← Κύπρος

Αστυνομίας ν. Ανδρέα Ευαγγέλου, Αρ. Αίτησης: 240/07, 31.10.2007

Αστυνομίας ν. Ανδρέα Ευαγγέλου, Αρ. Αίτησης: 240/07, 31.10.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κoυνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 240/07 Μεταξύ: Αστυνομίας Αιτητών -και- Ανδρέα Ευαγγέλου Καθ΄ ου η αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 28/9/2007 για κατακράτηση τεκμηρίων Ημερομηνία: 31.10.2007 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κα. Ξ. Ξενοφώντος (για να ακούσει απόφαση) Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Α. Ζύμπηλος Καθ΄ου η αίτηση: Απών ------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αστυνομία, ζητά με αίτηση την οποία καταχώρησε ο αστυφύλακας 3464 Στ. Κορμοπούλος, την έκδοση διατάγματος κατακράτησης, 1620 ψηφιακών δίσκων CDS, 480 ψηφιακών δίσκων DVDs και 116 κασετών ως τεκμηρίων, μέχρι την αποπεράτωση των Αστυνομικών ερευνών ή οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του Αστ. 3464 και έχει το εξής περιεχόμενο: Είμαι ο Αστ, 3464 και υπηρετώ στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Πάφου. Διερευνώ υπόθεση που αφορά τα πιο κάτω αδικήματα: (Α) Περί Πνευματικής ιδιοκτησίας Νόμος αδίκημα που διαπράχθηκε την 12.9.2007 στην Πάφο. Συγκεκριμένα την 12.9.2007 μεταξύ των ωρών 1100 - 1155 έγινε έρευνα στο υποστατικό με την ονομασία ESMA KIOSK που βρίσκεται στο MYRA COURT στη Πάφο, υπεύθυνος του οποίου είναι ο Ανδρέας Ευαγγέλου και στην παρουσία του από άνδρες του ΟΠΕ Πάφου και του Γραφείου Καταπολέμησης Αδικημάτων Κλοπής Πνευματικής ιδιοκτησίας και Παράνομων Στοιχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά την έρευνα των πιο πάνω εντοπίστηκε εντός του υποστατικού και κατασχέθηκαν από αυτό 1620 ψηφιακοί δίσκοι CDS, 480 ψηφιακοί δίσκοι DVDs και 116 κασέτες που εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Εν όψει των πιο πάνω αιτούμαι από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για κατακράτηση των αναφερόμενων τεκμηρίων μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εκδίκασης της υπόθεσης. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 27, 32 και 32 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 219

(1)/
  1. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος στην γραπτή του ένσταση προβάλει τρεις λόγους ένστασης ως εξής: 1) Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 2) Η αίτηση θα έπρεπε να υποβάλλεται και/ή υπογράφεται από πρόσωπο βαθμού υπαστυνόμου και/ή από ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας και όχι από απλό αστυνομικό και/ή η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή όχι σύμφωνα με τον Νόμο. 3) Ο αιτητής έχει καταθέσει αναληθή γεγονότα και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα σκόπιμα και/ή δεν καταθέτει με βεβαιότητα ότι τα αντικείμενα που εκτίθενται εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι πειρατικά και/ή όλα πειρατικά και/ή ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, με αποκλειστικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αξία και βαρύτητα των ουσιωδών γεγονότων τα οποία απέκρυψε σκόπιμα ο Αιτητής από το Δικαστήριο είναι τέτοια ώστε να συνηγορούν σε απόρριψη της αίτησης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση στην οποία δηλώνει ότι απορρίπτει και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Ισχυρίζεται με την ένορκη του δήλωση ότι όλα όσα κατασχέθηκαν κατά την έρευνα της αστυνομίας στο υποστατικό με την ονομασία ESMA KIOSK είναι εξουσιοδοτημένα αντίτυπα και κακώς κατακρατούνται και ότι η περαιτέρω κράτηση τους του προκαλεί τεράστια απώλεια και ζημιά, δεδομένου και του γεγονότος ότι είναι εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Η κατακράτηση τους, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση δεν εξυπηρετεί, κατά την γνώμη του και ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του κανένα σκοπό και δεν είναι αναγκαία η κατακράτηση τους από την αστυνομία για πιθανή ποινική δίωξη του, ισοδυναμεί με τιμωρία χωρίς δίκη και στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι η κατακράτηση τους δεν θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης, πολύ περισσότερο εφ΄ όσον ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δηλώνει ότι εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα την στιγμή που ο ίδιος δεν είναι καν πραγματογνώμονας. Ακολούθως αναδιατυπώνει και επαναλαμβάνει με την ένορκη του δήλωση τους λόγους της ένστασης του και επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι έτυχε άνισης μεταχείρισης από την Αστυνομία γιατί για πολύ πιο σοβαρά αδικήματα απ΄ότι γνωρίζει δεν ζητούν να κατακρατηθούν τεκμήρια της πιθανής υπόθεσης και για τεκμήρια τα οποία ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι δεν είναι σίγουρος εάν είναι ή όχι εξουσιοδοτημένα αντίτυπα αλλά εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Κατά την εξέταση της αίτησης, οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Η κα. Σάββα που εκπροσωπεί την αστυνομία, υποστήριξε ότι με βάση την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και διαφώνησε με ότι δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση του ως υποστηρίζεται με την ένσταση. Απόρριψε την θέση ότι αίτηση με αντικείμενο την κατακράτηση τεκμηρίων θα πρέπει να υποβάλλεται και/ή υπογράφεται από πρόσωπο βαθμού υπαστυνόμου και/ή από ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας κάτι το οποίο, όπως υποστήριξε, συμβαίνει μόνο σε αίτηση προσωποκράτησης. Υποστήριξε ότι τα γεγονότα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, ότι η αστυνομία ζητά το διάταγμα για να περατώσει τις έρευνες και μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, και ότι τα κατασχεθέντα εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι πειρατικά και θα γίνουν και άλλες εξετάσεις από ειδικούς. Με τη σειρά του, ο κ. Ζύμπηλος που εκπροσωπεί τον καθ΄ ου η αίτηση, ανέφερε ότι ο σκοπός της αίτησης είναι για να κρατηθούν ως τεκμήρια και να παρουσιαστούν στην δίκη και όχι για να γίνουν εξετάσεις και ως εκ τούτου ο ενόρκως δηλών πρέπει να καταδείξει με ακρίβεια ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένα αντίτυπα κάτι που δεν κάνει εφόσον στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι «εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα», χωρίς να αναφέρει τις γνώσεις του, χωρίς να αναφέρει αν είναι πραγματογνώμονας και από πού κατέλειψε στο συμπέρασμα αυτό. Ο καταθέτων στην ένορκη δήλωση, υποστήριξε ο κ. Ζύμπηλος, έπρεπε να προβάλει ισχυρισμούς με βεβαιότητα και όπου απαιτείται μαρτυρία, για να διαφανεί αν ήταν εξουσιοδοτημένα αντίτυπα και ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί μαρτυρία πραγματογνώμονα. Υποστήριξε επίσης ότι η αίτηση θα πρέπει αν υποβάλλεται από βαθμούχο πρόσωπο της αστυνομίας και παρέπεμψε στο άρθρο 38 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  2. Αρχικά δε θα συμφωνήσω με τον κ. Ζύμπηλο για τα όσα ανάφερε ως προς την εφαρμογή του άρθρου 38 του Κεφ. 155 σε σχέση με τον τρόπο υποβολής της αίτησης. Το άρθρο 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, που είναι και η βασική διάταξη από πλευράς δικαιοδοτικού πλαισίου αναφέρει τα εξής: 32.-
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανομένης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Το άρθρο 38 του Κεφ. 155, που ο κ. Ζύμπηλος επικαλέστηκε, αναφέρεται στον τύπου του κατηγορητηρίου και ουδεμία σχέση έχει με την αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων του άρθρου
  1. Το άρθρο 32 δεν θέτει ως προϋπόθεση την υποβολή της αίτησης από βαθμούχο πρόσωπο της αστυνομίας όπως αυτό συμβαίνει στο άρθρο 24 του Κεφ.
  2. Το άλλο παράπονο του καθ΄ ου η αίτηση, είναι ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν παρατίθενται με βεβαιότητα στοιχεία αναφορικά με τα κατασχεθέντα τεκμήρια προσδιοριστικά του τύπου/είδους τους παρά μόνο ότι εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα αντίτυπα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κ. Σάββα αγορεύοντας, ανάφερε ότι τα γεγονότα φαίνονται στην ένορκη δήλωση και ότι η κατακράτηση τους ουσιαστικά είναι αναγκαία για ολοκλήρωση των ερευνών και για να ελεγχθούν τα κατασχεθέντα από ειδικούς. Θα διαφωνήσω με τα όσα ανάφερε η κ. Σάββα, κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και σαφώς δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση της, εφόσον πρόκειται για μαρτυρία. Οι λόγοι που ζητείται η κράτηση τους αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει «Εν όψει των πιο πάνω αιτούμαι από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για κατακράτηση των αναφερόμενων τεκμηρίων μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της εκδίκασης της υπόθεσης». Διαπιστώνω, και είναι υποχρεωμένη να το αναφέρω, ότι τόσο την αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, χαρακτηρίζει κάποια προχειρότητα. Ενώ με την αίτηση ζητείται η κατακράτηση των τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση των αστυνομικών ερευνών ή και σε περίπτωση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης, μέχρι την εκδίκασή της, στην ένορκη δήλωση, ο ενόρκως δηλών με την τελευταία παράγραφο, ζητά την κατακράτηση των τεκμηρίων μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και καμία αναφορά γίνεται σε οποιοδήποτε ανακριτικό έργο. Στην υπόθεση Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 360, το εφετείο κλήθηκε για πρώτη φορά να ερμηνεύσει τις διατάξεις του άρθρου 32
(3)του Περί ποινικής Δικονομίας Νόμου κεφ. 155 και να καθορίσει το πλαίσιο εφαρμογής τους. Αφορούσε η πιο πάνω υπόθεση αίτηση για αποδέσμευση των κατασχεθέτων, η οποία απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, λέχθηκαν όμως τα εξής σημαντικά που αφορούν τα άρθρα 27 και 32 του Κεφ. 155 «Το άρθρο 32
(3)του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική υπόθεση. Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσον η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρ. 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρ. 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρ. 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες. (Η πιο πάνω υπογράμμιση είναι δική μου) Συνάγεται καθαρά από το πιο πάνω απόσπασμα, ότι η αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησης των αντικειμένων - τεκμηρίων - συναρτάται απόλυτα με την ύπαρξη ανακριτικού έργου και την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Στην τελευταία περίπτωση, επιτρέπεται η κατακράτηση των αντικειμένων μέχρι και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Θα πρέπει, και συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων θα πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό δηλαδή στο προκαταρτικό στάδιο της έρευνας, και να παρατίθενται στοιχεία στην ένορκη δήλωση προσδιοριστικά της φύσης του υπό διερεύνηση αδικήματος, της πολυπλοκότητας του ανακριτικού έργου και το σύνολο ενεργειών που το απαρτίζουν και εφόσον, όπως και στην προκειμένη περίπτωση ζητείται, η κράτηση των κατασχεθέντων μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας σαφώς θα πρέπει να συνδέεται με το ανακριτικό έργο που προηγήθηκε σε σχέση με τα κατασχεθέντα έτσι ώστε με επάρκεια να καταδεικνύεται και η αναγκαιότητα της κράτησης τους, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται ρητά από το άρθρο 23 του Συντάγματος, υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, απολύτως αναγκαίους για συγκεκριμένους λόγους και όχι ανεξέλεγκτα. Με δεδομένο ότι η αίτηση βασίζεται στα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, τίθεται το εξής ερώτημα στην υπό κρίση περίπτωση. Μέχρι την εκδίκαση ποιας υπόθεσης θα διατάξω την κατακράτηση των τεκμηρίων; καταχωρίστηκε τέτοια υπόθεση; και αν έχει καταχωρηθεί ποια είναι αυτή; Και σε τέτοια περίπτωση, προς τι η αναφορά σε αστυνομικές εξετάσεις στην αίτηση; Στην υπό κρίση περίπτωση παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καμία αναφορά γίνεται στο ανακριτικό έργο που υπολείπεται για ολοκλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων. (β) Ούτε σε συγκεκριμένες ενέργειες που αποτελούν μέρος του ανακριτικού έργου, είτε γενικά, είτε συναφώς με τα τεκμήρια, στις οποίες προέβηκε η αστυνομία μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση. (γ) Ενώ τα αντικείμενα έχουν κατασχεθεί από τις 12.9.2007, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε 16 ημέρες μετά, χωρίς να έχει διεξαχθεί κανένα ανακριτικό έργο σε σχέση με αυτά, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση και εξακολουθεί να παραμένει ως ένα ενδεχόμενο είναι ότι προκύπτει από την γνώμη του ίδιου του καταθέτων στην ένορκη δήλωση ότι δηλαδή «εκ πρώτης όψεως φαίνονται να είναι μη εξουσιοδοτημένα» και ουσιαστικά για τον λόγο αυτό ζητείται και η κατακράτηση τους μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής υπόθεσης. (δ) Επίσης ουδεμία αναφορά γίνεται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση για την ύπαρξη οιασδήποτε ποινικής υπόθεσης η οποία να συνδέεται με τα κατασχεθέντα τεκμήρια με δεδομένο ότι στην αίτηση ζητείται η κράτηση τους μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της υπόθεσης. Συνεπακόλουθα, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μου, η αναγκαιότητα κράτησης των τεκμηρίων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, γιατί πρώτο δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει ανακριτικό έργο, κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση και δεύτερο, εφόσον δεν υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση η ύπαρξη ανακριτικού έργου σε σχέση με αυτά, θα έπρεπε τουλάχιστον να παρατίθενται στοιχεία ικανοποιητικά από το οποία να καταδεικνύεται ότι σε σχέση με τα κατασχεθέντα διεξήχθηκαν ήδη έρευνες από τις οποίες προέκυψε ποινική διαδικασία πράγμα το οποίο επίσης δεν υποστηρίζεται, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση, δε ζήτησε απλά την απόρριψη της αίτησης αλλά ζήτησε και διάταγμα επιστροφής των τεκμηρίων. Το αίτημα του καθ΄ ου η αίτηση κρίνω ότι δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Και τούτο γιατί, πρώτο, η ένσταση δεν υπέχει θέση υπεράσπισης την οποία ακολουθεί ανταξίωση και, δεύτερο, για τους λόγους του αναφέρονται στην Concrete (πιο πάνω). Όμως, με δεδομένη την τύχη της αίτησης, το θέμα καταλήγει να είναι καθαρό θεωρητικό πλέον, εφόσον δεν εγκρίθηκε το δεύτερο στάδιο της αίτησης δεν μπορεί και να ακολουθήσει το τρίτο στάδιο και ως εκ τούτου οι υποχρεώσεις της αστυνομίας για την τύχη των τεκμηρίων καθίστανται προφανώς αυτονόητες. (Υπ.) ............................................ Κ. Κουνίδου , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.