← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ελαντίν Τσαγκίδη, Αρ. Υπ. 9645/07, 10 Οκτωβρίου, 2007

Αστυνομία ν. Ελαντίν Τσαγκίδη, Αρ. Υπ. 9645/07, 10 Οκτωβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Α. Πούγιουρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Υπ. 9645/07 Αστυνομία ν. Ελαντίν Τσαγκίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Νεοκλέους (κος Αργυρού για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος παρών, γι΄αυτόν: κος Αλεξάντρου (κος Φωτίου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει 46 κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, κακόβουλη ζημιά, παράνομη κατοχή περιουσίας, νυχτερινή διάρρηξη κατοικίας, διάρρηξη σχολικού κτιρίου και γραφείου, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απόσπαση χρημάτων με ψεύτικες παραστάσεις, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχή διαρρηχτικών εργαλείων, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες πρόβαλε την ειδική απάντηση με βάση το άρθρο 69

(3)του Κεφ. 155 ότι δεν μπορεί να δικαστεί, γιατί έχει ήδη απαλλαγεί σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες για τα ίδια ακριβώς αδικήματα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η ειδική απάντηση είναι τα εξής όπως έχουν καταχωρηθεί ως παραδεκτά γεγονότα από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και συνήγορο του Κατηγορουμένου: «Όλες οι κατηγορίες που αφορούν το παρόν κατηγορητήριο καταχωρήθηκαν σε προγενέστερο στάδιο ποινικές υποθέσεις εναντίον του κατηγορουμένου, οι οποίες αφού κλήθηκε ο Κατηγορούμενος να απαντήσει, τις αρνήθηκε και προγραμματίστηκαν για ακρόαση. Υπήρξε μη προσέλευση του Κατηγορούμενου στην ημερομηνία που ήταν ορισμένες για ακρόαση και εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο η Κατηγορούσα Αρχή, εφόσον υπήρξε αδυναμία εκτέλεσης των Ενταλμάτων Σύλληψης καταχώρισε στο Δικαστήριο προφορικές αναστολές ποινικής δίωξης του Κατηγορουμένου και το Δικαστήριο με απόφαση του απέρριψε τις ποινικές υποθέσεις και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω είχαν επιβληθεί από το Δικαστήριο σε όλες τις υποθέσεις όροι για την εξασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορούμενου. Μεταξύ αυτών να τοποθετηθεί στο stop list και να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.» Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο κατά την αγόρευσή του ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης που αφορά τα ίδια ακριβώς αδικήματα προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών στις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε προφορική αναστολή μετά την απάντηση του Κατηγορούμενου, είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος που απαγορεύει την εκ δευτέρου δίκη για το ίδιο αδίκημα. Αντίθετη άποψη είχεν ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος στην αγόρευσή του υποστήριξε ότι ήταν συνταγματικό δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω της μη εκτέλεσης των Ενταλμάτων Σύλληψης εναντίον του, χωρίς η ενέργεια του αυτή να αποτελεί κώλυμα για μεταγενέστερη δίωξη του για τα ίδια αδικήματα. Το άρθρο 12.2 του Συντάγματος περιέχεται στο Μέρος ΙΙ που κατοχυρώνει τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου και προβλέπει τα εξής: «Άρθρο 12.2: Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος». Όπως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας
(1989)1 Α.Α.Δ. 105 αποδοχή της ειδικής απάντησης βάσει του άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155 θέτει αυτομάτως τέρμα στη διαδικασία ως θέμα συνταγματικής τάξης. Η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα να διακόπτει μια ποινική υπόθεση πηγάζει από το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος και αυτό μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν όμως από την απόφαση και χωρίς ακόμα να αναφέρει τους λόγους για την πράξη του αυτή. Το δικαίωμα αυτό του Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. Police v. Stephanos Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194) και είναι απλά ένας τρόπος πληροφόρησης του Δικαστηρίου. Το ίδιο θέμα που εξετάζεται εδώ απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση G. Araouzos and Son v. The Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 131 όπου αναφέρθηκε ότι ο τερματισμός μιας ποινικής διαδικασίας κατόπιν καταχώρησης αναστολής δίωξης δεν εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή από του να επανέλθει εκ νέου με την καταχώρηση του ίδιου κατηγορητηρίου με τις ίδιες κατηγορίες εναντίον του ιδίου προσώπου· εφόσον αυτή η εξέλιξη δεν επενεργεί ως απαλλαγή ή αθώωση επί της ουσίας. Στην ίδια υπόθεση έχει αναφερθεί επίσης ότι όταν οι πρόνοιες της παραγράφου 2 του Άρθρου 12 του Συντάγματος ερμηνευθούν πάνω στη βάση των σχετικών αρχών του Αγγλικού Δικαίου στις οποίες οι πρόνοιες αυτές αποσκοπούσαν να δώσουν συνταγματική ισχύ, συνάγεται καθαρά ότι ο όρος «απαλλαγείς» σημαίνει ο Κατηγορούμενος να έχει απαλλαγεί επί της ουσίας της υπόθεσης δηλαδή κατόπιν αξιολόγησης της υπόθεσης και όχι κατόπιν καταχώρησης αναστολής. Συνεπώς το Άρθρο 154
(3)που προνοεί ότι η αναστολή μιας ποινικής υπόθεσης από το Γενικό Εισαγγελέα δεν συνιστά κώλυμα για μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία εναντίον του ιδίου προσώπου για το ίδιο ποινικό αδίκημα, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος και δεν χρειάζεται να ερμηνεύεται ως υποκείμενο στις πρόνοιες του. Επιπρόσθετα σε καμιά περίπτωση το Άρθρο 154
(3)είναι ασυμβίβαστο με τον κανόνα ότι κανένας δεν πρέπει να διακινδυνεύει να καταδικαστεί περισσότερες από μία φορά για το ίδιο αδίκημα. Εκτός από την πιο πάνω νομολογία και από το λεκτικό του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος συνάγεται ότι για να ισχύει η αρχή αυτή θα πρέπει να έχει προηγηθεί δίκη και σαν αποτέλεσμα να αποφασίζεται η απαλλαγή ή αθώωση του Κατηγορούμενου. Ο ορισμός της λέξης «δικάζομαι» που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 12.2 του Συντάγματος με βάση το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη είναι επί λέξει «περνώ από δίκη, κρίνομαι από Δικαστήριο». Ενώ ο ορισμός της δίκης με βάση το ίδιο λεξικό είναι «η εκδίκαση υποθέσεως ενώπιον Δικαστηρίου». Είναι σαφές ότι στην παρούσα περίπτωση η ειδική απολογία που έθεσε ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να πετύχει γιατί δεν είχε απαλλαγεί και αθωωθεί στις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες κατόπιν ακρόασης επί της ουσίας, αλλά απηλλάγηκε κατόπιν άσκησης του συνταγματικού δικαιώματος του Γενικού Εισαγγελέα να καταχωρήσει αναστολή ποινικής δίωξης. Δεν είχε καν αρχίσει η δίκη όταν εκδόθηκαν τα Εντάλματα Σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω μη προσέλευσης του στη δίκη. Συνεπώς η ειδική απολογία και το θέμα αντισυνταγματικότητας του Άρθρου 154
(3)του Κεφ. 155 που ήγειρε ο Κατηγορούμενος δεν μπορούν να πετύχουν και απορρίπτονται. Ο Κατηγορούμενος να κατηγορηθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................. Α. Πούγιουρου, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ: Πρωτοκολλητής /ΛΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.