← Κύπρος

Έπαρχος Πάφου ν. Γιαννάκης Αθηνοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 4580/05, 20.8.07

Έπαρχος Πάφου ν. Γιαννάκης Αθηνοδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 4580/05, 20.8.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4580/05 Έπαρχος Πάφου -ν- Γιαννάκης Αθηνοδώρου, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 20.8.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄΄ Κύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανυπακοής προς διάταγμα Δικαστηρίου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 20

(1),
(2),
(3)και
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα στις 11.2.04 και στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 8596/03 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα με το οποίο αυτός διετάσσετο να κατεδαφίσει παράνομα υποστατικά, τα οποία βρίσκονταν εντός του τεμαχίου 30, Φ/Σχ. 45/25 Ε.2 στην Κισσόνεργα εντός 2 μηνών εκτός αν στο μεταξύ εξασφάλιζε άδεια οικοδομής από τον Έπαρχο Πάφου. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το πιο πάνω διάταγμα, το οποίο και παρακούει από τις 12.4.04. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας: την Μαρία Χρυσοχού (ΜΚ 1), τον Γεώργιο Φακοντή (ΜΚ 2) και την Χρύσω Κάϊζερ (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να δώσει ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε, επίσης, ο Κώστας Νικολαίδης (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)2 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε η Μαρία Χρυσοχού, Επαρχιακός Επόπτης και Διοικητικός λειτουργός Α στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Ήταν η θέση της μάρτυρος, σε αντίθεση με την θέση του Κατηγορουμένου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.04 και ότι το υποστατικό, το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω διάταγμα εξακολουθεί να υφίσταται με ορισμένες τροποποιήσεις-βελτιώσεις και να λειτουργεί ως φρουταριά. Οι τροποποιήσεις συνίστανται στην αφαίρεση του νάϋλον και του διχτύου που υπήρχαν στις πλευρές του και την τοποθέτηση στην θέση τους συρόμενων τζαμαριών και την τοποθέτηση τσίγκων στην οροφή στην θέση ίδιων με τα πιο πάνω υλικών. Παρά το ότι η μάρτυρας υποστήριξε, ότι πρόκειται για το ίδιο υποστατικό καμία εξήγηση δεν έδωσε πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό την στιγμή που οι διαστάσεις της βάσης του διαφέρουν από τις διαστάσεις της βάσης που είχε το υποστατικό, το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 5, και για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα κατεδάφισης. Σύμφωνα με την μάρτυρα, οι διαστάσεις της βάσης του υφιστάμενου υποστατικού είναι 8Χ4 μέτρα. Στα Τεκμήρια 5 και 6 αναφέρεται υποστατικό με διαστάσεις 10Χ5 μέτρα. Η διαφορά στις διαστάσεις της βάσης δημιουργεί εξ' αντικειμένου την πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται για το ίδιο υποστατικό. Η μάρτυρας όφειλε να δώσει μιαν εξήγηση, η οποία να συμβαδίζει με την θέση που υποστήριξε στο Δικαστήριο, ότι, δηλαδή, δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστά υποστατικά, αλλά για ένα και το αυτό. Ούτε καν ισχυρίσθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος τροποποιώντας το υποστατικό τροποποίησε και την βάση του σμικρύνοντάς την. Ταυτόχρονα, υποστήριξε, ότι ο σκελετός παρέμεινε ο ίδιος. Πώς, όμως, είναι δυνατόν ο σκελετός να παρέμεινε ο ίδιος την στιγμή που η βάση μίκρανε; Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης η θέση της δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες και ερωτηματικά αναφορικά με την ακρίβεια και την αλήθεια των ισχυρισμών της. Η μάρτυρας προσπάθησε μέσα από την μαρτυρία της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, όχι μόνο, ότι το υφιστάμενο υποστατικό είναι αυτό για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα κατεδάφισης, αλλά και ότι αυτό αποτελεί μέρος θερμοκηπίου, ενός από τα 4 των οποίων ο Κατηγορούμενος είναι ο κάτοχος. Και αυτό γιατί ένα τέτοιο κατασκεύασμα ήταν που αποτέλεσε το αντικείμενο του διατάγματος κατεδάφισης, σύμφωνα τόσο με την μάρτυρα, όπως από την μαρτυρία της τούτο κατέστη έκδηλο, όσο και με τον Κατηγορούμενο. Επεξηγηματικά αναφέρεται, ότι η μάρτυρας κατέθεσε για χώρο 10 επί 5 μέτρα με σκελετό από σωλήνες και την οροφή καλυμμένη με πλαστικό δίχτυ και νάϋλον. Πάντως, τέτοια εντύπωση δεν δημιουργείται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4, ούτε και ο ΜΚ 2, ο οποίος κατέθεσε τις εν λόγω φωτογραφίες, ισχυρίσθηκε ποτέ κάτι τέτοιο στην μαρτυρία του. Μάλιστα, από την μαρτυρία του αφήνεται να νοηθεί, ό,τι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υποστήριξε με την δική του μαρτυρία. Ότι, δηλαδή, η υφιστάμενη κατασκευή αποτελεί κατασκεύασμα, που δεν απεκόπη από οποιοδήποτε θερμοκήπιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της στα ουσιώδη σημεία της υπόθεσης. Δηλαδή, ότι το υφιστάμενο υποστατικό είναι αυτό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.04, ότι το υποστατικό, το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω διάταγμα εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα ως φρουταριά και ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το πιο πάνω διάταγμα. Επιπλέον, δεν δέχομαι, ότι η βάση του υποστατικού αναφορικά με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.04 είχε μεταλλικό περίγραμμα. Η μάρτυρας δεν με έπεισε για την αλήθεια ούτε αυτού του ισχυρισμού. Σύμφωνα δε με τον Κατηγορούμενο δεν υπήρχε βάση ούτε και περίγραμμα βάσης, αφού οι σωλήνες που αποτελούσαν τον σκελετό του κατέληγαν απευθείας στο έδαφος. Ούτε και δέχομαι, ότι το υποστατικό στις πλευρές του ουδέποτε περιβάλλετο από ψάθες. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, αυτός σε κάποιο στάδιο αντικατέστησε το δίχτυ και το νάϋλον στο υποστατικό που διατάχθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου να κατεδαφίσει και στην θέση τους τοποθέτησε σιδερόψαθες για σκοπούς προστασίας. Αποτέλεσε, επίσης, θέμα έντονης αμφισβήτησης αν κατά πόσο η βάση του κατασκευάσματος επικάθεται σε τροχούς και, κατ' επέκταση, αν αυτό μετακινείται. Κρίνω, πως το ζήτημα τούτο δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Κατά συνέπεια, και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτό δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία η υπόλοιπη της μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΚ 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν θετικός στην μαρτυρία του, η οποία περιορίσθηκε στις παρατηρήσεις στις οποίες προέβη από επιθεώρηση που διενήργησε στο υποστατικό του Κατηγορουμένου, τις οποίες μετέφερε με λεπτομέρεια και σαφήνεια στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνειά του φαίνεται και μέσα από την δήλωσή του, ότι δεν γνώριζε αν κατά πόσο το υποστατικό που επισκέφθηκε ήταν αυτό που ο Κατηγορούμενος είχε διαταχθεί να κατεδαφίσει, ούτε και αν είναι σε σχέση με αυτό το υποστατικό που ο Κατηγορούμενος κατηγορείται, ότι παρακούει διάταγμα Δικαστηρίου. Περαιτέρω, δεν δίστασε να καταθέσει τις διαστάσεις του υποστατικού, όπως αυτός τις βρήκε ύστερα από μέτρηση, που διενήργησε, οι οποίες, αξίζει να σημειωθεί, είναι διαφορετικές από τις διαστάσεις, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση με αριθμό 8596/03, στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα κατεδάφισης. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι ο μάρτυρας επιτέλεσε το καθήκον του στο έπακρο προβαίνοντας σε μια λεπτομερή και προσεκτική επιθεώρηση των υλικών από τα οποία είναι κατασκευασμένο το υποστατικό καθώς και του υποστατικού γενικότερα. Οι διαπιστώσεις του, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, επιβεβαιώνονται και από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν υπό αυτού ως τεκμήρια (Τεκμήριο 4). Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία του που αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση είναι ο ισχυρισμός του, ότι το υποστατικό δεν μπορούσε να μετακινηθεί και ότι οι τροχοί που βρίσκονταν σε αυτό ήταν
  1. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση το υποστατικό μπορούσε να μετακινηθεί, εφόσον η βάση του στηριζόταν πάνω σε τροχούς, οι οποίοι δεν ήταν 5, αλλά
  2. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, τα πιο πάνω ζητήματα δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Για τον λόγο τούτο και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτά δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα εκτός από τα πιο πάνω σημεία η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Η ΜΚ 3 είναι η υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Έχει στην κατοχή και υπό την φύλαξή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 8596/
  3. Η μάρτυρας κατέθεσε πιστό αντίγραφο τόσο του κατηγορητηρίου στην πιο πάνω υπόθεση (Τεκμήριο 5) όσο και της επιβληθείσας υπό του Δικαστηρίου ποινής (Τεκμήριο 6). Δέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της, αφού η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω τεκμήρια, ότι το διάταγμα κατεδάφισης που η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται, ότι ο Κατηγορούμενος παρακούει, εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, την κατηγορία της ανέγερσης υποστατικού εντός του τεμαχίου 30, Φ/Σχ. 45/25 Ε.2 χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής από την αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Έπαρχο Πάφου. Το υποστατικό χρησιμοποιείτο ως φρουταρία και είχε διαστάσεις 10Χ5 μέτρα (1η κατηγορία). Η δεύτερη κατηγορία αποσύρθηκε και ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 11.2.04 στην 1η κατηγορία σε ποινή προστίμου Λ.Κ.120,00 σεντ. Ταυτόχρονα διατάχθηκε να κατεδαφίσει το υποστατικό, που αναφέρεται στην κατηγορία αυτή εντός 2 μηνών από της έκδοσής του. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε είναι το διάταγμα τούτο που αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση. Πρώτος για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Κατηγορούμενος. Είναι η θέση του Κατηγορουμένου, ότι το υποστατικό αναφορικά με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα κατεδάφισης είναι άλλο από αυτό που σήμερα διατηρεί ως φρουταρία εντός του ιδίου τεμαχίου και από το οποίο πωλεί τα προϊόντα του. Το πρώτο το κατεδάφισε περί τον Ιούνιο του 2004, δηλαδή, 2 μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας που προνοούσε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το υφιστάμενο υποστατικό βρίσκεται εντός του ιδίου τεμαχίου, σε χώρο πλησίον του πρώτου και πίσω από αυτό και ανεγέρθηκε από τον ίδιο. Ο Κατηγορούμενος περίγραψε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια πώς ήταν κατασκευασμένο το πρώτο υποστατικό και πώς το υφιστάμενο. Το πρώτο αποτελούσε μέρος ενός από τα τέσσερα θερμοκήπια των οποίων είναι ο κάτοχος, το οποίο απέκοψε από το υπόλοιπο μέρος και χρησιμοποιούσε ως φρουταριά. Αφαίρεσε τα νάϋλον από τα πλευρά και στην θέση τους τοποθέτησε σιδερόψαθες. Τα νάϋλον που υπήρχαν στο πάνω μέρος τα άφησε. Η βάση είχε διαστάσεις 10Χ5 μέτρα και ήταν από χώμα. Δεν υπήρχε μεταλλικό περίγραμμα. Το σημερινό υποστατικό είναι μια εντελώς διαφορετική κατασκευή. Δεν είναι καν θερμοκήπιο, ούτε και αποτελεί μέρος θερμοκηπίου. Βρίσκεται σε διαφορετικό μέρος και η βάση του έχει διαφορετικές διαστάσεις από το υποστατικό για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η βάση του έχει διαστάσεις 8Χ4 μέτρα και είναι από πασαμάνο επί του οποίου τοποθετήθηκε για πάτωμα κόντρα πλακέ. Το εξωτερικό μέρος της πίσω πλευράς είναι από τσίγκο, ενώ το εσωτερικό της από ξύλο. Η κατασκευή του ακολούθησε της κατεδάφισης του πρώτου υποστατικού. Ανεγέρθηκε δε από τον ίδιο ύστερα από εξασφάλιση άδειας πλανοδιοπώλησης από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κισσόνεργας για το έτος 2005 ημερομηνίας 4.2.05 (Τεκμήριο 3), η οποία ανανεώθηκε για το έτος 2006 (Τεκμήριο 7). Η άδεια εξασφαλίσθηκε αφού το Κοινοτικό Συμβούλιο ικανοποιήθηκε, ότι είχε συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού κατέθεσε βεβαίωση του Συμβουλίου (Τεκμήριο 8), η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο (Κοινοτάρχη) και τα μέλη του, με την οποία βεβαιούται, ότι ο Κατηγορούμενος κατεδάφισε την παράνομη κατασκευή και ότι η νέα κατασκευή πληρεί τους όρους της άδειας πλανοδιοπώλησης που του παραχωρήθηκε στις 4.2.
  4. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο Κατηγορούμενος κατέθεσε δύο δέσμες φωτογραφιών. Η μια απεικονίζει το παλιό υποστατικό και η άλλη το υφιστάμενο. Οι δέσμες αυτές κατατέθηκαν ως τεκμήρια για αναγνώριση (Τεκμήρια Β και Γ για αναγνώριση αντίστοιχα). Το πρόσωπο που εμφάνισε τις πιο πάνω φωτογραφίες δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση ως μάρτυρας, για να βεβαιώσει ως προς την αυθεντικότητά τους. Κατά συνέπεια, οι φωτογραφίες δεν έγιναν κανονικά τεκμήρια και παρέμειναν τεκμήρια για αναγνώριση. Στην υπόθεση Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεωργίου Χρυσοστόμου κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 813 το Εφετείο αποφάσισε, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε, όπως κατατεθούν σαν κανονικά τεκμήρια φωτογραφίες στην απουσία μαρτυρίας από το πρόσωπο που τις εμφάνισε, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επέμβαση στα αρνητικά για να ελεγχθεί η αυθεντικότητά τους. Το Εφετείο ανέφερε, ότι στην απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας ελλείπει το κατάλληλο υπόβαθρο για την αποδοχή των φωτογραφιών ως κανονικά τεκμήρια. Η κατάθεσή τους πρέπει να συνοδεύεται με επιπρόσθετη μαρτυρία ως προς την αυθεντικότητά τους προτού το Δικαστήριο αποφασίσει να τις αποδεχθεί. Σύμφωνα δε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826 είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας αναφορικά με το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που κατατίθεται ως τεκμήριο για αναγνώριση. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται, πλην όμως παραμένει ανενεργή μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από τον αρμόδιο μάρτυρα για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και, έτσι, η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενό του να καταστεί ενεργή. Οι φωτογραφίες για τον λόγο που πιο πάνω εξηγήθηκε δεν έγιναν κανονικά τεκμήρια. Υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία και κατά συνέπεια το περιεχόμενό τους και η μαρτυρία που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο ως προς αυτό δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (Βλ. επίσης Σώζος Οδυσσέως ν. Νιόβης Χατζηλουκά
(2000)1 ΑΑΔ 185 και Demeco Company Ltd v. Beckhoff Gesellschaft Mbh
(1988)1 CLR 82). Τούτο, όμως, λίγο επηρεάζει την υπόθεση του Κατηγορουμένου, αφού το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να αξιολογήσει όλα όσα ο Κατηγορούμενος ανεξαρτήτως των φωτογραφιών κατέθεσε στην διά ζώσης μαρτυρία του σε σχέση με την κατασκευή, την μορφή και τα υλικά από τα οποία κατασκευάσθηκαν τα δύο υποστατικά. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Παραδέχτηκε, μάλιστα, ότι δεν είχε συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου εντός της προβλεπόμενης υπό του διατάγματος προθεσμίας. Η δήλωση του Κατηγορουμένου, ότι δεν είχε κατεδαφίσει το παράνομο υποστατικό εντός της προθεσμίας που προνοούσε το διάταγμα, συνιστά παραδοχή που αφορά στοιχείο του αδικήματος και ως τέτοια μπορεί, σύμφωνα με το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, να αποτελέσει έγκυρο βάθρο για την στοιχειοθέτηση ανάλογου ευρήματος του Δικαστηρίου και σε τελική ανάλυση ευρήματος ενοχής. Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα δεν περιορίζεται είτε από τον νόμο είτε από αρχή δικαίου η φύση της απαιτούμενης μαρτυρίας ή η προέλευσή της. Στις σελίδες 370-371 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται σε μετάφραση τα ακόλουθα: «Ο γενικός κανόνας τόσο στις πολιτικές όσο και στις ποινικές υποθέσεις είναι ότι οποιαδήποτε σχετική δήλωση γίνεται από διάδικο αποτελεί μαρτυρία εναντίον του. . Οι παραδοχές . και άλλες δηλώσεις που γίνονται από ένα διάδικο ή τον κατηγορούμενο είναι αποδεκτές εναντίον του ως απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων που δηλώνονται σε αυτές και είναι γνωστές ως ανεπίσημες παραδοχές. . Ο πιο γενικά αποδεκτός λόγος που μια τέτοια μαρτυρία είναι αποδεκτή είναι γιατί οι δηλώσεις ενός διαδίκου είτε είναι προς ή ενάντια στο συμφέρον του κατά τον χρόνο που αυτές γίνονται δύνανται πάντοτε να ληφθούν ως αληθινές εναντίον του». Εν' όψει όλων των πιο πάνω δέχομαι ως αληθινή την πιο πάνω δήλωση του Κατηγορουμένου, ότι, δηλαδή, είχε παραλείψει να κατεδαφίσει το παράνομο υποστατικό εντός της προθεσμίας που προνοούσε το διάταγμα. Αποτέλεσε θέμα έντονης αμφισβήτησης αν κατά πόσο το νέο κατασκεύασμα είναι τρόλεϊ, το οποίο μετακινείται και αν κατά πόσο αυτό καλύπτεται από την άδεια πλανοδιοπώλησης που ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κισσόνεργας. Προσέτι δε αν οι τροχοί που υπάρχουν στο υφιστάμενο υποστατικό είναι 5 ή 6. Όπως και προηγουμένως ειπώθηκε, τα ζητήματα τούτα δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Κατά συνέπεια, και η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με αυτά δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο ΜΥ 2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στο ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κισσόνεργας μετέβη ο ίδιος στο επίδικο τεμάχιο για σκοπούς ελέγχου, όπου και διαπίστωσε, ότι ο Κατηγορούμενος είχε επαναφέρει το μέρος του θερμοκηπίου που χρησιμοποιούσε ως φρουταριά στην προτεραία του κατάσταση. Για τον λόγο αυτό υπέγραψε, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου, την βεβαίωση-Τεκμήριο 8. Ως αποτέλεσμα, δεν υφίσταται ούτε και λειτουργεί πλέον φρουταριά στο εν λόγω θερμοκήπιο στο οποίο σήμερα φαίνονται μόνο οι σωλήνες που αποτελούν και τον σκελετό του. Πίσω δε από το εν λόγω θερμοκήπιο ο Κατηγορούμενος ανήγειρε άλλη κατασκευή. Αυτή η κατασκευή χρησιμοποιείται σήμερα από τον Κατηγορούμενο ως φρουταριά. Ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στους πιο πάνω ισχυρισμούς του και δεν κλονίσθηκε παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Το άρθρο 20
(5)του Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Διάταγμα εκδοθέν δυνάμει του εδαφίου 3 περιλαμβάνει και διάταγμα κατεδάφισης. Η μαρτυρία που αποδέχτηκα κατέδειξε, ότι ο Κατηγορούμενος, τελικά, συμμορφώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.04. Παραμένει να εξετασθεί αν κατά πόσο αυτός διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται για το χρονικό εκείνο διάστημα που παρήλθε μετά την λήξη της περιόδου αναστολής κατά το οποίο, σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχτηκα, είχε παραλείψει να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή ή η καταφρόνηση του Δικαστηρίου πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή εκ μέρους κατηγορουμένου στην απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή, πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (Βλ. Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παρακοής και της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου για κατεδάφιση κάποιου κτηρίου. Οι κατηγορίες είχαν θεμελιωθεί, όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, στις διατάξεις του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να κατεδαφίσει το κτήριο οφειλόταν σε πραγματική αδυναμία και όχι σε ηθελημένη πράξη αθώωσε τον εφεσίβλητο και στις δύο κατηγορίες. Ακολουθώντας την Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 διαπίστωσε ότι το ηθελημένο της παρακοής, εξυπακουόμενο πρόθεση ανυπακοής, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Το Εφετείο συμφώνησε, ότι η προσαχθείσα μαρτυρία κατέδειξε, ότι όχι μόνο δεν ήταν πρόθεση του εφεσίβλητου να επιδείξει ανυπακοή προς το διάταγμα, αλλά ότι ο εφεσίβλητος επιστράτευσε, όπως είχε αποκαλύψει η μαρτυρία και διαπιστώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, κάθε νομικά παραδεκτό μέσο που θα μπορούσε να καταστήσει τούτο δυνατό χωρίς, όμως, επιτυχία. Συγκεκριμένα, η οικοδομή, περιλαμβανομένου του μέρους στο οποίο αφορούσε το διάταγμα, ήταν στην κατοχή θέσμιου ενοικιαστή, ο οποίος αρνείτο να επιτρέψει την είσοδο του εφεσίβλητου για να προβεί στην κατεδάφιση του κτηρίου απειλώντας, μάλιστα, να ματαιώσει κάθε προσπάθεια με την χρήση βίας. Δεύτερο, ο εφεσίβλητος κατέφυγε σε δικαστικά μέτρα για ανάκτηση κατοχής της οικοδομής. Ό,τι άλλο θα μπορούσε να πράξει και έπραξε ο εφεσίβλητος ήταν να καλέσει τον Δήμο να προβεί ο ίδιος στην κατεδάφιση ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 20
(4)του Κεφ. 96. Ούτε, όμως, ο Δήμος προέβη στην κατεδάφιση του κτηρίου. Το Εφετείο αναφέροντας, ότι το στοιχείο του ηθελημένου τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων, έκρινε, ότι στην απουσία του ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί. Τα ίδια υποστηρίχθηκαν ενωρίτερα στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) ΑΑΔ 750. Στην πιο πάνω υπόθεση είχε ειπωθεί, ότι το αδίκημα της παρακοής δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά αδίκημα, που έχει αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 υπεβλήθη από τους εφεσίβλητους εναντίον του εφεσείοντα αίτηση παρακοής σε προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσείοντα να δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, σχόλια και άρθρα υβριστικού για τους εφεσίβλητους περιεχομένου. Η αίτηση στηρίχθηκε στα άρθρα 42 έως 47 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, τους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο μετά που δέχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν υβριστικού περιεχομένου και παραβίαζαν τους όρους του προσωρινού διατάγματος. Το Εφετείο, αφού διασαφήνισε, ότι παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή, απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών στοιχείων ειδικά πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, αθώωσε τον εφεσείοντα. Ο λόγος ήταν γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατηύθυνε καθόλου την σκέψη του στο ερώτημα κατά πόσο, επιπρόσθετα με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αποδείχθηκε με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία και η υποκειμενική του υπόσταση. Δεν υπήρχε εύρημα, ότι η αντικειμενικά διαπιστωθείσα παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του εφεσείοντα ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του, ώστε να στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα. Το αδίκημα προσεγγίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ωσάν να ήταν αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι η παράλειψη του Κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου για το χρονικό διάστημα, που πιο πάνω αναφέρθηκε, ή η παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής, όπως πιο πάνω χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Τέτοια πρόθεση δεν καταδείχθηκε από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία. Η ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία απέτυχε να καταδείξει την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος με αποτέλεσμα αυτό να μην έχει στοιχειοθετηθεί πλήρως. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.