Έπαρχος Πάφου ν. Δημήτρη Σάββα Κουτσοχέρα, Αρ. Υπόθεσης: 7498/05, 31.
- 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7498/05 Μεταξύ: Έπαρχος Πάφου Κατηγορούσα Αρχή ν. Δημήτρη Σάββα Κουτσοχέρα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 31.
- 2007 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καλογήρου Για Κατηγορούμενο : κ. Π. Φιλίππου Κατηγορούμενος : παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα . Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος από τις 7.10.96 και μέχρι σήμερα στο χωριό Κινούσα της επαρχίας Πάφου παραλείπει να συμμορφωθεί με διάταγμα που εκδόθηκε στις 7.10.96 στην ποινική υπόθεση 7432/95 του Ε. Δ. Πάφου. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι παρέλειψε να κατεδαφίσει τα παράνομα υποστατικά που ανήγειρε στο τεμάχιο 73/3/2 του Φ/Σχ 26/62 στο χωριό Κινούσα και τα οποία χρησιμοποιεί ως κατοικία και περίφραξη. Μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής έδωσαν η Φαίδρα Αυγουστή (ΜΚ1), ο Χριστάκης Χριστοφόρου (ΜΚ2), ο Μωϋσής Πεγιώτης (ΜΚ3) και ο Γεώργιος Φακοντής (ΜΚ4). Η ΜΚ1 η οποία εργάζεται ως υπεύθυνη του ποινικού τμήματος του Ε. Δ. Πάφου κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το διάταγμα του Ε. Δ. Πάφου που εκδόθηκε στις 7.10.96 στα πλαίσια της υπόθεσης 7432/95, στην παρουσία του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι μέσα στο φάκελο δεν υπάρχει επίδοση του διατάγματος προς το κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση 617/03 η οποία επίσης καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου από τον Έπαρχο Πάφου (Τεκμήριο 2) και στην οποία εκδόθηκε διάταγμα στις 25.2.04 (Τεκμήριο 3). Ο Χριστάκης Χριστοφόρου, κοινοτάρχης του χωριού Κινούσας από το 1984 κατάθεσε σαν ΜΚ
- Αυτός μεταξύ άλλων ανάφερε ότι μέσα σε ένα οικόπεδο στο χωριό αυτό ο κατηγορούμενος κατά /ή περί το 1990, 1991 ανήγειρε μια παράγκα με ακατάλληλα υλικά όπως παλιότσιγκους και πασαμάνα. Ο κατηγορούμενος διέμενε μέσα σ΄αυτή για κάποια χρόνια και παρά το ότι σήμερα δεν κατοικεί πλέον εκεί, η παράγκα εξακολουθεί να υπάρχει. Ο ίδιος κατήγγειλε την υπόθεση στον Έπαρχο και κάποιος Φακοντής, μηχανικός της επαρχιακής διοίκησης επισκέφθηκε το ακίνητο και διαπίστωσε ότι η παράγκα κτίσθηκε κατά παράβαση των όρων της άδειας γιατί ενώ ο κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει άδεια για να κτίσει σπίτι τελικά κατασκεύασε παράγκα. Σαν ΜΚ3 μαρτύρησε ο Μωϋσής Πεγιώτης, διοικητικός λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση και επόπτης στο χωριό Κινούσα. Εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα για το υποστατικό που είχε ανεγείρει και για το οποίο δεν υπάρχει άδεια οικοδομής . Η μοναδική άδεια οικοδομής αφορά την ανέγερση κατοικίας και εκδόθηκε στις 7.7.
- Αυτό όμως που τελικά έχει ανεγερθεί δεν έχει καμία σχέση με την εκδοθείσα άδεια αφού επί τόπου υπάρχει μόνο ένα υποστατικό με πρόχειρα υλικά. Γνωρίζει ότι στις 7.10.96 εκδόθηκε διάταγμα για κατεδάφιση των παράνομων υποστατικών που βρίσκονται στο τεμάχιο 73/3/2,Φ/Σχ 26/62 και το διάταγμα αυτό μάλλον αναφέρεται στο τεμάχιο αυτό. Σαν ΜΚ4 κατάθεσε ο Γεώργιος Φακοντής, ανώτερος τεχνικός στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Στις 18.10.07 επισκέφθηκε το χωριό Κινούσα και διαπίστωσε ότι μέσα στο τεμάχιο υπάρχει μια οικοδομή διαστάσεων 18.60 μέτρων επί 4 μέτρα. Δίπλα από αυτή υπάρχει ένα άλλο υποστατικό με διαστάσεις 7.70 μέτρα επί 6.40 μέτρα που είναι ανοικτό και καλυμμένο και του οποίου οι εξωτερικοί τοίχοι και η οροφή είναι κατασκευασμένοι από μεταλλικούς τσίγκους. Τα υποστατικά που υπάρχουν δεν συνάδουν με τα σχέδια της άδειας. Εκτός των σχεδίων που επισυνάπτονται στην άδεια οικοδομής υπάρχουν και άλλα εγκεκριμένα σχέδια τα οποία όμως δεν επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 6 . Παρουσίασε την αίτηση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 7) βάσει της οποίας εκδόθηκε άδεια (Τεκμήριο 6) και σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να ανεγερθεί διώροφη κατοικία και βοηθητική οικοδομή. Επί τόπου όμως κατασκευάσθηκε μόνο η βοηθητική οικοδομή και δεν έγινε ούτε περίφραξη . Ο μάρτυρας αυτός εξέθεσε τη διαδικασία που ακολουθείται για έκδοση άδειας οικοδομής και εξήγησε τις διαφορές που υπάρχουν στην ανεγερθείσα οικοδομή με τα υποβληθέντα σχέδια . Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Εισηγήθηκε ο κ. Φιλίππου ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε καμία απολύτως μαρτυρία και συνεπώς δεν απέδειξε την επίδοση του διατάγματος προς τον κατηγορούμενο η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία αφού αποδείχθηκε η έκδοση του διατάγματος και ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την έκδοση του στις 7.10.96. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). H κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλέπε Azinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα κατά παράβαση του άρθρου 20
(5)του Περί Ρυθμίσεως Οδών & Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό: «Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(3)ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής». Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ότι ο πελάτης του δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία γιατί το διάταγμα που σύμφωνα με τη κατηγορία παρακούει δεν του έχει επιδοθεί και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Δ. Χριστοδούλου ν. Π. Χριστοδούλου
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 1085. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του κ. Φιλίππου. Κατ΄αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορά παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου κατά την άσκηση της αστικής και όχι όπως στην παρούσα περίπτωση ποινικής δικαιοδοσίας. Επιπρόσθετα και όπως προκύπτει από το άρθρο 20
(5)του Ν Κεφ. 96 η επίδοση του διατάγματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αστυνομία ν. Γ. Κυριακίδη Νομ. Ερ. 259 ημερ. 8.11.88 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι στην περίπτωση εκείνη που ο κατηγορούμενος κατηγορείτο για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση σε αυτόν του εκδοθέντος διατάγματος καθ΄ότι δεν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια (general provision) για επίδοση διατάγματος σε ποινικές υποθέσεις ούτε και προβλεπόταν οτιδήποτε σχετικό στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα. Τονίσθηκε επίσης ότι υπάρχει αντιδιαστολή στα όσα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων σε αστικές από τα όσα έχουν εφαρμογή σε ποινικές υποθέσεις . Στην παρούσα περίπτωση η ΜΚ1 μαρτύρησε χωρίς να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος γεγονός που προκύπτει και από το αντίγραφο του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμηριο 1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η μη απόδειξη της επίδοσης του εκδοθέντος διατάγματος στον κατηγορούμενο δεν επηρεάζει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Το ζήτημα όμως που θα πρέπει να εξετασθεί παρά το ότι δεν έχει εγερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου, είναι αν η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία σε σχέση με το ηθελημένο της παρακοής. Για να στοιχειοθετηθεί η παρακοή ή η καταφρόνηση του Δικαστηρίου πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή εκ μέρους κατηγορουμένου στην απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή, πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής εφ΄ εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος (Βλ. Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287). Στην υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες της παρακοής και της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου για κατεδάφιση κάποιου κτιρίου. Οι κατηγορίες είχαν θεμελιωθεί, όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, στις διατάξεις του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε, ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να κατεδαφίσει το κτίριο οφειλόταν σε πραγματική αδυναμία και όχι σε ηθελημένη πράξη αθώωσε τον εφεσίβλητο και στις δύο κατηγορίες. Ακολουθώντας την Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου ν. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309 διαπίστωσε ότι το ηθελημένο της παρακοής το οποίο εξυπακούει πρόθεση ανυπακοής, αποτελούσε συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και συμφώνησε ότι όπως η προσαχθείσα μαρτυρία είχε καταδείξει, όχι μόνο δεν ήταν πρόθεση του εφεσίβλητου να επιδείξει ανυπακοή προς το διάταγμα, αλλά αυτός επιστράτευσε, κάθε νομικά παραδεκτό μέσο που θα μπορούσε να καταστήσει τούτο δυνατό χωρίς, όμως, επιτυχία. Το Εφετείο αναφέροντας, ότι το στοιχείο του ηθελημένου τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων, έκρινε, ότι στην απουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε, ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί. Τα ίδια υποστηρίχθηκαν ενωρίτερα στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 (E) AAΔ.750. Στην πιο πάνω υπόθεση είχε ειπωθεί, ότι το αδίκημα της παρακοής δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability), αλλά αδίκημα, που έχει αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνιστάται σε πράξη ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή άλλως σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρος Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 υπεβλήθη από τους εφεσίβλητους εναντίον του εφεσείοντα αίτηση παρακοής σε προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια πολιτικής υπόθεσης με το οποίο απαγορευόταν στον εφεσείοντα να δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, σχόλια και άρθρα υβριστικού για τους εφεσίβλητους περιεχομένου. Η αίτηση στηρίχθηκε στα άρθρα 42 έως 47 των Περί Δικαστηρίων Νόμων, τους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο μετά που δέχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν υβριστικού περιεχομένου και παραβίαζαν τους όρους του προσωρινού διατάγματος. Το Εφετείο, αφού διασαφήνισε, ότι παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του Δικαστηρίου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών στοιχείων ειδικά πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας, αθώωσε τον εφεσείοντα. Ο λόγος ήταν γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατηύθυνε καθόλου την σκέψη του στο ερώτημα κατά πόσο, επιπρόσθετα με την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, αποδείχθηκε με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία και η υποκειμενική του υπόσταση. Δεν υπήρχε εύρημα, ότι η αντικειμενικά διαπιστωθείσα παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του εφεσείοντα ήταν ηθελημένη ή άλλως συνοδευόταν από πρόθεση καταστρατήγησης του ώστε να στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα το οποίο προσεγγίσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως να ήταν αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης. Από τη στιγμή που το ηθελημένο της παρακοής αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία προς απόδειξη του. Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε καθόλου μαρτυρία σχετικά με το στοιχείο αυτό. Η κλήση συνεπώς του κατηγορούμενου σε απολογία δεδομένης της μη ύπαρξης μαρτυρίας σε σχέση με το στοιχείο τούτο, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Κατά συνέπεια η εναντίον του κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται. Υπ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο