Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Tara Mylona, Αρ. Υπόθεσης: 12890/05, 3.9.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12890/05 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου - v - Tara Mylona Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 3.9.07 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορουμένη: κα Μ. Χατζηλευτέρη Κατηγορούμενη: παρούσα Χρέη διερμηνέα από Ελληνικά στα Αγγλικά εκτελεί ο κ. Νικόλας Αλέξη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η πιο πάνω κατηγορία ήταν το αποτέλεσμα εξέτασης από την Αστυνομία τροχαίου δυστυχήματος που έλαβε χώρα την 1.6.05 στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ZHAH 115, το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορούμενη και τον πεζό Θεόδωρο Λαζίδη. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας: τον Λοχ. 1289, Π. Αναστάση (ΜΚ 1) και τον Αστ. 2347, Δημήτρη Γεωργίου (ΜΚ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, την οποία και κάλεσε σε απολογία. Η Κατηγορούμενη, αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, σύμφωνα με τον Νόμο, επέλεξε να προβεί σε ένορκο κατάθεση. Για την Υπεράσπιση δεν κατέθεσε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενόσω αυτοί έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ο ΜΚ 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με θετικότητα αναφορικά με τις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η μαρτυρία του ήταν περισσότερο τυπικής σημασίας, αφού το έργο του περιορίσθηκε στην λήψη καταθέσεων από την Κατηγορουμένη, τον πεζό, Θεόδωρο Λαζίδη, και την αδελφή του πεζού, Ρωξάνα Λαζίδου. Κατηγόρησε, επίσης, γραπτώς την Κατηγορουμένη. Ανέφερε, ότι από τον πεζό, ένεκα του προβλήματος που υπήρχε στην επικοινωνία μαζί του, δεν κατάφερε να λάβει όλες τις πληροφορίες που επιθυμούσε. Κάποιες από τις ερωτήσεις του μάρτυρα, επειδή η αδελφή του δεν μπορούσε να τις μεταφράσει, έμειναν αναπάντητες. Υπεβλήθη από την Υπεράσπιση, ότι σκόπιμα ο μάρτυρας δεν ρώτησε τον πεζό για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα. Η Υπεράσπιση, ουσιαστικά, αμφισβήτησε ότι ο μάρτυρας επιτέλεσε ορθά τα καθήκοντά του. Ο μάρτυρας δεν δέχτηκε την υποβολή και αντέτεινε ότι τίποτα το σκόπιμο δεν υπήρχε στην λήψη της κατάθεσης από τον πεζό και ότι σκοπός του και μόνο ήταν να λάβει την καλύτερη δυνατή κατάθεση, που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να λάβει. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς η πιο πάνω θέση προωθούσε την υπόθεση της Υπεράσπισης την στιγμή που στην κατάθεση του Λαζίδη δεν υπήρχε οτιδήποτε ενοχοποιητικό για την Κατηγορουμένη. Στην κατάθεση αναφέρεται μόνο, ότι καθώς ο πεζός διασταύρωνε τον δρόμο κτυπήθηκε από αυτοκίνητο, που ερχόταν από αριστερά του. Μάλιστα, αναφέρεται ότι προηγουμένως δεν είχε δει το αυτοκίνητο αυτό. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι ο μάρτυρας επιτέλεσε τα καθήκοντά του με την αναγκαία υπό τις περιστάσεις επάρκεια. Αναφορικά με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Λαζίδη, τούτο είναι αποδεκτό. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Αναφορικά δε με την αξιολόγηση που θα πρέπει να τύχει μια τέτοια μαρτυρία από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το άρθρο 27
(1)του ιδίου Νόμου προνοεί, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το ότι η σύγκρουση έγινε όταν ο πεζός διασταύρωνε τον δρόμο από αυτοκίνητο, που ερχόταν από αριστερά του δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Επιβεβαιώνεται, μάλιστα, από την μαρτυρία της Κατηγορουμένης, όπως και ο ισχυρισμός, ότι προηγουμένως ο πεζός δεν είχε δει το εν λόγω αυτοκίνητο. Το περιεχόμενο δε της κατάθεσης της Ρωξάνας Λαζίδου κρίνεται άσχετο με τα επίδικα θέματα και για τον λόγο αυτό δεν είναι αποδεκτό. Ο ΜΚ 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Από την μαρτυρία του ελλείπει η απαιτούμενη σε νευραλγικά σημεία της υπόθεσης ακρίβεια με αποτέλεσμα αυτή να στερείται κύρους. Μέσα από τις απαντήσεις του, το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε δεν έχω πεισθεί, ότι εκπλήρωσε στα έπακρο τα καθήκοντά του αναφορικά με την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ενδεχομένως, σε αυτό να συνέβαλε και το γεγονός, ότι οι γνώσεις του μάρτυρα στον τομέα αυτό είναι μόνο εμπειρικές, αφού αυτός, κατά δική του ομολογία, δεν παρακολούθησε καμία σειρά μαθημάτων για διερεύνηση σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων και ό,τι έμαθε για διερεύνηση σκηνών το έμαθε πρακτικά από συναδέλφους του. Πάντως, διεφάνη καθαρά, ότι την διαφορά μεταξύ συμμετρικού σχεδίου και σχέδιου επί κλίμακας δεν την γνώριζε, αφού το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε (Τεκμήριο 7) το αποκάλεσε σχέδιο επί κλίμακας δίνοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση, ότι πεποίθησή του ήταν, ότι όποιο σχέδιο είναι συμμετρικό είναι και επί κλίμακoς. Ο μάρτυρας δεν καθόρισε το σημείο της σύγκρουσης από τα αντικειμενικά του ευρήματα στην σκηνή του δυστυχήματος. Στηρίχθηκε στις υποδείξεις, όπως ανέφερε, της Κατηγορουμένης και τις ζημιές που υπήρχαν πάνω στο όχημά της. Το ότι το σημείο της σύγκρουσης δεν καθορίσθηκε από τον ίδιο, αυτό δεν είναι από μόνο του ενδεικτικό οποιασδήποτε ανικανότητας. Ενδεχομένως, τα αντικειμενικά ευρήματα από την σκηνή του δυστυχήματος να μην ήταν ικανά να τον καθοδηγήσουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αυτό, όμως, που καταδεικνύει το επίπεδο της διερεύνησής του είναι ότι καμία εξήγηση δεν πρόβαλε γιατί τα αντικειμενικά του ευρήματα από την σκηνή δεν τον βοήθησαν προς την κατεύθυνση αυτή. Έπειτα, τι σχέση έχει η θέση των ζημιών πάνω στο όχημα της Κατηγορουμένης με την θέση του σημείου της σύγκρουσης επί της ασφάλτου; Το ζήτημα αυτό υποδείχθηκε στον μάρτυρα από το Δικαστήριο, πλην όμως ο μάρτυρας δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την σημασία του. Η θέση των ζημιών αυτών μπορεί να είναι ενδεικτικές της θέσης που έπεσε ο πεζός πάνω στο εν λόγω όχημα, δεν καθορίζουν, όμως, και την θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης μέσα στον δρόμο κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Ενώ στηρίχθηκε στις υποδείξεις της Κατηγορουμένης αναφορικά με την θέση του σημείου της σύγκρουσης σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του άφησε να νοηθεί, ότι ο καθορισμός του έγινε από τον ίδιο, αφού υποστήριξε, ότι η τοποθέτηση του σημείου της σύγκρουσης στο Χ δεν είναι επακριβής καθότι το πραγματικό σημείο της σύγκρουσης θα πρέπει να είναι εντός περιφέρειας 30 εκατοστών από το Χ. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο μάρτυρας δεν ήταν θετικός επί του ζητήματος τούτου. Συνακόλουθα δεν μπορώ να δεχτώ, ότι το σημείο της σύγκρουσης είναι στο Χ. Δέχομαι, όμως, ότι η σύγκρουση με τον πεζό έγινε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης. Αυτό προκύπτει από την ευθεία πορεία των ιχνών τροχοπέδησης, που βρίσκονται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης και την ύπαρξη της κηλίδας αίματος εντός της ίδιας λωρίδας. Υποστηρίζεται, επίσης, εναργέστατα και από την μαρτυρία της ίδιας της Κατηγορουμένης. Σύμφωνα με αυτήν ο πεζός κατά τον ουσιώδη χρόνο διασταύρωνε την Αποστόλου Παύλου από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της. Όταν ο πεζός έφθασε στην διαχωριστική γραμμή η Κατηγορουμένη βρισκόταν σε απόσταση 15 μέτρων από αυτήν. Η Κατηγορουμένη συνέχισε την ευθεία πορεία της με ελαττωμένη ταχύτητα και όταν αντιλήφθηκε, ότι ο πεζός δεν σταματούσε, αλλά συνέχιζε την πορεία του προς την αντίθετη πλευρά του δρόμου εφάρμοσε τα φρένα της πλην όμως η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Βλέποντας δε το Τεκμήριο 7 η Κατηγορουμένη ανέφερε, ότι η διάβαση πεζών, που βρισκόταν εντός της πορείας της βρισκόταν κάποια μέτρα πίσω από το σημείο της σύγκρουσης σε σχέση με την πορεία της. Δεν ήταν, επίσης, θετικός αναφορικά με το πού ακριβώς κατέληγαν τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος της Κατηγορουμένης, αφού, ενώ σημείωσε τα ίχνη αυτά να καταλήγουν πίσω από το μπροστινό μέρος του οχήματος της Κατηγορουμένης, στο μέσο, περίπου, του μήκους του, στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι αυτά κατέληγαν στους μπροστινούς του τροχούς. Η θέση του, όμως, ότι αυτά βρίσκονταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης, είχαν μήκος 10,30 μέτρα και ακολουθούσαν ευθεία πορεία είναι αποδεκτή. Ο μάρτυρας τα είδε και τα μέτρησε και δεν έχω αμφιβολία για την αλήθεια της μαρτυρίας αυτής, η οποία και κρίνεται αποδεκτή. Σημειώνεται, ότι η μαρτυρία του ως προς τις πιο πάνω παραμέτρους δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Εν' όψει των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι η απόσταση μεταξύ της κηλίδας αίματος και του αληθινού σημείου σύγκρουσης είναι 6,10 μέτρα ή ότι το ορθό μήκος της καθέτου από το αληθινό σημείο σύγκρουσης στο αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορουμένης είναι 2,70 μέτρα. Εκτός από την μαρτυρία του που δεν αποδέχτηκα η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Αναφορικά με την Κατηγορουμένη, δεν μου διαφεύγουν οι αντιφάσεις που υπάρχουν ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία της και την κατάθεσή της στην Αστυνομία (Τεκμήριο 1) σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη πριν την σύγκρουση με τον πεζό και την απόσταση από την οποία αυτή τον είδε για πρώτη φορά. Συγκεκριμένα στην κατάθεσή της στην Αστυνομία ανέφερε, ότι μόλις είδε τον πεζό εφάρμοσε τα φρένα της. Την στιγμή εκείνη ο πεζός βρισκόταν στο μέσο της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας σε απόσταση 15 μέτρων από αυτήν. Ως αποτέλεσμα το όχημα της σύρθηκε στον δρόμο και τον χτύπησε. Στην διά ζώσης μαρτυρία της πρόβαλε διαφορετικούς ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, ότι είδε για πρώτη φορά τον πεζό από απόσταση 30 μέτρων. Την στιγμή εκείνη ο πεζός βρισκόταν στο μέσο της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και διασταύρωνε την Αποστόλου Παύλου από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της. Δεν εφάρμοσε τα φρένα της. Προχώρησε ελαττώνοντας ταχύτητα θεωρώντας, ότι ο πεζός θα σταματούσε στην μέση του δρόμου, για να την αφήσει να περάσει. Ο πεζός προχωρούσε χωρίς να τρέχει και χωρίς καθ' οιονδήποτε χρόνο να στρέψει το κεφάλι του προς αυτήν. Όταν αντιλήφθηκε, ότι ο πεζός δεν θα σταματούσε, τότε εφάρμοσε τα φρένα της πλην όμως η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Το αυτοκίνητό της σύρθηκε και χτύπησε τον πεζό. Την στιγμή που ο πεζός βρισκόταν στο μέσο του δρόμου αυτή απείχε από τον πεζό απόσταση 15 μέτρα. Θεωρώ, ότι οι δηλώσεις της Κατηγορουμένης στην διά ζώσης μαρτυρία της είναι δυσμενείς για την ίδια. Εύλογα θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να υποστηριχθεί, ότι, εφόσον είναι τέτοιες, δεν θα υπήρχε λόγος να τις προβάλει η Κατηγορουμένη αν αυτές δεν ήταν αληθινές. Συνακόλουθα δέχομαι, ότι η αλήθεια βρίσκεται στην διά ζώσης μαρτυρία της Κατηγορουμένης και όχι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Είναι αξιοσημείωτο, ότι η Κατηγορουμένη υποστήριξε και, μάλιστα, σθεναρά, ότι οι αποστάσεις στις οποίες αναφέρθηκε στην κατάθεσή της δεν ήταν παρά μόνο προϊόν της εκτίμησής της. Οι αληθινές, όμως, αποστάσεις είναι αυτές που ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία της, αφού μετά το δυστύχημα πήγε η ίδια μαζί με φιλικό της πρόσωπο στην σκηνή του δυστυχήματος και τις μέτρησε. Το πιο πάνω γεγονός ενδυναμώνει την αξία της διά ζώσης μαρτυρίας της. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η όλη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν τέτοια που με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας της. Η μάρτυρας ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε μου έδωσε την εντύπωση της ειλικρινούς μάρτυρος, που προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς φόβο και πάθος και με πλήρη επίγνωση του καθήκοντος να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, ακόμα και αν αυτή η αλήθεια δεν ήταν ευνοϊκή για την ίδια. Τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και την αντεξέταση υποστήριξε, ότι υπήρχε τροχαία κίνηση στον δρόμο και από τις δύο πλευρές. Κατά την αντεξέταση διασαφήνισε, ότι ούτε κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσής της στην Αστυνομία, αλλά ούτε και τώρα θυμάται αν κατά πόσο υπήρχε τροχαία κίνηση στον δρόμο, είτε προς την μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση, κατά τον χρόνο που διασταύρωνε ο πεζός. Σε άλλα χρονικά σημεία της διαδρομής της επί της Λεωφόρου Αποστόλου Παύλου και πριν την σύγκρουση ήταν βεβαία πως υπήρχε τροχαία κίνηση. Παρόμοιος ισχυρισμός υπάρχει και στην κατάθεσή της στην Αστυνομία. Κατά συνέπεια, επί του σημείου τούτου δεν βρίσκω, ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών της στην κατάθεση της στην Αστυνομία και της διά ζώσης μαρτυρίας της. Δεν μου διαφεύγει, ότι η Κατηγορουμένη κατά την αντεξέταση ανέφερε, ότι ο λόγος που δεν είχε αντιληφθεί τον Κατηγορούμενο πάνω στο πεζοδρόμιο και πριν αυτός κατεβεί μέσα στο δρόμο ήταν η παρουσία αυτοκινήτων στην πλευρά του πεζού, που εμπόδιζε την ορατότητά της προς την πλευρά του. Οι δύο ισχυρισμοί δεν συνάδουν μεταξύ τους. Θεωρώ, πως αν ήταν αληθινός ο δεύτερος η Κατηγορουμένη δεν θα πρόβαλλε τον πρώτον και, μάλιστα, κάμποσες φορές στην μαρτυρία της, εν' όψει του ότι ο δεύτερος ήταν ευνοϊκός για την Υπεράσπισή της. Για τον λόγο αυτό θεωρώ, πως η αλήθεια βρίσκεται στον πρώτο ισχυρισμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την μαρτυρία της. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία της που δεν αποδέχομαι είναι ότι πριν την σύγκρουση οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 45 χιλιόμετρα. Είναι απόρροια της κοινής λογικής, ότι αν η Κατηγορουμένη οδηγούσε με την προαναφερθείσα ταχύτητα θα κατάφερνε να ακινητοποιήσει το όχημά της με την εφαρμογή των φρένων της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 1.6.05 η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ZHAH 115 επί της Λεωφόρου Αποστόλου Παύλου με νότια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Θεόδωρος Λαζίδης διασταύρωνε την Αποστόλου Παύλου από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα κατέβηκε από το δεξιό σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορουμένης πεζοδρόμιο και προχωρούσε πεζός κάθετα μέσα στον δρόμο. Η Κατηγορουμένη αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον πεζό ενώ αυτός βρισκόταν στο μέσο της δεξιάς σύμφωνα με την πορεία της λωρίδας κυκλοφορίας. Στο σημείο εκείνο η Κατηγορουμένη απείχε από τον πεζό απόσταση 30 μέτρων και με ελαττωμένη ταχύτητα εξακολουθούσε να προχωρεί ευθεία επί της Αποστόλου Παύλου. Ο Λαζίδης συνέχισε την κάθετη του πορεία μέσα στο δρόμο. Όταν αυτός βρέθηκε επί της διαχωριστικής γραμμής η Κατηγορουμένη απείχε απόσταση 15 μέτρα από αυτόν. Τότε η Κατηγορουμένη εφάρμοσε τα φρένα της, πλην όμως η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Αυτή δε έλαβε χώρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης. Το όχημά της Κατηγορουμένης άφησε επί της ασφάλτου ίχνη τροχοπέδησης μήκους 10,30 μέτρων. Από την σύγκρουση ο πεζός εκτινάχθηκε πάνω στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης και ακολούθως έπεσε στην άσφαλτο. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (Βλ. Πορτοκαλλίδης ν. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Υπό το φως των ευρημάτων μου καθίσταται σαφές, ότι υπήρχε επαρκής ευκαιρία στην Κατηγορουμένη να αποφύγει την σύγκρουση με τον πεζό, πλην όμως αυτή δεν το έπραξε. Από την στιγμή που η Κατηγορουμένη αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 30 μέτρων και είχε, επίσης, αντιληφθεί, ότι ο πεζός προχωρούσε με αδιαφορία προς τα αυτοκίνητα που κατευθύνονταν από τα αριστερά του όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και επάγρυπνη στο ενδεχόμενο της σύγκρουσης και όφειλε να λάβει τέτοια μέτρα ώστε να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του. Όφειλε να εφαρμόσει τα φρένα της από απόσταση τέτοια που θα της παρείχετο η δυνατότητα να ακινητοποιήσει το όχημά της έγκαιρα. Με δεδομένη την απόσταση που την χώριζε από τον πεζό όταν τον αντιλήφθηκε να εισέρχεται εντός του δρόμου ήταν εντός των δυνατοτήτων της να εφαρμόσει τα φρένα της αποτελεσματικά, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση με τον πεζό. Το γεγονός, ότι δεν εφάρμοσε τα φρένα της κατά αυτόν τον τρόπο, ενώ είχε την δυνατότητα καταδεικνύει, ότι η Κατηγορουμένη δεν ενήργησε με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα απέναντι στον πεζό. Τούτο προδιαγράφει και την ευθύνη της. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω, πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην εναντίον της κατηγορία. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο