Παναγιώτης Παπάντωνης ν. Exantas Marine Enterprises Ltd, Αρ. Υπόθ: 6260/06, 6 Αυγούστου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ: 6260/06 Μεταξύ: Παναγιώτης Παπάντωνης Εναντίον
- Exantas Marine Enterprises Ltd
- Παντελής Αναστάση
- Μιχάλης Αναστάση Κατηγορουμένων ---------------- Ημερομηνία: 6 Αυγούστου 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή κ. Α. Κωνσταντινίδης και Στ. Ερωτοκρίτου (Την υπόθεση χειρίσθηκε ο κ. Στ. Ερωτοκρίτου) Για τους Κατηγορουμένους κ. Πετρίδης Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τη κατηγορία της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μή εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(2)και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186/86 και 36
(1)/97, 129
(1)/99 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η υπόθεση αν και καταχωρήθηκε αρχικά εναντίον και των τριών κατηγορουμένων σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε εναντίον του κατηγορούμενου 3 με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε ακρόαση μόνο για τους κατηγορούμενους 1 και
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι στις 30.9.05 στην Πάφο εξέδωσαν προς τον Παναγιώτη Παπάντωνη την επιταγή με αριθμό 130-01158012 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακας για το ποσό των £2.000 η οποία όταν κατέστη πληρωτέα και παρουσιάσθηκε στη τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή περί τις 30.9.05 δεν ξοφλήθηκε λόγω του ότι χωρίς εύλογη αιτία οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν τη μή εξόφληση της. Από πλευράς κατήγορου κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ο Στυλιανός Χίνας (Μ.Κ.1) και ο Παναγιώτης Παπάντωνης (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι εργάζεται σαν λογιστής στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λάρνακας. Εκεί η κατηγορούμενη εταιρεία 1 διατηρεί λογαριασμό στον οποίο ο κατηγορούμενος 2 έχει εξουσιοδότηση υπογραφής. Ο Μ.Κ.2 μεταξύ άλλων ανάφερε ότι στα πλαίσια μιας συναλλαγής που είχε με τους κατηγορούμενους και αφορούσε την πώληση μιας μηχανής θαλάσσης, ο κατηγορούμενος 2 στις 19.2.05 του έδωσε μαζί με άλλες επιταγές και αυτή που αφορά η υπόθεση. Η επιταγή είχε ημερομηνία 30.9.05 και μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί. Αρχικά τη κατάθεσε στην Τράπεζα στις 9 Μαρτίου αλλά δεν ξοφλήθηκε γιατί όπως του είπε η τράπεζα «δεν είχε λεφτά». Στη συνέχεια τη κατάθεσε για δεύτερη φορά αλλά έγινε «stop-payment». Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του κατήγορου ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 υπέβαλε εισήγηση ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους έτσι ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Εισηγήθηκε ο κ. Πετρίδης ότι δεν τεκμηριώθηκε η κατηγορία και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατήγορου ο οποίος εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία ενόψει της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση και κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά, το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης μή εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία διεπόταν από το Νόμο 25
(1)/03. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο κατήγορος δεν αναφέρεται στο Νόμο αυτό αλλά σε Νόμους άλλους που κατά τη καταχώρηση του κατηγορητηρίου είχαν ήδη καταργηθεί. Όμως για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω το ζήτημα δεν θα με απασχολήσει. Τα δύο βασικά στοιχεία του αδικήματος σύμφωνα με το Ν.25
(1)/03 είναι πρώτο η έκδοση της επιταγής και δεύτερο η πρόκληση της μη εξόφλησης της. Όφειλε συνεπώς ο κατήγορος για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος να αποδείξει την έκδοση επιταγής. Η ερμηνεία του όρου «επιταγή» δίδεται από το άρθρο 4 του Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 164
(1)/03 και είναι η ακόλουθη: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της και παράδοσης της, και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Προκύπτει σαφέστατα από την ερμηνεία του όρου, ότι πρόκειται για γραπτή εντολή του εκδότη προς την τράπεζα και σαν τέτοια θα έπρεπε να είχε κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σαν τεκμήριο, κάτι που δεν έχει γίνει. Η παράλειψη κατάθεσης της επιταγής αφήνει τη κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη αφού το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης της επιταγής και της ύπαρξης «γραπτής εντολής» δεν έχει αποδειχθεί. Κατά ακολουθία όλων των πιο πάνω βρίσκω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται. (Υπ.) .............................. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΜΙ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο