Αστυνομία Πάφου ν. Anthony Valentine Robinson, Αρ. Υπόθεσης: 1316/05, 31.8.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1316/05 Αστυνομία Πάφου -ν- Anthony Valentine Robinson, από την Πάφο Κατηγορουμένου ------------------- Ημερομηνία: 31.8.07 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λοϊζίδης και κα Ζυμπουλάκη Κατηγορούμενος: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η πιο πάνω κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 15.9.04 στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑΒ 790, το οποίο οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και την πεζή Ανίσια Γιαννακίδη (ΜΚ 2). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας: τον Αστ. 2970, Μ. Ματθαίου (ΜΚ 1), την πιο πάνω αναφερόμενη Ανίσια Γιαννακίδη (ΜΚ 2), που από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η πεζή», και τον Ανδρέα Σοφοκλέους (ΜΚ 3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίον και κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση δεν κατέθεσε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ο ΜΚ 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του. Απαντούσε ευθέως, αβίαστα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Ήταν σε θέση να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια, όπως και έκανε, ό,τι αποκόμισε από την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ήταν κατατοπιστική σε βαθμό που δεν άφησε αμφιβολία στο Δικαστήριο για τα ευρήματα του από την σκηνή του δυστυχήματος. Με το γράμμα Χ σημείωσε την θέση του σημείου σύγκρουσης επί της ασφάλτου καθώς και το σημείο στο οποίο ήρθε σε επαφή η πεζή με το όχημα του Κατηγορουμένου κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Με το γράμμα δε Α1 την τελική θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου, όπως την βρήκε όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Το σημείο επαφής της πεζής με το όχημα του Κατηγορουμένου υποδείχθηκε στον μάρτυρα από τον Κατηγορούμενο. Καταμαρτυρείται, όμως, και από την ύπαρξη επί του μπροστινού μέρους του οχήματος του Κατηγορουμένου ελαφρού γδαρσίματος. Το γδάρσιμο αυτό αρχίζει από την μέση του μπροστινού μέρους και κατευθύνεται προς την δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, ήτοι προς την θέση του οδηγού. Στο ίδιο σημείο είχε παραμερισθεί η σκόνη, που υπήρχε στο υπόλοιπο μέρος του. Στο μέρος εκείνο φαινόταν κάτι σαν σκούπισμα. Το όχημα του Κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε και δεν μετακινήθηκε καθόλου μετά την σύγκρουση. Ο μάρτυρας στερείτο προσωπικής γνώσης ενός τέτοιου ισχυρισμού, τα αντικειμενικά δε ευρήματα στην σκηνή δεν παρείχαν την βάση για την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, εφόσον προκύπτει από τις δηλώσεις του Κατηγορουμένου και μόνο. Συνάδει, όμως, με την διά ζώσης μαρτυρία του Κατηγορουμένου και επιβεβαιώνεται από αυτήν. Δέχομαι, επομένως, ότι το σημείο επαφής της πεζής με το όχημα του Κατηγορουμένου κατά την σύγκρουση ήταν στο σημείο Χ και ότι το όχημα κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν στην τελική του θέση, όπως αυτή σημειώνεται επί του Τεκμηρίου 1 με το γράμμα Α1. Υπεβλήθη στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση, ότι τα δέντρα που υπήρχαν επί του πεζοδρομίου από το οποίο κατέβηκε η πεζή εμπόδιζαν τον Κατηγορούμενο να δει και να αντιληφθεί την πεζή και καθ' ον χρόνο αυτή βρισκόταν επί του πεζοδρομίου, αλλά και αργότερα όταν αυτή κατέβηκε για να διασταυρώσει τον δρόμο. Ο μάρτυρας ήταν σαφής και κατηγορηματικός, ότι τα δέντρα που υπήρχαν επί του πεζοδρομίου στο σημείο από το οποίο κατέβηκε η πεζή, αφενός, ήταν ψηλά, αφετέρου, βρίσκονταν σε απόσταση από την άκρια του πεζοδρομίου. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν εμπόδιζαν την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Η θέση του μάρτυρα βρίσκει έρεισμα σε λόγους πειστικούς και, κατά συνέπεια, η θέση της Υπεράσπισης, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί, δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, δεν κλονίζει την αξιοπιστία του. Άλλωστε, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν επικαλέσθηκε την πιο πάνω υπό της Υπεράσπισης προβληθείσα θέση ως λόγο που να συνέβαλε στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ο Κατηγορούμενος ότι τα δέντρα επί του αριστερού, σύμφωνα με την πορεία του, πεζοδρομίου, τον εμπόδιζαν καθ' οιονδήποτε χρόνο να δει την πεζή. Θέση του ήταν ότι αυτό που τον εμπόδιζε να δει την πεζή πριν την αντιληφθεί για πρώτη φορά ήταν τα αυτοκίνητα, που βρίσκονταν σε αναμονή στα φώτα της Αγαπήνωρος με πρόθεση να στρίψουν δεξιά. Εκτός από το πιο πάνω κανένα άλλο σημείο από τα ευρήματα και την μαρτυρία του, γενικότερα, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Κρίνω πως ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής στην μαρτυρία του και κατέθεσε με σκοπό μέσα από τα ευρήματά του να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Εν' όψει όλων των πιο πάνω μου έδωσε την εντύπωση ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εξεταστή της σκηνής του δυστυχήματος, ο οποίος έλαβε ορθές μετρήσεις και επιτέλεσε το έργο που του ανατέθηκε στο ακέραιο. Η απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι τα φώτα επί της διασταύρωσης ήταν το μόνο σημείο στο οποίο δεν ήταν θετικός στην μαρτυρία του. Ενώ στην κυρίως εξέταση ανέφερε, ότι αυτή η απόσταση είναι 50 μέτρα στην αντεξέταση μίλησε για απόσταση σαφώς μικρότερη, της τάξης των 30 μέτρων. Εκτός από το σημείο αυτό η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Η ΜΚ 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας της. Δεν απαντούσε με άνεση και σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της έδειχνε συγχυσμένη. Παρόλα αυτά δέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι είχε την ευκαιρία και τίποτα δεν την εμπόδιζε να δει τον Κατηγορούμενο έγκαιρα, παρόλα αυτά δεν είδε τον Κατηγορούμενο παρά μόνο «την τελευταία στιγμή», όπως, ενδεικτικά, ανέφερε κατά την αντεξέταση. Θεωρώ, πως η πιο πάνω δήλωση της μάρτυρος είναι δυσμενής για την ίδια. Εύλογα θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να υποστηριχθεί, ότι εφόσον είναι τέτοια δεν θα υπήρχε λόγος να την προβάλει η μάρτυς αν αυτή δεν ήταν αληθινή. Συνακόλουθα δέχομαι, ότι η μάρτυρας είδε το όχημα του Κατηγορουμένου για πρώτη φορά ακριβώς πριν την σύγκρουση, όταν, δηλαδή, οποιοδήποτε περιθώριο για αποφυγή της είχε ουσιαστικά εκμηδενισθεί ένεκα της μικρής απόστασης που την χώριζε από τον Κατηγορούμενο. Η μάρτυρας ισχυρίσθηκε, ότι επιχείρησε να διασταυρώσει αφού έλεγξε τον δρόμο και από τις δύο πλευρές και διαπίστωσε, ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ 1, που αποδέχτηκα, το σημείο της σύγκρουσης απέχει 6 μέτρα από το πεζοδρόμιο από το οποίο κατέβηκε η πεζή για να διασταυρώσει. Η μάρτυρας δεν θα χρειάσθηκε περισσότερα από κάποια δευτερόλεπτα για να καλύψει την πιο πάνω απόσταση εν' όψει του ότι αυτή ήταν σχετικά μικρή και η ίδια κινείτο με γοργό βηματισμό, όπως, άλλωστε, παραδέχτηκε. Για να ευσταθεί η θέση της μάρτυρος πρέπει το όχημα του Κατηγορουμένου να οδηγείτο με τόσο μεγάλη ταχύτητα, ώστε εντός των λίγων δευτερολέπτων που χρειάσθηκαν για να καλύψει η μάρτυρας την πιο πάνω απόσταση, αυτό να μπόρεσε να καλύψει μιαν απόσταση 30 ίσως και περισσότερων, όπως υποστηρίζεται από την δοθείσα μαρτυρία, μέτρων μέχρι να φθάσει στο σημείο της σύγκρουσης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν υποστηρίζεται από την δοθείσα μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος, μάλιστα, ισχυρίσθηκε, ότι οδηγούσε με κανονική ταχύτητα και ότι μεγαλύτερη ταχύτητα δεν μπορούσε να αναπτύξει εν' όψει του ότι είχε προηγουμένως σταματήσει στα φώτα που προηγήθηκαν του σημείου της σύγκρουσης και της μικρής σχετικά απόστασης μεταξύ αυτού και των φώτων τροχαίας. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η πιο πάνω θέση της μάρτυρος στερείται πειστικότητας. Από την μαρτυρία της δεν λείπουν και οι αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε, ότι ο Κατηγορούμενος την χτύπησε ελαφρά στην διά ζώσης μαρτυρία της ανέφερε, ότι από την σύγκρουση σύρθηκε κάτω και κατέληξε σε απόσταση 1,5 μέτρο από το όχημα του Κατηγορουμένου. Ερωτηθείσα δε να πει πού βρέθηκε μετά την σύγκρουση με το όχημα του Κατηγορουμένου πρόβαλε διάφορες εκδοχές προτού καταλήξει στην θέση που, τελικά, έδωσε στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και, κατά συνέπεια, δεν μπορώ να δεχτώ την μαρτυρία της για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Από την μαρτυρία της δέχομαι μόνο, ότι στις 15.9.04 στην προσπάθειά της να διασταυρώσει την οδό Αγαπήνωρος κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορουμένου που οδηγείτο επί της ιδίας οδού από τα αριστερά της και ότι το όχημα αυτό η ίδια το αντιλήφθηκε μόλις πριν την σύγκρουση και όχι ενωρίτερα. Ο ΜΚ 3 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Γενικά, μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε δεν με έπεισε στο παραμικρό για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ενόσω κατέθετε ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του η αμηχανία. Σε ορισμένα, επίσης, σημεία της μαρτυρίας του έδειχνε έντονα συγχυσμένος και τρακαρισμένος. Δεν ήταν, επίσης, θετικός στις θέσεις του. Από την όλη στάση και συμπεριφορά του μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση, ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια. Ενώ ήταν η θέση του, ότι είχε δει την πορεία που διέγραψε το όχημα του Κατηγορουμένου από τα φώτα τροχαίας έως το σημείο της σύγκρουσης και την ΜΚ 2 από την στιγμή που κατέβηκε από το πεζοδρόμιο μέχρι που κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορουμένου, στην αντεξέταση παραδέχτηκε, ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε, ότι είδε το όχημα του Κατηγορουμένου, μόνο μετά που άκουσε τα φρένα του, οπότε και γύρισε να δει τι συμβαίνει. Ερωτηθείς δε κατά την αντεξέταση γιατί, εν' όψει των δηλώσεών του στην κατάθεσή του, είπε στο Δικαστήριο, ότι είχε δει όλη την σκηνή και, μάλιστα, ότι είχε κάνει και πρόβλεψη, ότι ο Κατηγορούμενος θα χτυπούσε την ΜΚ 2, η απάντησή του ουδόλως πείθει. Εξακολουθούσε δε να ισχυρίζεται, από την μια, ότι στην κατάθεσή του δεν ανέφερε όλα όσα είχε δει, από την άλλη, ότι είδε την ΜΚ 2 να πέφτει κάτω. Παραμένει, δηλαδή, αδιασαφήνιστο από τον μάρτυρα αν όντως είδε ό,τι ισχυρίσθηκε στην διά ζώσης μαρτυρία του ότι είδε ή αν το μόνο που είδε, τελικά, ήταν την ΜΚ 2 να πέφτει κάτω και όχι το πώς συνέβη η σύγκρουση. Σε αυτό, θα πρέπει να πω, συνέβαλε και το γεγονός, ότι η Υπεράσπιση δεν ζήτησε από τον μάρτυρα να πει ανάμεσα σε ποια από τις δύο εκδοχές βρίσκεται η αλήθεια. Περαιτέρω αντεξεταζόμενος ανέφερε, ότι όπως στεκόταν και έβλεπε προς την Αγαπήνωρος είδε τον Κατηγορούμενο να εισέρχεται από τα αριστερά του. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν από τα δεξιά και όχι από τα αριστερά του δήλωσε, ότι δεν γνώριζε να απαντήσει. Δεν μπορώ να δεχτώ, ότι η αδυναμία του μάρτυρα να απαντήσει οφείλεται σε αδυναμία του να ξεχωρίσει το δεξί από το αριστερό. Οφείλεται, πρόδηλα, στην από μέρους του διαπίστωση, ότι είχε πλέον καταστεί έκδηλο, ότι δεν έλεγε την αλήθεια και ότι υπό τις περιστάσεις θα ήταν μάταιο να επιμένει στους ισχυρισμούς του. Σημειώνεται, ότι αν ο μάρτυρας είχε το κεφάλι του στραμμένο προς την Αγαπήνωρος από το σημείο που υπέδειξε, ότι στεκόταν, όπως ισχυρίσθηκε, τότε ο Κατηγορούμενος θα πλησίαζε την σκηνή του δυστυχήματος από τα δεξιά και όχι από τα αριστερά του. Από τα αριστερά του θα ερχόταν ο Κατηγορούμενος αν ο μάρτυρας είχε την πλάτη του γυρισμένη προς την Αγαπήνωρος και κοίταζε αντίθετα από αυτήν, ως, δηλαδή, ο ισχυρισμός του στην κατάθεσή του. Τα πιο πάνω μου δημιούργησαν αμφιβολίες για την γνησιότητα της μαρτυρίας του, την οποία για τον λόγο αυτό δεν αποδέχομαι. Συνακόλουθα δεν δέχομαι την θέση του, ότι είδε πώς συνέβηκε η σύγκρουση. Κατ' επέκταση η θέση του, ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε εντός της Αγαπήνωρος με υπερβολική ταχύτητα και ότι η ΜΚ 2 διασταύρωσε με κανονισμό βηματισμό και όχι τρέχοντας, όπως της υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση και αφού αυτή πρώτα έλεγξε τον δρόμο κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά δεν γίνονται αποδεκτοί. Το μόνο που δέχομαι από την μαρτυρία του είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του και ότι όταν αντιλήφθηκε την σύγκρουση έσπευσε να βοηθήσει. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν θετικός στην μαρτυρία του και δεν μου άφησε καμία αμφιβολία για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Απαντούσε με ηρεμία, ευθύτητα, αμεσότητα και χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και ήταν σταθερός στην μαρτυρία του. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι είδε την ΜΚ 2 για πρώτη φορά από απόσταση 12 μέτρων, ενώ στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ότι την είδε από απόσταση 10 μέτρων. Η πιο πάνω αντίφαση δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Πρώτο, γιατί η διαφορά μεταξύ των δύο αριθμών είναι πολύ μικρή σε κάτι που είναι η εκτίμηση και μόνο του μάρτυρα. Και δεύτερο, γιατί έχουν παρέλθει τρία χρόνια από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα και είναι φυσικό η πάροδος ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος να αδυνατίζει την μνήμη. Για τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα δέχομαι, ότι αυτή η απόσταση δεν ξεπερνούσε το 10 με 12 μέτρα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 15.9.04 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αριθμούς εγγραφής ΒΑΒ 790 επί της οδού Γεωργίου Χριστοφόρου. Φθάνοντας στα φώτα της διασταύρωσης της πιο πάνω οδού με τις οδούς Αποστόλου Παύλου και Αγαπήνωρος σταμάτησε, καθότι τα φώτα ήταν κόκκινα για την πορεία του. Όταν τα φώτα άναψαν πράσινο ο Κατηγορούμενος προχώρησε ευθεία και εισήλθε εντός της οδού Αγαπήνωρος αφού διασταύρωσε την Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου. Μπροστά του δεν οδηγείτο άλλο αυτοκίνητο. Η οδός Γεωργίου Χριστοφόρου καταλήγει στα φώτα στα οποία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, σταμάτησε ο Κατηγορούμενος. Από τα απέναντι φώτα και στην ίδια ευθεία αρχίζει η οδός Αγαπήνωρος, η οποία είναι προέκταση της Γεωργίου Χριστοφόρου. Επί της Αγαπήνωρος υπήρχε ουρά από αυτοκίνητα, τα οποία οδηγούνταν με κατεύθυνση αντίθετη προς αυτή που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Βρίσκονταν δε σταματημένα στα φώτα της Αγαπήνωρος και ανέμεναν να στρίψουν δεξιά για να κατευθυνθούν βόρεια επί της Αποστόλου Παύλου. Στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία των οχημάτων αυτών και δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Η ΜΚ 2 κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, που βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου, και εισήλθε μέσα στον δρόμο με σκοπό να διασταυρώσει την Αγαπήνωρος. Τα αυτοκίνητα, που βρίσκονταν σταματημένα στα φώτα της Αγαπήνωρος εμπόδιζαν τον Κατηγορούμενο να δει την ΜΚ 2 όταν αυτή κατέβηκε από το πεζοδρόμιο. Η ΜΚ 2 έγινε αντιληπτή από τον Κατηγορούμενο, όταν αυτή πέρασε πίσω από το τελευταίο σταματημένο στο αλτ αυτοκίνητο. Την στιγμή εκείνη η ΜΚ 2 διασταύρωνε την Αγαπήνωρος τρέχοντας. Αμέσως ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του, πλην όμως η επαφή με την ΜΚ 2 δεν αποφεύχθηκε. Η επαφή του οχήματος του Κατηγορουμένου με την ΜΚ 2 έγινε όταν το όχημα του Κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε. Με την επαφή η ΜΚ 2 έπεσε στην άσφαλτο. Το όχημα του Κατηγορουμένου άφησε επί της ασφάλτου ίχνη τροχοπέδησης μήκους 8,80 μέτρων. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης ήταν η ξαφνική είσοδος της πεζής μέσα στον δρόμο, η οποία ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του Κατηγορουμένου. Η πεζή κατέστη ορατή από τον Κατηγορούμενο μόνο αφότου αυτή πέρασε πίσω από το ακινητοποιημένο όχημα. Η απόσταση, όμως, που την χώριζε από το όχημα του Κατηγορουμένου την στιγμή εκείνη ήταν μικρή σε βαθμό που περιόριζε την δυνατότητα στον Κατηγορούμενο να αποφύγει την σύγκρουση εν' όψει και του ότι αυτή διασταύρωνε τον δρόμο τρέχοντας. Ο Κατηγορούμενος σε μια προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση εφάρμοσε τα φρένα του. Υπό τις περιστάσεις δεν θεωρώ πώς υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Το γεγονός ότι δεν έκανε οποιοδήποτε ελιγμό ή άλλο χειρισμό του οχήματός του προς αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνιστά αμέλεια εκ μέρους του. Η Νομολογία έχει καταδείξει, ότι η συμπεριφορά ενός οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Αν η αντίδραση ενός οδηγού είναι τέτοια που παρά την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από τον μέσο οδηγό τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Έχει, επίσης, λεχθεί, ότι η συμπεριφορά ενός ενάγοντα θα πρέπει να κρίνεται μέσα στο στενό περιθώριο χρόνου και την αγωνία της στιγμής (Βλ. Adamis And Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Παπαχριστοδούλου ν. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426). Κάτω από την αγωνία της στιγμής ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως ένας συνετός και σώφρων οδηγός. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην εναντίον του κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο