε να εργάζεται στη φάρμα. Η παραπονούμενη επίσης ανέφερε ότι η πρώτη φορά που έκαμε σεξ ήταν 4 μήνες πριν και έκαμε σεξ με το αγόρι της Andy, ένα Ελληνοκύπριο 16 ετών. Έκαμε σεξ μαζί του μόνο μια φορά, τον Νοέμβριο του
  4. Στη συνέχεια η παραπονούμενη ανάφερε ότι ένα βράδυ γύρω στις 8.00, που η μητέρα της ετοιμαζόταν να πάει στην εργασία της - τη νύχτα δούλευε και σε ένα μπαρ στην Κάτω Πάφο - ήρθε ο Κατηγορούμενος στο σπίτι με μια βιντεοκασέττα για να τη δει. Όταν έφυγε η μητέρα της η ίδια καληνύχτησε τον κατηγορούμενο και πήγε στο δωμάτιο της για να κοιμηθεί. Ο Κατηγορούμενος παρόλο που η πόρτα της ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη, την άνοιξε, μπήκε στο δωμάτιο, κάθισε στο κρεβάτι της και άρχισε να τη φιλά στο στόμα και στο στήθος και στη συνέχεια να βάζει το χέρι του στα γεννητικά της όργανα γεγονός που της προκάλεσε πόνο. Αυτή την πρώτη φορά ο Κατηγορούμενος δεν έβγαλε τα ρούχα του, ούτε έκαμε οτιδήποτε άλλο και σηκώστηκε και έφυγε. Τη δεύτερη φορά που της επετέθηκε, όπως αναφέρει η ίδια, ήταν μετά από δύο εβδομάδες περίπου που πήγε στο σπίτι της, κτύπησε την πόρτα, του άνοιξε, μπήκε μέσα, κλείδωσε την πόρτα και της είπε να ξεντυθεί. Αυτή αρνήθηκε και εκείνος χρησιμοποιώντας βία της αφαίρεσε όλα τα ρούχα αφήνοντας τη γυμνή, την έσπρωξε στον καναπέ, έπεσε απάνω της και άρχισε να τη φιλά στο στόμα και στα στήθη ενώ η ίδια προσπαθούσε να τον απωθήσει με τα χέρια της αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί. Άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλεί να σταματήσει αλλά αυτός δεν έδινε προσοχή. Έβαλε τα δάχτυλα του μέσα στα γεννητικά της όργανα, αισθανόταν πόνο και της ζήτησε να τον αγγίξει. Αυτή αρνήθηκε αλλά την ανάγκασε να αγγίξει τα γεννητικά του όργανα. Προσπάθησε να τη φιλήσει στα γεννητικά όργανα, η ίδια κλωτσούσε, έτσι κράτησε τα πόδια της με τα χέρια του και δεν μπορούσε να κινηθεί. Καθόλη τη διάρκεια του επεισοδίου του έλεγε να σταματήσει, έκλαιγε αλλά εκείνος δεν έδινε καθόλου προσοχή. Μετά με το χέρι του άρχισε να αυνανίζεται και εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της. Κατόπιν τούτου, πήρε τα ρούχα του, πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε και πήγε στο χωλ. Το ίδιο έκαμε και εκείνη. Είχε τρομοκρατηθεί διότι ο Κατηγορούμενος παρόλο ότι είναι κοντού αναστήματος είναι πολύ δυνατός και τον φοβόταν. Δεν είπε τίποτε στη μητέρα της γι΄ αυτά τα επεισόδια λόγω του φόβου που αισθανόταν. Ο Κατηγορούμενος ξανά μια ημέρα μετά το σχολείο πήγε σπίτι της και της έκαμε τα ίδια πράγματα όπως προηγουμένως με τη διαφορά ότι την υποχρέωσε να βάλει τα γεννητικά του όργανα στο στόμα της, κινούμενος μπροστά και πίσω και η ίδια δεν μπορούσε να κινηθεί. Μετά από λίγο σταμάτησε διότι η ίδια κινούσε την κεφαλή της από εκεί και από εδώ και εκείνος μετά άρχισε να αυνανίζεται και όταν θα εκσπερματώνει έβαλε τα γεννητικά του όργανα ξανά στο στόμα της και εκσπερμάτωσε στο στόμα της. Αισθανόταν τάση για εμετό, πήγε γρήγορα στο μπάνιο και έκαμε εμετό. Μετά ο Κατηγορούμενος έφυγε. Μετά από 4 εβδομάδες καθώς περπατούσε στο δρόμο ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το μεγάλο φορτηγό με το οποίο μεταφέρει τα άλογα και της ζήτησε να μπει στο φορτηγό για να τον βοηθήσει να κάμουν κάποιες δουλειές. Η ανήλικη αρνήθηκε επειδή πήγαινε σε κάποιους φίλους της αλλά ο Κατηγορούμενος επέμενε ότι θα πάρει μόνο πέντε λεπτά αυτή η δουλειά και έτσι η παραπονούμενη πείσθηκε, μπήκε στο φορτηγό και πήγαν σπίτι. Ο Κατηγορούμενος και πάλι δια της βίας της αφαίρεσε τα ρούχα απειλώντας την ότι αν αρνηθεί θα τη βιάσει. Η ανήλικη προσπάθησε να τον σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Της ζήτησε να τον αγγίξει και με τη βία έβαλε το χέρι της πάνω στο σώμα του. Βρισκόντουσαν στη σάλα, την υποχρέωσε να γυρίσει πιέζοντας τους ώμους της προς τα κάτω και το στήθος της ήταν πάνω στον καναπέ. Κατόπιν ο Κατηγορούμενος πήγε από πίσω της και άρχισε να πιέζει το πέος του για να εισέλθει στον πρωκτό της. Η παραπονούμενη προσπαθούσε να ξεφύγει και αυτός συνέχεια την απειλούσε ότι αν δεν σταματούσε να κινείται θα τη βίαζε. Η παραπονούμενη δεν υπάκουσε και έτσι ο Κατηγορούμενος έβαλε το ελεύθερο χέρι του στον κόλπο της. Ήταν πολύ επώδυνο, επειδή η παραπονούμενη πίστευε ότι είχε εισχωρήσει κατά τι το πέος του στον πρωκτό της. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος έβαλε το πέος του μεταξύ των ποδιών της παραπονούμενης, τρίβοντας το μέχρι που τέλειωσε. Η παραπονούμενη ήταν τρομοκρατημένη και σοκαρισμένη. Ο Κατηγορούμενος, όπως ανάφερε η παραπονούμενη, κάθε δύο-τρεις εβδομάδες την επισκεπτόταν στο σπίτι και της έκαμνε τα ίδια με τις προηγούμενες φορές. Κατόπιν τούτου η παραπονούμενη δεν άνοιγε την πόρτα του σπιτιού όταν την κτυπούσε αλλά όταν έβγαινε έξω και πήγαινε να τον βοηθήσει στις δουλειές, της έκαμνε τα ίδια πράγματα και αυτά γινόντουσαν στο πίσω μέρος του φορτηγού. Την υποχρέωνε να μπει στο φορτηγό και της έκαμνε τα ίδια πράγματα. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις 30.3.2003 οπότε αποφάσισε να τα αποκαλύψει στο αγόρι της και στη μητέρα της. Η μητέρα της, όπως ανάφερε, εγκατέλειψε τη φάρμα του Κατηγορούμενου το τέλος του Γενάρη του
  5. Περαιτέρω η παραπονούμενη αναφέρει ότι από το τέλος του Δεκέμβρη του 2002 ο Κατηγορούμενος δεν την ξαναεπισκέφθηκε. Μετά που συζήτησαν με τη μητέρα της ξανά και ξανά το θέμα αποφάσισαν να καταγγείλουν τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία και τον κατάγγειλαν. Στην κατάθεση της με ημερομηνία 4.4.2003, συμπληρωματική της προηγούμενης, η παραπονούμενη ανήλικη αναφέρει ότι η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος πήγε από πίσω της ήταν τον Απρίλη του
  6. Επίσης ένα μήνα αργότερα, πιθανώς τον Μάϊο, όταν ευρισκόντουσαν και οι δύο στη φάρμα αλόγων στην Κισσόνεργα της ζήτησε να τον βοηθήσει με τις μπάλες σανού που θα μετέφεραν από το χωριό Τάλα. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο Κατηγορούμενος σταμάτησε και της ζήτησε να εξετάσουν κάτι στο πίσω μέρος του φορτηγού. Όταν μπήκαν μέσα, έκλεισε την πόρτα και της ζήτησε να αφαιρέσει τα ρούχα της. Αυτή αρνήθηκε και εκείνος τα τράβηξε βίαια και τα αφαίρεσε. Αυτή άρχισε να κλαίει, την υποχρέωσε να ξαπλώσει στο σφογγάρι, αφαίρεσε και αυτός τα ρούχα του και άρχισε να τη φιλά στο στόμα και να βάζει δύο δάκτυλα μέσα στον κόλπο της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί για πόσο χρονικό διάστημα. Μετά του ζήτησε να τον χαϊδέψει στο πέος, αυτή αρνήθηκε και με τη βία έβαλε το χέρι της πάνω του. Τον χαϊδευε εξαιτίας της βίας που ασκούσε για 3-4 λεπτά και μετά την γύρισε και προσπάθησε να βάλει το πέος του στον πρωκτό της αλλά δεν το έκαμε. Επίσης δύο μήνες μετά, νομίζει τον Ιούλιο, ήταν πάλι στη φάρμα και πήγαν ξανά με το φορτηγό μεταφοράς αλόγων στη Βιομηχανική Περιοχή Αγίας Βαρβάρας, όπου αφού σταμάτησε κάπου, ήταν κατά τη διάρκεια της ημέρας, της έκαμε τα ίδια πράγματα χωρίς όμως να προσπαθήσει να βάλει το πέος του στον πρωκτό της. Τον Αύγουστο επίσης ενώ βρισκόντουσαν στη φάρμα την πήρε στα αποχωρητήρια της φάρμας και άρχισε να αυνανίζεται μπροστά της. Στην πρώτη της κατάθεση είπε ότι ο Κατηγορούμενος την επισκέφθηκε περισσότερες από 20 φορές στο σπίτι. Σε αυτές τις 20 φορές περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις που αναφέρει και στις δύο καταθέσεις της. Ο Κατηγορούμενος ερχόταν στο σπίτι της όταν έλειπε η μητέρα της και όσες φορές την επισκέφθηκε της έκαμνε τα ίδια πράγματα που περιέγραψε πιο πάνω. Η παραπονούμενη έδωσε και τη συγκατάθεση της να εξετασθεί από γιατρό. Πρόσθεσε δε ότι η μητέρα της είναι χωρισμένη από τον πατέρα της ο οποίος ζει στη Σκωτία. Δεν τον ενημέρωσαν γι΄ αυτά τα πράγματα και στο τέλος ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τον αριθμό εγγραφής του φορτηγού του Κατηγορούμενου με το οποίο μεταφέρει τα άλογα. Η ανήλικη παραπονούμενη αντεξετάσθει επί μακρόν από το συνήγορο του Κατηγορούμενου και κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι ήρθε στην Κύπρο περί το 1999 και για πρώτη φορά γνώρισε τον Κατηγορούμενο το 2000 οπότε άρχισε και η μητέρα της να εργάζεται στη φάρμα του Κατηγορούμενου. Η ίδια πήγαινε στο Δημοτικό Σχολείο της Πέγειας στον 5ο χρόνο. Όταν γνώρισε τον Κατηγορούμενο πήγαινε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου Έμπας. Μετά από ένα χρόνο που τον γνώριζε άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Η πρώτη φορά που την παρενόχλησε ήταν το έτος 2001 αλλά δεν θυμόταν να πει το μήνα. Δεν θυμόταν να πει αν είναι στην αρχή ή στο τέλος του χρόνου προσθέτοντας ότι είναι γραμμένο στην κατάθεση της. Δεν θυμόταν επίσης να πει την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία την παρενόχλησε σεξουαλικά. Η παραπονούμενη ανάφερε «Δεν μπορώ να θυμηθώ. Δεν θυμούμαι τις ημερομηνίες». Σε ερώτηση που της υποβλήθηκε η παραπονούμενη ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε σεξουαλικές σχέσεις με τη μητέρα της αλλά η μητέρα της τον άφησε διότι πολλές φορές στην παρουσία της την κτυπούσε. Η άσκηση βίας κατά της μητέρας της, έγινε πολλές φορές στη φάρμα. Παρόλα ταύτα δεν το αναφέρει στην κατάθεση και δεν το αναφέρει διότι δεν είχε τίποτε να κάμει με την παρενόχληση τη δική της. Η παραπονούμενη πρόσθεσε, ήταν δύο μήνες μετά που διέκοψαν τις σχέσεις τους η μητέρα της με τον Κατηγορούμενο, που μίλησε στη μητέρα της διότι τον φοβότανε, όπως είπε, και δεν είχε βγει από τη ζωή της. Αργότερα η παραπονούμενη ανάφερε ότι κάπου υπάρχει λάθος στη μετάφραση της κατάθεσης της στη σελίδα 6 στην 5η γραμμή. Εννοεί στο σημείο αυτό ότι ο Κατηγορούμενος δεν την ξαναεπισκέφθηκε για σεξουαλική παρενόχληση. Η παραπονούμενη επέμενε ότι είναι τον Μάρτιο που το είπε στη μητέρα της και κατόπιν πήγαν στην Αστυνομία. Ήταν 14 χρονών και στην Αστυνομία παρέμεινε πολλές ώρες και δεν υπήρχε μεταφραστής. Αισθανόταν άβολα διότι μιλούσε σε άντρα. Η τελευταία φορά που την παρενόχλησε ήταν τον Δεκέμβριο του
  7. Δεν θυμόταν το μήνα. Το 2002 σχεδόν συναντιόντουσαν καθημερινά. Δεν θυμόταν η παραπονούμενη να πει μήνες και ημέρες. Η παραπονούμενη ανήλικη επέμενε στην εκδοχή της ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά ο Κατηγορούμενος και όταν το ανάφερε στη μητέρα της πέρασαν μερικές ημέρες για να πάνε στην Αστυνομία να τον καταγγείλουν. Με τη μητέρα της το συζήτησαν ξανά και ξανά αν θα πήγαιναν στην Αστυνομία. Το συζήτησαν αν ήταν σωστό να καταγγείλουν στην Αστυνομία τον Κατηγορούμενο διότι αντιλαμβανόντουσαν ότι αργότερα θα έπρεπε να πάνε και στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη αρνήθηκε, ότι η μητέρα της απολύθηκε από τον Κατηγορούμενο και επίσης επίμονα αρνήθηκε ότι η ιστορία της είναι πλαστή και ψεύτικη. Στη συνέχεια απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις ανέφερε ότι δεν μετρούσε τις φορές που την παρενοχλούσε και ούτε στο σπίτι θυμάται πόσες φορές πήγε. Εν πάση περιπτώσει ήταν περισσότερες από 10 φορές. Μετά από κάποιες φορές που την παρενόχλησε δεν του άνοιγε την πόρτα. Στη μητέρα της δεν είπε όλες τις λεπτομέρειες, αισθανόταν νευρικότητα και ούτε η ίδια τη ρώτησε για λεπτομέρειες. Επίσης η παραπονούμενη ανάφερε ότι φοβόταν τον Κατηγορούμενο και γι΄ αυτό δεν αποκάλυψε αυτά τα γεγονότα από την πρώτη φορά. Παραδέχθηκε δε ότι είχε αγόρι, για το οποίο δεν μίλησε στη μητέρα της. Ο Κατηγορούμενος ήταν βίαιος και κτυπούσε τη μητέρα της. Αρνήθηκε δε, ότι έμεινε έγκυος και υπεβλήθη και σε έκτρωση. Η παραπονούμενη αρνήθηκε επίσης ότι η μητέρα της συζούσε με κάποιον Αντρέα ή με κάποιον Γιαννή Αρέστη. Επίσης ανάφερε ότι δεν θυμόταν καμιά Βικτώρια. Ο Κατηγορούμενος συχνά την αποκαλούσε σκύλα, τσούλλα. Η παραπονούμενη πρόσθεσε ότι πήγε σε διάφορους ψυχολόγους τους οποίους δεν θυμάται τα ονόματα προσθέτοντας ότι ήταν στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Στην επανεξέταση ανάφερε ότι μετά τον Δεκέμβριο του 2002 δεν την ξαναενόχλησε σεξουαλικά ο Κατηγορούμενος και το 2003 το ανάφεραν στην Αστυνομία. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η μητέρα της παραπονούμενης Wendy Strachan και η γραπτή κατάθεση της Τεκμήριο 2 υπήρξε μέρος της κυρίως κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω κατάθεση έχει ημερομηνία 3.4.
  8. Η μάρτυς αναφέρει ότι ήρθαν στην Κύπρο 4 χρόνια προηγουμένως και άρχισε να δουλεύει στη φάρμα αλόγων του Κατηγορούμενου με τον οποίο γνωρίστηκε μέσω ενός κοινού γνωστού. Μετά που άρχισε να εργάζεται στη φάρμα του Κατηγορούμενου δημιούργησε ερωτική σχέση μαζί του. Ο Κατηγορούμενος ερχόταν στο σπίτι της όταν ήθελε να κάμει σεξ. Μερικές φορές έμενε όλη τη νύχτα ενώ η θυγατέρα της κοιμόταν στο άλλο δωμάτιο. Κατά τη διάρκεια του 2002 όλα ήταν εντάξει. Τον επόμενο χρόνο άρχισε να γίνεται περισσότερο επιθετικός προς τον εαυτό της. Κατόπιν τούτου αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της αφού ανακάλυψε κιόλας ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος. Προσπάθησε και προηγουμένως να διακόψει τη σχέση της αλλά ο Κατηγορούμενος την απειλούσε ότι έχει κάποιο συγγενή στο Τμήμα Αλλοδαπών και θα ενεργούσε ούτως ώστε να απελαθεί. Τελικά διέκοψε τη σχέση της μαζί του αλλά συνέχισε να εργάζεται στη φάρμα. Τον Γενάρη του 2001 πήγε έξω με κάποιο φίλο της και ο Κατηγορούμενος το ανακάλυψε, την πήρε στο κινητό της και την απείλησε να πάει αμέσως σπίτι. Όταν πήγε σπίτι της, ο Κατηγορούμενος ήταν έξω στο αυτοκίνητο του περιμένοντας την. Την τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, την υποχρέωσε να μπει στο δικό του και ξεκίνησε. Αυτός της φώναζε και ζητούσε να μάθει με ποιον πήγε. Του είπε ότι ήταν έξω με φιλενάδες της, αλλά εκείνος δεν την πίστευε και έτσι την κτύπησε με τα χέρια του και την έσπρωχνε συνέχεια. Μετά τη μετέφερε στο σπίτι της και έφυγε παίρνοντας μαζί του και τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Αυτή έφυγε από το σπίτι χρησιμοποιώντας τα επιπρόσθετα κλειδιά του αυτοκινήτου που είχε, για να παραλάβει την κόρη της από κάποιο φιλικό σπίτι. Ο Κατηγορούμενος όμως την περίμενε έξω και πριν κατορθώσει να βγει από την πόρτα την έσπρωξε μέσα, την κτύπησε, την έριξε στο πάτωμα και εκεί της επετέθη άσεμνα βάζοντας τα δάκτυλα του μέσα στον κόλπο της. Στη συνέχεια η μητέρα της παραπονούμενης ανήλικης αναφέρει ότι τις 30.3.2003 η ανήλικη κόρη της, της απεκάλυψε όλα όσα ο Κατηγορούμενος την υπέβαλλε όπως τα έχει περιγράψει στην κατάθεση της. Επίσης η μάρτυρας ανάφερε ότι διαμένει εδώ και 7 χρόνια στην Κύπρο μαζί με την κόρη της και τους γονείς της. Είναι διαζευγμένη από τον άντρα της εδώ και 13 χρόνια. Η μάρτυρας ανέφερε ότι η ανήλικη κόρη της της αποκάλυψε αυτά τα πράγματα ημέρα Κυριακή, τη Δευτέρα την κράτησε στο σπίτι και στη συνέχεια αποφάσισαν να πάνε την Τρίτη να κάνουν καταγγελία στην Αστυνομία. Η ίδια δεν αντελήφθηκε να παρενοχλεί την κόρη της ο Κατηγορούμενος μέχρι που της τα αποκάλυψε η θυγατέρα της. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε ότι η ανήλικη κόρη της και παραπονούμενη δεν είναι από δεύτερο γάμο. Είναι από τον πρώτο γάμο της και όπως είπε είναι διαζευγμένη. Η ημέρα που της αποκάλυψε όλα αυτά ήταν η μέρα της γιορτής της μητέρας χωρίς η μάρτυρας να είναι σίγουρη πότε ήταν αλλά επέμενε ότι ήταν ή 30 ή 31.4.
  9. Επίσης η μάρτυρας ανάφερε ότι από τον Φεβράρη του 2003 δεν είχε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο τη δημιούργησε τον Φεβράρη του 2000 και εργασία στη φάρμα του Κατηγορούμενου άρχισε πριν δημιουργηθεί η σχέση τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μάρτυρας δεν ήταν και ακριβής στις ημερομηνίες που ανάφερνε στο Δικαστήριο. Επίσης η μάρτυρας ανάφερε ότι και μετά που διέκοψε τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο αυτός συνέχισε να πηγαίνει στο σπίτι της και όταν ακόμη έφυγε από τη φάρμα συνέχισε το ίδιο και σταμάτησε να περνά από το σπίτι αμέσως μετά που έγινε η καταγγελία στην Αστυνομία. Στη συνέχεια η μάρτυρας ανάφερε ότι μπορεί την τελευταία φορά που έκανε σεξ με τον Κατηγορούμενο να ήταν ενάμιση μήνα πριν φύγει από τη φάρμα και δεν την απέλυσε από τη φάρμα, αλλά έφυγε από μόνη της και ούτε του είπε ότι θα τον καταστρέψει. Η μάρτυρας ανάφερε ακόμη ότι ο αριθμός τηλεφώνου 99603288 είναι του Κατηγορούμενου και ο δικός της αριθμός ήταν 99613125 αλλά και αυτός ο αριθμός και η συσκευή τηλεφώνου ήταν δικά του Κατηγορούμενου. Αυτό το τηλέφωνο δεν το είχε πάντα μαζί της η μάρτυρας και όταν σταμάτησε να εργάζεται αυτό το τηλέφωνο το άφησε στη φάρμα. Η μάρτυρας σε περαιτέρω ερωτήσεις ανάφερε ότι τον Γενάρη του 2003 του έστελνε μηνύματα και πιθανόν να του έστελνε και 40 μηνύματα την ημέρα αλλά δεν ήταν ερωτικού περιεχομένου. Έστελναν μεταξύ τους μηνύματα αναφορικά με τη δουλειά. Στη συνέχεια είδε το Τεκμήριο 9 και ανάφερε ότι είναι ένα έγγραφο από ψυχολόγο το οποίο είχε δει και προηγουμένως. Το είχε σπίτι της και όταν άρχισε η ακρόαση το έδωσε στον εισαγγελέα. Την ψυχολόγο Κλεία της τη σύστησαν οι κοινωνικές υπηρεσίες και ήταν η μόνη αγγλόφωνη και που είχε ειδικότητα σε αυτές τις υποθέσεις. Η ψυχολόγος αυτή πληρωνόταν από τα κονδύλια του ραδιομαραθωνίου. Το έγγραφο αυτό το είχε σπίτι της, καθυστέρησε να το δώσει στην Αστυνομία πιθανώς επειδή αναβάλλετο η υπόθεση και οι συνεντεύξεις που έπαιρνε της παραπονούμενης ήταν πριν το τέλος του 2003 και συνέχισε να τη βλέπει ένα με ενάμιση χρόνο. Η μάρτυρας δεν θυμόταν ημερομηνίες και αποστάσεις του ιατρείου της πιο πάνω ψυχολόγου από συγκεκριμένα σημεία που της υπεβλήθησαν. Ανάφερε ότι ήταν τρία λεπτά περίπου με το αυτοκίνητο της. Η ψυχολόγος εξέταζε τη θυγατέρα της στην παρουσία της και της τηλεφωνούσαν και συζητούσαν μαζί όταν η κόρη της είχε προβλήματα. Επίσης η μάρτυρας ανάφερε ότι την παραπονούμενη την εξέτασε και ψυχολόγος στη Λεμεσό. Η μάρτυρας ανάφερε ότι στην κατάθεση της δεν αναφέρει με λεπτομέρειες, τι της είπε η κόρη της αλλά εν πάση περιπτώσει η κόρη της και παραπονούμενη έδωσε την κατάθεση της στην Αστυνομία στην παρουσία της. Η ίδια κατάγγειλε την υπόθεση και η κόρη της έδωσε λεπτομέρειες των συμβάντων στην κατάθεση της. Όταν της υπεβλήθη ότι η ίδια δεν έδωσε λεπτομέρειες, του τι της είπε η κόρη της, για να μην περιπέσουν σε αντιφάσεις η μάρτυρας απάντησε ότι το μόνο που συζήτησαν μεταξύ τους ήταν, κατά πόσο ήθελε να πάει στην Αστυνομία ή όχι. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν της είπε η κόρη της πότε ήταν η τελευταία φορά που την παρενόχλησε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος αλλά η μάρτυρας απάντησε ότι πιθανόν να της είπε πότε ήταν, δεν μπορεί να θυμηθεί ημερομηνίες. Ρώτησε την κόρη της πότε ήταν η πρώτη φορά που παρενοχλήθηκε και η απάντησε που της έδωσε ήταν ότι, έγινε όταν ήταν 12 ετών χωρίς να της αναφέρει συγκεκριμένες ημερομηνίες. Η μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι επικοινώνησε με το Γιάννη και του είπε τι της αποκάλυψε η κόρη της και το ρώτησε τι να κάμει. Ο Γιαννάκης Αρέστη ήταν φίλος της και ερωτικός της σύντροφος. Στο άλλο πρόσωπο που μίλησε γι΄ αυτό το θέμα ήταν ο Andy το αγόρι της παραπονούμενης κόρης της και μίλησε με τον Andy για να πάνε μαζί στην Αστυνομία. Στην Αστυνομία πήγαν την 1.4.2003 και έκαναν καταγγελία. Ήταν όμως δημόσια αργία και δεν πήραν στοιχεία και πήγαν την επομένη. Στη συνέχεια όταν της υπεβλήθη ότι πήγε στην Αστυνομία στις 3.4.2003 η μάρτυρας συμφώνησε και ανακάλεσε εκείνο που είπε ότι πήγε στις 30.4.2003 και 1.4.
  10. Η μάρτυρας επίσης αρνήθηκε ότι η καταγγελία που έγινε ήταν εκδικητική. Στη συνέχεια κατάθεσε η ψυχολόγος Χαρίκλεια Δημητρίου Πορτολόττο. Ανάφερε τα προσόντα της και παρουσίασε το πτυχίο που απέκτησε και πρόσθεσε ότι ετοίμασε έκθεση για την παραπονούμενη ανήλικη κατόπιν που το ζήτησε η μητέρα της. Αυτή την έκθεση την παρουσίασε και σημειώθηκε Τεκμήριο
  11. Κατά τις συνεντεύξεις με την παραπονούμενη έπαιρνε σημειώσεις. Την είδε περίπου 17 φορές και στη συνέχεια ετοίμασε την έκθεση της. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανάφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του ψυχολόγου από τον Φεβρουάριο του 2003 και στο Σύνδεσμο Ψυχολόγων γράφτηκε το 2004 προσθέτοντας ότι η εγγραφή στο Σύνδεσμο Ψυχολόγων δεν είναι προϋπόθεση για να ασκεί το επάγγελμα της και αρνήθηκε υποβολή που της έγινε ότι κατά το 2003 δεν μπορούσε να ασκεί το επάγγελμα του ψυχολόγου. Τον Αύγουστο του 2004 άρχισε να εργάζεται στο γηροκομείο αλλά τους πελάτες που είχε συνέχισε να τους βλέπει μέχρι που τέλειωσε η θεραπεία τους. Η ανήλικη παραπονούμενη όπως είπε στη μητέρα της είχε μεγάλο πρόβλημα και έπρεπε να συνεχίσει με άλλο ψυχολόγο. Η τελευταία φορά που την επισκέφθη ήταν τον Οκτώβρη και τον Νιόμβρη ετοίμασε την έκθεση. Η ίδια χρέωσε την παραπονούμενη 12 συνεντεύξεις και πληρώθηκε το συνολικό ποσό των £240 από τα κονδύλια του ραδιομαραθωνίου. Επίσης η μάρτυρας ανάφερε ότι ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος είναι το ίδιο με τον παιδοψυχολόγο διότι δεν υπάρχει, όπως χαρακτηριστικά είπε, εκπαιδευτικός ψυχολόγος για ενήλικες. Η μάρτυρας δεν εξέταζε την παραπονούμενη για τη σεξουαλική της ζωή αλλά για την κακοποίηση που υπέστη και θεώρησε ως δεδομένο την κακοποίηση. Η παραπονούμενη δεν της αποκάλυψε από τις αρχικές συναντήσεις αυτά τα πράγματα αλλά σιγά-σιγά μετά που απέκτησε την εμπιστοσύνη της. Επίσης η μάρτυρας υπερασπίστηκε τα συμπεράσματα της που φαίνονται στην έκθεση και αρνήθηκε ότι ήταν αυθαίρετα ή είναι αντιεπιστημονικά. Σαν Μ.Κ.7 κατάθεσε ο Ανδρέας Γεωργίου ο οποίος ανάφερε ότι γνωρίζει και τον Κατηγορούμενο και την παραπονούμενη και παρουσίασε την κατάθεση του και έγινε Τεκμήριο
  12. Ο μάρτυρας γεννήθηκε το 1986 στο Λονδίνο αλλά κατά το 2000 ήρθε στην Κύπρο και φοιτούσε σε σχολείο και γνώρισε την παραπονούμενη και τη μητέρα της και έγιναν φίλοι. Τον Σεπτέμβριο του 2002 άρχισαν να βγαίνουν έξω μαζί, δηλαδή, όπως είπε, είχε γίνει η φιλενάδα του και δεν είχαν μυστικά ο ένας από τον άλλο. Στις 30.3.2003 της τηλεφώνησε στο φορητό τηλέφωνο και η παραπονούμενη κάτι ήθελε να του πει αλλά δίσταζε, αυτός την πίεσε και σε κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει και του είπε αυτά τα οποία της συνέβησαν με τον ιδιοκτήτη της φάρμας αλόγων στην Κισσόνεργα, ο οποίος είναι ένας Ελληνοκύπριος και τον οποίο είχε δει μερικές φορές. Η μητέρα της D. εργαζόταν και αυτή στη φάρμα μέχρι τρεις μήνες πριν από την ημέρα που η παραπονούμενη του αποκάλυψε αυτά τα γεγονότα. Η D. εκείνο το οποίο του είπε ήταν ότι την έβαζε ο Κατηγορούμενος να του παίζει τα γεννητικά του όργανα με τα χέρια της. Του αποκάλυψε επίσης ότι η πρώτη φορά που έγινε αυτό το πράγμα ήταν, όταν η μάνα της είχε πάει για πρώτη φορά δουλειά τη νύχτα στο μπαρ με το όνομα "California". H παραπονούμενη του είπε ότι αυτά τα πράγματα της τα έκαμνε πολλές φορές χωρίς να του δώσει λεπτομέρειες και τα έκαμνε πάντοτε όταν έλειπε η μητέρα της από το σπίτι. Η παραπονούμενη του είπε επίσης ότι δεν τα είπε σε κανένα προηγουμένως, ούτε στη μητέρα της διότι ο παραπονούμενος την απειλούσε ότι αν τα αποκαλύψει σε οποιονδήποτε θα τη βίαζε. Ο ίδιος της είπε ότι πρέπει να τα πει στη μάνα της και αυτή του είπε εντάξει. Μετά της ξανατηλεφώνησε και τη ρώτησε αν τα είπε στη μητέρα της και του είπε ότι της τα αποκάλυψε και η μητέρα της ήθελε να του μιλήσει. Μίλησε λίγο με τη μητέρα της και μετά ξαναμίλησε με την παραπονούμενη. Την επόμενη ημέρα τους επισκέφθηκε στο σπίτι τους και ξαναμίλησαν για τα ίδια πράγματα. Με την D. είχε κάνει σεξ για πρώτη φορά πριν 4 μήνες περίπου από την ημέρα που έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία. Επίσης ο μάρτυρας ανάφερε ότι τώρα δεν έχει σχέσεις με την παραπονούμενη και αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι, του έκαμαν υπόθεση στο Δικαστήριο για απαγωγή και ότι είχε σεξ με ανήλικη. Δεν παραδέχθηκε και η υπόθεση αποσύρθηκε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη έμεινε έγκυος και όταν του υπεβλήθη ότι δεν μπορεί να διαβάζει ελληνικά ο μάρτυρας ανάφερε ότι μπορεί και στη συνέχεια διάβασε ένα απόσπασμα από κάπου στα ελληνικά. Η παραπονούμενη όταν μιλούσαν γι΄ αυτό το θέμα έκλαιγε και δεν μπορούσε να του πει με λεπτομέρειες και με ακρίβεια τι έγινε. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι δεν θυμάται ημερομηνίες και τόπους που του ανάφερε. Γνώριζε ότι η παραπονούμενη πήγαινε στη φάρμα του Κατηγορούμενου αλλά όταν του τα είπε είχε ήδη σταματήσει. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι και η παραπονούμενη και η μητέρα της του είπαν ότι η τελευταία είχε ερωτική σχέση με τον Κατηγορούμενο. Τον ειδοποίησε η Αστυνομία για να πάει να δώσει κατάθεση και αρνήθηκε ότι τον παρακίνησε οποιοσδήποτε για να δώσει κατάθεση. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του Κατηγορούμενου το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «Είμαι αθώος για όσα με κατηγορούν η μητέρα και η παραπονούμενη για εκδίκηση. Επαναλαμβάνω ότι είμαι αθώος και δεν έχω κάμει οτιδήποτε μου έχουν καταλογίσει η παραπονούμενη και η μητέρα της και με έχουν εδώ για ολοφάνερη εκδίκηση επειδή τους έθκιωξα από τη φάρμα και χάλασα τη σχέση μου με τη μητέρα.» Επίσης δηλώθηκε σαν παραδεκτό γεγονός σε αυτή την υπόθεση η ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστού Σοφοκλή Σοφοκλέους το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σήμερα 4.4/2003 κλήθηκα από το ΤΑΕ Πάφου για να προβώ σε εξέταση της D. L. S., 14 ετών, Αγγλικής καταγωγής. Το εν λόγω πρόσωπο εξέτασα στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στην παρουσία του Χειρουργού Π. Παπαδόπουλου και της Νοσηλευτικής Λειτουργού Χρ. Νεοφύτου. ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΕΚΥΨΑΝ
  13. Η πρωκτική και η περιπρωκτική χώρα ελέγχονται φυσιολογικά
  14. Παλαιές ρήξεις παρθενικού υμένα.» Εξέτασα με μεγάλη προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία όπως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι όπως συνοπτικά εκτέθηκε πιο πάνω. Έχω στο νου μου τη συμπεριφορά των μαρτύρων που κατάθεσαν από το εδώλιο, όπως επίσης και την αντίδραση τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν. Ενώπιον μου υπάρχει μόνο η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής όπως προωθήθηκε μέσω των μαρτύρων που παρουσίασε και ειδικά της ανήλικης παραπονούμενης, της μητέρας της και του Μ.Κ.7 Ανδρέα Γεωργίου. Στην αντίπερα όχθη είναι η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Ως προς την αξία και τον τρόπο προσέγγισης από το Δικαστήριο τέτοιων δηλώσεων, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Anastassiades v. Republic

(1977)2 C.LR. 97, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.LR. 152, Ιωάννου και Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Συνοψίζοντας τις αρχές που πηγάζουν από την ανωτέρω νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμία απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Κ.1, 2, 3 και 6, δηλαδή των Λοχίων 1277 Γ. Λάμπρου, 1847 Α. Αντωνίου, ψυχολόγο Θέκλα Κοτζιά και παιδοψυχολόγο Κλία Πορτολόττο σαν αξιόπιστη μαρτυρία, οι οποίοι ανάφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τους κρίνω αξιόπιστους όχι μόνο διότι είναι ανεξάρτητοι μάρτυρες αλλά και διότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου εμφάνιση τους υπήρξαν θετικοί στη μαρτυρία τους, δεν κλονίσθησαν από την αντεξέταση σε ουσιώδη σημεία και έδιδαν τις απαντήσεις τους με φυσικότητα και απλότητα για ότι διεπίστωσαν και για όσα από την εμπειρογνωμοσύνη τους έκριναν ότι είναι ορθά. Από την άλλη βέβαια θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων και ειδικά των δύο ιατρών δεν έχει αντικρουσθεί με άλλη μαρτυρία από την πλευρά του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων παραμένει αναντίκρουστη. Σε σχέση με το Μ.Κ.7 Ανδρέα Γεωργίου μπορώ να πω εξ αρχής ότι τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα διότι με θετικότητα ανάφερε στο Δικαστήριο εκείνα τα οποία γνώριζε και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με φιλαλήθεια και αμεσότητα και τον κρίνω σαν μάρτυρα της αλήθειας. Ο μάρτυρας ανάφερε όλα όσα του ανέφερε η παραπονούμενη και όλα όσα ο ίδιος βίωσε προσωπικά με σταθερότητα και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθησαν προσθέτοντας μάλιστα ότι εδώ και αρκετό καιρό έχει διακόψει σχέσεις με την παραπονούμενη. Αναφορικά με την ανήλικη παραπονούμενη θα πρέπει να προσθέσω ότι με πολύ μεγάλη προσοχή εξέτασα τη μαρτυρία της, τον τρόπο με τον οποίο απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθησαν, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσε και με τη σχετική καχυποψία που πρέπει να έχει ένας αξιολογώντας ένα ανήλικο πρόσωπο στην ηλικία της παραπονούμενης που κατά το χρόνο της κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ηλικίας 17 χρονών και κατά τον ουσιώδη χρόνο που διαδραματίσθησαν τα υπό εξέταση γεγονότα ήταν 14 ετών. Η ανήλικη παραπονούμενη έδωσε ένορκη κατάθεση και απάντησε σε προκαταρκτικές ερωτήσεις και έδειξε ότι αντιλαμβάνεται πλήρως την υποχρέωση της να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο χωρίς να φοβάται οτιδήποτε. Η ανήλικη παραπονούμενη εν μέσω εκρήξεων θυμού, αγανάκτησης και λυγμών περιέγραψε μπορώ να πω λεπτομερώς στην κυρίως κατάθεση της αλλά και κατά την αντεξέταση τα γεγονότα όπως τα έζησε και όπως η ίδια τα αντιλαμβανόταν χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις πάνω στα καίρια σημεία που κατάθετε. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αναφέρει επακριβώς ημερομηνίες, ημέρες, ώρες και άλλα στοιχεία παρεμφερή και μη ουσιώδη δεν μπορούν να επηρεάσουν κατά την κρίση μου την αξιοπιστία της παραπονούμενης διότι λόγω και της ηλικίας της που πρέπει να έχει πάντοτε ένας κατά νου, δικαιολογείται πλήρως, να μην μπορεί να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες ενώπιον του Δικαστηρίου καταθέτοντας, σε τέτοιου είδους υπόθεση. Κανένας μάρτυρας δεν μπορεί να δώσει ακριβείς λεπτομέρειες για ημερομηνίες, ημέρες και πλήρη περιγραφή το πώς έγινε κάτι ή το γιατί δεν έγινε κάτι άλλο, αν ληφθεί υπόψη ότι από το χρόνο διαπράξεως των ισχυριζομένων αδικημάτων μέχρι την ημέρα που η ανήλικη παραπονούμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο παρήλθε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε περισσότερο είναι ο χρόνος που παρήλθε για να αποκαλύψει στη μητέρα της και στο Μ.Κ.7 όλα όσα βίωνε για περίοδο ενός έτους και πλέον. Τούτο όμως δικαιολογείται πλήρως από ότι η ίδια η ανήλικη παραπονούμενη ανάφερε, ότι φοβόταν τον Κατηγορούμενο τον οποίο περιέγραψε σαν ένα βίαιο, σωματικά ισχυρό άντρα ο οποίος πολύ συχνά την απειλούσε ότι αν δεν υποκύψει στις επιθυμίες του θα τη βίαζε. Από την άλλη είναι κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι ο Κατηγορούμενος είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τη μητέρα της και πάρα πολλά βράδια ο Κατηγορούμενος διανυκτέρευε στην οικία της ανήλικης παραπονούμενης και της μητέρας της, ένα γεγονός που εμπόδιζε την Κατηγορούμενη με παρρησία και θάρρος να πει στη μητέρα της τι της συνέβαινε. Η ανήλικη παραπονούμενη έδωσε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθησαν απαντήσεις με αμεσότητα, ευθύτητα και σταθερότητα στη θέση της, χωρίς να μετακινηθεί από αυτές με μόνο μειονέκτημα το γεγονός των ημερομηνιών και άλλων λεπτομερειών που δεν μπορούσε επακριβώς να της αναφέρει. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι η ανήλικη παραπονούμενη ανάφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και περιέγραψε με ακρίβεια μπορώ να πω το τι υπέστη κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά αυτή την υπόθεση. Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι η ανήλικη παραπονούμενη ήταν ειλικρινής μάρτυρας σε αυτή την υπόθεση και εξέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά συνέβησαν χωρίς υπερβολές, χωρίς παλινδρομήσεις και χωρίς καμιά απολύτως διστακτικότητα. Αναφορικά με τη μητέρα της ανήλικης παραπονούμενης Μ.Κ.5 θα πρέπει να πω ότι μερικά κομμάτια της μαρτυρίας της δεν μπορούσαν να ανταποκρίνονται πλήρως προς την πραγματικότητα διότι με τον τρόπο που κατάθεσε και με τον τρόπο που αντιδρούσε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της, άφηνε να νοηθεί ότι προσπαθούσε να αποφύγει να δώσει ευθείς απαντήσεις σε κάποιες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Βασικά κρίνω ότι και αυτή η μάρτυρας ανάφερε την αλήθεια. Η Μ.Κ.5 κατ΄ αρχήν ανάφερε το τι της απεκάλυψε η ανήλικη παραπονούμενη θυγατέρα της και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μαζί με την ανήλικη παραπονούμενη προχωρώντας στην καταγγελία προς την Αστυνομία. Το Δικαστήριο μπορεί από την όλη εμφάνιση ενός μάρτυρος να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο μέρος σαν αναξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212). To μέρος της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 που δεν μπορώ να αποδεχθώ σαν αξιόπιστο είναι εκείνο που αναφέρεται στις σχέσεις της με τον Κατηγορούμενο και τούτο προκύπτει από τη διστακτικότητα με την οποία απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με αυτό το θέμα και προσπάθεια υπεκφυγής της από του να δώσει ευθείς απαντήσεις και ακόμη από το γεγονός ότι ενώ είχε διακόψει τις σχέσεις της, όπως είπε, με τον Κατηγορούμενο, μετά που αποκαλύφθησαν αυτά τα γεγονότα και ευρίσκετο εν πάση περιπτώσει όχι σε καλές σχέσεις μαζί του, καθημερινώς σχεδόν για κάποια περίοδο όπως η ίδια ανέφερε, του έστελνε μηνύματα με το φορητό τηλέφωνο. Θα πρέπει να προσθέσω επίσης ότι από την όλη στάση της και συμπεριφορά της Μ.Κ.5 και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε, μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει δικές τις ενοχές για την κατάληξη που είχαν οι σχέσεις της με τον Κατηγορούμενο σε ερωτικό και εργασιακό επίπεδο, πάνω στη ζωή της ανήλικης παραπονούμενης θυγατέρας της. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι για ότι ανάφεραν οι Μ.Κ. σε αυτή την υπόθεση δεν παρουσιάσθηκε άλλη μαρτυρία η οποία να αντικρούει όσα λέχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε το τελευταίο να μπορεί να συγκρίνει τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής με την αντίθετη μαρτυρία και να καταλήξει αν και η αντίθετη μαρτυρία είναι ειλικρινής ή όχι. Η υπόθεση αυτή αναφέρεται σε σεξουαλικά αδικήματα όπως εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και όπως τεκμηριώνεται από τη μαρτυρία που ακούσθηκε. Η μαρτυρία της παραπονούμενης παρόλο ότι έχει κριθεί καθόλα αξιόπιστη, χρειάζεται ενίσχυση, όχι απαραίτητα σαν θέμα Νόμου αλλά σαν κανόνας πρακτικής. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ούτως ώστε να προβεί σε καταδίκη ή ελλείψει οποιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας, να προβεί σε καταδίκη μόνο εφόσον προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο καταδίκης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία και αφού ικανοποιηθεί ότι, παρά την έλλειψη τέτοιας ενισχυτικής μαρτυρίας, θα ήταν ασφαλές να στηριχθεί στην μαρτυρία της παραπονούμενης και να καταλήξει σε βέβαιο συμπέρασμα ενοχής. Αναφορικά με το θέμα ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας υπάρχει πολλή και αναλυτική νομολογία σε όλα τα σημεία που αφορούν το πιο πάνω θέμα. Με βάση το κοινοδίκαιο, ένας μάρτυρας είναι αρκετός για απόδειξη της υπόθεσης χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ανάγκη περαιτέρω ενισχυτικής μαρτυρίας. (Βλέπε D.P.P. v. Hester
(1973)A.C. 295 p. 324.) Στον κανόνα αυτό υπάρχουν νομοθετικές εξαιρέσεις για συγκεκριμένα αδικήματα όπως στα άρθρα 157 και 159 του Ποινικού Κώδικα. Στις πιο πάνω εξαιρέσεις λόγω της ρητής νομοθετικής πρόνοιας δεν είναι κατά νόμο δυνατή η καταδίκη με βάση τη μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα, εκτός αν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις ανώμοτης μαρτυρίας παιδιών νεαρής ηλικίας, οπότε η καταδίκη δεν είναι εφικτή εκτός αν η ανώμοτη μαρτυρία νεαρού παιδιού ενισχυθεί από άλλη ουσιώδη μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον Κατηγορούμενο. Βλέπε υπόθεση Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, όπου ασχολείται εκτενώς με αυτή την περίπτωση και επιβεβαιώνεται ότι η ενισχυτική μαρτυρία σε τέτοια περίπτωση είναι αναγκαία σαν θέμα Νόμου. Πέραν από τις πιο πάνω νομοθετικές ρυθμίσεις δεν υπάρχει άλλος κανόνας ο οποίος να απαιτεί την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας σαν θέμα Νόμου. Στο κοινοδίκαιο υπάρχουν περιπτώσεις που ισχύει ο κανόνας της πρακτικής, δηλαδή ότι οι ένορκοι πρέπει να προειδοποιηθούν για τους κινδύνους που ενέχει μία καταδίκη η οποία βασίζεται αποκλειστικά σε μη ενισχυόμενη μαρτυρία, μάρτυρα οποίος κρίνεται σαν «ύποπτος» μάρτυρας. Βλέπε R. v. Baskerville 12 Cr. App. R. 81, James v. R. Cr. App. R. 299, R. v. Enzor
(1989)1 W.LR. 497, C.A.. Η προσέγγιση τέτοιας μαρτυρίας που δίδεται από ένα τέτοιο μάρτυρα πρέπει να γίνεται με προσοχή και με βάση την κοινή λογική ότι τέτοιοι μάρτυρες μπορεί να μην πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. (Βλέπε R. v. Spencer, R. v. Smails
(1987)A.C. 128, R. v. Beck 74 Cr. App. R. 221 C.A., R. v. Witts and Witts
(1991)Cr. L.R. 562 C.A.. Βλέπε επίσης και υπόθεση Ττοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258.) Στην υπόθεση R. V. Baskerville (ανωτέρω) έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και αυθεντικότητα το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία. Στην πιο πάνω απόφαση λέχθησαν και τα ακόλουθα: ".evidence in corroboration must be independent testimony which affects the accused by connection or tending to connect him with the crime. In other words, it must be evidence which implicates him, that is, which confirms in some material particular not only the evidence that the crime has been committed, but also that the prisoner committed it. The test applicable to determine the nature and extent of the corroboration is thus the same whether the case falls within the rule of practice at common law or within that class of offences for which corroboration is required by statute. The nature of the corroboration will necessarily vary according to the particular circumstances of the offence charged. It would be in a high degree dangerous to attempt to formulate the king of evidence which would be regarded as corroboration, except to say that corroborative evidence is evidence which shows or tends to show that the story of the accomplice that the accused committed the crime is true, not merely that the crime has been committed, but that it was committed by the accused." Η ενισχυτική μαρτυρία δυνατό να είναι άμεση ή περιστατική. Πρέπει όμως μια τέτοια μαρτυρία να προέρχεται από ανεξάρτητη πηγή. Παρά ταύτα υπάρχει ένας τομέας που η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή δυνάμει ρητής νομοθετικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 που αναφέρεται στην περίπτωση του πρώτου παραπόνου. Το άρθρο 10 του Κεφ. 9 προβλέπει τα ακόλουθα: "Any Court, before which any preliminary inquiry is being held or before which any person accused of any offence is being tried, may receive in evidence, on behalf of the prosecution, the particulars of any complaint or any statement relating to the offence made by the person on whom the offence has been committed, or the person in charge of any property against which the offence has been committed and who was present when the offence was so committed: Provide that the particulars of any such complaint or statement shall not be admissible on behalf of the prosecution unless it appears to the Court before which the accused person is being tried that the complaint or statement has been made, having regard to the circumstances of the case, immediately after the commission of the offence, and to the first person or persons to whom the Court considers that it was natural that he would complain or make a statement regarding the offence." Η θέση του δικού μας δικαίου διαφέρει από εκείνη του Αγγλικού δικαίου στην περίπτωση του οποίου λόγω απουσίας νομοθετικής ρύθμισης, το πρώτο παράπονο, ακολουθεί τον γενικό κανόνα περί ανεξάρτητης προέλευσης ενισχυτικής μαρτυρίας, και ως εκ τούτου η ενισχυτική μαρτυρία δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Η δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτικής μαρτυρίας έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία. Βλέπε X"Λούκας v. Δημοκρατίας
(1961)CLR σελ.
  1. Εξαίρεση υπάρχει βέβαια στην περίπτωση ανώμοτης μαρτυρίας νεαρών παιδιών για την οποία γίνεται ειδική νομοθετική ρύθμιση με το άρθρο 9 του Κεφ.
  2. Βλέπε και απόφαση Παρμαξής (ανωτέρω). Το άρθρο 9του Περί Αποδείξεως Νόμου προβλέπει πώς όταν μαρτυρία ανηλίκου δίδεται χωρίς όρκο, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει πώς ο ανήλικος δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία του όρκου και την υποχρέωση να πει την αλήθεια, τότε η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου παρά μόνο με τη συνδρομή ενισχυτικής μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Διακρίβωσα από τη μαρτυρία που άκουσα ότι η παραπονούμενη ανήλικη αντιλαμβανόταν πλήρως την υποχρέωση της να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο όπως αντιλαμβανόταν και τη σοβαρότητα της διαδικασίας που διεξήγετο. Καταλήγω στην παρούσα υπόθεση ότι δεν απαιτείται ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο
  3. Το άρθρο 9 ρητά αναφέρεται σε ανώμοτη δήλωση ανηλίκου και όχι οποιουδήποτε άλλου. Επειδή όμως τα αδικήματα αναμφίβολα αφορούν και εμπίπτουν στην κατηγορία των σεξουαλικών αδικημάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους καταδίκης χωρίς ενίσχυση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε καταδίκη αναλογιζόμενο τους κινδύνους, αφού βεβαιωθεί προηγουμένως ότι η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και είναι ασφαλές να βασιστεί σε αυτό χωρίς ενίσχυση. Είναι η κρίση μου ότι η μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης αυτή καθεαυτή είναι τέτοιας ποιότητας που δεν έχω κανένα δισταγμό να βασιστώ σε αυτή και χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας έχοντας προειδοποιήσει τον εαυτό μου κατάλληλα για τον κίνδυνο που ενυπάρχει. Έχω ακόμη προειδοποιήσει τον εαυτό μου ότι ενώπιον μου είχα μια έφηβη 14 χρονών κατά το χρόνο της καταγγελίας της υπόθεσης στην Αστυνομία και 17 χρονών περίπου όταν κατάθετε ενώπιον μου. Αισθάνομαι απόλυτα ασφαλής για να εκδώσω καταδικαστική απόφαση. Έχοντας αξιολογήσει τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής καταλήγω ότι τα αληθινά γεγονότα αυτής της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος διατηρεί φάρμα αλόγων στην Κισσόνεργα και είναι εκπαιδευτής αλόγων. Η μητέρα της ανήλικης παραπονούμενης γνωρίστηκε με τον Κατηγορούμενο και άρχισε να εργάζεται στη φάρμα του σαν εργοδοτούμενη του και ταυτόχρονα δημιούργησε ερωτική σχέση μαζί του. Στη φάρμα αλόγων του Κατηγορούμενου απασχολείτο μερικώς και η ανήλικη παραπονούμενη χωρίς μισθό επειδή στη φάρμα συντηρείτο το άλογο της το οποίο είχε και με το οποίο εκπαιδεύετο από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος μεταξύ του χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου 2001 και Δεκεμβρίου του 2002 σε πάρα πολλές περιπτώσεις επετέθηκε άσεμνα και εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την ανήλικη παραπονούμενη. Οι άσεμνες πράξεις του Κατηγορούμενου συνίσταντο στο να της αφαιρεί τα ρούχα, να τη φιλά στο στόμα και στα στήθη, να τη χαϊδεύει, να βάζει τα δάχτυλα του στον κόλπο της, να αυνανίζεται μπροστά της, να εκσπερματώνει πάνω της και σε μια περίπτωση να εκσπερματώνει στο στόμα της ανήλικης και σε δύο περιπτώσεις αποπειράθηκε να έχει παρά φύση ασέλγεια με την ανήλικη παραπονούμενη χωρίς επιτυχία. Όλες αυτές οι πράξεις του Κατηγορούμενου εγένοντο ασκώντας βία και εκφοβισμό στην παραπονούμενη η οποία τον φοβόταν επειδή την απειλούσε ότι εάν δεν υποκύψει στις επιθυμίες του θα τη βιάσει. Ο Κατηγορούμενος από τη μαρτυρία που έχω αξιολογήσει και αποδεχθεί σαν ειλικρινή και αληθινή φαίνεται να είναι βίαιος και σωματικά ισχυρός, δύο παράγοντες που επροκαλούσαν φόβο στην ανήλικη παραπονούμενη. Επίσης δύο φορές ο Κατηγορούμενος την οδήγησε χωρίς τη θέληση της ανήλικης παραπονούμενης με το φορτηγό αυτοκίνητο που μετέφερε τα άλογα του στην Αγία Βαρβάρα και στην Τάλα και προέβηκε στις ίδιες πράξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω παρά την αντίσταση που πρόβαλλε η παραπονούμενη και τις εκκλήσεις της να σταματήσει να την υποβάλλει σε τέτοια δοκιμασία. Η ανήλικη παραπονούμενη αποφάσισε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη του 2003 και ανάφερε το τι υποβάλλετο από τον Κατηγορούμενο στη μητέρα της και στον Αντρέα Γεωργίου ο οποίος ήταν το αγόρι της και 4 μήνες περίπου πριν καταγγείλει τον Κατηγορούμενο είχε μια φορά σεξουαλική επαφή μαζί του. Από τη μαρτυρία που έχω ακούσει και που αποδέχθηκα σαν ειλικρινή είναι εύρημα μου ότι η σεξουαλική σχέση που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος με τη μητέρα της παραπονούμενης, τερματίσθηκε από τη μητέρα της παραπονούμενης αλλά συνέχισε η μητέρα της να εργάζεται στη φάρμα του Κατηγορούμενου μέχρι τον Γενάρη του
  4. Κατά τον πιο πάνω μήνα η μητέρα της παραπονούμενης τερμάτισε και την εργασιακή σχέση που είχε με τον Κατηγορούμενο, αλλά συνέχισε να έχει κάποιες συνομιλίες μαζί του μέσω φορητού τηλεφώνου. Η ανήλικη παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο που άρχισε να υποβάλλεται σε σεξουαλική εκμετάλλευση από τον Κατηγορούμενο ήταν 12 χρονών περίπου και αυτή η σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση στην οποία υπεβάλλετο συνέχισε για ένα χρόνο και πλέον περίπου. Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα θα πρέπει να αποφασισθεί αν ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα με τα οποία βαρύνεται. Υπάγοντας αυτά τα γεγονότα στους κανόνες δικαίου που προβλέπουν για τα πιο πάνω αδικήματα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στο βαθμό που πρέπει σε ποινικές υποθέσεις όλα ανεξαιρέτως τα αδικήματα με τα οποία βαρύνεται ο Κατηγορούμενος, ότι δηλαδή μεταξύ του χρονικού διαστήματος Οκτωβρίου 2001 και Δεκεμβρίου 2002 εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την ανήλικη παραπονούμενη, ότι δύο φορές απήγαγε την ανήλικη παραπονούμενη και την οδήγησε σε απομεμακρυσμένους τόπους, ότι αποπειράθηκε να έρθει σε παράνομη παρά φύση συνουσία με την ανήλικη παραπονούμενη, ότι διέφθειρε την ανήλικη παραπονούμενη η οποία ήταν ηλικίας μεταξύ 13 και 17 ετών και ότι άσεμνα επετέθη κατά της ανήλικης παραπονούμενης. Συνακόλουθα κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο σε όλες τις κατηγορίες όπως διατυπώνονται στο κατηγορητήριο. (Υπ.) ............... Φ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.