Δημοκρατία v. Νιόβης Παρούτη, Αρ. Υπόθεσης: 14852/06, 18/9/2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2007:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Ρ. Λιμνατίτου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14852/06 Δημοκρατία ν. Νιόβης Παρούτη Κατηγορουμένης ------------------------ Ημερομηνία: 18.9.2007 Για τη Δημοκρατία : κ. Σ. Μάτσας Για την Κατηγορούμενη: κ. Ν. Παναγιώτου Κατηγορούμενη : παρούσα --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.11.2006 ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου μεταφέρει στις Α΄ Βοήθειες τη Λίνα Κουρίδου σοβαρά τραυματισμένη. Το θύμα πέρα από άλλα τραύματα που έφερε, όπως στο κεφάλι και στο πρόσωπο, έφερε καρφωμένο στην πλάτη δελφινιέρα βέλους από ψαροντούφεκο. Η τραυματίας εισήχθη στην ειδική αίθουσα για τραύματα ενώ η Νίκη Βασιλείου (Μ.Κ.23) παθολόγος, τοποθετημένη στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών, ανέλαβε τη φροντίδα της. Ειδοποιήθηκε λόγω του τραύματος στην πλάτη χειρούργος. Εκεί το θύμα σε ερώτηση της γιατρού Βασιλείου πώς τραυματίστηκε της ανέφερε ότι κατά λάθος κτυπήθηκε από το ψαροντούφεκο ενώ το περιεργάζονταν με τη φίλη της, την οποία εκείνη τη στιγμή δεν κατονόμασε. Όταν ρωτήθηκε και πάλι για τα τραύματα που έφερε στο πρόσωπο της και πάλι ανέφερε στη γιατρό Βασιλείου ότι όταν κτυπήθηκε από το ψαροντούφεκο έπεσε χάμω και κτύπησε. Κλήθηκαν και άλλοι γιατροί, οι Παπαδόπουλος (Μ.Κ.29), Χριστοδούλου και Σχίζας, ορθοπεδικοί. Τα πολλαπλά τραύματα όπως καταγράφηκαν από τη γιατρό Βασιλείου τόσο στις καταθέσεις της, Τεκμήρια 67 και 68, όσο και στο ιατρικό πιστοποιητικό και σχετικό έντυπο, Τεκμήρια 69 και 70, αντίστοιχα, φανέρωναν ότι κάτι άλλο είχε συμβεί ως προς τις συνθήκες του τραυματισμού της. Μετά από πιέσεις των γιατρών να αποκαλύψει τι συνέβηκε ακριβώς, το θύμα ανέφερε ότι η φίλη της, την κάρφωσε με το ψαροντούφεκο στην πλάτη, τη στρίμωχνε στο πάτωμα, της έκλεινε το στόμα και τη μύτη λέγοντας της «ακόμα να πεθάνεις;» Ήταν η θέση του θύματος ότι την ώρα που της καρφώθηκε το ψαροντούφεκο η ίδια έβλεπε στον καθρέφτη του μπάνιου. Η γιατρός Βασιλείου την ίδια νύχτα θεωρώντας ότι ο τραυματισμός δεν ήταν ένα απλό ατύχημα ειδοποίησε την Αστυνομία. Το ίδιο εκείνο βράδυ στις 10:55 η φίλη της παραπονουμένης Νιόβη Παρούτη συλλαμβάνεται δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τεκμήριο 85), ενώ προηγουμένως προβαίνει στον Αστυνομικό Σταθμό σε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 37). Με το κατηγορητήριο αποδίδονται στην κατηγορούμενη οι πιο κάτω κατηγορίες: Απόπειρα φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, και τραυματισμός κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης και 4ης κατηγορίας η πρόκληση τραυματισμού της παραπονουμένης φέρεται να επήλθε με τη χρήση βέλους ψαροντούφεκου. Είναι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατηγορούμενη αιφνίδια και απρόσμενα επιτέθηκε πισώπλατα στην παραπονούμενη, είτε αεροβολώντας την με το ψαροντούφεκο, είτε καρφώνοντας το βέλος στην πλάτη της, και ότι αμέσως μετά της κατάφερε κτύπημα στο κεφάλι ώστε αυτή να περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας, να πέσει στο πάτωμα και στη συνέχεια να της επιτεθεί προσπαθώντας να τη πνίξει και να επιφέρει το θάνατο της. Είναι η θέση της υπεράσπισης πως η κατηγορούμενη προκλήθηκε από την παραπονούμενη δια λόγων, εξυβρίσεις προς την ίδια και σε πρόσωπα του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος, οπότε εξοργισμένη και χάνοντας τον έλεγχο της, χτύπησε την παραπονούμενη με το αριστερό της χέρι στο πρόσωπο καταφέροντας της γροθιά, ενώ στο δεξί της χέρι κρατούσε το ψαροντούφεκο με το βέλος εκτός θαλάμης. Το θύμα όρμισε κατά πάνω της σπρώχνοντας την και ακολούθησε συμπλοκή και πτώση της παραπονούμενης στο πάτωμα, με αποτέλεσμα να χτυπήσει η τελευταία το κεφάλι της, ενώ η κατηγορούμενη έπεσε από πάνω της. Το ψαροντούφεκο και το βέλος κατ' άγνωστο τρόπο, σύμφωνα πάντοτε με την υπεράσπιση, και εντελώς τυχαία, καρφώθηκε και εισήλθε στην πλάτη της παραπονούμενης. Ο τραυματισμός από το βέλος δεν είναι προέκταση των παράνομων ενεργειών της κατηγορουμένης: Επρόκειτο, είναι η θέση της υπεράσπισης για ένα γυναικοκαβγά που οδήγησε στο μοιραίο ατύχημα. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο τραυματισμός της παραπονούμενης έλαβε χώρα στο μικρό δωμάτιο του μπάνιου του ισογείου σπιτιού της κατηγορούμενης, Λάμπρου Σιέπη 20 στην Πάφο. Εκεί οι δυο νεαρές γυναίκες, παραπονούμενη και κατηγορούμενη, από πολλά χρόνια αδελφικές φίλες, από το Γυμνάσιο, χωρίς οποιεσδήποτε προηγούμενες διαφορές, συζητούσαν, η δε παραπονούμενη ασχολείτο με την αποτρίχωση του προσώπου της με μέλι. Λόγω της αμφισβήτησης του κάθε στοιχείου της κατηγορίας, όσο και σχεδόν όλων των πραγματικών γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν τα αδικήματα εκ μέρους της υπεράσπισης, κρίνουμε αναγκαίο και για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης να θέσουμε τον ίδιο το λόγο των εμπλεκομένων μερών. Στην πρώτη της κατάθεση Τεκμήριο 52 η παραπονούμενη λέει τα εξής: « .............................. Εγώ άνοιξα τη βρύση και όπως έσκυψα να βάλω νερό στο πρόσωπο μου και ξαφνικά ένοιωσα ένα πράγμα να καρφώνεται μέσα μου πίσω στην πλάτη μου και αμέσως μούδιασαν τα πόδια μου και γέμισαν οι τόποι αίματα. Εγώ δεν εκατάλαβα πώς εβρέθηκα ξαπλωμένη στο πάτωμα. Το κεφάλι μου ήταν προς τα ερμαράκια του νιπτήρα και το βλέμμα μου προς τα πάνω και βλεπα τη Νιόβη που ήταν αγριεμένη με τα μάτια της γουρλωτά. Η Νιόβη έκατσε πάνω μου, ανοίγοντας τα πόδια της, δηλαδή με καβαλίτσεψε και μου είπε κρατώντας σφιχτά τα χέρια με τα χέρια της και με ψυχρό τρόπο μου είπε: «εν να πεθάνεις, εν μπορώ άλλο να σε αντέξω». Εγώ κλαίοντας εφώναζα βοήθεια και αυτή με έσφιγγε παραπάνω. Εγώ την παρακαλούσα να με αφήσει και δεν θα έλεγα τίποτα σε κανένα και αυτή μου είπε «εν να σε σκοτώσω τζαι μετά εν να αυτοκτονήσω» και αμέσως με τα δυο της τα χέρια με άρπαξε από το λαιμό και με έσφιγγε τόσο δυνατά που δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Εγώ τραβούσα τα χέρια της να τα φύγω με τα δικά μου χέρια και η Νιόβη είπε «Άτε γαμώτο εν φκαίνει η ψυσιή της, πόσην ώρα;» Μετά άρκεψε να μου κτυπά με τα χέρια της το πρόσωπο μου και μετά γονάτισε πάνω στο στήθος μου και με χτυπούσε πάλι στο πρόσωπο. Εγώ πονούσα από παντού και η Νιόβη πήρε μια πετσέτα της οποίας θυμούμαι το χρώμα που ήταν πορτοκαλί και την έβαλε στο πρόσωπο μου και την πίεζε και δεν μπορούσα να αναπνεύσω και χτυπούσα με τα τακούνια των μπότων μου πάνω στους τοίχους. Ξαφνικά άκουσα τη φωνή της μάμας της Νιόβης που φώναζε: «Νιόβη τι κάμνεις; Νιόβη τι κάμνεις;» και η Νιόβη της είπε «άφης με μάμα εν να τη σκοτώσω.» ». Η παραπονούμενη πέρα από τα όσα ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεση της περιέγραψε ενώ μεταφερόταν με το ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λευκωσίας στον αστυφ. 3281 Χ. Ιωάννου (Μ.Κ.26) (κατάθεση του Τεκμήριο 73) τα πιο κάτω όπως ο ίδιος τα κατέγραψε: «Μόλις μπήκε στην πόρτα του αποχωρητηρίου άκουσε θόρυβο προερχόμενο από πίσω της και κάτι να καρφώνεται στην πλάτη της. Έπεσε στο έδαφος και κάπου χτύπησε το κεφάλι της και τότε η Νιόβη ήρθε από πάνω της και άρχισε να σπρώχνει το σίδερο που ήταν καρφωμένο στην πλάτη της προσπαθώντας να το βάλει πιο βαθιά στο σώμα της. Ακολούθως της άρπαξε με τα χέρια της το λαιμό και την έσφιγγε δυνατά για να την πνίξει και μετά ταυτόχρονα της έβαλε μαντιλιά στη μύτη για να σταματήσει την αναπνοή της και της έλεγε «να πεθάνεις, να πεθάνεις». Η Λίνα αντιστάθηκε και ανάπνευσε και η Νιόβη Παρούτη την χτύπησε στο πρόσωπο και την δάγκωσε στο χέρι.» Παρακολουθήσαμε την παραπονούμενη να εξιστορεί δια ζώσης και να περιγράφει κατά την κυρίως εξέταση της με περισσότερες λεπτομέρειες τι έλαβε χώρα μεταξύ της ίδιας και της κατηγορούμενης, αφού προηγουμένως υιοθέτησε τόσο τις γραπτές της καταθέσεις (Τεκμήρια 52 και 53) όπως και τα όσα ανέφερε στο Χ. Ιωάννου και καταγράψαμε πιο πάνω. Κρατώντας ανέπαφο τον πυρήνα των γεγονότων, αναφερόμενη στο τραύμα στη κεφαλή της λέει και πάλι πως αυτό προκλήθηκε από ένα μαύρο πράγμα, πιθανολογώντας πως δυνατόν να προκλήθηκε από το ψαροντούφεκο, Τεκμήριο 4. Παραθέτουμε και πάλι απόσπασμα από την μαρτυρία της: «Α. Ήμουν στο νιπτήρα που επλύνισκα τα χέρια μου και άκουσα ένα κρατς και είδα κάτι να καρφώνεται στην πλάτη μου και γύρισα προς τα πίσω και είδα τη Νιόβη και της είπα: "Τι κάμνεις Νιόβη;" Και ένιωσα κάτι και έπεσα και ένιωθα κάτι να μου κτυπά στο κεφάλι, κλάσματα δευτερολέπτου. Ε: Είδες τι ήταν αυτό το κάτι που σε κτύπησε; Α: Ένα μαύρο πράγμα, σκιά. Ε: Σε ποιο σημείο του κεφαλιού; Α: Αριστερά εδώ. ( Η μάρτυρας δείχνει επάνω μπροστινό μέρος του κεφαλιού της πάνω από τον κρόταφο στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού στο τριχωτό του κεφαλιού). Ε: Κοιτάξετε το Τεκμήριο 47 τη φωτογραφία 9 και τη φωτογραφία 10. Αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες έχει οποιαδήποτε σχέση με το κτύπημα; Α: Ναι, με το κτύπημα που μου έκαμε η Νιόβη. Ε: Προήλθε αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες; Α: Ναι. Ε: Μετά το κτύπημα και μετά από αυτό που ένιωσες και αυτό που είπατε στη Νιόβη τι έγινε μετά; Α: Εγώ ήμουν κάτω προς στιγμή πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου την ώρα που έπεφτα. Μόλις έπεσα είχα επαφή με το περιβάλλον η Νιόβη ήταν κοντά μου έκατσε πάνω μου και άρχισε να μου κτυπά και το πράγμα που ήταν καρφωμένο στην πλάτη μου προσπαθούσε και το ξανάβαλε πιο βαθιά γονάτισε πάνω μου, έμπιε τα νύχια της δάγκωσε με δαμέ (η μάρτυρας δείχνει παράμεσο δεξιού χεριού, 3η φάλαγγα) γιατί την ώρα που ήταν πάνω μου έβαλε τα χέρια της στο λαιμό και προσπαθούσε να με πνίξει και μου έλεγε:" Άτε γαμώτη μου πόση ώρα να βγει η ψυχή σου", και εγώ προσπαθούσα με το δεξί μου χέρι, γιατί η πλευρά μου η αριστερή παρέλυσε, να φύγω τα χέρια της από το λαιμό, γι' αυτό με δάγκωσε και στο χέρι. Ε: Το δεξί; Α: Ναι, εδώ. (Η μάρτυρας δείχνει στο κάτω μέρος δεξιού πήχη.) Μετά επειδή έτρεχε αίμα από το κεφάλι μου εγλιάζαν τα χέρια της Νιόβης που προσπαθούσε να με πνίξει και επήρε την πετσέτα που ήταν στην τουαλέτα και έβαλε την στο πρόσωπο μου, στη μύτη μου και έσφιγγε με και εγώ νόμισα ότι πέθανα. Έβαλε μου την πετσέτα και έσφιγγε με να πεθάνω, σε μια φάση εγκατέλειψα, ένιωθα ότι επεθάνισκα δεν ανάπνεα καθόλου και άκουσα μια φωνή, ήταν η μάμα της και της είπε: "τι κάνεις" και τράβησε την πόρτα και είπε της: "αφήσμε με να τη σκοτώσω" και μετά ήλθε ο πατέρας της Νιόβης και τράβησε την από πάνω μου.» Από τη άλλη έχουμε την εικόνα που αρχικά η κατηγορούμενη στη κατάθεση της, ημερ. 21.11.06 Τεκμήριο 37. «................................................................ Εγώ ενώ η Λίνα ήταν στο αποχωρητήριο πήρα από δίπλα από το ερμάρι ένα ψαροντούφεκο χρώματος μαύρου το οποίο το αγόρασα γύρω στις £65 πριν περίπου μια εβδομάδα από ένα κατάστημα που βρίσκεται κοντά στο κατάστημα Αυλόγυρος κοντά στο σπίτι μου με σκοπό να το κάνω δώρο στον αδελφό μου το Σίμο τα Χριστούγεννα. Το πήρα και της είπα της Λίνας «έλα να δεις τι έπιασα για τον Σίμο». Κατευθύνθηκα προς το αποχωρητήριο και προσπαθούσα να βάλω το σιδερένιο βέλος εντός του ψαροντούφεκου. Ακούμπησα το πίσω μέρος του ψαροντούφεκου στη λεκάνη μου και με τα δυο μου χέρια προσπαθούσα να βάλω το βέλος στο ψαροντούφεκο κρατώντας ένα πλαστικό με το οποίο οπλίζει το ψαροντούφεκο αφού το βέλος μπροστά είχε δελφινιέρα. Σε κάποια στιγμή κατά την προσπάθεια μου να το οπλίσω μου ξέφυγε και το βέλος κτύπησε τη Λίνα πίσω στην πλάτη. Η Λίνα αμέσως έπεσε στο πάτωμα και άρχισε να τρέμει. Από το σώμα της έτρεχε αίμα. Εγώ αμέσως άρχισα και φώναζα βοήθεια. Με άκουσαν οι γονείς μου και ήρθαν κάτω. Πριν να έρθουν οι γονείς μου εγώ μετακίνησα τη Λίνα έξω από το αποχωρητήριο και την έβαλα να ξαπλώσει................ ............................... Κατά το ατύχημα η Λίνα ήταν γυρισμένη με την πλάτη προς το μέρος μου βλέποντας στον καθρέφτη. Το ψαροντούφεκο τώρα πρέπει να είναι στο σπίτι μου. Με τη Λίνα είμαστε παιδικές φίλες και λυπάμαι για ότι έγινε. Ήταν ατύχημα και σε καμιά περίπτωση δεν το έκαμα σκόπιμα.» Στην ανώμοτη δήλωση της η κατηγορούμενη ανάμεσα σ' άλλα προβάλλει λεκτική πρόκληση - εξύβριση εκ μέρους της παραπονουμένης, της επιτίθεται, επέρχεται συμπλοκή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της παραπονουμένης από το βέλος του ψαροντούφεκου την ώρα που αγκαλιάστηκαν και σπρωχνόντουσαν ή από την πτώση τους στο έδαφος ή την ώρα που πάλευαν στο δάπεδο. Η Κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης αλλά και με την αγόρευση του κ. Μάτσα ότι δεν ήταν δυνατός εξ υπαρχής ο προσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο χτυπήθηκε το θύμα στην πλάτη από βέλος ψαροντούφεκου: Υπάρχουν ανοικτά και εξ ίσου πιθανά δύο ενδεχόμενα είτε να αεροβολήθηκε εξ επαφής, είτε η κατηγορούμενη να κάρφωσε το βέλος στην πλάτη της παραπονούμενης ενώ εκείνη ήταν σκυφτή. Το ίδιο το θύμα, λόγω της στάσης του, δεν ήταν λογικά σε θέση να ρίξει φως στις ενέργειες που η Κατηγορούσα Αρχή αποδίδει στην κατηγορούμενη. Η Κατηγορούσα Αρχή και η υπεράσπιση προσέφεραν περιστατική μαρτυρία. Η πρώτη για να πείσει πως υπήρξε αεροβολισμός, στοιχείο αναμφίβολα ενισχυτικό της ύπαρξης της ενόχου διανοίας που απαιτείται ιδιαίτερα στην πρώτη κατηγορία όχι όμως καταλυτικό στην ανυπαρξία πρόθεσης θανάτωσης, αν δεν υπάρχει. Η δεύτερη για να καταδείξει πως δεν υπήρξε αεροβολισμός και συνεπώς το βέλος εισήλθε στο σώμα της παραπονούμενης με άλλο τρόπο, συμβατό με τη θέση πως η παραπονούμενη κατά κάποιο τρόπο επέπεσε επ'αυτού κατά την συμπλοκή των γυναικών. Το βάρος απόδειξης της υπόθεσης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή των κατηγορουμένων τότε αυτή θα πρέπει ν' αποφασιστεί υπέρ τους και ν' απαλλαγούν της κατηγορίας (βλ. τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις, Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 393, Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, σελ. 119, Σωτηριάδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482) τα οποία γεγονότα θα πρέπει να αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Οι πιο πάνω νομικές αρχές συνάδουν και με το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου όπως τούτο διασφαλίζεται από το άρθρο 12.4 του Συντάγματος. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στις περιπτώσεις εκείνες που το βάρος μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο (π.χ. είτε με βάση το νόμο, είτε για να αποδείξει γεγονότα που είναι στη δική του αποκλειστική γνώση) τότε το βάρος απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (on the balance of probabilities) και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (βλ. μεταξύ άλλων Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)C.L.R. 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)C.L.R. 91, Cross on Evidence, 4η Έκδοση, σελ. 85-87, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, σελ. 47, Πρωτοπαπάς ν. Αστυνομίας
(1985)2 C.L.R. 254 και Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας ν. ΠΟΛΥΚΟΛΟΡ ΟΦΦΣΕΤ ΠΡΙΝΤΙΝΓΚ ΛΤΔ κ.α.
(1985)2 ΑΑΔ 88). Αναφορικά με τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του όταν εξετάζει κατά πόσο η περιστατική μαρτυρία είναι τέτοια που να μπορεί να βασίσει σ' αυτήν καταδίκη, υπάρχει αρκετή νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 144 - 145 και 168-170), Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Κουφού ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 165, Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172, Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, σελ. 55 και Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, σελ. 119-120 και Κυριάκος Σάββα Ψωμάς ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 312 σελ. 321 και 326). Στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α.Ν. Λοίζου στις σελ. 54-55 αναφέρει τα ακόλουθα:- «Σχετικά με τη σημασία και τον τρόπο προσέγγισης της περιστατικής μαρτυρίας σε μία ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο είχε την ευκαιρία να δώσει τις νομικές αρχές που καλύπτουν το θέμα σε ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων και θα θέλαμε να αναφέρουμε μεταξύ άλλων τις πιο κάτω R. v. Mentesh, 14 C.L.R. 232, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Vrakas and another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, στη σελ. 169, Anasstassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, στις σελ. 144-145, Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, στη σελ. 96. Η βασική αρχή είναι ότι, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ' ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Οι δε διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Περιττό να τονιστεί ότι η μαρτυρία ασφαλώς πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρ' όλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Όπως επίσης ότι είναι το καθήκον της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος επομένως δικαιούται να αθωωθεί.» Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr. App. Rep. 225 σελ. 228. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύονται ενώπιον του ενόρκως και όχι να εξετάζει άλλες διαζευκτικές εκδοχές που δεν υποστηρίζονται από την όλη μαρτυρία. Αν βέβαια με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και πάλι αφήνονται λογικές διαζευκτικές εξηγήσεις που δεν συνάδουν με ενοχή, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο ανεξάρτητα αν ο ίδιος δεν κατάθεσε ενόρκως αφού το βάρος απόδειξης της ενοχής του το έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Είναι για αυτό το λόγο που κανονικά ούτε η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να προβαίνει σε σχολιασμό του γεγονότος ότι ένας κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενόρκως, αλλά ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει να σχετίζει την παράλειψη του να δώσει μαρτυρία με την ενοχή του. Όμως στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου τα γεγονότα, όπως τα απόδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση είναι μέσα στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas and another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139 σελ. 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 σελ. 213-215, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152 σελ. 245-248 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 200 σελ. 203-204). Για να απαντηθεί το κύριο ερώτημα και να αποδοθούν στην κατηγορούμενη οι όποιες κινήσεις και ενέργειες της, αλλά και να σχηματιστεί η πραγματική εικόνα ως προς τη θέση των δύο γυναικών πριν τη διάπραξη των αδικημάτων θα πρέπει να εξεταστεί κατά κύριο λόγο η πραγματική μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας ειδικών και εμπειρογνωμόνων. Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται με σκοπό την παράθεση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι ειδικοί εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (δέστε Vasilico Cements Works v Σταύρου
(1978)1 ΑΑΔ 389,397 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι δεν είναι δυνατό να δοθεί μαρτυρία γνώμης αν ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός στο συγκεκριμένο τομέα (βλ. Κώστας Ασπρής ν. Αστυνομίας (2000 και Προκόπης Προκοπίου ν Επάρχου Λεμεσού
(1999). Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε ότι δεν υπάρχει γενική αρχή αποδοχής ή απόρριψης από το Δικαστήριο μαρτυρίας η οποία προέρχεται από ειδήμονα ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Η δε θέση ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα πρέπει να γίνει δεκτή εκτός αν αντικρούεται από μαρτυρία άλλου εμπειρογνώμονα είναι λανθασμένη (βλ. Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 113). Διευκρινίζουμε ακόμη ότι ένας μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματογνώμονας ή ειδικός τόσο στη βάση των ακαδημαικών του προσόντων όσο και βάσει της πείρας του. Πείρα σε ένα τομέα από μόνη της μπορεί να καταστήσει ένα μάρτυρα πραγματογνώμονα (βλ. Philippou v. Odysseos
(1999)1 C.L.R. 1, 5 Evangelou and Another v. Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57 και Phipson on Evidence, 13η έκδοση παρ. 27-32. Εκεί που ο πραγματογνώμονας συνδυάζει ακαδημαϊκά προσόντα και πείρα το θέμα θα εξεταστεί ως προς τη βαρύτητα του που θα αποδώσει στη μαρτυρία του η οποία και θα αντικριστεί και αυτή μέσα στο σύνολο της λοιπής μαρτυρίας. Η κάθε περίπτωση αποφασίζεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα ερευνάται ο στόχος μιας τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη όμως είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση στο έργο του. Η μαρτυρία πραγματογνωμόνων υποβοηθεί το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα αφού λάβει υπόψη τα επιστημονικά κριτήρια και συμπεράσματα που στηρίχθηκαν σ΄ αυτά και που έχουν τεθεί ενώπιον του σε συνδυασμό πάντοτε με την υπόλοιπη μαρτυρία πραγματική ή άλλη. Το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε η κατηγορούμενη, βοηθητική κατοικία κάτω από το κυρίως σπίτι όπου διέμεναν οι γονείς της, στο υπόστεγο του κτιρίου, αποτελείται από ένα υπνοδωμάτιο, ένα ενιαίο χώρο σαλοτραπεζαρίας, μια μικρή κουζίνα και ένα ακόμη μικρότερο χώρο το μπάνιο του οποίου οι διαστάσεις και η διάταξη του εμφαίνονται στο Τεκμήριο 94, και που δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο χώρος του μπάνιου επικοινωνεί με συρόμενη πόρτα προς το διάδρομο που οδηγεί στο υπνοδωμάτιο στη μια κατεύθυνση, και στη σαλοτραπεζαρία στην άλλη, το άνοιγμα της οποίας είναι 0.58 εκ. Στο χώρο υπάρχει ντουσιέρα, ένας νιπτήρας, η λεκάνη του αποχωρητηρίου και στο βάθος αριστερά, απέναντι από την είσοδο στη γωνία, ντουλάπα. Το καθαρό ύψος της πόρτας του μπάνιου κάτω από την "κάσα", παραστατό της πόρτας είναι 1.94 εκ., ενώ το καθαρό ύψος του μπάνιου κάτω από το δοκάρι είναι 206,5 εκ. Το ύψος του νιπτήρα είναι 80 εκ. και το ύψος του αποχωρητηρίου 40 εκ. Αποδεχόμαστε τις εν λόγω μετρήσεις όπως και τις λοιπές διαστάσεις και αποστάσεις όπως εμφαίνονται επί του Τεκμηρίου 94 ως ορθές και κάνουμε ανάλογα ευρήματα. Η υπεράσπιση επανειλημμένα χαρακτήρισε το χώρο τόσο μικρό, «ως ένα τηλεφωνικό θάλαμο», για να καταδείξει σε συνδυασμό με τη στάση της παραπονουμένης μπροστά στο νιπτήρα, την αδυναμία τέλεσης των πράξεων που επέφεραν τους τραυματισμούς της παραπονούμενης: Αεροβολισμός και κτύπημα στο κεφάλι με το ψαροντούφεκο. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία κάνοντας αποδεκτό το αίτημα της υπεράσπισης να επισκεφθεί το χώρο και έχει και ιδία αντίληψη και προσλαμβάνουσες παραστάσεις ώστε να παρακολουθήσει καλύτερα τη μαρτυρία ως προς τις διαστάσεις και τη διαρίθμηση του. Η θέση της παραπονούμενης ήταν ότι δέχθηκε πλήγμα στην πλάτη από το βέλος. Δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο αεροβολήθηκε ή καμακώθηκε δια χειρός. Για ότι αξίζει σημειώνουμε πως δεν άκουσε κάποιο θόρυβο από αεροβολισμό. Ότι άκουσε ήταν τον ήχο που παρήξε το βέλος εισερχόμενο στο σώμα της. Σημειώνουμε ακόμη επί του προκειμένου πως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία στο κατά πόσο με τον αεροβολισμό παράγεται οιοσδήποτε θόρυβος, πολύ περισσότερο αν παράγεται τέτοιος θόρυβος που αναμένεται να ακουστεί από πρόσωπο που βρίσκεται πλησίον του ψαροντούφεκου. Η υπεράσπιση με εφαλτήριο την αναφορά της παραπονούμενης πως όταν τραυματίστηκε από το βέλος στεκόταν μπροστά από τον νιπτήρα με το πρόσωπο της προς τον καθρέφτη, και με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη ιατρική μαρτυρία ότι το βέλος εισήλθε στο σώμα της υπό γωνία 30ο εξ αριστερών σε σχέση με τον άξονα του σώματος της, υποστήριξε πως τυχόν αεροβολισμός της παραπονούμενης μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν ο δράστης βρισκόταν εντός του δωματίου του μπάνιου και στην πλευρά της λεκάνης της τουαλέτας. Η υπεράσπιση ανάλωσε πολύ χρόνο στην προσπάθεια να υποδείξει πως, έχοντας υπόψη το μήκος του ψαροντούφεκου οπλισμένου με το βέλος σε συνάρτηση με τις διαστάσεις του μπάνιου θα ήταν αν όχι αδύνατον, άβολο και δύσκολο να επιτευχθεί βολή από τον χώρο εκείνο. Η υπεράσπιση ηθέλησε να καλύψει το ενδεχόμενο, όμως δεν ήταν ποτέ η θέση της κατηγορούσας αρχής πως η κατηγορούμενη βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο του μπάνιου κοντά την λεκάνη της τουαλέτας όταν αεροβόλησε ή έπληξε τη παραπονουμένη με το βέλος. Η θέση που εκφράστηκε μέσω της παραπονούμενης ήταν πως όταν γύρισε προς τα πίσω, αμέσως μετά που δέχθηκε το βέλος, είδε την κατηγορουμένη να στέκεται στην είσοδο του δωματίου του μπάνιου, μεταξύ μπάνιου και διαδρόμου περίπου κάτω από τον παραστατό της πόρτας. Αυτός ο χώρος ενδιαφέρει και από τον χώρο αυτό μπορούσε να επιτευχθεί βολή με το ψαροντούφεκο στην πλάτη ατόμου που στεκόταν με πρόσωπο στον νιπτήρα. Το ερώτημα περιορίζεται στο κατά πόσο τέτοια βολή θα ήταν δυνατό να γίνει υπό γωνία 30ο από αριστερά σε σχέση με τον άξονα του σώματος του θύματος. Απλή φυσική λέγει, και ήταν κοινή αντίληψη κατά την δίκη, πως η τροχιά του βέλους καθορίζεται από την αντίθετη κατεύθυνση της προέκταση της πορεία της μύτης του. Εάν έγινε αεροβολισμός τότε κατά τον χρόνο που το ψαροντούφεκο έβαλε αυτό βρισκόταν «στοχευμένο» προς το σώμα της κατηγορουμένης υπό γωνία 30ο από δεξιά προς τον άξονα του σώματος της. Εάν το σώμα του θύματος ήταν ακριβώς κάθετο προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη, τότε το ψαροντούφεκο δεν ήταν κάθετο προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη αλλά γυρισμένο προς τα δεξιά 30ο. Η θέση της παραπονούμενης που η υπεράσπιση θεωρεί ότι καθορίζει την θέση της κάθετα προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη ενδέχεται να μην είναι ακριβής. Αν δεν ήταν ακριβώς κάθετα προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη αλλά λίγο γυρισμένη προς τα αριστερά, σε ανεπαίσθητη γωνία π.χ. 100 τότε η θέση του βάλλοντος ψαροντούφεκου θα ήταν μόνο 20ο γυρισμένο προς τα δεξιά. Δεν μπορούμε να κάνουμε τέτοιες υποθέσεις. Άλλωστε η ενδεχόμενη ανακρίβεια της παραπονούμενης θα μπορούσε να ήταν στην αντίθετη πλευρά. Να ήταν δηλαδή λίγο γυρισμένη προς τα δεξιά. Επιστρέφοντας στην θέση, πως η παραπονούμενη ήταν ουσιαστικά ευθεία μπροστά στον νιπτήρα και τον καθρέπτη θα λέγαμε πως η απόσταση της πλάτης της από την είσοδο και το άνοιγμα της πόρτας επέτρεπαν τον αεροβολισμό από την αριστερή πλευρά με το ψαροντούφεκο πλησίον του αριστερού παραστατού της πόρτας υπό γωνία 30ο προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη. Τέτοια θέση του ψαροντούφεκου κατά την βολή θα ήταν αναμενόμενη αν ο δράστης πλησίαζε το δωμάτιο του μπάνιου από αριστερά. Ακόμη η θέση θα ήταν κατανοητή αν ο δράστης που στεκόταν στην πόρτα ήταν αριστερόχειρας. Στην περίπτωση μας δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία αν η κατηγορούμενη είναι δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας. Στην ανώμοτη της δήλωση δεν τοποθετείται, με το «ένα» χέρι λέει κρατούσε το ψαροντούφεκο. Είναι κοινό έδαφος πως πριν το επίδικο επεισόδιο βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της και η πορεία προς το δωμάτιο του μπάνιου ήταν από τον διάδρομο προσεγγίζοντας το μπάνιο από δεξιά. Αν λοιπόν η παραπονούμενη βρισκόταν με πρόσωπο κάθετα προς τον νιπτήρα και τον καθρέπτη δεν θα αναμέναμε αυτή την πορεία εισόδου του βέλους στο σώμα της, αν αεροβολείτο από την κατηγορούμενη με το δεξί χέρι στη σκανδάλη. Το πράγμα βεβαίως θα είχε άλλη αντίκριση αν επρόκειτο για αριστερόχειρα. Συζητήθηκε σε ανάλογη έκταση κατά την δίκη και το γεγονός πως το βέλος είχε ωσαύτως 30ο κλίση από κάτω προς τα πάνω σε σχέση με τον κάθετο άξονα της σπονδυλικής στήλης της παραπονουμένης. Η υπεράσπιση με την παρουσίαση φωτογραφίας με μοντέλα προσπάθησε να υποδείξει πως αεροβολισμός με τέτοιο επιμέρους αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν ο δράστης ήταν πεσμένος στο πάτωμα και αεροβολούσε προς τα πάνω. Η παρουσίαση όχι μόνο δεν μας εντυπωσίασε αλλά και δημιούργησε καχυποψία για την αντικειμενικότητα του ιατροδικαστή Παπαδομανωλάκη ο οποίος φανερά αγνοεί τη στάση του σώματος της παραπονουμένης και βάζει το άκαμπτο σώμα του μοντέλου (Τεκμήρια 101, 102 ) να στέκει σχεδόν απολύτως όρθιο και να κάμπτει ελαφρώς και παντελώς αφύσικα μόνο το κεφάλι. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μας η θέση της παραπονουμένης πως ήταν σκυφτή και ετοιμαζόταν να βάλει νερό στο πρόσωπο της. Αν η πλάτη της ήταν σκυφτή 60ο τότε το ψαροτούφεκκο ήταν κατά την βολή σε οριζόντια σε σχέση με το δάπεδο θέση. Αν η παραπονούμενη ήταν ολιγότερο σκυφτή και πάλι θα μπορούσε το επιμέρους αποτέλεσμα να είχε προέλθει από αεροβολισμό με βολή εκ του συστάδην. Η είσοδος του βέλους υπό γωνία 30ο στον κάθετο άξονα του θύματος από κάτω προς τα πάνω δεν αποκλείει υπό τις περιστάσεις τον αεροβολισμό. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν εισηγήθηκε ότι έγινε πλήρης βολή. Ότι δηλαδή το βέλος εξήλθε μετά τον αεροβολισμό ολόκληρο εκτός της θαλάμης του ψαροντούφεκου. Ήταν και δική της θέση πως εάν τούτο συνέβη η δύναμη του βέλους θα ήταν πολύ μεγάλη και τα αποτελέσματα πολύ διαφορετικά. Εξηγήθηκε από τον μάρτυρα Σωκράτους ο τρόπος λειτουργίας των αεροβόλων ψαροντούφεκων. Ο προωθητικός μηχανισμός είναι το έμβολο που σπρώχνεται από τον συμπιεσμένο αέρα που απελευθερώνεται με το πάτημα της σκανδάλης. Το έμβολο με την σειρά του σπρώχνει το βέλος. Για να αποκτήσει το βέλος την μέγιστη ταχύτητα του πρέπει το έμβολο να διανύσει την πλήρη πορεία του εντός της θαλάμης και το βέλος να έχει προωθηθεί και εξέλθει από αυτή. Όταν το βέλος κτυπήσει στόχο πριν εξέλθει της θαλάμης, πριν δηλαδή το έμβολο διανύσει την πλήρη πορεία του εντός της θαλάμης, η δύναμη με την οποία βρίσκει τον στόχο είναι μειωμένη και συνεπώς η διεισδυτική του εμβέλεια περιορισμένη. Η υπεράσπιση ήταν της απόλυτης θέσης πως οιασδήποτε μορφής αεροβολισμός θα είχε ως αποτέλεσμα την διάτρηση του σώματος της παραπονουμένης. Η περιορισμένη διείσδυση του βέλους στο σώμα της παραπονουμένης αποκλείει, κατά την εισήγηση της, τον αεροβολισμό. Παρουσίασε η υπεράσπιση μαρτυρία για σειρά πειραμάτων βολών εκτός νερού επί σφαγίων και άλλων υλικών για να πείσει για την μεγάλη διατρητικότητα του όπλου. Δεν εντυπωσιαστήκαμε θετικά. Οι δοκιμές δεν είχαν συνέπεια μεταξύ τους. Οι ίδιοι οι μάρτυρες υπεράσπισης Μ.Υ.3 Δρ. Π. Σταυριανός, Μ.Υ.4 Α. Παπαδομανωλάκης και Μ.Υ.6 Συμεών Παρούτης έδωσαν διάφορες μετρήσεις που ήσαν αντιφατικές μεταξύ τους. Τα σφάγια που προσφέρθηκαν σαν ότι πιο κοντά στο ζωντανό ανθρώπινο σώμα δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι συμπεριφέρονται με παρόμοιο τρόπο. Αρκεί κάποιος να αγγίξει στο σώμα του στο σημείο που δέχθηκε το πλήγμα η παραπονούμενη για να διαπιστώσει πως διαφέρει πολύ από ένα σφάγιο, ένα κομμάτι κρέας. Οι λοιπές δοκιμές επί άλλων υλικών, όπως ξύλο δεν έχουν αξία. Δεν έχουμε μαρτυρία ότι τα όποια υλικά συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο ως ανθρώπινη ή άλλη σάρκα ζώου. Αποδεχόμαστε την θέση πως η ισχύς του βέλους και κατά συνέπεια η διατρητική του ικανότητα είναι περιορισμένη στην περίπτωση ημιτελούς βολής. Καταλήγουμε πως το επιμέρους αποτέλεσμα της διάτρησης του βέλους στο σώμα της παραπονούμενης σε βάθος 3 εκατ. δεν αποκλείει αεροβολισμό νοουμένου ότι το βέλος βρήκε και διείσδυσε το σώμα της παραπονουμένης χωρίς να εξέλθει πλήρως της θαλάμης. Ο μάρτυρας Σωκράτους εξέτασε το ψαροντούφεκο στις 26.3.07, του το προσκόμισε στον χώρο της εργασίας του ο Μ.Κ.10 Αστ. 2495 Ανδρόνικος Τσαππής. Προσπάθησε να το οπλίσει αλλά το ψαροντούφεκο δεν όπλιζε. Χρησιμοποίησε περισσότερη μυϊκή δύναμη απ΄ όση συνήθως απαιτείται αλλά το ψαροντούφεκο ήταν μπλοκαρισμένο, «μαγκωμένο». Δεν χρησιμοποίησε υπερβολική δύναμη για να μην επέμβει ή αλλοιώσει το τεκμήριο. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως το ψαροντούφεκο ήταν μπλοκαρισμένο. Τα ψαροντούφεκα μπλοκάρουν από δύο αιτίες. Όταν βγουν από την θάλασσα και δεν ξεπλυθούν μπορεί να σκουριάσουν και η σκουριά να μην αφήνει το προωθητικό έμβολο να κινηθεί προς τα πίσω μέσα στην θαλάμη. Η δεύτερη αιτία είναι ο αεροβολισμός εκτός νερού. Σε τέτοια περίπτωση το έμβολο κτυπά με μεγάλη δύναμη στο στόμιο της θαλάμης και μπλοκάρει εκεί. Το σκεπτικό που προώθησε η κατηγορούσα αρχή ήταν πως το ψαροντούφεκο ήταν μπλοκαρισμένο, γιατί έγινε με αυτό βολή εκτός νερού, στοιχείο που συνάδει με την θέση πως η κατηγορουμένη αεροβόλησε την παραπονούμενη, και τούτο γιατί το ψαροντούφεκο είχε αγοραστεί καινούργιο και δεν χρησιμοποιήθηκε στην θάλασσα, αλλά ούτε και προηγούμενα αεροβόλησε εκτός νερού. Δεν μας ικανοποιεί το πιο πάνω σκεπτικό. Εν πρώτοις το ψαροντούφεκο οπλίστηκε κατά την δίκη από τον ίδιο τον μάρτυρα. Τούτο έγινε μετά από διάλειμμα κατά το οποίο επιτράπηκε στην υπεράσπιση να το επιθεωρήσει. Χωρίς την άδεια μας η επιθεώρηση επεκτάθηκε σε προσπάθεια του αδελφού της κατηγορουμένης Συμεών Παρούτη, να το οπλίσει. Όπως ο ίδιος μας ανέφερε αργότερα όταν κατέθεσε από το εδώλιο του μάρτυρα η προσπάθεια του ήταν επιτυχής. Δεν γνωρίζουμε τις όποιες ενέργειες του ή πόση δύναμη κατέβαλε. Αν πράγματι ήταν μπλοκαρισμένο με την έννοια που ανάφερε ο μάρτυρας Σωκράτους ή απλά πιο «σφικτό» γιατί ήταν καινούργιο ή λόγω ελαττώματος. Κατά δεύτερο και πιο ουσιαστικό λόγο έχουμε παρατηρήσει πως δεν διερευνήθηκε μέσω του μάρτυρα Σωκράτους κατά πόσο η θέση του ότι το ψαροντούφεκο μπορεί να μπλοκάρει όταν αεροβολήσει εκτός νερού αφορά πλήρη βολή, όταν δηλαδή το βέλος εξέλθει εντελώς της θαλάμης ή με οιαδήποτε βολή στον αέρα. Έχουμε ωστόσο σημειώσει πως η θέση του μάρτυρα εδράζεται στο γεγονός ότι όταν η βολή είναι εκτός νερού, δεν υπάρχει δηλαδή αντίσταση από το νερό, το έμβολο εκτινάσσεται με μεγαλύτερη ισχύ και έχοντας με μεγαλύτερη ευκολία και δύναμη εκτοξεύσει το βέλος, με μεγαλύτερη δύναμη κτυπά στο τέλος της θαλάμης και μπλοκάρει εκεί. Όταν η βολή είναι ημιτελής, δηλαδή το βέλος βρίσκει στόχο πριν εξέλθει εξ' ολοκλήρου της θαλάμης, τότε είναι αδύνατο να σφηνωθεί το έμβολο γιατί δεν φτάνει καν στο στόμιο της θαλάμης. Στη συνέχεια, αν το ψαροντούφεκο κινηθεί προς τα πίσω, είτε γιατί ο χρήστης το αφήνει είτε γιατί του ξεφεύγει και το βέλος απελευθερωθεί από την θαλάμη, δεν θα αναμέναμε τότε το έμβολο να κτυπήσει με τόσο μεγάλη δύναμη στο στόμιο της θαλάμης ώστε να σφηνωθεί σε αυτή και να μπλοκάρει. Εξ' άλλου δεν μας έχει λεχθεί πως με αυτό τον τρόπο μπορεί να μπλοκάρει το ψαροντούφεκο. Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ότι υποστηρίχθηκε ήταν πως ότι μπορεί να συνέβηκε ήταν αεροβολισμός με ημιτελή βολή, γιατί ήταν κοινό έδαφος, και συμφωνούμε πως αν ήταν πλήρης βολή, η δύναμη με την οποία το βέλος θα κτυπούσε την παραπονούμενη θα ήταν τόσο μεγάλη που το βέλος θα την διαπερνούσε, το τραύμα θα ήταν είτε διαμπερές ή πολύ μεγαλύτερου βάθους. Συνεπώς η θέση περί μπλοκαρίσματος, που θα μπορούσε ίσως να υποστηρίξει θέση για πλήρη βολή, δεν υποστηρίζει θέση για βολή ημιτελή. Ό,τι κατά προέκταση θα μπορούσε να υποστηρίξει η θέση περί μπλοκαρίσματος ήταν πως το έμβολο ήταν «σφικτό» έφερε μεγάλη αντίσταση, κάτι που θα δυσκόλευε την όποια προσπάθεια της κατηγορουμένης να οπλίσει το ψαροντούφεκο.. Όταν το βέλος τοποθετηθεί στην θαλάμη για να οπλιστεί το ψαροντούφεκκο με την πρώτη πίεση που ασκείται στο βέλος για να σπρώξει τον προωθητικό μηχανισμό προς τα πίσω, αυτό συνδέεται και «κλειδώνει», ασφαλίζει, με το έμβολο. Παραμένει έτσι εκεί ασφαλισμένο κατά τον χρόνο που το ψαροντούφεκο είναι οπλισμένο. Αντιλαμβανόμαστε πως τούτο έχει πρακτική σημασία ώστε το βέλος να μην κυλίσει εκτός θαλάμης αν ο χειριστής στρέψει το στόμιο της θαλάμης του προς τα κάτω. Όταν γίνει βολή η προωθητική ισχύς του βέλους και του εμβόλου είναι τόσο μεγάλη που όταν το έμβολο διανύοντας την πλήρη πορεία του παύσει να κινείται, το βέλος απελευθερώνεται και συνεχίζει την πορεία του. Η δύναμη της σύνδεσης του βέλους με το έμβολο είναι τόση ώστε να εξισορροπούνται οι δύο σκοποί. Είδαμε πως αν επιτευχθεί η σύνδεση, έστω χωρίς να προχωρήσει κάποιος για να οπλίσει το ψαροντούφεκο, χρειάζεται αρκετή δύναμη για να τραβήξει κάποιος το βέλος με το χέρι για να το αποσυνδέσει από το έμβολο. Σύμφωνα με την παραπονούμενη όταν δέχθηκε το πλήγμα με το βέλος και έχοντας συνεχώς το βέλος στο σώμα της στράφηκε προς την κατηγορούμενη. Τότε δέχθηκε νέο κτύπημα στο κεφάλι με ένα μαύρο αντικείμενο που η τελευταία κρατούσε. Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής πως το μαύρο αντικείμενο ήταν το ψαροντούφεκο. Συνεπώς για να είναι ελεύθερο το ψαροντούφεκο προς χρήση στα χέρια της κατηγορούμενης πρέπει μετά τον αεροβολισμό το βέλος να απελευθερώθηκε από το έμβολο στο ψαροντούφεκο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που το δεύτερο κατά την παραπονούμενη κτύπημα δεν επιτεύχθηκε με την χρήση του ψαροντούφεκου, το ψαροντούφεκο είχε αναμφίβολα μετά την βολή απελευθερωθεί από το βέλος. Διαφορετικά παραμένοντας κρεμασμένο στο σώμα της παραπονούμενης θα δυσκόλευε την στροφή της και θα γινόταν μνεία σε αυτό αν παρέμεινε ως αντίθετη προέκταση του βέλους. Άλλωστε ανευρέθηκε στη σκηνή, στο δάπεδο, απελευθερωμένο από το βέλος και δεν έχει υποστηρίξει η παραπονούμενη πως κάποιος το τράβηξε. Θα λέγαμε έχοντας υπόψη ότι τα πτερύγια της δελφινιέρας του βέλους δεν εισήλθαν πλήρως στο σώμα της παραπονούμενης ώστε να ανοίξουν σε περίπτωση προσπάθειας απεγκλωβισμού του βέλους από το σώμα της και επίσης την ισχύ της σύνδεσης του βέλους με το έμβολο, πως αν κάποιος τραβούσε το ψαροντούφεκο για να το απεγκλωβίσει από το βέλος πολύ πιθανόν αντί αυτού να έβγαινε το βέλος από το σώμα της παραπονούμενης. Είναι δεδομένο πως δεν υπήρξε αεροβολισμός με πλήρη βολή για να απελευθερωθεί έτσι το βέλος από το έμβολο και το ψαροντούφεκο. Εάν υπήρξε αεροβολισμός με ημιτελή βολή θα είμαστε και πάλι της θέσης πως η απελευθέρωση του βέλους πρέπει να έγινε κατά την διαδικασία της βολής με την εξισορρόπηση της εναπομείνουσας προωθητικής δύναμης και όχι με μυϊκή δύναμη. Όταν το βέλος θα είχε βρει το σώμα της παραπονουμένης και εξάντλησε την διατρητική του ισχύ ήταν ακόμη εντός της θαλάμης. Δηλαδή το έμβολο δεν είχε ακόμη διανύσει την πλήρη πορεία του και υπήρχε πίσω από αυτό συμπιεσμένος αέρας που απαιτούσε εκτόνωση. Εφόσον το βέλος δεν μπορούσε να πάει μπροστά, ούτε και το έμβολο, συνεπώς θα έπρεπε να εκτιναχθεί το ψαροντούφεκο προς τα πίσω ώστε να μεγαλώσει ο χώρος στην θαλάμη πίσω από το έμβολο και να εκτονωθεί η πίεση του αέρα. Αν πάλι η κατηγορουμένη άφηνε το ψαροντούφεκο ή αυτό της ξέφευγε θα εκτινασσόταν προς τα πίσω και νοουμένου ότι η ισχύς του μη εκτονουμένου αέρα ήταν αρκετή, τα μέρη θα αποσυνδέονταν. Έχουμε εξετάσει με προσοχή το κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον μας κατά την δίκη. Καθήκον του ποινικού δικαστηρίου, όσο και αν εκ πρώτης ακούγεται παράδοξο, δεν είναι να εξεύρει την αλήθεια αλλά να διαπιστώσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Σε σχέση με κάποιο επίδικο γεγονός που υποστηρίζει η κατηγορούσα αρχή το καθήκον και πάλι είναι η διαπίστωση του κατά πόσον αυτό με βεβαιότητα συνέβηκε ή όχι. Η Κατηγορούσα Αρχή ως ουσιαστική παράμετρο της υπόθεσης οφείλει να πείσει ότι η κατηγορούμενη ηθελημένα επέφερε το τραύμα στην πλάτη της παραπονουμένης με το βέλος. Αυτό εξετάζουμε πιο κάτω. Προσπάθησε περαιτέρω η Κατηγορούσα Αρχή να εισαγάγει το επιβαρυντικό στοιχείο (αναμφίβολα τέτοιο σε σχέση με την πρόθεση θανάτωσης) πως το κάρφωμα του βέλους έγινε δι' αεροβολισμού. Τα ενώπιον μας στοιχεία δεν αποκλείουν εξ αντικειμένου κάτι τέτοιο ούτε το επιβεβαιώνουν ως τη μόνη εξήγηση. Η άμεση μαρτυρία, της παραπονουμένης, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί πλήρως αξιόπιστη δεν υποστηρίζει θετικά θέση περί αεροβολισμού. Κανένα από τα δύο ενδεχόμενα να αεροβολήσει με ημιτελή βολή ή να πλήξει με το χέρι χρησιμοποιώντας το βέλος ως μαχαίρι δεν μπορεί εξ' αντικειμένου ν' αποκλειστεί με βάση τη περιστατική μαρτυρία. Η απόφαση μας πρέπει να δοθεί ως σύνολο. Δεν παραγνωρίσαμε την ομολογία της κατηγορουμένης ότι όπλισε το ψαροντούφεκο αναφερόμαστε δε στο θέμα αυτό πιο κάτω. Το καθήκον του Δικαστηρίου να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα με βάση τη μαρτυρία που προσφέρεται, ασκείται βέβαια πρωταρχικά με τον έλεγχο της αξιοπιστίας, έργο πολυσύνθετο, στα πλαίσια του οποίου το Δικαστήριο ως παρατηρητής λειτουργεί εν τέλει ως κριτής του συνόλου της εικόνας κάθε μάρτυρα από τα ίδια τα λεγόμενα του, την εκφορά του λόγου του, το δισταγμό ή αντίθετα την αμεσότητα των απαντήσεων του, τη φυσικότητα και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Η έννοια "εντύπωση από τον μάρτυρα" δεν είναι βέβαια σχηματική (βλ. C & A PELEKANOS ASS. LTD ν. Πελεκάνου
(1999)1 (b) 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη,
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Στα πλαίσια του ίδιου καθήκοντος λάβαμε υπόψη την ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης σύμφωνα με τα νομολογηθέντα (βλ. R. v. Coughlam
(1976), Cr. App. R. 11, Ονησιφόρου ν. Αστυνομίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 261, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου και Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Εξάλλου προκύπτει ως επιτακτική ανάγκη ότι η αξιολόγηση δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στο ατομικό πεδίο κρίσης της αξιοπιστίας. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στην δικαστική αποστολή (βλ. Μoustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 165, 172 και Καυκαρής ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Η αποδεικτική αξία της ομολογίας είναι δεδομένη μάλιστα έχει χαρακτηρισθεί ως η βασιλίδα των μαρτυριών (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 203, 225 και D.P.P. v Kilbourne (πιο πάνω). Ωστόσο, όπως επισημαίνεται σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο σύστημα που διέπει την ποινική δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο βαθμό την αξία της ομολογίας. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. "Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής". (Βλ. Χριστάκης Ιακώβου Αντρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 409 και Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330. Ακόμη στην υπόθεση Πάνοβιτς ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 310, το Εφετείο επικύρωσε τη διαδικασία που ακολούθησε το Κακουργιοδικείο να επανεξετάσει το περιεχόμενο της κατάθεσης υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας στην κύρια δίκη για να κρίνει αν αυτό συμφωνούσε με την αντικειμενική αλήθεια, όπως αυτή αναδύθηκε από τη μαρτυρία στη δίκη. Στην υπόθεση Αλ-Χάματ και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 και συγκεκριμένα στις σελ.136-137 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως υποδεικνύεται στη Fournides v. Republic ενοχοποιητικά συμπεράσματα, τα οποία μπορεί να συναχθούν από δηλώσεις του κατηγορούμενου, εξαρτώνται άμεσα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λέγονται, ιδιαίτερα από τα συμπεράσματα που μπορούν να προκύψουν ως προς τα κίνητρα, που οδήγησαν στην καταφυγή στο ψεύδος. Η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί (θετικά) τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Αποτελεί μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση.» Η θεληματικότητα και επομένως το αποδεκτό μιας μαρτυρίας κρίνεται πάντοτε με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την περιβάλλουν (βλ. Μαύρος αλλιώς 'Χατζής' v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466). Το Δικαστήριο πάντοτε έχει εξουσία να αναθεωρήσει την απόφαση του για τη δεκτότητα καταθέσεως η οποία έγινε δεκτή κατόπιν δίκης εντός δίκης. Βλ. R. ν. Watson
(1980)2 All Ε.R. 293, R. ν. Murray
(1951)Κ.13.391, Πάνοβιτς ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) και Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει στην κατάθεση του Κατηγορουμένου ή οποιουδήποτε μέρους αυτής. Και δυνητικά μπορεί να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος το οποίο περιέχει παραδοχή ή δήλωση ενάντια του συμφέροντος του. Στην κατάλληλη περίπτωση όταν υπάρχει μαρτυρία που δίδεται μετά τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης η οποία δείχνει ότι η κατάθεση δεν είναι θεληματική, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την άποψή του. Η ομάδα των μαρτύρων αστυνομικών θα πρέπει να πούμε εξ αρχής ότι παρά την επίμονη αντεξέταση, μερικοί από αυτούς τουλάχιστον, είτε ως εξεταστές ανακριτές είτε ως πρόσωπα που έλαβαν μαρτυρία, εργάστηκαν με μεθοδικότητα και αντικειμενικότητα, χωρίς να αποστούν του έργου τους και να διασφαλίσουν την ορθή διαδικασία κατά τη λήψη καταθέσεων της κατηγορούμενης ή κατά τις επιστήσεις που έγιναν είτε στο χώρο του Νοσοκομείου είτε αργότερα στον Αστυνομικό Σταθμό. Ανέλαβαν το ανακριτικό έργο και διενήργησαν αυτοψία στο χώρο με κάθε επιμέλεια και αντικειμενικότητα. Άλλωστε ότι εισήχθη με την κατάθεση εκείνη ήταν θέσεις υποβοηθητικές για την κατηγορούμενη και αυτοεξυπηρετικές εφόσον προβαλλόταν ως εξήγηση το ατύχημα. Θέση την οποία μέχρι τέλους υποστήριξε η υπεράσπιση με προσθήκη δυο νέων στοιχείων: πρόκληση δια λόγων εκ μέρους της παραπονούμενης και στη συνέχεια συμπλοκή και τραυματισμός της παραπονούμενης από ατύχημα. Στην ομολογία της κατηγορούμενης βρίσκουμε ότι εισάγονται τέτοιες λεπτομέρειες οι οποίες ήταν ή θα μπορούσαν να ήταν μόνο σε γνώση της κατηγορούμενης: αγορά του ψαροντούφεκου ως δώρο για τον αδελφό της, τρόπος οπλισμού του ψαροντούφεκου, ότι το βέλος ξέφυγε και κτύπησε τη Λίνα ότι έπεσε αμέσως στο πάτωμα και άρχισε να τρέμει και ότι η ίδια μετακίνησε τη Λίνα έξω από το αποχωρητήριο και την έβαλε να ξαπλώσει. Η αμφισβήτηση του κ. Παναγιώτου ως προς τις ενέργειες και την αντικειμενικότητα των κινήσεων της Αστυνομίας, ότι δηλαδή υπήρξε μεθόδευση, δεν έθεσε θετικό υπόβαθρο ώστε να μπορεί να πλήξει την εγκυρότητα του ανακριτικού έργου όπως αυτό έχει περιγραφεί από τους μάρτυρες αστυνομικούς. Αποκομίσαμε άριστη εντύπωση από το Μ.Κ.8 αστυφ. 3144 Πλαστήρα Σιμιλλίδη, από τον αστυφ. 3281 Χ. Ιωάννου και από το Μ.Κ.30 Λοχία 1397 Σάββα Σάββα. Η υπεράσπιση εισήγαγε για να καταδείξει την προσπάθεια της αστυνομίας να ενοχοποιήσει την κατηγορούμενη αλλά και για τη συνέχεια των ενεργειών της που φτάνουν στις απαρχές της λήψης της κατάθεσης, την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης (Τεκμήριο 107) σε βάρος των γονιών της κατηγορουμένης οι οποίοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό και υποκίνηση μαρτύρων στην παροχή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων. Ηθέλησε η υπεράσπιση να συνδέσει τις πιο πάνω ενέργειες άμεσα με τον ανώτερο υπαστυνόμο Χ. Φιλίππου, στον οποίο αποδίδεται ότι λόγω της συγγένειας του, ξάδελφος της μητέρας της παραπονούμενης κατεύθυνε το ανακριτικό έργο κατά τρόπο μη αντικειμενικό ή παραβλαπτικό των συμφερόντων της κατηγορούμενης. Κρίνουμε πως η αχρείαστη αυτή ενέργεια, αντινομική και έξω από τη συνήθη πρακτική αλλά και υπέρμετρα διωκτική, εφόσον η παρούσα υπόθεση δεν έχει ολοκληρωθεί και πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, δεν ανατρέπει την κατάληξη μας περί θεληματικότητας της κατάθεσης της κατηγορουμένης. Η υπεράσπιση στάθηκε ιδιαίτερα και επίμονα σ' ότι χαρακτήριζε αντιφάσεις της παραπονούμενης αντιπαραβάλλοντας τις καταθέσεις που έδωσε μεταξύ τους αλλά και σε αναφορά με τις δηλώσεις της προς τρίτα πρόσωπα. Αντιπαραβολή, ιδιαιτέρως μεταξύ της φράσης «μεν πείτε τίποτε της Νιόβης τζιε εν φίλη μου τζιε αγαπώ την», και της σθεναρής άρνησης της παραπονουμένης να μπει η κατηγορουμένη και η μητέρα της στο ασθενοφόρο. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν πρέπει να γίνει πιστευτή: έπλασε ένα απίθανο σενάριο και έξω από την κοινή λογική και στην πορεία προσέθετε καινούργια στοιχεία ή τέτοια στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με τις αρχικές της θέσεις, όπως για παράδειγμα το ότι χτυπήθηκε στο κεφάλι με το ψαροντούφεκο κάτι που παραλείπει παντελώς στην πρώτη της κατάθεση ή που δεν θυμόταν πώς προκλήθηκε ο τραυματισμός αυτός, στη δεύτερη της κατάθεση, Τεκμήριο 53. Εξετάσαμε με τη μέγιστη δυνατή προσοχή τη μαρτυρία της παραπονουμένης και της μητέρας της. Λάβαμε υπόψη τις αρχές που διέπουν το θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας προσώπου που δυνατό να έχει κάποιο συμφέρον στην όλη έκβαση της υπόθεσης και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει μια τέτοια μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή ακόμη και καχυποψία μήπως υπάρχει περίπτωση ο μάρτυρας να καταθέτει ψευδώς (βλ. Papachrysostomou v. The Police
(1988)2 C.L.R. 50.) Εξετάζοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης στο σύνολό της, καταθέσεις της Τεκμήρια 52 και 53, δηλώσεις της προς το Χ. Ιωάννου και σε αντιπαραβολή με τα όσα μας μετέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας, προκύπτει πως στο Νοσοκομείο Πάφου στη γιατρό Βασιλείου αλλά και στο γιατρό Παπαδόπουλο προβάλλει αρχικά και σε κάθε περίπτωση που ερωτάται, την εκδοχή του ατυχήματος. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μια διαφορετική εκδοχή από αυτή που στη συνέχεια εισάγει. Η αποκάλυψη όμως της πραγματικότητας γίνεται μετά από πιέσεις των γιατρών οι οποίοι όπως είδαμε δεν είχαν πειστεί για την εξήγηση που έδινε η παραπονούμενη, τα τραύματα στο πρόσωπο της και γενικά και η όλη εικόνα που παρουσίαζε ανέτρεπαν μια τέτοια εκδοχή. Εκεί αποκαλύπτει στη μητέρα της τι έγινε λέγοντας: «Μάμμα έπαιξε με εν για κατάφτις, ήθελε να με σκοτώσει μάμμα». Εκεί λοιπόν όπου τα πράγματα δεν ήταν επίσημα και η παραπονούμενη μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα και άμεσα αναφέρει στη μητέρα της και στους φίλους της την πραγματικότητα: «Η Νιόβη την έπαιξε», η Νιόβη προσπάθησε να τη σκοτώσει. Νοιώθοντας ότι μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα μπροστά σ' αγαπημένα και φιλικά της πρόσωπα χωρίς να σκέφτεται τις όποιες συνέπειες θα μπορούσαν να είχαν τα λόγια της για την μέχρι πριν από λίγο φίλη της, άφησε να φανούν τα αληθινά της αισθήματα. Αισθήματα που αν και προβάλλουν αντιφατικά, εξού και η δήλωση της προς το Μ.Κ.9 Ιωάννη Ιωάννου, κατάθεση του (Τεκμήριο 42) «Έπαιξε με η Νιόβη, αλλά μεν της πείτε τίποτε τζαι αγαπώ την τζιαι εν φίλη μου» την ώρα που οδηγείτο στο ασθενοφόρο, δεν είναι αφύσικα. Δήλωση παρόμοιας φύσης γίνεται και προς τη μικρή της αδελφή. Το γεγονός ότι ο Γ. Ιωάννου δεν αναφέρει στην κατάθεση του τις προτροπές της παραπονουμένης να εμποδίσουν τη κατηγορουμένη και τη μητέρα της να μπουν στο ασθενοφόρο δεν βλάπτει την αξιοπιστία του. Εξ υπαρχής ο μάρτυρας Γ. Ιωάννου θέτει με ειλικρίνεια φράση που απόδιδε αισθήματα αγάπης της παραπονουμένης προς τη φίλη της. Η στάση του κατά τη δίκη ήταν καθ' όλα αληθινή. Δεν έκρυψε τη μετέπειτα στάση του προς τη κατηγορουμένη, ούτε άλλαξε τη κατάθεση του. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε στο πιο πάνω περιστατικό δεν κρίνεται ύποπτο. Είναι φυσικό πρόσωπα που δεν είναι εξοικειωμένα στο να δίνουν καταθέσεις να παραλείπουν κάτι που τη στιγμή εκείνη είτε τους ξέφυγε είτε δεν το έκριναν ως ουσιαστικό. Στο περιστατικό όμως αυτό κάνει αναφορά στη κατάθεση της η μητέρα της παραπονουμένης. Αν υπήρχε προσυνεννόηση είτε μεταξύ μαρτύρων είτε μαρτύρων παραπονουμένης το στοιχείο αυτό, ιδιαίτερα αν ήταν φτιαχτό, θα αναφερόταν από το Γ. Ιωάννου, στη δική του κατάθεση. Το ότι ο Μ.Κ.27 νοσοκόμος Σάββας Δημητρίου δεν άκουσε τις παρακλήσεις της κατηγορουμένης δεν αλλοιώνει τη κατάληξη μας. Ως νοσοκόμος επιφορτισμένος με το έργο μεταφοράς της ασθενούς και λόγω της θέσης που πήρε μέσα στο ασθενοφόρο καθόταν αρχικά μπροστά και μετά πίσω δεν ήταν περίεργο που δεν άκουσε. Η μέχρι πρότινος επιστήθια φίλη της, «η κολλητή της», προσπαθεί να τη σκοτώσει με όλη τη βιαιότητα που η ίδια μας περιέγραψε. Η παραπονούμενη συγκλονισμένη από το όλο περιστατικό δεν μπορεί ακόμη να πιστέψει τι συνέβη. Τα αισθήματα που έχει κάποιος για ένα πρόσωπο για χρόνια αγαπητό, δεν εξαφανίζονται μέσα σε μια στιγμή ως δια μαγείας. Όσο φοβερά πράγματα κι' αν υποστεί κάποιος από το πρόσωπο αυτό χρειάζεται χρόνο για να αποδεχθεί την αλήθεια. Έτσι η παραπονουμένη από τη μια νοιώθει να κυριαρχεί μέσα της η αγάπη για τη φίλη της και' από την άλλη ότι θέλει να «πει», ν' αποκαλύψει στη μητέρα της και στους φίλους της τι πραγματικά συνέβη. Βλέπουμε την παραπονούμενη, στην κατάθεση της, Τεκμήριο 52, πως παρακαλούσε τη Νιόβη να την αφήσει και δε θα έλεγε τίποτα σε κανένα. Ο υπερβολικός φόβος που βίωσε την ώρα που έβλεπε την καλύτερη της φίλη να θέλει να της αφαιρέσει τη ζωή και ο συγκλονισμός της από την αποκάλυψη του αληθινού προσώπου της Νιόβης, την οδήγησαν εξ υπαρχής για να την εξευμενίσει, να την παρακαλεί με καλοπιάσματα να την αφήσει υποσχόμενη πως δεν θα έλεγε τίποτε σε κανένα. Οι απειλές της κατηγορουμένης ότι θα τη σκοτώσει και μετά θα αυτοκτονούσε και η ίδια. εύλογα μπορούσαν σε συνδυασμό με τα «γουρλωτά» μάτια της κατηγορουμένης και το ψυχρό της ύφος να τρομοκρατήσουν τη παραπονούμενη. Όταν τοποθετείται πάνω στα μαξιλάρια στο πάτωμα του σαλονιού φαίνεται ότι νοιώθει ακόμα την απειλή περιτριγυρισμένη από την οικογένεια της κατηγορούμενης η οποία φαίνεται να προσπαθεί να συγκαλύψει το γεγονός και να το επενδύσει με τον αθώο μανδύα του ατυχήματος που εύκολα εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να επεξηγηθεί: Δυο φίλες αχώριστες, που δεν είχαν κανένα προηγούμενο, ενώ βρίσκονταν στο σπίτι, καλλωπίζονταν και συζητούσαν επιθεωρώντας το ψαροντούφεκο, ξέφυγε το βέλος και μια από τις δυο χτυπήθηκε. Πήρε μεγάλη έκταση ως προς το ποιος ειδοποίησε το ασθενοφόρο που παρέλαβε τελικά το θύμα. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι τις Α΄ Βοήθειες τηλεφώνησε ο πατέρας της κατηγορουμένης από το τηλέφωνο της παραπονουμένης. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία, ότι πριν γίνει το τηλεφώνημα αυτό και πριν η παραπονούμενη πάρει το τηλέφωνο που κάποιος από τους παρευρισκομένους της έδωσε για να τηλεφωνήσει στη μητέρα της όπου της λέγει «μάμα κάλεσε ασθενοφόρο, σφάγκουν με», μεσολάβησε κάποιο διάστημα. Η μητέρα της κατηγορουμένης μιλά στο τηλέφωνο, όχι βέβαια στις Α' Βοήθειες. Η κατηγορουμένη τηλεφωνεί στο Γ. Ιωάννου από το τηλέφωνο της παραπονουμένης. Για να δικαιολογήσει την όλη καθυστέρηση ο πατέρας της κατηγορουμένης λέγει πως η παραπονουμένη έδινε, μεν το σωστό αριθμό των Α' Βοηθειών χωρίς όμως να δίνει και τον κωδικό αριθμό της πόλης. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αφύσικο κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν, δεν γίνεται όμως πιστευτό. Η οικογένεια της κατηγορουμένης καθυστερεί γιατί πρέπει πρώτα να προστατεύσει την κόρη τους, να δουν πως θα συγκαλύψουν το όλο περιστατικό και να το παρουσιάσουν με τον πλέον ανώδυνο τρόπο. Οι γονείς είχαν πλήρη αντίληψη για το τι έγινε. Η ερώτηση της μητέρας προς την κόρη της «Νιόβη τι κάμνεις, Νιόβη τι κάμνεις» δείχνει ότι η μητέρα είδε τι έκανε η κόρη της, η όλη εικόνα που αντίκρισε δεν αποκάλυπτε ατύχημα. Επικεντρώθηκαν λοιπόν στο να βρουν τρόπο να καλύψουν το περιστατικό. Έτσι καταλήγουμε πρέπει να σχηματίστηκε η όλη εξήγηση περί ατυχήματος και ενδεχομένως οι λεπτομέρειες του. Ο αδελφός της κατηγορουμένης χρόνια ψαροντουφεκάς ασχολείτο με το άθλημα, είχε στην κατοχή του ψαροντούφεκα και η κατηγορουμένη είχε την ευκαιρία να τον δει να φροντίζει το ψαροντούφεκο. Είχε δε και πρόσφορη πηγή για να αντλήσει ουσιαστικές λεπτομέρειες τις οποίες φαίνεται να χρησιμοποιεί στην κατάθεση της. Πέρα όμως από το φόβο που ένοιωθε η παραπονούμενη και ο οποίος λογικά μπορούσε να ενυπάρχει, και η μητέρα της κατηγορούμενης της ζητά να προβάλει την εκδοχή του ατυχήματος. Αίτημα που επανέρχεται με το τηλεφώνημα του πατέρα της κατηγορουμένης ενώ η παραπονουμένη νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Λευκωσίας και επιβεβαιώνει και η μητέρα της. Φαίνεται λοιπόν κάτω από αυτό το καθεστώς να υπήρξε μια σιωπηλή συνεννόηση μεταξύ των μερών ή έστω, η παραπονούμενη να άφησε με τη στάση της να εννοηθεί ότι αποδεχόταν τις εισηγήσεις της μητέρας της κατηγορούμενης, εξού και η κατάθεση της κατηγορουμένης στην Αστυνομία και οι εξηγήσεις που δίνει περί ατυχήματος. Ακόμα και αν η κατηγορούμενη στην κατάθεση της λέει ότι η Λίνα της είπε να πει ότι ήταν ατύχημα, αυτό ενισχύει τη θέση της παραπονούμενης η οποία εισάγει τη θέση αυτή για να εξυπηρετήσει την κατηγορούμενη και όχι τον εαυτό της. Σε τι θα εξυπηρετείτο άλλωστε η ίδια η παραπονούμενη, τι το τόσο φοβερό ήθελε η ίδια να αποκρύψει; Τις ύβρεις; Στο νοσοκομείο όμως όταν βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδο όταν πλέον δεν μπορεί να γίνει πειστική η εκδοχή της στους γιατρούς και κατόπιν πιέσεων τους να πει τα πράγματα όπως έγιναν, αποκαλύπτει την αλήθεια. Αν η παραπονούμενη ήθελε να εκδικηθεί τη φίλη της, είτε για το έγκαυμα που της προκάλεσε πλήττοντας τον ναρκισισμό της, όπως επικαλείται η υπεράσπιση, είτε για τους άλλους τραυματισμούς της, ήταν απλό εξ υπ΄ αρχής να προβάλει σαφή θέση ότι αεροβολήθηκε με το ψαροντούφεκο και να δώσει άλλες συγκεκριμένες λεπτομέρειες κι' όχι ν 'αφήσει το πράγμα ασαφές και αόριστο. Αντίθετα με πλήρη ειλικρίνεια λέει πως δεν είδε πώς την έπληξε η κατηγορούμενη με το βέλος γιατί είχε την πλάτη γυρισμένη. Ακόμη μέχρι και σήμερα ενώπιον μας η παραπονούμενη δεν είπε θετικά ότι πλήγηκε στο κεφάλι με την κάνη του ψαροντούφεκου. Αν ήθελε να πει ψέματα θα μπορούσε να το προσδιορίσει επ' ακριβώς, όταν είχε πλέον την ευκαιρία, ενώ κατέθετε ενώπιον μας. Εκεί που η παραπονούμενη δεν θυμόταν ή δεν είδε ή δεν ήταν σίγουρη για την αλληλουχία των γεγονότων, λόγω και του αιφνιδιασμού που υπέστη, το δηλώνει απερίφραστα χωρίς να καταφεύγει σε δικαιολογίες. Το ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης προς την Αστυνομία δεν είναι κατασκευασμένη είναι πασιφανές. Ένα άτομο που επιθυμεί να κατασκευάσει κάτι τέτοιο θα πρέπει να έχει και το χρόνο να συλλάβει το σχέδιο στο μυαλό του και να προσχεδιάσει τις λεπτομέρειες. Πότε πρόλαβε η παραπονούμενη; Την ώρα που ήταν περιτριγυρισμένη από την οικογένεια της κατηγορούμενης και κάτω από τον τρόμο και τον πόνο που βίωνε; Μέσα στο ασθενοφόρο με τη κατηγορούμενη και τη μητέρα της παρούσες ή μέσα στο δωμάτιο των Α΄ Βοηθειών εξασθενημένη, και κάτω από ανυπόφορους πόνους. Η μαρτυρία της και οι όποιες νέες διευκρινίσεις, εξηγήσεις ή λεπτομέρειες που εισάγονται δείχνουν το αντίθετο. Δεν παρατηρήσαμε αντιφάσεις όπως μας κάλεσε η υπεράσπιση, αλλά μόνο διευκρινίσεις που είναι φυσικό να αναζητήθηκαν και από την Αστυνομία όταν εξέταζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το όλο επεισόδιο μιας και δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία για πολλές λεπτομέρειες και κρίσιμα θέματα, που έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης. Άλλωστε η φράση «μεν πείτε τίποτε της Νιόβης τζαι αγαπώ την» που κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν συνάδει με γεγονότα απόπειρας φόνου κατά τον ίδιον τρόπον δεν συνάδει ούτε με γεγονότα επίθεσης συμπλοκής και βιαιοπραγίας όπως η υπεράσπιση διατείνεται. Παρενθετικά αναφέρουμε πως αξία θα είχε η δήλωση της παραπονουμένης αν υπήρχε ζήτημα κρίσης μεταξύ εγκληματικής πράξης, είτε απόπειρας φόνου είτε βιαιοπραγίας και ατυχήματος απογυμνωμένου της επίθεσης και βιαιοπραγίας. Την ίδια αντίληψη και διαπίστωση για ορθή επιτέλεση του καθήκοντος αποκομίσαμε και για τους μάρτυρες ιατρούς που ανέλαβαν σε πρώτο στάδιο την περίθαλψη της παραπονούμενης καθώς και τον Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.31) και Δρα Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.28). Ιδιαίτερη θετική εντύπωση μας έχουν αφήσει οι δυο πιο πάνω μάρτυρες οι οποίοι έθεσαν με πλήρη αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις τους επί ουσιωδών και κρίσιμων σημείων τα οποία αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους με βάση την επιστημονική του κατάρτιση ενήργησε αυτοψία στο χώρο και στο σώμα των εμπλεκομένων μερών στηριζόμενος στις παρατηρήσεις του και σε επιστημονικά κριτήρια χωρίς να καταλήγει σε ακραίες πιθανολογήσεις και απόλυτες θέσεις, αποδεχόμενος θέσεις της υπεράσπισης χωρίς φόβο ή προκατάληψη.. Οι θέσεις του Δρα Καριόλου και οι επιστημονικές του εξηγήσεις ευκρινώς διατυπωμένες έδωσαν στέρεο υπόβαθρο στην αντικειμενική εξέταση κατά κύριο λόγο του ψαροντούφεκου και άλλων συναφών τεκμηρίων όπως το σακούλι των εξαρτημάτων του ψαροντούφεκου. Τα δε συμπεράσματα των παρέμειναν αδιάσειστά. Η Μ.Κ.18 Ξανθίππη Κουρίδη (κατάθεση της Τεκμήριο 57) έζησε το σοκ όταν αντίκρισε την κόρη της στο σκηνικό που εκτυλίχθηκε ο τραυματισμός της, αντιδρώντας με τον τρόπο που περιέγραψε καθώς και τα όσα της μετέφερε η κόρη της τηλεφωνικώς ζητώντας της να καλέσει ασθενοφόρο αλλά και σε άλλες δηλώσεις της στη συνέχεια. Αντεξετάστηκε επί μακρόν για το τι της μεταφέρθηκε από την κόρη της ως προς τις συνθήκες τραυματισμού της, με ειλικρίνεια και αμεσότητα. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για τη φιλαλήθεια του λόγου της. Δεν παρατηρήσαμε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της εχθρότητα εμπάθεια ή μνησικακία. Βρίσκουμε πως δεν έχει αποστεί από το καθήκον της να πει την αλήθεια και δεχόμαστε τα όσα ανέφερε ενώπιον μας τόσο για το τι της μετέφερε το θύμα όσο και για το τηλεφώνημα του πατέρα της κατηγορούμενης (Μ.Υ.2) προς την κόρη της όταν αυτή βρισκόταν κλινήρης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αποδεχόμαστε ότι όντως ο πατέρας της κατηγορουμένης τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και ότι της ζήτησε να δώσει την εκδοχή του ατυχήματος. Και πάλι το στοιχείο αυτό κρίνεται ως ουδέτερο. Δεχόμαστε επίσης ως αληθινή τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 Ιωάννη Ιωάννου (κατάθεση του Τεκμήριο 42) αναφορικά με τις δηλώσεις της παραπονούμενης όπως αυτές έγιναν στην παρουσία του κατά τη στιγμή της μεταφοράς της προς και δια ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Πάφου. Η Κατηγορούσα Αρχή και η υπεράσπιση κάλεσαν μάρτυρες με σκοπό να καταδείξουν προσπάθεια η μεν πρώτη «συναλλαγής», να πέσει η υπόθεση στα μαλακά, η δε δεύτερη την εκδικητική στάση της παραπονουμένης, Μ.Κ.32 και 33 και Μ.Υ.5 αντίστοιχα. Όπως κι' αν αντικριστεί το θέμα η μαρτυρία αυτή παραμένει ουδέτερη, δεν οδηγεί αναπόδραστα είτε σε συμπέρασμα ενοχής ή αθωότητας, ή σε συμπέρασμα κατασκευασμένου της υπόθεσης. Ιδιαίτερα αρνητική εντύπωση αποκομίσαμε από τον Μ.Υ.2 Γιώργο Παρούτη, πατέρα της κατηγορούμενης ο οποίος με πλήρη συνείδηση κατέφυγε στο ψεύδος με σκοπό να αλλοιώσει τα πραγματικά γεγονότα και να διαμορφώσει μια καθόλα ευνοϊκή εικόνα για την υπεράσπιση με τελικό στόχο την υποστήριξη των θέσεων της. Με πραγματική έκπληξη ακούσαμε τον πατέρα της κατηγορούμενης να δηλώνει ότι δε ρώτησε μέχρι σήμερα την κατηγορουμένη για το τι πραγματικά έγινε, ούτε τη σύζυγο του αν ρώτησε την κόρη τους. Κατά την ανώμοτη της δήλωση άκουσε για πρώτη φορά την εκδοχή της. Άφησε είπε τους ειδικούς να εξετάσουν το ζήτημα για να καταλήξουν στο αποτέλεσμα. Ρωτήθηκε γιατί, έτσι το έκρινα, απάντησε. Δίνει ο ίδιος κατάθεση στην Αστυνομία όπως και η η κόρη του αλλά και πάλι δεν τη ρωτά τι κατέθεσε. Αργότερα όταν αυτή κατηγορείται στην Αστυνομία αλλά και κατά την παραπομπή, ενώ ήταν παρών δεν τη ρωτά, ούτε διαβάζει τις καταθέσεις, όπως δεν διαβάζει ενώ υπογράφει και τη δική του κατάθεση, γιατί δεν είχε γυαλιά. Δεν ήθελε, είναι η αντίληψη που αποκομίσαμε να δώσει οποιαδήποτε εκδοχή που θα μπορούσε να ελεγχθεί και θα ήταν τρωτή. Άκρως παράδοξη και έξω από την ανθρώπινη φύση κρίνεται μια τέτοια συμπεριφορά. Αντιφατική για ένα τόσο στοργικό πατέρα όπως θέλει να εμφανίζεται ο πατέρας της κατηγορούμενης και για μια τόσο δεμένη οικογένεια όπως θέλει να εμφανίζεται, και φαίνεται να είναι, η οικογένεια της κατηγορούμενης. Εμφανίζεται λοιπόν ο πατέρας μέχρι σήμερα να μη γνωρίζει τι διαδραματίστηκε στην πραγματικότητα και το σπουδαιότερο να μην έχει την ελάχιστη ανθρώπινη περιέργεια να μάθει από το ίδιο του το παιδί τι απ΄ όσα του καταλογίζουν έπραξε ή όχι. Είναι η κατάληξη μας ότι ο πατέρας της κατηγορούμενης περιχαρακώνεται πίσω από το ψέμα αυτό για ν΄ αποφύγει να μας μεταφέρει τι του μετέφερε η κόρη του. Μ΄ αυτό το δεδομένο και προς υποστήριξη των θέσεων της υπεράσπισης προχωρεί να εισαγάγει ότι αυτός σήκωσε τη Λίνα από τις μασχάλες και την έσυρε έξω από το μπάνιο, θέση που εκ πρώτης όψεως έρχεται σε αντιπαραβολή με τη θέση της κατηγορούμενης στη θεληματική της κατάθεση, η οποία θέτει τον εαυτό της να σύρει η ίδια τη Λίνα έξω από το μπάνιο. Κατασκευασμένες επίσης βρίσκουμε της θέσεις του μάρτυρα για το ότι άκουσε τη φωνή της κόρης του να καλεί σε βοήθεια, όπως και κατασκευασμένες βρίσκουμε τις εξηγήσεις που έδωσε γιατί αναγκάστηκαν να πάρουν το κλειδί από το σπίτι τους για να ανοίξουν την πόρτα του διαμερίσματος της Νιόβης. Είναι αφύσικο βέβαια ένα πρόσωπο που καλεί σε βοήθεια είτε να μην ανοίξει από προηγουμένως την πόρτα του διαμερίσματος για να μπουν εύκολα οι γονείς της, που γνώριζε ότι βρίσκονται στο πάνω σπίτι, - πριν από μερικά λεπτά είχε πάει στο σπίτι τους για να βράσει στο φούρνο μικροκυμάτων το αποτριχωτικό μέλι, και τους βρήκε εκεί, - ή οποιοσδήποτε άλλος θα προσέτρεχε σε βοήθεια. 'Η ακόμη όταν τους άκουσε, να πλησιάζουν να μην έτρεχε να τους ανοίξει. Κι' εδώ ο πατέρας ψεύδεται. Δεν χτυπήσαμε, δεν φωνάξαμε είπε, αυθόρμητα είπε στη γυναίκα του όταν βρήκε την πόρτα της εισόδου κλειστή, όπως και την πόρτα του σαλονιού, πήγαινε να φέρεις το κλειδί. Έδωσε γι' αυτό κάποιες εξηγήσεις οι οποίες όμως δεν μας έπεισαν. Η μαρτυρία του προσώπου αυτού είναι διάσπαρτη από διάφορες λεπτομέρειες που αν και εκ πρώτης όψεως μπορούσαν να κριθούν ως επουσιώδεις εντούτοις με μια προσεκτική εξέταση μπορεί να διαπιστωθεί ότι εισάγονται εκ του πονηρού και επί σχεδίου, για να καλύψουν με πέπλο αθωότητας κάποιες ενέργειες ή τη στάση της κατηγορούμενης. Παράδειγμα η αναφορά του ότι η κατηγορούμενη αναζήτησε αρχικά μαχαίρι για να κόψει το σπάγκο και στη συνέχεια ψαλιδάκι. Αυτό για να δικαιολογήσει τις αναφορές της παραπονούμενης ότι η κατηγορούμενη έψαχνε μανιωδώς τα συρτάρια της κουζίνας φωνάζοντας «αφήστε με να τη σκοτώσω, αφήστε με να τη σκοτώσω». Στη σκηνή δεν ανευρέθη οποιοδήποτε μαχαίρι, παρά μόνο ένα ψαλιδάκι με το οποίο φέρεται να κόπηκε ο σπάγκος που συνέδεε το βέλος με το ψαροντούφεκο. Ενώ η παραπονούμενη πρέπει να πονούσε πολύ, όπως άλλωστε δέχεται και ο ιατροδικαστής Παπαδομανωλάκης όταν έκανε αναφορά στο τραύμα από το βέλος τους ψαροντούφεκου, ο ίδιος ο πατέρας της κατηγορούμενης λέει πως παραξενεύεται όταν ακούει τη Λίνα να μιλά σχεδόν ψιθυριστά. Ενώ αμέσως μετά λέει πως βρισκόταν σε αγωνία γιατί δεν ήξερε τι θα συνέβαινε από λεπτό σε λεπτό στη Λίνα, λόγω της κατάστασης της. Αυτό πάλι για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε τη δύναμη το θύμα να καλέσει σε βοήθεια, αλλά ότι αυτή που καλούσε σε βοήθεια ήταν η κόρη του. Τα ψεύδη του πατέρα της κατηγορούμενης συνεχίζουν όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από μια αντιπαραβολή των θέσεων του στη Δίκη εντός Δίκης που υπέχουν θέση προγενέστερης αντιφατικής δήλωσης με τα όσα λέχθηκαν ενώπιον μας. Ενώ στη Δίκη εντός Δίκης λέει πως δεν είδε αστυνομικούς, ενώπιον μας λέει πως ο πατέρας της παραπονουμένης παραξενεμένος διερωτήθηκε τι γύρευαν αστυνομικοί στο χώρο. Είμαστε βέβαιοι ότι τόσο ο πατέρας της κατηγορούμενης όσο και ο αδελφός της γνώριζαν επακριβώς από την ίδια την κατηγορούμενη τι έγινε, κάτι που θέλησαν όχι μόνο να αποκρύψουν αλλά και έφτασαν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια. Ο αδελφός της κατηγορούμενης μας λέει πως ο πατέρας του, του είπε όταν τον ρώτησε πως επρόκειτο για ατύχημα. Στο Νοσοκομείο και ενώ το θύμα βρίσκεται υπό περίθαλψη ο πατέρας της κατηγορούμενης λέει στον πατέρα του θύματος πως επρόκειτο για ατύχημα, εξού και ο τελευταίος διερωτάται αν οι δυο κοπέλες ήσαν μωρά και έπαιζαν. Τόσο η μαρτυρία του πατέρα της κατηγορούμενης όσο και η μαρτυρία του αδελφού της είναι φανερό πως δόθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετηθούν οι «θέσεις» της υπεράσπισης περί πρόκλησης, κάτι που προβλήθηκε με το συγκεκριμένο σενάριο για πρώτη φορά στο Δικαστήριο οκτώ μήνες μετά την κατάθεση της κατηγορούμενης στην Αστυνομία. Η εισαγωγή θέσεων και υποβολών εκ μέρους του συνηγόρου και εδώ σε συνάφεια με το ποίος έσυρε το θύμα έξω από το μπάνιο δεσμεύουν τη κατηγορούμενη. Ο συνήγορος θεωρείται αντιπρόσωπος του πελάτη του και αναλόγως της περίπτωσης οι δηλώσεις και οι θέσεις που υποβάλλει κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας προκειμένου περί ποινικής υπόθεσης, τεκμαίρονται ότι γίνονται στη βάση των οδηγιών που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο πελάτη του για σκοπούς υπεράσπισης, ιδιαιτέρως εκεί όπου οι δηλώσεις και οι υποβολές θέσεων γίνονται στην παρουσία του κατηγορούμενου και σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν, (βλ. μεταξύ άλλων Καλαμαράς ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 343, 347-348 και Ανδρέας Κ. Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 402, 434 κ. επ.). Η υπεράσπιση για να καταστρέψει τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και να θέσει εν αμφιβόλω το λόγο της παραπονούμενης σε συνάφεια με τα πλήγματα που αυτή δέχθηκε και τη σειρά των τραυματισμών της, έθεσε μέσα από τη μαρτυρία ειδικών, του Ιατροδικαστή Σταυριανού αλλά και του Ιατροδικαστή Παπαδομανωλάκη, Προϊστάμενου Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης, μαρτυρία σε αναφορά με τις κηλίδες που βρέθηκαν στη σκηνή και όπως εμφαίνονται στις φωτογραφίες, Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του κ. Σταυριανού πως εξέταση των σταγόνων, κηλίδες αίματος, καταδεικνύει, ότι το πρώτο κτύπημα το οποίο δέχθηκε η παραπονούμενη είναι η γροθιά της κατηγορούμενης με το αριστερό της χέρι στο πρόσωπο της πρώτης. Οι κηλίδες, ως παθογνωμονικό στοιχείο, φανερώνουν ότι αυτές προκλήθηκαν μόνο κατόπιν πτώσης τους από κάποιο ύψος, του αιμορραγούντος μέρους. Προήλθαν από αιμορραγία από τη μύτη της παραπονούμενης η οποία τη στιγμή εκείνη βρισκόταν σε όρθια θέση. Η όλη διάταξη και τα χαρακτηριστικά τους, κηλίδες ανά ζεύγη, μπορούν να παραχθούν μόνο όταν ο τραυματίας βρίσκεται σε κάποιο ύψος. Ο αριθμός των κηλίδων, γύρω στις 60, φανερώνει, έστω και σχετικά, ότι η επίσταξή τους έγινε μέσα σε 15 με 20 δευτερόλεπτα. Οι δε κηλίδες οι οποίες ανευρέθηκαν μέσα στο νεροχύτη όπως υποστήριξε, καταδεικνύουν ότι το άτομο τραυματίστηκε ενώ ήταν όρθιο. Απέκλεισε δε κατηγορηματικά ότι αυτές μπορεί να παρήχθησαν από οποιαδήποτε άλλα τραυματισμένα μέρη του θύματος που αιμορραγούσαν, όπως από το κτύπημα στο κεφάλι ή από το τραύμα από το βέλος, τραύμα το οποίο χαρακτήρισε «επωματισμένο και μη αιμορραγόν». Απαντώντας στη θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία διαπίστωσε, όπως πράγματι διαπιστώνουμε και εμείς, κηλίδες ανέπαφες μέσα σε λίμνη αίματος, όπως φαίνεται στη φωτογραφία 11 του Τεκμηρίου 30, και ότι αν αυτές προηγήθηκαν, θα έπρεπε να είχαν τριβεί και χάσει το αρχικό τους σχήμα, ήταν η θέση του, πως άλλες κηλίδες μέσα στο ίδιο σκηνικό δεν έχουν σβηστεί: δείχνουν ότι οι κηλίδες αυτές έχουν προηγηθεί, επακολούθησε η λίμνη αίματος που κατά την κρίση του προήλθε από την αιμορραγία του τραύματος στο τριχωτό της κεφαλής. Τραυματισμός που επακολούθησε της πτώσης του θύματος στο πάτωμα, στη γωνία κάτω από τα ντουλάπια του μπάνιου. Σε επίδειξη κηλίδων εκτός του μπάνιου και προς το δωμάτιο της σαλοτραπεζαρίας, φωτογραφία 12 του Τεκμηρίου 30, ο μάρτυρας προέβαλε τη θέση πως αυτές οι κηλίδες δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τις κηλίδες του μπάνιου και ότι αυτές δεν προέρχονται από αιμορραγία της ίδιας φάσης: είναι κηλίδες, όπως της χαρακτήρισε, επαφής, εφόσον το θύμα αιμορραγούσε, είτε από το τραύμα στο πλευρό είτε από τα ρούχα. Αν το θύμα, ήταν η θέση των Ιατροδικαστών Σταυριανού και Παπαδομανωλάκη, συρόταν από μόνο του για να βγει έξω από το μπάνιο, στηριζόμενο στο δεξιό του αγκώνα, όπως είναι η εκδοχή της παραπονουμένης, οι κηλίδες αυτές θα είχαν σβηστεί ή αλλοιωθεί. Ο Ιατροδικαστής Παπαδομανωλάκης αντεξεταζόμενος ως προς τη μορφολογία και διάταξη των κηλίδων υποστήριξε πως οι σταγόνες έπεσαν κάθετα και από κάποιο αρκετό ύψος ενώ το θύμα βρισκόταν σε όρθια θέση, στην αρχή της συμπλοκής, πιθανολογώντας ότι προήλθαν από την αιμορραγία της μύτης. Αν οι σταγόνες αυτές δημιουργήθηκαν ενδεχομένως μετά τη συμπλοκή θα είχαν διαφορετική μορφή από τις σταγόνες που έπεσαν στην αρχή της συμπλοκής. Όπως και ότι αυτές αν δεν αλλοιώνονταν, αν δεν περνούσε δηλαδή κάποιο αντικείμενο από πάνω τους, και πάλι θα είχαν διαφορετική μορφή. Η θέση του πιο πάνω μάρτυρα ότι οι σταγόνες αυτές έπεσαν πρώτες και πρόλαβαν να αποξηρανθούν γι' αυτό και δεν αλλοιώθηκαν θα λέγαμε κατ' ελάχιστον ότι προσβάλλει τη νοημοσύνη μας. Το όλο επεισόδιο σύμφωνα και με τους δύο ιατροδικαστές για την υπεράσπιση διήρκησε 2 - 3 λεπτά. Ο μάρτυρας Σταυριανός εν κατακλείδι υποστήριξε ότι είναι απίθανο οι σταγόνες αυτές να δημιουργήθηκαν στο τέλος του επεισοδίου και κατά τη διάρκεια της συμπλοκής κάτι που ο μάρτυρας Παπαδομανωλάκης δεν υιοθέτησε πλήρως. Νοουμένου ότι η μητέρα της κατηγορούμενης δεν κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον μας για το τι έλαβε χώρα, μετά που προσέτρεξε σε βοήθεια στο δωμάτιο του μπάνιου, είναι ο πατέρας της κατηγορούμενης Μ.Υ.1 Γεώργιος Παρούτης. Είναι εκείνος κατά τον ισχυρισμό του, και κατά τη θέση της υπεράσπισης όπως προωθήθηκε τελικά, που πήρε την παραπονούμενη από τις μασχάλες και πισωπατώντας την έβγαλε έξω από το μπάνιο για να τη ξαπλώσει στα μαξιλάρια που τοποθέτησε η κατηγορούμενη κατόπιν υποδείξεως της μητέρα της. Το θέμα αυτό διαπλέκεται τόσο με την αξιοπιστία της παραπονούμενης, η οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι μόνη της σύρθηκε και βγήκε από το μπάνιο, όσο και με τη λοιπή πραγματική μαρτυρία σε συνάφεια με τις κηλίδες και τα άλλα παλαμικά αποτυπώματα, όπως εμφαίνονται στις φωτογραφίες 7, 8, 9, 12, 18 και 19, Τεκμήριο 30, αλλά και στα εντυπώματα από το τριχωτό της κεφαλής όπως δέχεται ο Δρ. Σταυριανός αλλά και η υπεράσπιση στο ξύλινο κούφωμα της πόρτας (φωτογραφία 10 του Τεκμηρίου 30). Η θέση της υπεράσπισης δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Τα παλαμικά αποτυπώματα του αριστερού χεριού που δεν αμφισβητείται ότι ανήκουν στα ματωμένα χέρια της παραπονούμενης, φανερώνουν αναμφίβολα το ψεύδος του πατέρα της κατηγορούμενης και επικυρώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εκδοχή του θύματος. Αν τη βοήθησε να βγει με τη πλάτη πως βρέθηκαν στο δεξιό παραστατό (όπως αντικρίζεται η πόρτα από το διάδρομο και σημεία λήψης των σχετικών φωτογραφιών) το αποτύπωμα του αριστερού της χεριού; Το θύμα στηριζόμενο, όπως μας περιέγραψε το ίδιο, στο δεξιό του αγκώνα και με κλήση του σώματος προς τα δεξιά, ακουμπά την αριστερή του παλάμη στο δεξιό παρασταστό της πόρτας και στηρίζει το κεφάλι του ματωμένο και αιμορραγούν, αφήνοντας και εντύπωμα μαλλιών, στον αριστερό παραστατό (Φωτογραφίες 9, 10, Τεκμήριο 30). Παλαμικό εντύπωμα αριστερού χεριού αφήνεται επίσης όπως διαπιστώνεται και εκτός του μπάνιου στην έξοδο (Φωτογραφία 12, Τεκμήριο 30). Το ύψος των εν λόγω εντυπωμάτων, παρόλο που δεν μετρήθηκε από την Αστυνομία εντούτοις, προκύπτει από επιθεώρηση των εν λόγω φωτογραφιών ότι βρίσκεται σε χαμηλό ύψος και σε μικρή απόσταση από το πάτωμα, κάτι που παραπέμπει λογικά και άμεσα στην περιγραφή της παραπονούμενης και για το πώς αυτή συρόταν. (φωτογραφίες 7 και 12, Τεκμήριο 30). Το ίδιο και το εντύπωμα των μαλλιών από τις σχετικές φωτογραφίες. Αίματα παρατηρούνται επίσης σε πολύ χαμηλό σημείο στην πόρτα αριστερά (φωτογραφία 13 Τεκμηρίου 30). Από τα πιο πάνω προκύπτει πως είναι αδύνατο, αν ο πατέρας της κατηγορούμενης έσυρε το θύμα έξω από το μπάνιο με τον τρόπο που περιέγραψε, να βρέθηκαν τα εν λόγω αποτυπώματα και εντυπώματα μαλλιών στις θέσεις που διαπιστώσαμε. Εδώ θέλουμε να σημειώσουμε εξ υπαρχής πως η κατηγορουμένη στη θεληματική της κατάθεση πρόβαλε πως εκείνη, και πριν έρθουν οι γονείς της μετακίνησε την παραπονούμενη έξω από το αποχωρητήριο και την έβαλε να ξαπλώσει. Τώρα ο πατέρας της κατηγορούμενης λέει πως ο ίδιος μετακινεί και μεταφέρει την παραπονουμένη. Ο λόγος κατά την άποψη μας προφανής. Η υπεράσπιση θέλοντας να καταδείξει τη στενότητα του χώρου και τη δυσκολία όπως υποστήριξε, της μετακίνησης συμπεραίνει το αδύνατο του πράγματος: να μπορέσει η παραπονούμενη να συρθεί από μόνη της έξω. Ο αδελφός της κατηγορούμενης υποστήριξε πως ξάπλωσε ο ίδιος εκεί που πρέπει να έπεσε η παραπονούμενη, στη γωνία μεταξύ νιπτήρα και αποχωρητηρίου, κάτω από το ντουλαπάκι του μπάνιου και ότι χρειάστηκε κάποια λεπτά για να καταφέρει να απεγκλωβιστεί προσβάλλει και αυτός ο ισχυρισμός τη νοημοσύνη μας. Κατά την κρίση μας η θέση αυτή εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό: η υπεράσπιση διαισθανόμενη την αδυναμία της αρχικής θέσης, μια αδύνατη και λεπτοκαμωμένη κοπέλα θα ήταν δύσκολο έως αδύνατο να σύρει έξω το θύμα που βρισκόταν σφηνωμένο και τραυματισμένο, εισάγει στην εικόνα τον πατέρα, που και λόγω φύλου και σωματικής διάπλασης, αλλά και ως πιο ψύχραιμος, θα ήταν σε θέση να το πράξει. Η υπεράσπιση στην εξέταση του θέματος των κηλίδων και ως προς το χρόνο δημιουργίας τους, στηρίχθηκε όπως είδαμε σε μεγάλο μέρος στην αναφορά του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους πως στο νεροχύτη ανάμεσα σ΄ άλλα υπήρχαν κηλίδες αίματος (Τεκμήριο 89). Εξετάσαμε προσεκτικά τόσο την αναφορά του Ιατροδικαστή στο Τεκμήριο 89, αλλά και σε συνάρτηση με το φωτογραφικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μας Τεκμήριο
- Είναι η κατάληξη μας πως πουθενά δεν φαίνονται αίματα ή κηλίδες μέσα στο νιπτήρα, δηλαδή στη λεκάνη του, όπως η υπεράσπιση εισηγείται. Όπως με λεπτομέρεια φαίνεται από τη φωτογραφία 11, Τεκμήριο 30 αίματα και/ή κάποιες κηλίδες φαίνονται στο στήριγμα του νιπτήρα, στο «πόδι» του δηλαδή, και στο πάτωμα, στο πλακάκι του μπάνιου μπροστά από το «πόδι» και στη δεξιά πλευρά του προς τη ντουζιέρα. Ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού και ούτε ζητήθηκαν περαιτέρω διευκρινίσεις από την υπεράσπιση, έτσι το ζήτημα παρέμεινε να στηρίζεται σε μια και μοναδική φραστική αναφορά, την οποία η υπεράσπιση εκμεταλλεύτηκε βρίσκουμε κατά κόρον για να χτίσει το όλο οικοδόμημα περί κηλίδων και πρώτου χτυπήματος. Ερωτήσεις όμως που να διευκρινίζουν το θέμα δεν τέθηκαν ούτε και σε άλλα άτομα που διενήργησαν έρευνα στο διαμέρισμα ή στο φωτογράφο που πήρε τις φωτογραφίες. Βρίσκουμε πως τα αρμόδια αστυνομικά όργανα που επιλήφθηκαν του θέματος διερεύνησαν με πάσα δυνατή επιμέλεια το θέμα και ότι η εγκυρότητα του ανακριτικού έργου παρέμεινε ως προς αυτό αδιαμφισβήτητη. Θα ήταν απίθανο άτομα που διενήργησαν τις έρευνες στο χώρο και που φωτογράφησαν με κάθε προσοχή τα αίματα, όπως στο κάτω μέρος του νιπτήρα, να μη φωτογράφησαν, αν υπήρχαν, κηλίδες μέσα στο νεροχύτη. Είναι εκ των υστέρων βρίσκουμε που κτίστηκε από την υπεράσπιση και εισήχθη από τον κ. Σταυριανό «θέμα σταγόνων μέσα στο νιπτήρα». Παίρνοντας λοιπόν η υπεράσπιση ως δεδομένο, και ιδιαίτερα ο ιατροδικαστής Σταυριανός, ότι οι σταγόνες στη λεκάνη έγιναν ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν όρθια και προέρχονταν από αιμορραγία της μύτης που προκλήθηκε από τη γροθιά του αριστερού χεριού της κατηγορούμενης στο πρόσωπο της παραπονούμενης, έκτισε την όλη εισήγηση της θεωρώντας το στοιχείο αυτό ως αδιάψευστη και στέρεη βάση, κάτι που όπως βλέπουμε δεν ισχύει. Κρατώντας τις παρατηρήσεις μας που έχουμε κάμει πιο πάνω, το γεγονός ότι τα δυο σώματα έπεσαν κάτω, ότι υπήρξε πάλη κατά τον ισχυρισμό πάντοτε της υπεράσπισης και ότι παρά ταύτα παρέμειναν μέσα στη λίμνη αίματος άθικτες σταγόνες, θεωρούμε τη θέση της υπεράσπισης αδύνατη και έξω από την κοινή λογική. Όπως και έξω από την κοινή λογική και αδύνατο μας φαίνεται το γεγονός να παρέμειναν άθικτες και αν ακόμη κάποιος υποβοηθούσε την παραπονούμενη να βγει έξω σέρνοντας την από τις μασχάλες και κρατώντας την από πίσω, είτε αυτό έγινε από την κατηγορούμενη είτε από τον πατέρα της. Και σε αυτή την περίπτωση αν το σώμα της παραπονούμενης ήταν ανάσκελα ή ακόμη και πλάγια, μέσα στη γωνιά μεταξύ νιπτήρα και αποχωρητηρίου, μέρος του σώματος της ή τα πόδια της, όπως σύρονταν στο πάτωμα θα αλλοίωναν, είναι κατάληξη μας τις σταγόνες αυτές και δεν θα τις άφηναν ανέπαφες όπως φαίνονται από το ενώπιον μας φωτογραφικό υλικό. Προβληματισμό όμως μας προκάλεσε και η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής: πώς οι σταγόνες αυτές παρέμειναν άθιχτες έστω στην περίπτωση που η ίδια η παραπονούμενη σύρθηκε μόνη της έξω από το χώρο του μπάνιου. Στο σημείο αυτό θα επανέλθουμε αφού εξετάσουμε τους λοιπούς τραυματισμούς της παραπονούμενης και ιδιαίτερα το τραύμα στην κεφαλή, που θα ρίξει περαιτέρω φως στην αλληλουχία των γεγονότων. Σημειώνουμε τα τραύματα που υπέστη η παραπονούμενη για καλύτερη αντίκριση του θέματος όπως αυτά καταγράφηκαν από τον ιατροδικαστή Χαραλάμπους στην ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 89) ημερ. εξέτασης 22.11.2006: «- Θλαστική εκχύμωση στην αριστερή κογχική χώρα - Πολλαπλές εκδορές στη δεξιά ρινική χώρα - Πολλαπλές εκδορές στη δεξιά υποκόγχια - παρειακή χώρα - Εκχύμωση αριστερά κάτω βλεφάρου δεξιού ματιού - Εκδορές και εκχυμώσεις στην αριστερή ρινική χώρα - Εκχύμωση στην αριστερή υπογνάθιο χώρα - Συρραμμένο τραύμα (4 ραφές) στην αριστερή βρεγματική χώρα - Εκδορές μετά εκχυμώσεων στην τραχηλική χώρα - Εκχύμωση στη δεξιά πρόσθια δελτοειδή χώρα - Εκχύμωση στην πρόσθια χώρα του αριστερού γονάτου - Εντυπώματα οδόντων στην πρόσθια χώρα μέσου τριτημορίου του αριστερού αντιβραχίονα - Εντυπώματα οδόντων στη ραχιαία επιφάνεια του δεξιού παράμεσου δακτύλου - Τραύμα καλυμμένο με επίδεσμο στην ιερή χώρα - Συμπλισίαση του τραύματος με συμπλισιαστικές ταινίες (steril strips) στην αριστερή ζυγωματική χώρα - Εγκαυματική περιοχή στην αριστερή παρειακή χώρα» Αναφορικά με το τραύμα της κεφαλής, βρεγματική χώρα, υπάρχουν δυο αντίθετες εκδοχές. Ή το τραύμα προκλήθηκε από ένα οποιοδήποτε αντικείμενο όπως το ψαροντούφεκο χτυπήθηκε με τη χειρολαβή, αφού προηγήθηκε, σύμφωνα πάντα με την Κατηγορούσα Αρχή το κτύπημα με το βέλος ή από πέσιμο και κτύπημα σε οποιαδήποτε επιφάνεια ή γωνία όπως π.χ. στο χερούλι των ντουλαπιών του μπάνιου ή στη τουαλέτα, σύμφωνα με την υπεράσπιση. Η υπεράσπιση εισηγείται πως, πάντοτε λόγω ελλείψεως χώρου και σύμφωνα με τις διαστάσεις που έχουμε αποδεχθεί, ήταν αδύνατο να χτυπηθεί η παραπονούμενη με το ψαροντούφεκο αν η ίδια κατηγορούμενη κρατούσε πάνω από το κεφάλι της το ψαροντούφεκο, «σαν να τσάπιζε». Η υπεράσπιση στάθηκε ιδιαίτερα στο χαρακτηριστικό ωοειδές σχήμα του κάτω μέρους της χειρολαβής του ψαροντούφεκου, η οποία σημειώνουμε ότι είναι κενή στο κάτω μέρος της, για να προωθήσει με τη μαρτυρία των δυο ιατροδικαστών: αν το θύμα χτυπήθηκε με το σημείο αυτό στο κεφάλι τότε αναπόφευκτα το τραύμα θα έφερε σχήμα πανομοιότυπο με το σχήμα του κάτω μέρους του ψαροντούφεκου, θα άφηνε το εντύπωμά του. Ο ιατροδικαστής Χαραλάμπους εισήγαγε τη θέση πως ήταν δυνατό να προκληθεί κτύπημα από το εν λόγω αντικείμενο χωρίς κατ΄ ανάγκη το τραύμα να έφερε το εντύπωμα ή ολόκληρο το εντύπωμα κάτω μέρους του ψαροντούφεκου: σε περίπτωση που η κατηγορούμενη κρατούσε το ψαροντούφεκο κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε το κτύπημα να επέλθει με τη γωνία της χειρολαβής, εκεί όπου η διάμετρος είναι πιο μικρή ή με τη μια πλευρά δεξιά ή αριστερά της χειρολαβής, ή ακόμη με το "κυκλικό σχήμα" που βρίσκεται στο κάτω μέρος του ψαροντούφεκου και στο οποίο στερεώνεται ο σπάγκος. Από το σύνολο της μαρτυρίας των ιατροδικαστών προκύπτει πως ο τρόπος πλήξης είναι σχετικός με τη μορφολογία του τραύματος, αν δηλαδή το κτύπημα ήταν κάθετο ή πλαγίως και αναλόγως της στάσης του σώματος των δύο μερών. Το ψαροντούφεκο και η ενδεχόμενη χρήση του καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το κρατούσε η κατηγορούμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε αναφορά με το τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής και αντίθετα, δεν οδηγεί απαρέκλητα προς την υιοθέτηση της μιας ή την άλλης θέσης. Εξετάζοντας την ομολογία της κατηγορούμενης με δεδομένη τη θεληματικότητα της και τις δηλώσεις της στην ανώμοτη της κατάθεση περί ατυχήματος, για ό,τι αυτές αξίζουν, διαπιστώνουμε πως η κατηγορούμενη, η οποία ένοιωθε ότι έπρεπε να δώσει μια εξήγηση που να απενοχοποιεί την ίδια και να αφαιρέσει την πρόθεση, καταφεύγει στην κατασκευή του ατυχήματος εισάγοντας κατά την ώρα εκείνη όπως πίστευε αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις και παραδοχές. Εξηγήσεις που εκ πρώτης όψεως κρίνονται αντικειμενικά ενοχοποιητικές: προσπαθεί να οπλίσει το ψαροντούφεκο και σε κάποια στιγμή που προσπαθούσε να οπλίσει, της ξέφυγε το βέλος. Περιγράφει μάλιστα με πάσα λεπτομέρεια τον τρόπο οπλισμού: ακουμπούσε το πίσω μέρος του ψαροντούφεκου στη λεκάνη και με τα δυο της χέρια προσπαθούσε να βάλει το βέλος στο ψαροντούφεκο κρατώντας ένα «πλαστικό» με το οποίο οπλίζει το ψαροντούφεκο. Αν όντως τα πραγματικά περιστατικά είναι όπως τα εισηγείται η υπεράσπιση, μια πρόκληση και ένας γυναικοκαβγάς, γιατί η κατηγορουμένη φέρει τον εαυτό της να προσπαθεί να οπλίσει; Προς τι να θέτει τον εαυτό της σε δυσχερέστερη θέση αν έγινε το απλούστερο μια επίθεση, ένας γυναικοκαβγάς; Αν πάλι από την άλλη η κατηγορούμενη θέλει να προβάλει την εκδοχή του ατυχήματος γιατί αυτό συμφώνησε ή της ζήτησε η παραπονούμενη γιατί δίνει τέτοιες λεπτομέρειες; Αν ο στόχος της ήταν να τηρήσει τη συμφωνία με τη φίλη της θα ήταν απόλυτα προσεκτική για το τι έλεγε, και αυτό που είπε στην Αστυνομία ήταν αυτό που η ίδια θέλησε για δικούς της σκοπούς και μόνο να προβάλει. Η δε αναφορά της κατηγορουμένης και στη κατάθεση της και στην ανώμοτη της δήλωση ότι κάλεσε τη Λίνα να δει το ψαροντούφεκο κρίνεται αφύσικη για δύο κοπέλες. Σε τι θα ενδιέφερε άραγε τη Λίνα που καλλωπιζόταν για να βγουν έξω να δει ένα τέτοιο δώρο. Δεν επρόκειτο βέβαια για ένα κόσμημα ή ένα ρολόι που ίσως θα της κινούσε το ενδιαφέρον. Ήταν ένα καθαρά «αντρικό δώρο» χωρίς ενδιαφέρον για μια κοπέλα που η ίδια δεν ασχολείτο με αυτά τα πράγματα. Οι δε λεπτομέρειες για τον τρόπο οπλισμού του ψαροντούφεκου αντιπαραβαλλόμενες με την πραγματική μαρτυρία καταδεικνύουν το ψεύδος της κατηγορούμενης όπως αυτό εντοπίζεται στην κατάθεση της. Το «γεμιστηράκι». το πλαστικό με το οποίο οπλίζει το ψαροντούφεκο βρέθηκε μέσα στο πλαστικό σακούλι πάνω στο κρεβάτι (φωτογραφίες 20 και 21, Τεκμήριο 30). Στην ανώμοτη της κατάθεση η κατηγορουμένη αλλάζει κατά τι το σκηνικό όχι μόνο βάζει το θύμα να παίρνει στα χέρια του και να περιεργάζεται το ψαροντούφεκο αλλά να παίρνει στα χέρια της και το πλαστικό σακούλι που έμεινε στη συνέχεια πάνω στο κρεβάτι. Ο Δρας Μάριος Καρυόλου Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Μ.Κ.28), εξέτασε τα τεκμήρια ανάμεσα στα οποία το ψαροντούφεκο (Τεκμήριο 4) και το νάϋλον σακούλι με τα εξαρτήματα του (Τεκμήριο 10). Στη σκανδάλη του ψαροντούφεκου απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικρού γενετικού υλικού που λόγω της μικρής της ποσότητας δεν ήταν ασφαλές να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις. Στο ψαροντούφεκο από διάφορες θέσεις και σημεία, συμπεράσματα 2 - 4 Τεκμήριο 79, έκθεση του, είτε με αίμα είτε χωρίς απομονώθηκε είτε μεικτό γενετικό υλικό με κύρια συνεισφορά της παραπονουμένης, είτε πλήρες γυναικείο προφίλ που και πάλι ταυτίζεται με αυτό της παραπονουμένης, συμπέρασμα
- Μερικό μεικτό γενετικό προφίλ στο νάϋλον σακούλι Τεκμήριο 10, ταυτίστηκε με το γενετικό προφίλ της παραπονουμένης. Το μεικτό γενετικό υλικό κύρια και μερική συνεισφορά ανήκουν σε γυναίκες. Η υπεράσπιση στάθηκε με ιδιαίτερη επιμονή στο θέμα της ανίχνευσης γενετικού υλικού και εν τέλει απουσίας γενετικού υλικού της κατηγορούμενης από το ψαροντούφεκο (Τεκμήριο 4) και τα σύνεργα του, αλλά ιδιαιτέρως από τη σκανδάλη του ψαροντούφεκου για να υποστηρίξει τόσο ότι η κατηγορούμενη δεν αεροβόλησε αλλά και ότι η παραπονούμενη άγγιξε τόσο το ψαροντούφεκο, όσο και το πλαστικό σακούλι. Προς αντίκρουση των θέσεων του Δρα Καριόλου προσήχθη η μαρτυρία του Μ.Υ.3 Πανίκου Σταυριανού, ιατροδικαστή, ο οποίος έθεσε εν αμφιβόλω τον τρόπο λήψης δείγματος γενετικού υλικού από το ψαροντούφεκο, χαρακτηρίζοντας ως ιατρικό παράδοξο τη μη εμφάνιση γενετικού υλικού της κατηγορούμενης. Υποστήρίξε πως από τη στιγμή που εντοπίστκε γενετικό υλικό της κατηγορούμενης στο κουτί με τα χρυσαφικά και στο ψαλιδάκι το οποίο χρησιμοποιήθηκε από την ίδια για να αποκοπεί ο σπάγκος, είναι αφύσικο και δεν μπορεί να εξηγηθεί ιατρικά, πώς δεν εντοπίστηκε στο ψαροντούφεκο ή τη σκανδάλη του. Με κανένα τρόπο δεν έχει κλονιστεί η θέση που εξέφρασε ο Δρας Καριόλου ο οποίος βρίσκουμε ότι προέβη στην καθόλα ενδεδειγμένη δειγματοληψία και κατά τέτοιο τρόπο όπως με λεπτομέρεια εξήγησε στο Δικαστήριο, ώστε να καλυφθεί ολόκληρη η κάνη του ψαροντούφεκου. Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι μεταξύ της μαρτυρίας του Δρα Καριόλου και του Δρος Σταυρινού προτιμούμε τη μαρτυρία του Δρα Καριόλου σε όλη της την έκταση ως ειδικού, σε αντίθεση με το Δρα Σταυριανό ο οποίος ουσιαστικά εξέφρασε τις θέσεις αυτές όχι ως ειδικός επί του θέματος, αλλά από την πείρα του και την πρακτική που ακολουθεί σε δειγματοληψίες κατά την εξέταση διαφόρων εγκληματών στην οποία έλαβε μέρος. Ο Δρας Καριόλου με σαφήνεια, επάρκεια και επιστημονική πληρότητα υποστήριξε και επεξήγησε τους λόγους που ενδεχομένως είτε δεν αφήνεται γενετικό υλικό ικανοποιητικής ποσότητας έτσι ώστε να είναι ανιχνεύσιμο, είτε όταν γενετικό υλικό μπορεί να συμπαρασυρθεί ή αλλοιωθεί κάτω από ορισμένες συνθήκες, έτσι ώστε πάλι να μην ανιχνεύεται. Ακούσαμε τη παραπονουμένη να λέει πως με το σώμα της πέρασε πάνω από το ψαροντούφεκο ή το άγγιξε ενώ συρόταν ματωμένη έξω από το μπάνιο. Με τον τρόπο αυτό εξηγείται εύλογα η εναπόθεση και ανεύρεση του γενετικού της υλικού, όπως και δικαιολογείται ανεύρεση μόνο του δικού της γενετικού υλικού στο μέρος του ψαροντούφεκου που δεν καλυπτόταν από αίμα ή μεικτού γενετικού υλικού στο μέρος του ψαροντούφεκου με αίμα. Με το σώμα της τα ρούχα της και με το αίμα που κάλυψε το όπλο συμπαρασύρθηκε, αν αφέθηκε προηγουμένως, οποιοδήποτε γενετικό υλικό άλλο από της παραπονουμένης ή η εναπομείνασα ποσότητα ήταν τόσο μικρή, ούτως ώστε δεν ήταν δυνατό να ταυτοποιηθεί. Δεχόμαστε και κάνουμε ανάλογο εύρημα ως η θέση του δρος Καριόλου ότι το σύρσιμο και το πέρασμα του σώματος της παραπονουμένης πάνω από το ψαροντούφεκο συνιστά απάλειψη. Όπως εύλογα εξηγείται και η εναπόθεση γενετικού υλικού της παραπονουμένης στο πλαστικό σακούλι: κάθισε κάποια στιγμή στο κρεβάτι ή το ακούμπησε με το σώμα της όταν κάθισε. Είχαμε την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της δίκης να θέσουμε υπόψη των μερών το ουδέτερο της ανεύρεσης ή μη γενετικού υλικού της κατηγορούμενης επί του ψαροντούφεκου ή της σκανδάλης, ιδιαιτέρως ενόψει των θέσεων της ίδιας της κατηγορούμενης όπως αυτές διαμορφώθηκαν αναλόγως, ότι κρατούσε το ψαροντούφεκο και το περιεργαζόταν, οπότε αυτό της ξέφυγε και χτύπησε την παραπονούμενη, είτε ότι κρατώντας το στα χέρια της επιτιθέμενη επακολούθησε ό,τι η ίδια περιγράφει στην ανώμοτη της δήλωση με κατάληξη το ατύχημα. Λαμβάνοντας δε υπόψη και αυτό είναι εύρημα μας ότι τα εν λόγω αντικείμενα θήκη χρυσαφικών και ψαλίδι ανήκαν στην κατηγορούμενη η οποία είχε την ευκαιρία να τα πάρει στα χέρια της και να τα αγγίξει με διάφορους τρόπους σε διάφορες προηγούμενες περιπτώσεις, υποστηρίζουν τις επιστημονικές εξηγήσεις του Δρος Καριόλου σε όλη τους την έκταση. Η δε περιγραφή της κατηγορουμένης ότι κατευθυνόμενη προς το αποχωρητήριο προσπαθούσε να οπλίσει είναι επίσης ψευδής αφού όπως έχουμε ακούσει απ' όλους τους μάρτυρες, αλλά και έχουμε παρατηρήσει, προσπάθεια οπλισμού απαιτεί σταθερό σημείο πίεσης είτε του βέλους όπως π.χ. σε τοίχο ή στο πάτωμα, ή με το "γεμιστηράκι" είτε στο σώμα όπως στη λεκάνη ή το πόδι του οπλίζοντος. Είναι φανερό ότι η εξήγηση του ατυχήματος αρχικά φάνηκε πειστική στην κατηγορούμενη, όπως και θα φαινόταν πειστική ενδεχομένως σε οποιοδήποτε τρίτο ο οποίος γνώριζε τις άριστες σχέσεις των μερών, νοουμένου βέβαια ότι απουσίαζαν άλλοι τραυματισμοί. Βεβαίως η κατηγορούμενη όταν πρόβαλε την εκδοχή αυτή δεν είχε πλήρη εικόνα των λοιπών σωματικών βλαβών της παραπονούμενης και τη διάστασή τους. Είναι κρίνουμε η αποκάλυψη των λοιπών τραυμάτων, ιδίως στο πρόσωπο της παραπονουμένης, που την οδήγησε εκ των πραγμάτων να εισαγάγει την εκδοχή της πρόκλησης και της βιαιοπραγίας που επακολούθησε. Σ΄ αυτό το σημείο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως όντως οι θέσεις της υπεράσπισης κτίζονταν μια προς μια και κατά την πορεία της υπόθεσης έτσι ώστε να επεξηγηθούν τα τραύματα της παραπονούμενης και να ανατρέψουν εν κατακλείδι την πραγματική αλληλουχία των γεγονότων, και να εισαγάγουν ως πρώτο κτύπημα τη γροθιά που δίνει η κατηγορούμενη στο πρόσωπο της παραπονούμενης. Και μάλιστα με το αριστερό της χέρι, πράγμα που κατά την κρίση μας είναι αφύσικο έως αδύνατο αν είναι δεξιόχειρας. Σε τέτοια περίπτωση ένας δεξιόχειρας ενστικτωδώς θα άφηνε να του πέσει από το χέρι αυτό που κρατούσε για να χτυπήσει με το δεξί του χέρι το στόχο του. Αντιθέτως η κατηγορούμενη συνεχίζει να κρατά το ψαροντούφεκο και το βέλος με το δεξί της χέρι και να χτυπά με το αριστερό. Συνεχίζει δε να τα κρατά, πράγμα παντελώς αφύσικο έως αδύνατο σ' ένα «τηλεφωνικό θάλαμο» ακόμα κι' όταν όπως εισηγείται η υπεράσπιση οι δύο γυναίκες αγκαλιάστηκαν. Πάντοτε βέβαια για να δικαιολογηθεί το όλο σκηνικό που κτίζει η υπεράσπιση και για να ταυτιστούν τα τραύματα στο πρόσωπο κάτω από το μάτι, όχι μόνο με γροθιά χεριού αλλά και σ' όλη τους την έκταση: σχίσιμο κάτω από το μάτι (φωτογραφίες 23 και 24 Τεκμήριο 47), εισηγείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο φορούσε δαχτυλίδι. Ούτε οι φωτογραφίες της κατηγορούμενης που λήφθηκαν την ίδια ημέρα δείχνουν είτε το αριστερό είτε το δεξί χέρι της κατηγορούμενης να φέρει δαχτυλίδι, ούτε υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μας που να το υποστηρίζει. (Τεκμήριο 32 φωτογραφίες 1, 2, 5 και 6). Μέσα σ' αυτή την παράμετρο τίθεται και το ερώτημα πώς σ' ένα τέτοιο γυναικοκαβγά μέσα σ' ένα τόσο μικρό χώρο η κατηγορούμενη δεν έχει ούτε το ελάχιστο τραύμα, παρά μόνο αίματα στα ρούχα και τα μαλλιά της. Η υπεράσπιση μέσω των Ιατροδικαστών μαρτύρων της εισάγει κοκκίνισμα στο αριστερό χέρι της κατηγορούμενης, το οποίο εξηγεί ως προερχόμενο από τη γροθιά. Θα πρέπει να πούμε ότι αν η υπεράσπιση αποδίδει σημασία στον τραυματισμό αυτό και εφόσον τον είχε υπόψη της, εξ υπ΄ αρχής, ως θέση προερχόμενη από την κατηγορούμενη, θα έπρεπε να το θέσει υπόψη του Ιατροδικαστή Χαραλάμπους ο οποίος εξέτασε την κατηγορούμενη και κατέγραψε τα ευρήματα του, σε συνδυασμό και με το δαχτυλίδι, πράγμα που δεν έπραξε (Τεκμήριο 39). Εξετάζοντας την εκδοχή της παραπονούμενης μέσα στο σύνολο της πραγματικής και άλλης μαρτυρίας και εκτιμώντας το κάθε συγκεκριμένο στοιχείο ξεχωριστά αλλά και συνολικά, βρίσκουμε πως αυτή υποστηρίζεται από τη πραγματική μαρτυρία σε όλα τα επί μέρους σημεία της είτε αυτά τα έχει αμφισβητήσει η υπεράσπιση είτε όχι. Αν η εκδοχή αυτή ήταν κατασκευασμένη θα ήταν δύσκολο έως απίθανο να υπάρξει ταύτιση των θέσεων της παραπονούμενης με την πραγματική μαρτυρία χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο στοιχείο που να την αποκλείει ή να την καταρρίπτει. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σταθούμε στο έγκαυμα που διαπίστωσε ο Ιατροδικαστής Χαραλάμπους στο πρόσωπο της παραπονούμενης - «εγκαυματική περιοχή στην αριστερή παρειακή χώρα» και πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η υπεράσπιση για να προβάλει τη λεκτική επίθεση της παραπονούμενης, μετά την πρόκληση του εγκαύματος στο πρόσωπο της, ως έναυσμα του όλου επεισοδίου. Ο Ιατροδικαστής Χαραλάμπους με την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα που τον χαρακτηρίζει, αποδέχεται ότι πρόκειται για έγκαυμα επαφής, δυνατό να προκληθεί ανάμεσα σ' άλλα και από μέλι, ως αποτριχωτικό μέσο. Εξήγησε ενώπιον μας ότι το έγκαυμα αυτό δεν είναι ορατό αμέσως, αλλά μπορεί να φανεί μετά από πάροδο κάποιου χρόνου. Η γιατρός Βασιλείου η οποία ήταν η πρώτη που εξέτασε και κατέγραψε τα τραύματα της παραπονούμενης στο Τεκμήριο 70, ανατομικά σχεδιαγράμματα, διαπιστώνει μώλωπα στο αριστερό μάγουλο το οποίο στην ενώπιον μας μαρτυρία χαρακτηρίζει ως έγκαυμα τριβής μπορούσε να προκληθεί π.χ. με την πετσέτα στο πρόσωπο της παραπονούμενης η οποία στην προσπάθεια της να αναπνεύσει γύριζε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά. Δέχτηκε επίσης ότι θα μπορούσε να προκληθεί και από μέλι για να καταλήξει ότι επρόκειτο περισσότερο για έγκαυμα τριβής. Η ίδια η παραπονούμενη λέει πως μετά την αποτρίχωση δεν είδε στον καθρέφτη, ούτε ένοιωσε να είχε καεί κατά την αποτρίχωση και ότι αργότερα στο Νοσοκομείο δεν της δόθηκε η ευκαιρία, αλλά ούτε και η ίδια σκέφτηκε να πει οτιδήποτε για το σημείο αυτό εφόσον δε ρωτήθηκε, όπως και δε ρωτήθηκε πώς προκλήθηκαν και οι άλλοι τραυματισμοί της. Και πάλι η υπεράσπιση απομονώνει το σημείο αυτό προσπαθώντας να κτίσει πάνω σ' αυτό χωρίς όμως επιτυχία αφού το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας είναι συντριπτικά σε βάρος της κατηγορουμένης. Δεχόμαστε τη θέση της παραπονουμένης και απορρίπτουμε κατηγορηματικά ότι μετά το τέλος της αποτρίχωσης η παραπονούμενη ένοιωσε ή είδε ότι κάηκε από την αποτρίχωση, ή ότι υπήρχε έγκαυμα ορατό ή ότι εξαιτίας αυτού εξύβρισε την κατηγορούμενη και την οικογένειά της. Μεγάλη διάσταση πήρε το θέμα της απουσίας ασφυκτικών κηλίδων ή πετέχιων στο πρόσωπο ή στο σώμα της παραπονουμένης, στοιχεία τα οποία ήταν αναμενόμενο να ανευρεθούν σε περίπτωση στραγγαλισμού ή απόπειρας πνιγμού όπως περιγράφηκε από την παραπονούμενη. Αν υπήρχε απόπειρα πνιγμού σύμφωνα με τις θέσεις των ιατροδικαστών που κατέθεσαν για την υπεράσπιση, τα σημάδια αυτά θα ήσαν εμφανή για αρκετές ώρες, ημέρες αλλά ταυτόχρονα θα φαινόταν και κάποιος τραυματισμός στην εσωτερική επιφάνεια των χειλιών, όπως εκχυμώσεις ή οίδημα. Εστίασε τις παρατηρήσεις του αυτές ο Δρ. Σταυριανός στηριζόμενος στο παρατεταμένο κλείσιμο των αεροφόρων οδών, ρουθουνιών και στόματος κατά τρόπο τέτοιο ώστε το θύμα να «χάνεται», από ανοξία σύμφωνα με τον Δρα Παπαδομανωλάκη. Ακόμη ότι αν η κατηγορουμένη έπιανε την παραπονουμένη από το λαιμό για να την πνίξει θα υπήρχαν εντυπώματα δακτύλων και νυχιών ένθεν και ένθεν της μέσης γραμμής του λαιμού και παράλληλες προς τον άξονα του. Σύμφωνα με τον Δρα Σταυριανό η ύπαρξη κάθετων νυχιών σε διάφορα σημεία του λαιμού της παραπονουμένης φανερώνει αμυντικές ενέργειες και όχι απόπειρα στραγγαλισμού. Εισήχθη θέση από τον τελευταίο ότι στο λαιμό της παραπονουμένης βλέπει μόνο θλαστικές κακώσεις εκδορές από νύχια ή ύφασμα και όχι εκχυμώσεις. Παρά την υποστήριξη των θέσεων του μέχρι τέλους ο Δρ. Παπαδομανωλάκης παραδέχθηκε αγνοία των περιγραφών της παραπονουμένης για τον τρόπο πίεσης του προσώπου της με τη πετσέτα. Για να δεχθεί πως σε περίπτωση που δεν ασκηθεί τοπική πίεση στο στόμα ή αν η πίεση δεν είναι μεγάλη, αν το θύμα αντιδρούσε φώναζε και κινούσε το κεφάλι δεξιά και αριστερά, τότε είναι λογικό εφόσον ανέπνεε, να μην εμφανίζονταν οι ασφυκτικές αυτές κηλίδες. Έχοντας κατά νου τις περιγραφές της παροπονουμένης την ώρα που η κατηγορούμενη έβαλε την πετσέτα στο πρόσωπο της κρατώντας την δεξιά και αριστερά, βρίσκουμε πως όντως δεν ασκήθηκε μόνιμη και συνεχής πίεση ή πίεση τέτοιας διάρκειας στη μύτη ή στο στόμα ή και στα δύο, ώστε να επισυμβεί ανοξία με αποτέλεσμα την εμφάνιση ασφυκτικών κηλίδων. Οι τοποθετήσεις των ιατροδικαστών που κατέθεσαν για την υπεράσπιση έγιναν με δεδομένη την παρατεταμένη πίεση και απόφραξη των αεροφόρων οδών κάτι που δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση. Ότι έθεσαν ενώπιον μας ως ιατροδικαστικές αυθεντίες αναφέρονταν είτε σε προχωρημένο στάδιο απόπειρας στραγγαλισμού, παρατεταμένης ενέργειας: πίεσης ή απόφραξης, είτε σε τελικό στάδιο όπου επήλθε ο θάνατος. Η υπεράσπιση στηρίχτηκε στις αναφορές της παραπονουμένης ότι το όλο επεισόδιο διήρκησε 10 - 15 λεπτά. Όπως δε την έσφιγγε δυνατά για πολλή ώρα, δεν μπορούσε ν' αναπνεύσει, κόπηκε η αναπνοή της. Διευκρίνισε η παραπονουμένη ότι έτσι ένοιωθε τον χρόνο, για την ίδια ήταν πάρα πολλή ώρα, ένοιωθε ότι θα πεθάνει. Πάλι κρίνουμε πως η υπεράσπιση αντικρίζει μικροσκοπικά το όλο επεισόδιο, ζητώντας από το θύμα να προσδιορίσει τη διάρκεια ενώ συνέβαινε όλο εκείνο το αιματηρό επεισόδιο, της απόπειρας στραγγαλισμού της και κάτω από το τρόμο που βίωνε. Εξετάσαμε τις θέσεις και περιγραφές της παραπονουμένης, η εντύπωση που αποκομίσαμε είναι πως η όλη προσπάθεια της κατηγορουμένης και οι ανεπιτυχείς της ενέργειες δεν ήσαν συνεχείς αλλά σπασμωδικές και αναποτελεσματικές. Επιχειρούσε διάφορες κινήσεις, εγκατέλειπε, επανερχόταν. Εξ ου και οργισμένη φωνάζει «πέθανε - πέθανε», «Άτε γαμώτο εν φκαίνει η ψυσιή σου πόσην ώρα»; H απουσία εντυπωμάτων στο λαιμό της παραπονουμένης από τα δάκτυλα της κατηγορουμένης βρίσκουμε πως εξηγείται από τα πιο πάνω: τα χέρια της κατηγορουμένης γλιστρούσαν από τα αίματα που έτρεχαν στο λαιμό της αλλά και γιατί αντιδρούσε και προσπαθούσε μόνο με το δεξί της χέρι να φύγει τα χέρια της από το λαιμό της, γιατί η αριστερή της πλευρά ένοιωθε να παραλύει. Μέσα σε αυτή την εικόνα βλέπουμε να προκαλούνται τα σημάδια από δάγκωμα στο δεξί χέρι της παραπονουμένης, που μέχρι σήμερα είναι ορατά, και όπως αυτά καταγράφηκαν στην έκθεση του ιατροδικαστή Χαραλάμπους. Δάγκωμα στο χέρι που φανερώνει μια καθαρά αμυντική ενέργεια και προσπάθεια της παραπονουμένης να ξεφύγει από τα χέρια της κατηγορουμένης που βρισκόταν από πάνω της ενώ η τελευταία άρχισε να νοιώθει τις δυνάμεις της να λιγοστεύουν . Το γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν φέρει άλλο τραύμα εκτός από απειροελάχιστες εκδορές στο αριστερό χέρι, καθώς και αίματα στα μαλλιά πάνω από το μέτωπο και σε διάφορα σημεία των ρούχων της, όπως το παντελόνι, στα γόνατα, ενισχύουν την εικόνα που εισήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή με την κατηγορουμένη να γονατά ουσιαστικά πάνω στο σώμα της παραπονουμένης να την καθηλώνει, και να προσπαθεί να την αποτελειώσει επιχειρώντας να βυθίσει το βέλος πιο βαθειά. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η παραπονουμένη δέχθηκε αιφνίδιο και καίριο πλήγμα με το βέλος του ψαροντούφεκου που την έθεσε κυριολεκτικά εκτός μάχης, αδύνατη να αντιδράσει. Κληθήκαμε από την Κατηγορούσα Αρχή να δεχθούμε ως πρώτο παράπονο τις δηλώσεις της παραπονουμένης τηλεφωνικώς προς τη μητέρα της και στη συνέχεια ως διαδοχικά παράπονα τις δηλώσεις της μέσα στο ασθενοφόρο αλλά και στη συνέχεια προς τους γιατρούς ενώ βρισκόταν στις Α' Βοήθειες. Αναφορικά την πρώτη δήλωση τηλεφωνικώς, παρά το γεγονός ότι αυτή φαίνεται να καλύπτεται από τις πρόνοιες της νομολογίας ως προς τη δεκτότητα του ως ενίσχυση μαρτυρίας της παραπονουμένης. Όμως θα μπορούσε να λεχθεί ότι είτε τα γεγονότα ήταν όπως με τη δια ζώσης μαρτυρία της διατείνεται η παραπονούμενη, είτε να επεσυνέβη επίθεση και βιαιοπραγία τύπου «γυναικοκαβγά» όπως εισηγείται η υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η αναφορά αυτή κρίνεται ουδέτερη. Αναφορικά με τις επόμενες δηλώσεις κρίνουμε ότι και αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές ως διαδοχικά παράπονα για το λόγο ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις παραπόνου διαδοχικού ή άλλου. Από τη μαρτυρία φαίνεται ότι οι δηλώσεις δεν είναι αυθόρμητες: γίνονται κατόπιν ερωτήσεων των γιατρών και οι απαντήσεις δίδονται κατόπιν πιέσεων. Ως προς δε τη δήλωση της παραπονουμένης στη μητέρα της στις Α' Βοήθειες δεν έχουμε σαφή θέση: αν αυτή προηγήθηκε των πιέσεων των γιατρών ή επακολούθησε. Η πραγματική μαρτυρία υποστηρίζει τις θέσεις της παραπονουμένης. Η μαρτυρία της και η εκδοχή της ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτες. Με τα πιο πάνω δεδομένα και τις παρατηρήσεις μας βρίσκουμε πως η κατηγορούμενη με ηθελημένη ενέργεια προκάλεσε το κάρφωμα του βέλους στο σώμα της παραπονουμένης. Δεν έχουμε πεισθεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία πως τούτο πέτυχε δια αεροβολισμού. Η επιβαρυντική τούτη παράμετρος δεν αποδείχθηκε ενώπιον μας ικανοποιητικά. Η δελφινιέρα αφαιρέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου κρίθηκε αναγκαία η προσαγωγή της παραπονουμένης λόγω γειτνίασης του τραύματος με το σπόνδυλο και εν γένει λόγω της φύσης της περιοχής, απολήξεις σπονδύλου και νεύρων. H παραπονουμένη ενώ βρισκόταν όρθια μπροστά στον νιπτήρα του μπάνιου για να πλύνει το πρόσωπο της δέχτηκε το κτύπημα με το βέλος στην αριστερή της πλευρά. Περιγράφηκε επ' ακριβώς από τους γιατρούς και ιδιαιτέρως από τον γιατρό Βορκά και γιατρό Βασιλείου το τραύμα: Θ12, 12ο θωρακικό σπόνδυλο είσοδος δελφινιέρας 3,5 εκ. (Τεκμήριο 64). Αμέσως κάνει μισή στροφή προς τα δεξιά και αντικρίζει μπροστά της την κατηγορούμενη να στέκεται κάτω από τον παραστατό της πόρτας του μπάνιου, νοιώθει να μουδιάζουν τα πόδια της και την ώρα εκείνη ενώ πέφτει προς τα κάτω δέχεται κτύπημα στο κεφάλι με τη χειρολαβή του ψαροντούφεκου (Τεκμήριο 4) το οποίο η κατηγορουμένη κρατούσε με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει, χωρίς αυτό να εμποδίζεται από το ύψος του ταβανιού ή της πόρτας. Υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι απ' όπου το ψαροντούφεκο μπορούσε να κρατηθεί και όχι ένας και μοναδικός όπως υποστήριζε η υπεράσπιση και όπως φαίνεται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 101 και 102) που φέρει την κατηγορουμένη να κρατά το ψαροντούφεκο πάνω από το κεφάλι της, με τα χέρια της σε πλήρη έκταση και από την αρχή της κάνης του, κατά τρόπο «τσαπίσματος». Από το κτύπημα με το ψαροντούφεκο στο κεφάλι επέρχεται ο τραυματισμός στο τριχωτό της κεφαλής βρεγματική χώρα. Το θύμα πέφτει στη γωνία κάτω από το ντουλαπάκι μεταξύ νιπτήρα και μπάνιου. Δεν αποκλείεται και είναι απολύτως φυσικό και από τη πτώση να κτύπησε το κεφάλι της, όπως η ίδια αρχικά περιγράφει. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, να κτύπησε πέφτοντας αφού προηγήθηκε το κτύπημα από το κάτω μέρος του ψαροντούφεκου με τη μια μόνο πλευρά του δεξιά ή αριστερή αδιάφορο. Μετά τη πτώση της παραπονουμένης στο πάτωμα η κατηγορουμένη γονατίζει στο σώμα της την πιάνει από το λαιμό προσπαθώντας να την πνίξει ανεπιτυχώς με τα χέρια και στη συνέχεια παίρνει μια πετσέτα (Τεκμήριο 9) που βρισκόταν στο χώρο του μπάνιου, την τοποθετεί στο πρόσωπο της παραπονουμένης κρατώντας τις δυο της άκριες δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να της αποκόψει την αναπνοή λέγοντας της «να πεθάνεις». Σε όλο αυτό το διάστημα η παραπονουμένη παρά την όποια αδυναμία της, ήταν φυσικό άλλωστε, με το τραύμα στο πλευρό και στο κεφάλι, προσπαθούσε με τις λίγες δυνάμεις της να αναπνεύσει κινούσε το κεφάλι δεξιά και αριστερά και καλώντας σε βοήθεια. Στη φάση αυτή προσπαθούσε να απομακρύνει τα χέρια της κατηγορουμένης από το λαιμό και το πρόσωπο της, οπότε η κατηγορουμένη την κτύπησε στο πρόσωπο προκαλώντας της το τραύμα στο μάτι και δαγκώνοντας την στο χέρι. Προστρέχουν οι γονείς της κατηγορουμένης όπου βρίσκουν την τελευταία πάνω από το θύμα και παρά τις προσπάθειες της μητέρας της να την αποσπάσει από το θύμα, αυτή εξακολουθεί και επιμένει να ολοκληρώσει το έργο της λέγοντας «άφησμε να την σκοτώσω». Τελικά ο πατέρας της κατηγορουμένης την αποσπά από το θύμα αλλά παρά ταύτα η κατηγορουμένη συνέχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση, να τρέχει πάνω κάτω στο διαμέρισμα ψάχνοντας, όπως το θύμα ήταν σε θέση να ακούσει, τα συρτάρια της κουζίνας. Το θύμα μόνο του και εντελώς αβοήθητο, προσπαθεί να συρθεί έξω από το χώρο του μπάνιου. Με το βέλος καρφωμένο στο αριστερό της πλευρό, στηριζόμενο στο δεξιό αγκώνα και γέρνοντας το σώμα στη δεξιά πλευρά, σύρεται προς τα έξω. Τα σημάδια που διαπιστώνει η γιατρός Βασιλείου, εκχύμωση στην πρόσθια χώρα του δεξιού αγκώνα και αριστερό γόνατο (Τεκμήρια 89, 69 και 70) επιβεβαιώνουν και ενισχύουν τον τρόπο κίνησης της παραπονουμένης στο χώρο του μπάνιου. Η μεγαλύτερη αιμορραγία πρέπει να προκλήθηκε από το τραύμα στο κεφάλι χωρίς όμως να αποκλείεται να αιμορραγούσε και το τραύμα από το βέλος, την ώρα που η παραπονούμενη βρισκόταν ακόμη στο χώρο του μπάνιου και μέχρι την έξοδο της. Ο Δρας Σταυριανός επέμενε και ήταν κατηγορηματικός σε αυτό, πως το τραύμα από το βέλος ήταν επωματισμένο και δεν αιμορράγησε ή δεν αιμορραγούσε. Η θέση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή. Ο ίδιος κατά την αντεξέταση άλλωστε όταν του επιδεικνύονται φωτογραφίες, φωτογραφία 12 (Τεκμήριο 30) σε σχέση με τις κηλίδες έξω από το χώρο του μπάνιου και τον τρόπο σχηματισμού τους τις χαρακτηρίζει κηλίδες επαφής, λόγω του ότι το θύμα αιμορραγούσε από τα ρούχα και από το τραύμα στο πλευρό. Ο δε γιατρός Βορκάς κατά την εξέταση της παραπονουμένης και την λήψη μαγνητικής τομογραφίας διαπιστώνει τα σεντόνια αιματωμένα, ενδεχομένως λέγει το τραύμα να είχε αιμορραγήσει ή να αιμορραγούσε κάποια στιγμή. Δεχόμαστε πως οι κηλίδες μέσα στο μπάνιο λογικά λόγω της μορφολογίας τους όπως και η πραγματική μαρτυρία καταδεικνύει προέρχονταν το πλέον πιθανό από τη μύτη του θύματος που σε κάποια στιγμή αιμορράγησε από το κτύπημα στο πρόσωπο και που σχηματίστηκαν στο πάτωμα την ώρα που το θύμα κινήθηκε για να βγει με τον τρόπο που περιγράψαμε από το μπάνιο. Αιμορραγία που σε κάποια φάση σταμάτησε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως εδώ δεν επρόκειτο για δύο στατικά σώματα όπως, ηλεκτρικοί πάσσαλοι σε πλήρη ακινησία. Επρόκειτο για ένα σώμα που κινείτο και μόνο μια βιντεοκάμερα θα μπορούσε να απεικονίσει την ακριβή κίνηση της παραπονουμένης λεπτό προς λεπτό. Παρατήρηση που ισχύει για όλες τις θέσεις ή στάσεις του σώματος των εμπλεκομένων, σημείο στο οποίο στάθηκε ιδιαιτέρως η υπεράσπιση. Η παρατήρηση μας αυτή γίνεται χωρίς να παραγνωρίζουμε το αποδεικτικό βάρος που πάντοτε βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και το οποίο βρίσκουμε πως έχει αποσείσει. Η παραπονουμένη κατά την έξοδο της από τη γωνιά του μπάνιου κινείται για λίγο προς τα εμπρός περνά μπροστά από το νιπτήρα και στη συνέχεια κάνει στροφή προς τα δεξιά και με τον ίδιο πάντα τρόπο οδεύει προς την πόρτα. Εκεί ακουμπά όπως περιγράψαμε πιο πάνω το αιματωμένο κεφάλι της στην δεξιά πλευρά της πόρτας σύμφωνα με τη πορεία της αφήνοντας το αιματωμένο εντύπωμα των μαλλιών της ενώ γυρίζοντας στηρίζεται με την αριστερή της παλάμη στην αριστερή πλευρά της πόρτας αφήνοντας το παλαμικό της αιματωμένο αποτύπωμα. Κίνηση που επεξηγεί απολύτως γιατί και πως οι κηλίδες στο πάτωμα παρέμειναν ανέπαφες. Υπό το φως της προαναφερθείσας μαρτυρίας όπως την έχουμε αξιολογήσει και τα συμπεράσματα μας καταλήξαμε στο αναπόδραστο εύρημα και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη ενήργησε με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η πιο πάνω μαρτυρία είναι ικανοποιητική και τέτοιας ποιότητας ώστε να οδηγήσει με ασφάλεια στην καταδίκη της κατηγορούμενης. Το κριτήριο όπως προκύπτει από τη νομολογία όπως την έχουμε εκθέσει πιο πάνω είναι κατά πόσο η ενοχή της κατηγορούμενης προκύπτει ως το μόνο λογικό συμπέρασμα και ότι αποκλείονται άλλες λογικές εξηγήσεις (βλ. Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Μια από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι αυτή της απόπειρας φόνου κατά παράβαση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Α. Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560 συστατικό στοιχείο του εγκλήματος της απόπειρας φόνου είναι η απόδειξη συγκεκριμένης πρόθεσης δολοφονίας του θύματος με την επιχειρούμενη παράνομη ενέργεια και εμπεριέχει στον πυρήνα του, αλλά και εξ΄ υπακούει, πρόθεση διάπραξης του ολοκληρωμένου εγκλήματος, του φόνου. Ακόμη και εκεί όπου το ολοκληρωμένο έγκλημα θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και με άλλες ενέργειες, όπως με απερισκεψία η απόπειρα διάπραξης του απαιτεί την ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης (βλ. Andreou v. Republic
(1977)2 C.L.R. 81 και Pefkos and Others v. Republic
(1961)C.LR. 340). Συγκεκριμένη πρόθεση αποδεικνύεται είτε άμεσα, με ομολογία είτε με περιστατική μαρτυρία, εκεί όπου μπορεί να εξαχθεί συμπερασματικά. Ως τέτοια μαρτυρία κρίνεται το ελατήριο, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του δράστη, οι δηλώσεις του κατηγορούμενου, το είδος του όπλου που χρησιμοποιήθηκε, η φύση και η έκταση του τραυματισμού και άλλα (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 A.A.Δ. 258 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Β. Μενελάου
(1999)2 Α.Α.Δ 603 ). Στην παρούσα υπόθεση βρίσκουμε ότι συντρέχουν τα ποιο κάτω στοιχεία:
(1)Η αγορά του ψαροντούφεκου και ο χρόνος στον οποίο αυτό αγοράστηκε: Επρόκειτο για ένα κοινό ψαροντούφεκο που δεν αναμένεται να το αγοράσει κάποιος ως δώρο σ' ένα πρόσωπο που έχει στη κατοχή του πολλά τέτοια όπλα και ασχολείται με το άθλημα συστηματικά. Αγοράστηκε γύρω στις 14 Νοεμβρίου, πολλές μέρες πριν τα Χριστούγεννα, χωρίς να προβληθεί λόγος γιατί τέτοια σπουδή για ένα κοινό αντικείμενο. Το είδος του ψαροντούφεκου με δελφινιέρα και η διατριτικότητα της δελφινιέρας.
(2)Το μέρος του σώματος στο οποίο η παραπονούμενη τραυματίστηκε: δεν επρόκειτο για τα πάνω ή κάτω άκρα του θύματος, αλλά σε μια περιοχή του σώματος με ζωτικά όργανα όπως τα νεφρά, η κοιλιακή χώρα ή άλλα ανατομικά μέρη τους σώματος όπως η σπονδυλική στήλη.
(3)Η σοβαρότητα του πιο πάνω τραύματος και οι ενδεχόμενες επιπλοκές του.
(4)Το αμέσως επόμενο βίαιο κτύπημα με το ψαροντούφεκο στο τριχωτό της κεφαλής.
(5)Οι περιβάλλουσες συνθήκες και οι βίαιες ενέργειες που επακολούθησαν: αν η κατηγορουμένη δεν είχε πρόθεση θανάτωσης της φίλης της τότε θα ήταν φυσικό μόλις έβλεπε τα αίματα που έτρεχαν από το κεφάλι και το σώμα της να σταματήσει και η οργή της να είχε καταλαγιάσει.
(6)Οι φράσεις που εκστόμιζε η κατηγορούμενη σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου αλλά και μετά τη λήξη του όπως τις διατυπώσαμε πιο πάνω.
(7)Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη παρά το ότι είχε επαρκή ευκαιρία ή δυνατότητα να εγκαταλείψει την απόφαση της μετά την είσοδο των γονιών της συνέχισε δια λόγων και έργων να εμμένει σε αυτή. Το τελευταίο κρίνουμε ότι έχει σημασία αναφορικά με τη διαμόρφωση σαφούς πρόθεσης θανάτωσης και τη διαπίστωση της.
(8)Οι κλειστές πόρτες του σπιτιού.
(9)Η σθεναρή της επιθυμία φανερή δια λόγων και έργων να πεθάνει το θύμα, που έφτανε μέχρι την αφαίρεση της δικής της ζωής.
(10)Η αποφαστικότητα και η ψυχρότητα της κατηγορουμένης. Βέβαια η φαινομενική ηρεμία με την οποία η κατηγορούμενη έδρασε δεν αποκλείει ισχυρά συναισθήματα θυμού και πάθους. Στην ανθρώπινη φύση δεν υπάρχουν άκαμπτοι κανόνες (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 231 σελ. 237-238 και Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ σελ. 352. Όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί από τη νομολογία η ύπαρξη ελατηρίου δεν αποτελεί παράγοντα στοιχειοθετικό οιουδήποτε εγκλήματος. Εισάγεται όμως μαρτυρία που τείνει να αποκαλύψει την ύπαρξη ελατηρίου σε συσχετισμό με τα κίνητρα του δράστη και τις ενέργειες του (βλ. Ονουφρίου (πιο πάνω) ). Εισήχθη με μαρτυρία ότι παρά την έλλειψη οποιωνδήποτε φανερών διαφορών και αντιθέτως την ύπαρξη αγάπης μεταξύ των δύο γυναικών. υπέβοσκε ζήλεια της κατηγορουμένης προς το θύμα: ήταν πιο αγαπητό είχε πολλούς φίλους και παρέες σε αντίθεση με την κατηγορουμένη. Η φράση που είπε η κατηγορουμένη στην αδελφή του θύματος (Μ.Κ.14 ) «για να έβρω εγώ φίλο πρέπει να φκιει η Λίνα που τη μέση», είναι η μόνη αναφορά και η μόνη σκιά που εναπόθεσε η κατηγορούσα αρχή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης. Αδύνατη κρίνουμε να στοιχειοθετήσει από μόνη της και με αντίθετη εικόνα, άριστες σχέσεις, ως κίνητρο τη ζήλεια. Διερωτήθηκε η υπεράσπιση γιατί αν ήθελε η κατηγορουμένη να σκοτώσει τη φίλη της δεν το έπραξε με άλλους τρόπους όπως π.χ. με φυτοφάρμακο που είχε την ευκαιρία να πάρει από το μαγαζί του πατέρα της και προτίμησε να τη κτυπήσει μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Το πράγμα βεβαίως είναι εξόφθαλμο. Λίγα χρειάζονται να λεχθούν. Αν χρησιμοποιούσε φυτοφάρμακο οι υποψίες θα στρέφονταν αμέσως στο πρόσωπο της. Με τον τρόπο αυτό αν δηλαδή την έπληττε καίρια με το ψαροντούφεκο προκαλώντας της τον θάνατο και χωρίς άλλους μάρτυρες θα κατέφευγε στο ατύχημα όπως και κατέφυγε ψευδόμενη. Το γιατί αποφάσισε η κατηγορούμενη να σκοτώσει την αγαπημένη και στενή της φίλη μόνο η ίδια θα μπορούσε να το απαντήσει. Ίσως οι δηλώσεις της προς την κατηγορουμένη «εννα σε σκοτώσω και μετά εννα αυτοκτονήσω» και η δήλωση της παραπονουμένης προς τη μητέρα της «εν η Νιόβη, επέλλάνε τζιε έπαιξε με» αντικατοπτρίζουν την κατάσταση του μυαλού της κατηγορουμένης και ενδεχομένως δίνουν κάποιες εξηγήσεις για τις κατά τα άλλα «ακατανόητες» προθέσεις και ενέργειες της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τις κατηγορίες τόσο γιατί αυτές δεν αποδείχθηκαν με τη μαρτυρία που εισήγαγε η κατηγορούσα αρχή αλλά και γιατί δεν στοιχειοθετούνται συστατικά στοιχεία των αδικημάτων: στην πρώτη κατηγορία δεν έχει καταδειχθεί η επιθυμία θανάτωσης, αλλά και ότι δεν έχει αποδειχθεί από τις κακώσεις της παραπονουμένης βαριά ή επικίνδυνη ή άλλη σωματική βλάβη. Η πρόθεση έχει καταδειχθεί. Το επιχείρημα περί απουσίας στοιχειοθέτησης βαριάς σωματικής βλάβης καταρρίπτεται. Η δεύτερη κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί πως: «Όποιος, με σκοπό ακρωτηριασμού, παραμόρφωσης, πρόκλησης αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο.......... (α) με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο...................... .................................. είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης δια βίου». Με τις λεπτομέρειες αδικήματος προσδιορίζεται πως ο τραυματισμός και προκληθείσα σωματική βλάβη επιτεύχθηκαν με την χρήση βέλους ψαροντούφεκου. Από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος επιμέρους ανάλυση χρειάζονται δύο. Η πρόθεση και ο τραυματισμός ή η βαριά σωματική βλάβη. Η πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εμπεριέχεται στην ήδη διαπιστωθείσα πρόθεση θανάτωσης της παραπονουμένης. Η ενέργεια του καρφώματος εξ επαφής του βέλους στην πλάτη της παραπονούμενης δεν ήταν τυχαία. Η πράξη ήταν ηθελημένη όπως και το αποτέλεσμα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης επιδιωκόμενο ως μέσο προώθησης του απώτερου σκοπού της θανάτωσης της παραπονουμένης. (Βλ. Πεύκος και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1961)CLR 340, σελ. 369 - 370, Iωάννης Γ. Χίνης ν. Αστυνομίας
(1963)1 C.L.R 14, Πέτρος Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(1969)2 C.L.R 97, Παναγιώτης Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(1977)2 C.L.R 81, Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(1972)2 C.L.R 102 και Παντελής Κατελάρης ν. Αστυνομίας
(1980)2 C.L.R 230). O τραυματισμός και η βαριά σωματική βλάβη ερμηνεύονται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αναφέρεται πως: «τραύμα» σημαίνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή που διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος και εξωτερική μεμβράνη για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού θεωρείται η μεμβράνη την οποία κάποιος δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεμβράνης.» Στην Evripides Christou v. The Police
(1972)2 C.L.R 38 αποφασίστηκε πως το κάταγμα παγίδας, που ήταν επώδυνο και ανάγκασε το θύμα να παραμείνει στο νοσοκομείο για δύο ημέρες, ήταν σοβαρός τραυματισμός της άνεσης του θύματος και συ