Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Παύλου Ζιρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 3905/05, 26.9.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3905/05 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Παύλου Ζιρίδη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 26.9.2007 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Σαββίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ι. Παπάζαχαρίας Κατηγορούμενος παρών ------------------------ (Χρέη μεταφραστή από τα Ελληνικά στα Ρωσικά εκτελεί η κα Ελένη Χαπέσιη) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά αδίκημα απαγωγής θήλεως κάτω των 6 χρόνων, η δεύτερη αδίκημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου κάτω των 6 χρόνων, η τρίτη άσεμνη επίθεση εναντίον ανηλίκου και η τέταρτη επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη εναντίον ανηλίκου ηλικίας 6 χρόνων. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 11 μάρτυρες κατηγορίας και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου 14 Τεκμήρια. Οι πλέον ουσιώδεις μάρτυρες σε αυτή την υπόθεση είναι η ανήλικη παραπονούμενη Ι.Κ., ηλικίας 6 χρονών κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Στέφανος Καλτσή, αδελφός της ανήλικης παραπονούμενης ηλικίας οκτώ χρόνων κατά τον ουσιώδη χρόνο, επίσης ουσιώδης μάρτυρας για την έκβαση αυτής της υπόθεσης είναι και ο κατηγορούμενος ο ποίος κατέθεσε για την υπόθεσης του όπως και οι γονείς της ανήλικης παραπονούμενης οι οποίοι κατάθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας 3 και
- Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η όλη διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών λόγω της φύσης της υπόθεσης και της ηλικίας της παραπονούμενης και του Μ.Κ.2 αδελφού της. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ανήλικη παραπονούμενη και ο αδελφός της Στέφανος επίσης ανήλικος, κατάθεσαν στο Δικαστήριο με τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης για να μη βλέπουν τον κατηγορούμενο και να διασφαλίζεται με αυτό τον τρόπο ότι οι ανήλικοι, παραπονούμενη και αδελφός της, δε θα επηρεαστούν από την παρουσία του κατηγορούμενου. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι ανήλικοι, η ηλικίας 6 ετών Ι.Κ. και ο αδελφός της Στέφανος ηλικίας 8 ετών, κατάθεσαν στο Δικαστήριο ανώμοτα διότι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πλήρως την έννοια του όρκου. Η εκδοχή η οποία προβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή σε αυτή την υπόθεση είναι ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και συγκεκριμένο τόπο ο κατηγορούμενος πήρε στην αγκαλιά του την παραπονούμενη, εισήλθε στο διαμέρισμά του και της επιτέθηκε άσεμνα βάζοντας το δάχτυλο του μέσα στον κόλπο της παραπονούμενης. Η εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος ήταν ότι πράγματι πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή, πολλές φορές την έπαιρνε στην αγκαλιά του, της έδωσε ένα γύρο στο διαμέρισμα του και την άφησε να φύγει και δεν έχει προβεί σε αυτή την πράξη για την οποία τον κατηγορούν. Από την ανήλικη παραπονούμενη λήφθηκε μια κατάθεση από τη Γ/Αστ.4670 Φρόσω Ευθυμίου η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, και το περιεχόμενο της έχει ως εξής: «Την Κυριακή κοιμηθήκαμε, ξυπνήσαμε και έβαλα το μαγιό μου και πήγαμε θάλασσα με την μάμα και τον παπά και το Στέφανο και τη Θεοδώρα. Μετά που ήρθαμε από τη θάλασσα έκανα μπάνιο και βγήκα έξω με το Στέφανο, το Σωκράτη και τον Παύλο τον μικρό για να παίξω. Ο παππούς του μένει κοντά στο σπίτι μας ήταν στο γκαράζ και ήρθε και με πήρε αγκαλιά στο σπίτι του, στην κουζίνα. Στεκόμουν κοντά στο τραπέζι και με χάιδεψε στο πουλί μου, στην άκρη από το παντελόνι μου. Έμεινα λίγη ώρα και ο παππούς με έβγαλε έξω.» Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που της υπέβαλε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε ότι ο παππούς έμενε δίπλα από το σπίτι τους και με το χέρι του άγγιξε το πουλί της. Πρόσθεσε δε ότι του είπε να την αφήσει αλλά δεν την άφησε, την άφησε μετά από λίγες ώρες. Η ανήλικη δεν μπορούσε να πει πόση ώρα τη χάιδεψε στο πουλί αλλά ανέφερε ότι πόνεσε. Επίσης η ανήλικη παραπονούμενη πρόσθεσε ότι αυτό που έγινε το είπε στον παπά και στη μάμα και στο Στέφανο. Στο σημείο αυτό η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε επίσης ότι την εξέτασε και γιατρός. Σ΄ αυτό το σημείο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι πράγματι η παραπονούμενος εξετάστηκε και από γιατρό και από ψυχολόγο. Η ανήλικη επανέλαβε ότι στον παπά και στη μάμα το είπε η ίδια. Μερικές φορές έπαιζε με τα παιδιά του παππού που είναι ένα κοριτσάκι και ένα αγόρι. Κατά την αντεξέταση η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε ότι επέστρεψαν από τη θάλασσα το απόγευμα και ότι μετά που την άφησε ο παππούς κατούρησε πάνω της όπως είπε επειδή δεν την άφηνε. Όταν ρωτήθηκε αν έξυνε το πουλί της επειδή την «έτρωε», η ανήλικη αρνήθηκε. Όταν βγήκε από το σπίτι του παππού ο Στέφανος τη ρώτησε αν της έδωσε καραμέλες και του είπε όχι. Άλλες φορές όμως της έδινε καραμέλες. Όταν την πήρε αγκαλιά και τη σήκωσε ψηλά δεν πόνεσε, μετά πόνεσε. Δεν μπορούσε όμως να πει πότε. Η ανήλικη παραπονούμενη ανέφερε επίσης ότι μετά που έφυγε από τον παππού μίλησε με τη μάμα της και την άλλη μέρα η μάμα τη ρώτησε αν της έκαμε κάτι ο παππούς. Η μάμα και ο παπάς, όπως είπε, πήγαν και φώναζαν του παππού. Ο παππούς όπως είπε έχει ένα εγγονάκι πιο μικρό που τον λέγουν Παύλο και έπαιζε μαζί του. Μερικές φορές πήγαινε και στο σπίτι του Παύλου. Ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας Στέφανος Καλτσής, ηλικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο 8 ετών αδελφός της ανήλικης παραπονούμενης Ι.Κ. έδωσε κατάθεση στις 9.6.2005 η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του ο Στέφανος αναφέρει ότι στις 5.6.2005 ημέρα Κυριακή μετά που επέστρεψαν από τη θάλασσα αυτός και η αδελφή του έκαναν μπάνιο και βγήκαν στην αυλή για να παίξουν. Εκεί στην αυλή υπήρχαν ακόμα δυο παιδάκια της γειτονιάς, το ένα εκ των οποίων ήταν ο Παύλος που είναι εγγονός του κατηγορούμενου και μένει πάνω από το σπίτι του. Ενώ έπαιζαν με τα άλλα παιδάκια, η Ι.Κ. στεκόταν στο μπαλκόνι που είναι στην κύρια είσοδο του σπιτιού του παππού του Παύλου. Σε κάποια στιγμή ο παππούς βγήκε από την πόρτα που ήταν ανοικτή, πήρε στην αγκαλιά του την Ιωάννα και την έβαλε μέσα στο σπίτι. Ο Στέφανος τότε βγήκε από τη σκάλα στο μπαλκόνι και περίμενε την Ιωάννα. Σε λίγα λεπτά είδε την Ιωάννα την αδελφή του να βγαίνει από την κύρια πόρτα που ήταν ανοικτή τρέχοντας και πήγε κάτω στην αυλή που ήταν τα άλλα παιδάκια. Η Ι.Κ., όπως πρόσθεσε, φαινόταν φοβισμένη και χλωμή. Την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, πριν κοιμηθεί ο Στέφανος είπε στη μητέρα του Μαριάννα ότι ο παππούς έπιασε την Ιωάννα αγκαλιά και την έβαλε στο σπίτι του. Ο Στέφανος είπε στη μάμα του αυτό το πράγμα γιατί νόμιζε ότι ο παππούς έδωσε στη Ι.Κ. καραμέλες και ήθελε και αυτός. Σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στην κυρίως εξέταση ο Στέφανος ανέφερε ότι όταν ο παππούς έπιασε την Ιωάννα, δεν γνώριζε να πει πού την πήρε. Δεν τον έβλεπε όλη την ώρα τον παππού και δεν γνώριζε να πει πόση ώρα την κρατούσε. Ο ίδιος περίμενε εκεί για να επιστρέψει η αδελφή του και μετά ήρθε μόνη της αλλά δεν του μίλησε όταν επέστρεψε. Ο Στέφανος επανέλαβε ότι ήταν φοβισμένη και χλωμή. Πριν την πάρει ο παππούς είχε λίγο κόκκινο χρώμα, μετά που ήρθε πίσω είχε πολύ κόκκινο. Πρόσθεσε δε ότι όταν επέστρεψε πήγε και έπαιζε. Αυτό το επεισόδιο το είπε στη μάμμα του το επόμενο βράδυ, ότι δηλαδή ο παππούς πήρε την Ιωάννα αγκαλιά και της το είπε όταν πήγαιναν να κοιμηθούν. Κατά την αντεξέταση ο Στέφανος ανέφερε ότι μια φορά πήγαν στο σπίτι του παππού για γενέθλια και ότι ο παππούς του έδιδε καραμέλες. Ο Στέφανος ανέφερε ότι περίμενε έξω να έρθει η αδελφή του και όχι για να του φέρει καραμέλες. Επίσης ανάφερε ότι ό,τι γράφει η κατάθεση του τα είπε ο ίδιος και τα έγραψε ο αστυνομικός και πρόσθεσε ότι τη Δευτέρα ρώτησε την Ιωάννα αν ο παππούς της έδωσε καραμέλες για να του δώσει και αυτού. Στη συνέχεια ανάφερε ότι νόμιζε πως θα της έδιδε καραμέλες και αυτό δεν ήταν κακό. Ανάφερε ακόμη κατά την αντεξέταση ότι ο ίδιος φοβήθηκε επειδή η Ιωάννα ήταν κόκκινη, χλωμή και φοβισμένη. Η Μ.Κ.6 Φρόσω Ευθυμίου, Γ/Αστ. 4670, που πήρε την κατάθεση της ανήλικης παραπονούμενης ανέφερε ότι αναγνωρίζει το Τεκμήριο 1 ως την κατάθεση που πήρε από την παραπονούμενη. Η κατάθεση λήφθηκε στην παρουσία της μητέρας της και των Λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας. Αντεξεταζόμενη πρόσθεσε ότι η ίδια δεν έδωσε κατάθεση διότι δεν της ζήτησε ο ανακριτής κάτι τέτοιο. Η παραπονούμενη ήταν ένα εξάχρονο κοριτσάκι και δεν μπορούσε εύκολα να εκφραστεί. Στην αρχή μιλούσαν για άσχετα πράγματα για να εξοικειωθεί μαζί της και ανέφερε επίσης ότι στην κατάθεση κατέγραψε ό,τι είπε η ανήλικη σχετικά με την υπόθεση. Η κατάθεση δεν ήταν ανακριτική και είχε και δυο κοινωνικούς λειτουργούς παρόντες λόγω της ηλικίας της παραπονούμενης. Επίσης η μάρτυρας ανέφερε ότι η ανήλικη της έδειξε πώς έβαλε τα δάχτυλα του κάτω από το παντελονάκι της και η κατάθεση αυτή λήφθηκε με ερωτήσεις. Σε υποβολή που της έγινε ότι όσα λέγει στην κατάθεση της η μικρή της τα υπέβαλε η ίδια, η μάρτυρας αρνήθηκε. Οι δυο κοινωνικοί λειτουργοί μίλησαν προηγουμένως με την ανήλικη. Σε υποβολή που της έγινε επίσης ότι η μικρή δεν είπε ότι ο παππούς τη χάιδεψε, η μάρτυρας αρνήθηκε. Η μητέρα της ανήλικης Ι.Κ., όπως πρόσθεσε, ήταν ιδιαίτερα αγχωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη και σε κάποια στιγμή έκλαιγε κιόλας. Οι μάρτυρες κατηγορίας 5 και 7, Κοινωνικοί Λειτουργοί, Χλόη Ευριπίδου και Ελένη Δαγκλή, ήταν παρούσες κατά τη λήψη της κατάθεσης της ανήλικης παραπονούμενης. Η μεν κα Δαγκλή ανέφερε ότι η ανήλικη παραπονούμενη κατά τη λήψη της κατάθεση ήταν αμήχανη, ντρεπόταν και έτριβε συνέχεια τα χέρια της. Τη ρωτούσε η αστυνομικός. Η ίδια και η συνάδελφος της δεν υπέβαλαν ερωτήσεις, δεν ήταν εύκολο πράγμα να παρθεί η κατάθεση της ανήλικης. Η ανήλικη παραπονούμενη ντρεπόταν και δεν έλεγε τι έγινε. Πριν αρχίσει η κατάθεση της μίλησαν όλοι με το παιδί και τη λήψη κατάθεσης τη διέκοψαν για να μην είναι πιεστική προς την ανήλικη παραπονούμενη. Όταν επισκέφθηκε την οικία της ανήλικης παραπονούμενης μια γειτόνισσα τους ανέφερε ότι είχε παρενοχληθεί σεξουαλικά και η ίδια από τον κατηγορούμενο. Η μάρτυρας Ελένη Δαγκλή πρόσθεσε ότι δεν πήρε πολλή ώρα η λήψη της κατάθεσης από την ανήλικη παραπονούμενη. Επίσης η Ελένη Δαγκλή ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε την ανήλικη στο σπίτι της πήγε μαζί της σε άλλο δωμάτιο και της είπε ότι ο παππούς την πήρε στο σπίτι του, μετά όμως δεν ήθελε να πει οτιδήποτε. Η Η η Χλόη Ευριπίδου, κοινωνική λειτουργός, ανέφερε ότι είδε την Ιωάννα ορισμένες φορές και την παρέπεμψαν σε παιδοψυχολόγο για να βοηθήσουν τη μικρή. Την ημέρα που λήφθηκε η κατάθεση από την ανήλικη ήταν παρούσα και την ρωτούσε η αστυνομικός και η ανήλικη απαντούσε. Η ίδια δε ρώτησε απολύτως τίποτε. Αυτή με τη συνάδελφο της προσπαθούσαν να κάνουν την Ιωάννα να αισθάνεται άνετα. Η μάρτυρας επανέλαβε ότι η αστυνομικό υπέβαλλε ερωτήσεις στην ανήλικη παραπονούμενη και η μικρή φαινόταν προβληματισμένη και φοβισμένη, δε θυμόταν όμως να πει αν έκλαιγε. Η Μ.Κ.3 Μαριάννα Καλτσή, μητέρα της παραπονούμενης της οποίας η κατάθεση βρίσκεται ως Τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι τη Δευτέρα 6.6.2005 η ώρα 10:00 το βράδυ ενώ έβλεπαν τηλεόραση, ο Στέφανος είδε τη Θεοδώρα, την πιο μικρή αδελφή του, που «έξυνε» το πουλί της και της είπε «α, μάμα, κάτι να σου πω». Αυτή τον ρώτησε τι θέλει να πει και ο Στέφανος απάντησε «ο παππούς πήρε την Ιωάννα μέσα» εννοώντας όπως η ίδια αναφέρει ότι ο γείτονας τους ο Παύλος πήρε την Ιωάννα μέσα στο σπίτι του. Η ίδια αμέσως υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβηκε και έκαμε νόημα στον άντρα της να φύγει για να μιλήσει με τα παιδιά. Η μάρτυρας ρώτησε ξανά το Στέφανο τι έγινε και εκείνος επανέλαβε ότι πήρε την Ιωάννα στο σπίτι και η πόρτα ήταν ανοικτή. Όταν ρώτησε την Ιωάννα αν ήταν αλήθεια, αυτή άρχισε αμέσως να κλαίει και η ίδια της υποσχέθηκε να της αγοράσει διάφορα πράγματα ρωτώντας τη ταυτόχρονα αν ο παππούς της έδωσε τίποτε ή της έκανε κάτι. Τη ρώτησε αν την άγγιξε και αυτή της είπε ότι την χάιδευε στο πουλί της με τα δυο του δάχτυλα, αλλά από την άκρια έξω από το παντελόνι και μετά της έβαλε τα δάχτυλα κάτω από το εσώρουχο. Εκείνη ήθελε να φύγει αλλά δεν την άφηνε. Τη ρώτησε αν πόνεσε, και η Ιωάννα απάντησε όχι, δεν πόνεσε πολύ και πως έμεινε λίγη ώρα και μετά έφυγε. Μετά από αυτό ρώτησε και ο σύζυγος της την Ιωάννα αν έγιναν έτσι τα πράγματα και αφού βεβαιώθηκαν ότι ήταν αλήθεια όσα είπε η Ιωάννα, ο σύζυγος της και η ίδια ανέβηκαν στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου που ήταν και ο γιος του και του ανάφεραν τι έγινε. Ο γιος του κατηγορούμενου προσπαθούσε να τους πείσει ότι ο πατέρας του αγαπά τα παιδιά και αποκλείεται να έκανε κάτι τέτοιο. Μετά από την αποκάλυψη αυτών των γεγονότων η ίδια έπαθε σοκ και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου της έβαλαν κάποια ένεση. Συμπλήρωσε δε ότι ο άνθρωπος αυτός πρέπει να πάει Δικαστήριο να τιμωρηθεί γιατί αυτό πρέπει να το έχει ξανακάνει και μπορεί να το επαναλάβει και σε άλλα παιδιά. Τα ίδια περίπου κατάθεσε στην κυρίως εξέταση και ο Μ.Κ.4 Μάρκος Καλτσής σύζυγος της προηγούμενης μάρτυρας και πατέρας της ανήλικης. Στην αντεξέταση η μητέρα της παραπονούμενης ανέφερε ότι αρχικά οι σχέσεις της οικογένειας της με την οικογένεια του κατηγορούμενου ήταν καλές και λίγες φορές πήγαν και τα δικά της παιδιά στο σπίτι του και τα εγγονάκια του ερχόντουσαν στο δικό της. Ο κατηγορούμενος κρατούσε πάντοτε καραμέλες και έδιδε στα παιδιά. Η μητέρα της ανήλικης περαιτέρω ανέφερε ότι την επομένη η μικρή πήγε σχολείο και το απόγευμα πάλι βγήκε έξω για παιχνίδι. Πριν αναφέρει ο Στέφανος ότι ο παππούς πήρε την Ιωάννα αγκαλιά στο σπίτι η μάρτυρας δεν αντιλήφθηκε τίποτε ούτε κατάλαβε να της είχε συμβεί κάτι. Όταν της αποκάλυψε αυτό το πράγμα ο Στέφανος, η ίδια σκέφθηκε ότι κάτι συνέβηκε και μίλησε με την Ιωάννα. Η Ιωάννα έκλαιγε και δεν έλεγε τίποτε. Της υποσχέθηκε να της αγοράσει διάφορα πράγματα οπότε η Ιωάννα της είπε ότι ο παππούς την πήρε αγκαλιά και με τα δυο δάχτυλα του της χάιδεψε το πουλί. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε έξαλλη με όσα της είπε η Ιωάννα και περαιτέρω ανέφερε ότι παρόμοιο επεισόδιο έγινε και το 2003 με εμπλεκόμενο και πάλι τον κατηγορούμενο με τη γειτόνισσα. Η ίδια δεν είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο αλλά εξέφρασε και την άποψη ότι δε θέλει να καταδικαστεί κανένας που είναι αθώος. Η μάρτυρας επέμενε ότι η Ιωάννα της είπε ότι ο κατηγορούμενος την άγγιξε και αρνήθηκε ότι η ίδια ήταν σε κατάσταση πανικού και υστερίας. Επίσης η μάρτυρας αρνήθηκε ότι συνομιλούσε με τη μικρή Ιωάννα σε έντονο ύφος και ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ πειθαρχημένη και ότι δεν υπέστη σοκ μόλις άκουσε αυτά που είπε η Ιωάννα. Επίσης αρνήθηκε ότι είναι με τη συμπεριφορά της που δημιούργησε ψυχολογικό πρόβλημα στη μικρή Ιωάννα. Η μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι δεν είναι προκατειλημμένη εναντίον του κατηγορούμενου. Πρόσθεσε δε ότι η μικρή Ιωάννα έχει πολλές φοβίες και δεν αφήνει να την αγκαλιάσει κανένας εκτός από τους γονείς της και παρακολουθείται από ψυχολόγο. Ο τέταρτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Μάρκος Καλτσής, πατέρας της ανήλικης Ιωάννας, ο οποίος παρουσίασε την κατάθεση του και έγινε Τεκμήριο
- Περιέγραψε και αυτός όπως και η προηγούμενη μάρτυρας σύζυγός του το τι έλαβε χώρα μετά που ο Στέφανος ανέφερε ότι ο παππούς πήρε αγκαλιά την Ιωάννα και την πήρε στο διαμέρισμα του. Ο πατέρας της Ιωάννας ανέφερε ότι ενώ απομακρύνθηκε από εκεί για να μην είναι παρών όταν θα ρωτούσε η σύζυγος του τι έγινε εντούτοις ήταν σε σημείο που άκουγε και άκουσε την Ιωάννα να λέει ότι ο παππούς έβαλε το δάχτυλο του από κάτω και τη χάιδεψε. Η σύζυγος του ήταν ήρεμη όσο μπορούσε να ήταν. Όταν τα παιδιά έδωσαν κατάθεση ήταν και οι ίδιοι παρόντες. Μετά που γύρισαν από το διαμέρισμα του κατηγορούμενου που πήγαν για να διευκρινίσουν τι έγινε, η γυναίκα του υπέστη νευρικό κλονισμό. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι όταν μπήκαν στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου ήταν σε έξαλλη κατάσταση, έλεγχε τον εαυτό του και πήγε μόνο για να ζητήσει το λόγο. Πρόσθεσε ότι είναι 100% βέβαιος για την ενοχή του κατηγορούμενου. Επανέλαβε δε και αυτός ότι ο κατηγορούμενος ξανάκανε τέτοιο πράγμα. Η ψυχολόγος Ιωάννα Οικονομίδου Μ.Κ.8 ανάφερε ότι αξιολόγησε την κατάσταση της ανήλικης Ιωάννας μέσα από επτά συνεδρίες που είχε μαζί της. Τα συμπεράσματα της εμφαίνονται στην έκθεση που ετοίμασε και είναι Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου με αριθμό
- Η θέση της μάρτυρος είναι ότι από το ιχνογράφημα στο οποία η ανήλικη επαναλαμβάνει στερεότυπα το ίδιο θέμα και μοτίβο (ένα σπίτι με λουλούδια) η παρουσία της καμινάδας, οι παράξενες εμφανίσεις της και το υπερβολικό της μέγεθος, συνδυάζεται με σεξουαλικές διαταραχές οι οποίες είναι ενδεικτικές της σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μάρτυρας στην προηγούμενη παράγραφο της έκθεσης της αναφέρει και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη μητέρα του παιδιού, Μαριάννα Καλτσή, η Ιωάννα παρουσίασε στο σπίτι της διεγερτική συμπεριφορά, δηλαδή «παιγνίδια» με τη μικρότερη αδελφή της, στα οποία αναπαραστάθηκαν θέματα και πλευρές του τραύματος (χαΐδεμα των γεννητικών οργάνων από την Ιωάννα στη μικρότερη αδελφή της). Επιπλέον σύμφωνα και πάλι με τη μητέρα του παιδιού, η Ιωάννα παρουσιάζει αιφνίδια βραδινή αφύπνιση από τον ύπνο, στην οποία δεν υπάρχει ανάκληση του ονείρου αλλά έντονος φόβος.» Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανάφερε ότι ποτέ δε ζητούν από ένα παιδί να τους περιγράψει τι έγινε. Αν πιεστεί ένα παιδί να περιγράψει ένα επεισόδιο στο οποίο ενεπλάκη, πιθανότατα να επιβαρυνθεί η κατάσταση του. Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι ψυχολογική στήριξη χρειαζόντουσαν και οι γονείς. Επίσης η μάρτυρας πρόσθεσε, αντεξεταζόμενη βέβαια, ότι δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα αν η Ιωάννα ζωγράφιζε πάντα με τον ίδιο τρόπο και διευκρίνισε ότι η καμινάδα συνδέεται με το αντρικό μόριο. Η μικρή Ιωάννα δεν της είπε αν φοβάται τους αρσενικούς και η ψυχολόγος κατέληξε ότι για όλα τα ψυχικά δρώμενα δεν μπορεί κανένας να είναι βέβαιος. Ο Δρας Προκόπης Ματσάγγος με ειδικότητα γυναικολόγου, ανέφερε ότι στις 8.6.2005 εξέτασε την ανήλικη Ιωάννα στην παρουσία της μητέρας της και από την εξέταση διέγνωσε ότι ο παρθενικός υμένας ήταν φυσιολογικός παρουσιαζόταν όμως γύρω από τον παρθενικό υμένα ερυθρότητα με οίδημα (πρήξιμο). Εξωτερικά το αιδοίο δεν παρουσίασε κακώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι το προαναφερθέν οίδημα και ερυθρότητα προκλήθηκαν από ξένο σώμα που εισήλθε στην πιο πάνω περιοχή. Οι πιο πάνω κακώσεις όπως αναφέρει, θα μπορούσαν να προκληθούν σε χρονική περίοδο από μια μέχρι τρεις ημέρες, ίσως και περισσότερο. Αυτό εξαρτάται από το χρόνο διάρκειας της κάκωσης και του αντικειμένου που χρησιμοποιήθηκε, π.χ. δάχτυλο ενήλικα προσώπου. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι ένα μωρό έξι χρονών για να παίξει με αυτή την περιοχή του σώματος του είναι πολύ δύσκολο, κυρίως τα μωρά παίζουν με τη κλειτορίδα. Η κάκωση που εντόπισε μπορεί να προκληθεί από οποιοδήποτε ξένο σώμα που εισέρχεται στον κόλπο. Κατά την εξέταση της Ιωάννας παρούσες ήταν η μητέρα της και δυο κοινωνικοί λειτουργοί. Από σκόνες και χώμα δεν μπορεί να προκληθεί αυτή η κάκωση. Από τη θάλασσα τέτοια κάκωση μπορούσε να προκληθεί εξωτερικά και όχι μόνο εσωτερικά. Η ερυθρότητα και το οίδημα δημιουργούνται σταδιακά. Σε περίπτωση που ένα μωρό μένει άπλυτο και ξύνεται, τέτοια κάκωση θα έπρεπε να παρουσιαστεί και εξωτερικά. Ο Ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους Μ.Κ.10, ετοίμασε μια έκθεση η οποία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 11 και στην οποία αναφέρεται ότι: «
- Ο παρθενικός υμένας ελέγχεται φυσιολογικός.
- Ερυθρότητα γύρω από τον παρθενικό υμένα με οίδημα.» Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι κάποιο ξένο σώμα ήρθε σε επαφή με αυτό το όργανο για να προκληθεί ερυθρότητα και οίδημα. Ο κνησμός και η ενούρηση θα προκαλούσαν ερυθρότητα εξωτερικά και όχι στο εσωτερικό. Ο ιατροδικαστής δεν μπορούσε να γνωρίζει αν αυτό που προκάλεσε την ερυθρότητα και το οίδημα ήταν επώδυνο. Η ερυθρότητα ήταν γύρω από τον παρθενικό υμένα. Από χώματα δεν προκαλείται ερυθρότητα. Ο αστυφ. 4857 Μ. Μπαρρής ανέφερε ότι είναι αυτός που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια τον κατηγόρησε, και ο τελευταίος αρνήθηκε τις κατηγορίες και ισχυρίστηκε ότι το μόνο που έκαμε ήταν να πάρει την παραπονούμενη αγκαλιά, να τη σηκώσει στον αέρα, της έδωσε ένα γύρο μέσα στο σπίτι του και την άφησε να φύγει. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε όπως καταθέσει ένορκα από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος αφού επιθεώρησε την κατάθεση του που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 13 και 13Α υιοθέτησε το περιεχόμενο της και πρόσθεσε τα ακόλουθα. Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα βρισκόταν στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγο του, το γιο του και τη νύφη του. Ενώ ήταν στην είσοδο του διαμερίσματός του είδε την Ι.Κ. ανήλικη να παίζει στο διάδρομο. Την πήρε στην αγκαλιά του, τη σήκωσε ψηλά στον αέρα και της έδωσε ένα γύρο με τα χέρια του. Το γύρο τον έκανε μέσα στο σπίτι του. Ακολούθως την άφησε κάτω και το μωρό γέλασε και έφυγε. Ο κατηγορούμενος όταν πήρε αγκαλιά το μωρό και μπήκε στο σπίτι του δεν έκλεισε την πόρτα και ούτε τη χάιδεψε στα γεννητικά όργανα. Ούτε έβαλε το δάχτυλο του μέσα στον κόλπο της ανήλικης. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε ότι όλα όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ουδέποτε άγγιξε τη Ι.Κ. στα γεννητικά όργανα ή έκαμε οτιδήποτε άλλο εκτός από το να τη σηκώσει στην αγκαλιά του να της κάνει ένα γύρω στο σπίτι και να την αφήσει να φύγει. Τα εγγονάκια του και τα παιδιά της Μαριάννας και Μάρκου Καλτσή έπαιζαν τακτικά μαζί και μερικές φορές αντάλλαζαν και επισκέψεις. Τη συγκεκριμένη μέρα η γυναίκα του και η νύφη του καθάριζαν το σπίτι ενώ αυτός ήταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση. Η Ι.Κ. την ημέρα εκείνη έτρεχε στο διάδρομο, την έπιασε, τη σήκωσε, το μωρό φώναξε και η γυναίκα του ρώτησε ποιος φωνάζει και της είπε ότι ήταν η Ι.Κ. και την άφησε και έφυγε. Μετά ήρθαν οι γονείς της, φώναζαν και έλεγαν ότι έπρεπε να του κόψουν το κεφάλι και στη συνέχεια συνελήφθηκε. Κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι είναι ελληνικής καταγωγής, έχει ελληνικό διαβατήριο και στο συγκεκριμένο σπίτι κατοικεί από το 1998 ή
- Τα παιδιά συνήθιζαν να παίζουν έξω και μετά το παιγνίδι μπορεί να ερχόντουσαν και σπίτι. Την Ι.Κ. την έπιανε αγκαλιά συχνά και μπροστά τους και συχνά τους έδιδε καραμέλες. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις υποβολές που του έγιναν και ειδικά ότι χάιδεψε το μωρό στα γεννητικά όργανα ή έβαλε το δάχτυλο του στο αιδοίο του μωρού και πρόσθεσε ότι εκείνη την ημέρα δεν της έδωσε καραμέλες. Οι δυο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Ότι η νεαρή μάρτυρας επισκέφθηκε γιατρό και ψυχολόγο και δυο λειτουργούς. Η υπόθεση αυτή αναφέρεται κυρίως σε σεξουαλικά αδικήματα όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο και από τη μαρτυρία που ακούστηκε. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ούτως ώστε να προβεί σε καταδίκη, εάν η παραπονούμενη κριθεί αξιόπιστη μάρτυρας, ή ελλείψει ενισχυτικής μαρτυρίας, να προβεί σε καταδίκη μόνο εφόσον προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο καταδίκης χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αναφορικά με το θέμα ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας υπάρχει πολλή και αναλυτική νομολογία σε όλα τα σημεία που αφορούν το πιο πάνω θέμα. Με βάση το κοινοδίκαιο, ένας μάρτυρας είναι αρκετός για απόδειξη της υπόθεσης χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ανάγκη περαιτέρω ενισχυτικής μαρτυρίας. (Βλέπε D.P.P. v. Hester
(1973)A.C. 295 p. 324.) Στον κανόνα αυτό υπάρχουν νομοθετικές εξαιρέσεις για συγκεκριμένα αδικήματα όπως στα άρθρα 157 και 159 του Ποινικού Κώδικα. Στις πιο πάνω εξαιρέσεις λόγω της ρητής νομοθετικής πρόνοιας δεν είναι κατά νόμο δυνατή η καταδίκη με βάση τη μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα, εκτός αν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις ανώμοτης μαρτυρίας παιδιών νεαρής ηλικίας, οπότε η καταδίκη δεν είναι εφικτή εκτός αν η ανώμοτη μαρτυρία νεαρού παιδιού ενισχυθεί από άλλη ουσιώδη μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον κατηγορούμενο. (Βλέπε υπόθεση Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, όπου ασχολείται εκτενώς με αυτή την περίπτωση και επιβεβαιώνεται ότι η ενισχυτική μαρτυρία σε τέτοια περίπτωση είναι αναγκαία σαν θέμα νόμου.) Πέραν από τις πιο πάνω νομοθετικές ρυθμίσεις δεν υπάρχει άλλος κανόνας ο οποίος να απαιτεί την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας σαν θέμα Νόμου. Στο κοινοδίκαιο υπάρχουν περιπτώσεις που ισχύει ο κανόνας της πρακτικής, δηλαδή ότι οι ένορκοι πρέπει να προειδοποιηθούν για τους κινδύνους που ενέχει μία καταδίκη η οποία βασίζεται αποκλειστικά σε μη ενισχυόμενη μαρτυρία, μάρτυρα οποίος κρίνεται σαν «ύποπτος» μάρτυρας. Βλέπε R. v. Baskerville 12 Cr. App. R. 81, James v. R. Cr. App. R. 299, R. v. Enzor
(1989)1 W.LR. 497, C.A.. Η προσέγγιση τέτοιας μαρτυρίας που δίδεται από ένα τέτοιο μάρτυρα πρέπει να γίνεται με προσοχή και με βάση την κοινή λογική ότι τέτοιοι μάρτυρες μπορεί να μην πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. (Βλέπε R. v. Spencer, R. v. Smails
(1987)A.C. 128, R. v. Beck 74 Cr. App. R. 221 C.A., R. v. Witts and Witts
(1991)Cr. L.R. 562 C.A.. Βλέπε επίσης και υπόθεση Ττοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258.) Στην υπόθεση R. V. Baskerville (ανωτέρω) έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και αυθεντικότητα το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία. Στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν και τα ακόλουθα: ".evidence in corroboration must be independent testimony which affects the accused by connection or tending to connect him with the crime. In other words, it must be evidence which implicates him, that is, which confirms in some material particular not only the evidence that the crime has been committed, but also that the prisoner committed it. The test applicable to determine the nature and extent of the corroboration is thus the same whether the case falls within the rule of practice at common law or within that class of offences for which corroboration is required by statute. The nature of the corroboration will necessarily vary according to the particular circumstances of the offence charged. It would be in a high degree dangerous to attempt to formulate the king of evidence which would be regarded as corroboration, except to say that corroborative evidence is evidence which shows or tends to show that the story of the accomplice that the accused committed the crime is true, not merely that the crime has been committed, but that it was committed by the accused." Η ενισχυτική μαρτυρία δυνατό να είναι άμεση ή περιστατική. Πρέπει όμως μια τέτοια μαρτυρία να προέρχεται από ανεξάρτητη πηγή. Παρά ταύτα υπάρχει ένας τομέας που η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή δυνάμει ρητής νομοθετικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 που αναφέρεται στην περίπτωση του πρώτου παραπόνου. Το άρθρο 10 του Κεφ. 9 προβλέπει τα ακόλουθα: "Any Court, before which any preliminary inquiry is being held or before which any person accused of any offence is being tried, may receive in evidence, on behalf of the prosecution, the particulars of any complaint or any statement relating to the offence made by the person on whom the offence has been committed, or the person in charge of any property against which the offence has been committed and who was present when the offence was so committed: Provide that the particulars of any such complaint or statement shall not be admissible on behalf of the prosecution unless it appears to the Court before which the accused person is being tried that the complaint or statement has been made, having regard to the circumstances of the case, immediately after the commission of the offence, and to the first person or persons to whom the Court considers that it was natural that he would complain or make a statement regarding the offence." Η θέση του δικού μας δικαίου διαφέρει από εκείνη του Αγγλικού δικαίου στην περίπτωση του οποίου λόγω απουσίας νομοθετικής ρύθμισης, το πρώτο παράπονο, ακολουθεί τον γενικό κανόνα περί ανεξάρτητης προέλευσης ενισχυτικής μαρτυρίας, και ως εκ τούτου η ενισχυτική μαρτυρία δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Η δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτικής μαρτυρίας έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία. Βλέπε X"Λούκας v. Δημοκρατίας
(1961)CLR σελ.
- Εξαίρεση υπάρχει βέβαια στην περίπτωση ανώμοτης μαρτυρίας νεαρών παιδιών για την οποία γίνεται ειδική νομοθετική ρύθμιση με το άρθρο 9 του Κεφ.
- Βλέπε και απόφαση Παρμαξής (ανωτέρω). Το άρθρο 9 του Περί Αποδείξεως Νόμου προβλέπει πώς όταν μαρτυρία ανηλίκου δίδεται χωρίς όρκο, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει πώς ο ανήλικος δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία του όρκου και την υποχρέωση να πει την αλήθεια, τότε η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου παρά μόνο με τη συνδρομή ενισχυτικής μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Έχει αποφασιστεί από τη νομολογία ότι παράπονα που εκμαιεύονται με την απειλή βίας (S. ν. T.
(1963)
(1)SA 484 (A)) ή ως αποτέλεσμα ουσιαστικής αντεξετάσεως (R. v. Adams and Ross [1965] Qd R 255) ή ακόμη και συνομιλίας (R. v. Merry
(1900)19 Cox CC442) δεν μπορούν να θεωρηθούν αυθόρμητα. Από την άλλη, είναι επίσης καθαρό ότι το γεγονός και μόνο ότι το παράπονο επακολούθησε κάποια ερώτηση δεν είναι αναγκαστικά επαρκές για να το καταστήσει μη αυθόρμητο, όπως προκύπτει από την υπόθεση R. v. Freeman
(1980)VR1, όπου το παράπονο έγινε μετά που η παραπονούμενη ρωτήθηκε μήπως είχε βιασθεί, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε ήδη, όταν ρωτήθηκε, εκδηλώσει τη στεναχώρια της. Στην Κύπρο, το πρώτο παράπονο έχει αναγνωρισθεί ως ενισχυτική μαρτυρία εν αντιθέσει με τα στην Αγγλία ισχύοντα. Αυτό εξηγείται βέβαια λόγω της διάφορης φύσης και εμβέλειας του πρώτου παραπόνου με βάση το άρθρο 10 του Κεφαλαίου 9 σε σχέση με την Αγγλική προσέγγιση, (βλ. για την δεκτότητα του πρώτου παραπόνου σαν ενισχυτική μαρτυρία τις υποθέσεις Sutton v. King, 14 C.L.R. 160, Republic v. Votsis, 19 C.L.R. 306, Hajilouca v. Republic,
(1961), C.L.R. 57. Αντίθετα για τις αντιδράσεις του παραπονούμενου δεν ισχύει η ίδια αρχή, βλέπετε την πρόσφατη απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καήλης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 7490, ημ. 21/04/04, στην οποία το Κακουργιοδικείο επικρίθηκε επί το ότι εξέλαβε τις αντιδράσεις της Παραπονούμενης ως ενίσχυση. Όπως έχει τονισθεί από τον Αρτεμίδη, Δ. στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7243, ημ. 14/01/2003: «Η άμεση μάλιστα εκδήλωση παραπόνου θεωρείται τόσο σημαντική ώστε θεσμοθετημένη πρόνοια στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 10, να επιτρέπει, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα της μη αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας, την κατάθεση στο Δικαστήριο του παραπόνου αυτού ως απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος ή και ενισχύσεως του.» Το άρθρο 10 θέτει δυο προϋποθέσεις: πρώτο ότι το παράπονο έγινε στο πρώτο πρόσωπο στο οποίο ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος ή στο πρόσωπο στο οποίο ήταν φυσικό ότι θα παραπονείτο αναφορικά με το αδίκημα και δεύτερο ότι το παράπονο έγινε ευθύς μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Έχω δει, ακούσει και παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω σημειώσει με προσοχή τη συμπεριφορά τους και την αντίδρασή τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν και τον τρόπο που απαντούσαν. Σε σχέση με τους μάρτυρες κατηγορίας Χλόη Ευρυπίδου-Πενταρά (Μ.Κ.5), Φρόσω Ευθυμίου Γ/Αστ.4670 Μ.Κ.6, Ελένη Δαγκλή, Μ.Κ.7, Προκόπη Ματσάγγο ιατρό Μ.Κ.9, Σοφοκλή Σοφοκλέους ιατροδικαστή Μ.Κ.10 και Μ. Μπαρρή Αστ.4857 Μ.Κ.11 κρίνω ότι ανέφεραν την αλήθεια στο Δικαστήριο και εξέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με θετικότητα, λογικότητα και ειλικρίνεια τι διαπίστωσαν και τι θεώρησαν ως ορθό από τις έρευνες στις οποίες προέβησαν και από τα γεγονότα τα οποία βίωσαν από τη στιγμή που ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Οι εν λόγω μάρτυρες εκτός από την καλή εντύπωση που μου προκάλεσαν καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τους κρίνω και ως ανεξάρτητους μάρτυρες σ΄ αυτή την υπόθεση που δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο να μην αναφέρουν στο Δικαστήριο την αλήθεια ή και να αποκρύψουν οποιοδήποτε γεγονός που βίωσαν ή διαπίστωσαν οι ίδιοι. Τα ίδια μπορώ να πω και για την Μ.Κ.8 Ιωάννα Οικονομίδου, ψυχολόγο, η οποία βασιζόμενη στις πληροφορίες που πήρε από τη μητέρα της ανήλικης Ι.Κ. και τις εξετάσεις που έκανε κατά τις συνεδρίες που είχε με την ανήλικη, αλλά που δεν ζήτησε η ίδια από την ανήλικη να αναφερθεί στο ισχυριζόμενο επεισόδιο, κατέληξε στα συμπεράσματα που φαίνονται στην έκθεση της, τα οποία υποστήριξε με την προφορική της κατάθεση. Αναφορικά με τους μάρτυρες κατηγορίας ανήλικη Ι.Κ (Μ.Κ.1), Στέφανο Καλτσή (Μ.Κ.2) ανήλικο, Μαριάννα Καλτσή (Μ.Κ.3), μητέρα της παραπονούμενης και Μάρκο Καλτσή (Μ.Κ.4), πατέρα της παραπονούμενης, διαπιστώνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφεραν γεγονότα που με ειλικρίνεια πίστευαν και πιστεύουν ότι είναι ορθά ή πείστηκαν από την εξέλιξη των γεγονότων ότι ήταν ορθά και αληθινά. Το Δικαστήριο πάντοτε έχει την εξουσία ν΄ αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρος και ν΄ απορρίψει άλλο μέρος ως αναξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212). Από τη μαρτυρία του Στέφανου (Μ.Κ.2) δέχομαι ως αληθινή και ειλικρινή μαρτυρία τα γεγονότα που ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει στην αγκαλιά του τη Ι.Κ. ανήλικη, να μπαίνει στο διαμέρισμα του και ύστερα από ένα με δυο λεπτά να βγαίνει τρέχοντας η Ι.Κ. και να γυρίζει πίσω στα άλλα παιδιά συνεχίζοντας το παιγνίδι. Όσα ο Στέφανος ανέφερε για τη Ι.Κ. όταν εξήρχετο από το διαμέρισμα του κατηγορούμενου, ότι ήταν χλωμή και φοβισμένη, κρίνω ότι ο Στέφανος δεν μπορούσε να κρίνει αυτά τα γεγονότα όχι μόνο λόγω της ηλικίας του αλλά και λόγω του ότι η Ι.Κ. ανήλικη εξήλθε τρέχοντας από το διαμέρισμα και πήγε αμέσως στον τόπο που έπαιζε με τα άλλα παιδιά για να συνεχίσει το παιγνίδι και δεν μπορούσε αντικειμενικά ο Στέφανος να εκφέρει τέτοια άποψη. Από την άλλη ο Στέφανος είπε ότι πρώτα είχε λίγο κόκκινο, μετά ήταν χλωμή και σε κάποιο άλλο σημείο είπε ότι είχε πολύ κόκκινο χρώμα. Σε σχέση με την ανήλικη Ι.Κ. ηλικίας 6 ετών, παραπονούμενη, θα πρέπει να τονίσω ότι ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε αγκαλιά, την πήρε στο σπίτι του και μετά από λίγο έφυγε από το σπίτι. Η ανήλικη Ι.Κ. δεν προέβη σε καμιά απολύτως καταγγελία ή παράπονο σε οποιοδήποτε. Το όλο θέμα προκλήθηκε και δημιουργήθηκε από τη στιγμή που ο Στέφανος (Μ.Κ.2) το επόμενο βράδυ γύρω στις 8:00 ανέφερε στη μητέρα του Μ.Κ.3 Μαριάνα Καλτσή ότι ο κατηγορούμενος πήρε την ανήλικη αδελφή του αγκαλιά και μπήκαν στο σπίτι, και ο λόγος που ανέφερε αυτό το γεγονός ο Στέφανος ήταν ότι πίστευε, ότι ο κατηγορούμενος έδωσε καραμέλες στην αδελφή του ενώ αυτού δεν του είχε δώσει. Από την αναφορά αυτή του Στέφανου, αμέσως δημιουργήθηκαν υποψίες στο μυαλό των Μ.Κ3 και 4 ότι κάτι συνέβη στην ανήλικη Ι.Κ. όταν την πήρε ο κατηγορούμενος στο σπίτι του. Οι υποψίες αυτές των πιο πάνω μαρτύρων μετατράπηκαν σε βεβαιότητα όταν μετά από ερωτήσεις που υπέβαλε η Μ.Κ.3 στην Ι.Κ. ανήλικη και αφού της υποσχέθηκε ότι θα της αγοράσει διάφορα πράγματα για να της πει τι έγινε. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ό,τι η Ι.Κ. ανήλικη ανέφερε στη μητέρα της (Μ.Κ.3) και στον πατέρα της Μ.Κ.4 δεν ήταν αυθόρμητη αναφορά αλλά εκμαιεύθηκε από αυτούς είτε με ερωτήσεις είτε με υποσχέσεις τις οποίες έκαμαν προς αυτή. Στο να μετατραπούν οι υποψίες των πιο πάνω μαρτύρων σε βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε όλα όσα η ανήλικη Ι.Κ. τους ανέφερε μετά από τις ερωτήσεις και τις υποσχέσεις που της έκαμαν συνέδραμαν και οι φήμες που κυκλοφορούσαν ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε και προηγουμένως παρόμοια αδικήματα και μάλιστα με ενήλικη γυναίκα (γειτόνισσα όπως είπαν). Θα πρέπει να πω ότι το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται πλήρως τη ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι γονείς της ανήλικης όταν με τον ένα ή άλλο τρόπο σχηματίστηκε στο μυαλό τους η βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος παρενόχλησε σεξουαλικά και επιτέθηκε άσεμνα στην ανήλικη θυγατέρα τους. Η ανήλικη Ι.Κ. δίδοντας κατάθεση στη Γ.Αστ.4670 στην παρουσία των γονιών της και των δυο κοινωνικών λειτουργών, και επαναλαμβάνοντας αυτά που είπε στη μητέρα και τον πατέρα της, τα επανέλαβε όχι με αφηγηματικό τρόπο όπως φαίνεται από την κατάθεση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά κατόπιν υποβολής ερωτήσεων από τη Γ./Αστ. 4670 όπως η ίδια ανέφερε και οι κοινωνικοί λειτουργοί βεβαίωσαν με τη μαρτυρία τους. Δεν αφέθηκε η ανήλικη παραπονούμενη να διηγηθεί το τι έλαβε χώρα, αλλά απαντούσε σε ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και η Γ.Αστ.4670 τα κατέγραψε υπό τύπο αφηγήσεως της ανήλικης παραπονούμενης. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 ανέφεραν στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια γεγονότα τα οποία βίωσαν οι ίδιοι και γεγονότα τα οποία σχηματίστηκαν στο μυαλό τους ότι διαδραματίστηκαν και για τα οποία δεν είχαν προσωπική γνώση. Επίσης θα πρέπει να πω ότι ακόμη και στην ανήλικη Ι.Κ. σχηματίστηκαν στο μυαλό της γεγονότα που δημιουργήθηκαν είτε λόγω των ερωτήσεων που της υποβάλλονταν από τους γονείς της και τη Γ./Αστ.4670 και μετατράπηκαν σε βεβαιότητα. Είναι γι΄ αυτό το λόγο πιστεύω που η ανήλικη Ι.Κ. ανέφερε στην κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, αυτό που έγινε το είπε και στο παπά και στη μάμα και στο Στέφανο, ενώ κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η ηλικία της παραπονούμενης Ι.Κ., ο τρόπος που εκμαιεύθηκε, η δήλωση καταγγελία κατά του κατηγορούμενου, ο τρόπος λήψης της κατάθεσης από την παραπονούμενη δε μου αφήνουν περιθώρια να καταλήξω ότι η ανήλικη παραπονούμενη εξέθεσε αυθόρμητα τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο. Επειδή οι υποψίες των γονιών της παραπονούμενης ήρθαν στην επιφάνεια, αμέσως μετά που τους λέχθηκε από το Στέφανο ότι ο κατηγορούμενος πήρε την παραπονούμενη αγκαλιά και την πήρε στο σπίτι του, λόγω των φημών που κυκλοφορούσαν για τον τελευταίο, οι γονείς πρέπει να αντέδρασαν έντονα και υστερικά με αποτέλεσμα η μικρή ανήλικη παραπονούμενη να βρεθεί προ μιας κατάστασης, που ερωτώμενη θα έδιδε απαντήσεις που θα ικανοποιούσαν αυτούς που τις υπέβαλλαν ή και θα συμφωνούσαν με τις υποψίες που δημιουργήθηκαν, ή θα συμφωνούσε με γεγονότα που της υπέβαλλαν. Το σοκ και η έντονη φόρτιση αισθημάτων στη μητέρα της ανήλικης πρέπει να δημιουργήθηκαν αμέσως μετά που ο Στέφανος ανέφερε στους γονείς του ότι ο κατηγορούμενος πήρε αγκαλιά τη Ι.Κ. και την πήρε στο σπίτι του. Έχοντας καταλήξει ότι δεν μπορώ να στηριχτώ στην ανώμοτη μαρτυρία της ανήλικης παραπονούμενης, για τους λόγους που εξέθεσα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν είναι ανάγκη να προχωρήσω να αναζητήσω ενισχυτική μαρτυρία σ΄ αυτή την υπόθεση, σύμφωνα και με την υπόθεση Παρμαξή (ανωτέρω). Από την άλλη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε με θετικότητα, αμεσότητα και λογικότητα για τις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ή ουσιώδεις αντιφάσεις. Λαμβανομένου δε υπόψη και του κοινού εδάφους ότι τα εγγονάκια του κατηγορούμενου τακτικά έπαιζαν μαζί με την ανήλικη παραπονούμενη και τον αδελφό της, τους έδιδε καραμέλες και αντάλλασσαν ενίοτε και επισκέψεις, και ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τα παιδιά, βρίσκω ότι η πράξη του κατηγορούμενου να πάρει στην αγκαλιά του τη μικρή ανήλικη να τη σηκώσει ψηλά και να της κάνει ένα γύρο στο σπίτι του δεν ενείχε οτιδήποτε το ύποπτο. Είναι η πεποίθηση μου ότι ο κατηγορούμενος εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα και δεν απέκρυψε οτιδήποτε. Μπορώ ακόμη να πω ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε και κάτι το οποίο κάτω από άλλα δεδομένα θα μπορούσε να κριθεί εναντίον του. Είπε, ό,τι όταν έκανε γύρο την Ι.Κ. μέσα στο σπίτι του η Ι.Κ. φώναξε δυνατά και η σύζυγός του τον ρώτησε ποιος φωνάζει και αυτός απάντησε, η Ι.Κ. Ο κατηγορούμενος μπορούσε να αποσιωπήσει αυτό το γεγονός, διότι ολοφάνερα τον έβλαπτε. Με βάση όλα τα πιο πάνω και αφού κατέληξα ότι σε τέτοια αδικήματα σεξουαλικής φύσης σύμφωνα με το Νόμο ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί με μόνο την ανώμοτη κατάθεση ανηλίκου προσώπου, και με βάση επίσης την κατάληξη μου ότι ο κατηγορούμενος εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ................ Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο