← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Λαούρη, Αρ. Υπόθεσης: 3876/04, 29.11.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γεώργιου Λαούρη, Αρ. Υπόθεσης: 3876/04, 29.11.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3876/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου και Γεώργιου Λαούρη Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 29.11.2007 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κ. Χ. Νικολάου (για να ακούσουν απόφαση οι κ.κ. Η. Αγαθοκλέους και Α. Δημητρίου) Κατηγορούμενος: παρών ---------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει 14 κατηγορίες πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. τις κατηγορίες 1, 8,12, 18, 25, 29, 35, 40, 45, 50, 55, 58, 63 και 66), 14 κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 2, 9, 13, 19, 26, 30, 36, 41, 46, 51, 57, 59, 64 και 67), 11 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 3, 14, 20, 32, 37, 43, 48, 52, 60, 65 και 69), 9 κατηγορίες απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής ακινήτου περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 4, 10, 15, 21, 27, 31, 42, 47 και 68), 10 κατηγορίες για αδίκημα συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)(III)
(2), 5 και 7 του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996 (Ν.61
(1)/96) όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα (βλ. τις κατηγορίες 5, 16, 22, 33, 44, 49, 54, 62, 70 και 72), 10 κατηγορίες απάτης κατά την πώληση περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 303 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 6, 11, 17, 23, 28, 34, 38, 53, 61 και 71), 2 κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 7 και 24) και τέλος, 2 κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα (βλ. τις κατηγορίες 39 και 73). Επισημαίνεται ότι, για λόγους που θα αναφερθούν σε άλλο σημείο αργότερα, στις κατηγορίες 7, 24, 39 και 73, αθωώθηκε από το στάδιο του «εκ πρώτης όψεως», με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερομηνίας 21.5.2007. Για να καταστεί κατανοητή η ουσία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αναγκαίο να αναφερθούν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο, αποτελεί κοινό έδαφος ότι ήταν ο διευθυντής και ιδιοκτήτης της εταιρείας ανάπτυξης γης με την ονομασία Laouris Holdings Ltd, η οποία ιδρύθηκε με το αρχικό όνομα Laouris Estates Ltd. Υπό αυτή του την ιδιότητα κατάρτισε και υπόγραψε αριθμό πωλητηρίων εγγράφων, που αφορούσαν την ανέγερση και πώληση διαμερισμάτων και/ή οικιών και/ή άλλως σε πολυκατοικίες που ανήγειρε η πιο πάνω εταιρεία, σε συγκεκριμένο, κατά περίπτωση, τεμάχιο στην Πάφο. Διατείνεται η Κατηγορούσα Αρχή, ότι τα πωλητήρια έγγραφα που κατάρτισε ο κατηγορούμενος ήταν πλαστά και τούτο γιατί, σε 6 περιπτώσεις, το τεμάχιο επί του οποίου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, μέρος της οποίας ήταν και το πωληθέν διαμέρισμα, ανήκε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε συμφωνία παραχώρησής του στον κατηγορούμενο (βλ. συναφώς τις κατηγορίες 1, 12, 18, 29, 35 και 58), σε 2 περιπτώσεις, στο τεμάχιο επί του οποίου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, μέρος της οποίας και το πωληθέν διαμέρισμα, δεν υπήρχε πολεοδομική άδεια από το Δήμο Πάφου, για ανέγερση επιπρόσθετου - 3ου ορόφου και ήταν αδύνατο να ανεγερθεί το διαμέρισμα (βλ. συναφώς τις κατηγορίες 8 και 25), σε 2 περιπτώσεις, αναφορικά με την πωληθείσα οικία δεν υπήρχε πολεοδομική άδεια από το Δήμο Πάφου και ήταν αδύνατη η ανέγερση της (βλ. συναφώς τις κατηγορίες 55 και 63), ενώ τέλος, σε 4 άλλες περιπτώσεις, το πωληθέν διαμέρισμα, οικία και μεζονέτα, κατά περίπτωση, πωλήθηκαν προηγουμένως σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. (βλ. τις κατηγορίες 40, 45, 50 και 66). Σε όλες τις περιπτώσεις, ως ανωτέρω, συνωδά, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε και το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, ενώ σε όσες περιπτώσεις είσπραξε χρήματα από τους αγοραστές, δυνάμει πάντοτε των «πλαστών» πωλητηρίων εγγράφων, εγκαλείται και για τη διάπραξη του αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίστανται στο γεγονός, ότι με εξαίρεση μια περίπτωση, στις υπόλοιπες παρουσίασε και παρέδωσε στους αγοραστές το «πλαστό» πωλητήριο έγγραφο και απόσπασε από αυτούς συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Επιπλέον, για όλους τους λόγους που βασικά, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών που αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε το συγκεκριμένο αδίκημα, του προσάπτονται και 9 κατηγορίες απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής ακινήτου περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις. Αναφορικά με το αδίκημα της απάτης, που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε σε 10 διαφορετικές περιπτώσεις, για την ώρα, περιορίζομαι να δηλώσω, ότι και αυτές οι κατηγορίες συνδέονται με τις προηγούμενες και όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματός τους, εντάσσονται μάλλον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 303 (α) του Ποινικού Κώδικα. Η λογική της συμπερίληψης των 10 κατηγοριών για αδίκημα συγκάλυψης είναι προφανής, οπότε, παρέλκει νομίζω να ασχοληθώ με τις λεπτομέρειες αδικήματος αυτών, στο παρόν στάδιο. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη μακρά ακροαματική διαδικασία κατάθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή 29 μάρτυρες, ενώ, ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Σημειώνεται ακόμη, ότι το σύνολο του μαρτυρικού υλικού συμπληρώνουν 153 έγγραφα (τεκμήρια) από τα οποία, μερικά κατατέθηκαν εκ συμφώνου, με το περιεχόμενό τους να δηλώνεται ως κοινό παραδεκτό γεγονός. Κοινά παραδεκτά γεγονότα, αποτέλεσαν και διάφορες δηλώσεις των δυο πλευρών. Ακολουθεί παράθεση του σκεπτικού της απόφασής μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο από το στάδιο του «εκ πρώτης όψεως» στις κατηγορίες 7, 24, 39 και 73 που αφορούν αντίστοιχα, το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, οι δυο πρώτες και της κλοπής υπό αντιπροσώπου, οι άλλες δυο. Καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις κατηγορίες 7 και 24 ότι εξέδωσε τις δυο επιταγές που αναφέρονται στις αντίστοιχες λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, χωρίς να έχουν αντίκρισμα, γιατί ο λογαριασμός του ήταν κλειστός και παρέλειψε να τον ξοφλήσει μέσα σε 15 μέρες από την ημέρα που παρουσιάστηκε στην τράπεζα. (Αναφορικά με τις επιταγές βλ. τα τεκμήρια 7 και 11). Σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το συγκεκριμένο αδίκημα, τα συστατικά του στοιχεία, με αναφορά στις λεπτομέρειες αδικήματος των δυο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι: α) Η έκδοση επιταγής, β) η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, γ) παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δ) δεν εξοφλείται λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής και, ε) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της. Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Καταρχήν, ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος και στις δυο κατηγορίες είναι τόσο εσφαλμένα διατυπωμένες, που μόνο σύγχυση δημιουργούν ακόμη και στο ίδιο το Δικαστήριο, ενώ δεν είναι σαφές και τι ακριβώς καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με αυτές ότι έκανε. Επιπλέον, δεν αναφέρουν ότι οι δυο επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, παρά μόνο ότι δεν είχαν αντίκρισμα γιατί ο λογαριασμός του κατηγορούμενου ήταν κλειστός «και παρέλειψε να τον εξοφλήσει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα που παρουσιάστηκε στην τράπεζα.» Ότι η συγκεκριμένη αυτή φράση παραπέμπει σε λογαριασμό και όχι στην επιταγή είναι ολοφάνερο, όπως επίσης είναι ολοφάνερο, ότι είναι ένα πράγμα μια επιταγή να μην εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων (αυτή η θέση προωθήθηκε κατά μια έννοια κατά τη δίκη από την Κατηγορούσα Αρχή, εξ' ου και η φράση στις λεπτομέρειες αδικήματος «χωρίς να έχει αντίκρισμα») και άλλο, εντελώς διαφορετικό, λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της επιταγής ήταν κλειστός. Ο κύριος λόγος που θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απότυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις υπό αναφορά κατηγορίες είναι ο εξής: Εκδότης και στις δύο επιταγές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους είναι η εταιρεία Laouris Holdings Ltd και όχι ο κατηγορούμενος, ενώ μου είναι άγνωστο ποιος υπόγραψε για λογαριασμό της εταιρείας για να καταστεί δυνατή η έκδοση των επιταγών. Στην έκθεση αδικήματος και των δυο κατηγοριών ελλείπει το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται καθαρά, ότι αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι εξέδωσε τις δυο επιταγές ο ίδιος από δικό του λογαριασμό, κάτι που ασφαλώς δεν έχει αποδειχθεί. Εξάλλου, το περιεχόμενο των επιταγών μιλά από μόνο του. Έπειτα, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, που καθιστούν και αντιφατική τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση πάντοτε με τις δυο κατηγορίες έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Και στις δυο επιταγές υπάρχουν δυο σφραγίδες, υποθέτω της τράπεζας επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν οι οποίες αναφέρουν το λόγο μη πληρωμής των επιταγών. Σύμφωνα με την μια, «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε» ενώ, σύμφωνα με την άλλη, «οδηγίες να μη πληρώσουμε την επιταγή». Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Το γεγονός ότι μια επιταγή δεν τιμάται λόγω παγοποίησης του λογαριασμού δεν καλύπτεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, οπότε, σε καμιά περίπτωση καθιστά τον εκδότη της επιταγής ένοχο της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Έπειτα, εάν η επιταγή δεν τιμήθηκε επειδή δόθηκαν οδηγίες από τον εκδότη της να μην πληρωθεί, τότε έχουμε διαφορετικό αδίκημα. συγκεκριμένα, πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, αδίκημα το οποίο δημιουργεί το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα και όχι το άρθρο 305 Α
(1). Χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι λόγοι, θεωρώ αρκετούς όσους ανέφερα για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο από το στάδιο του «εκ πρώτης όψεως» στις κατηγορίες 7 και 24. Ως εντελώς ατυχή και ακατανόητη θεωρώ τη συμπερίληψη στο κατηγορητήριο των κατηγοριών 39 και 73 που αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 270 (β) και 255 του Ποινικού Κώδικα. Διερωτώμαι ειλικρινά, κατά ποία έννοια η λογική μπορεί κάποιος που συμφωνεί να πωλήσει σε κάποιο άλλο ένα διαμέρισμα, την ίδια ώρα να υπέχει θέση αντιπροσώπου του αγοραστή. Αν αντιπροσώπευε κάποιους ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που εισέπραξε τα ποσά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των δυο κατηγοριών, αυτοί ήταν οι πωλητές, δηλαδή, η εταιρεία Laouris Holdings Ltd, και όχι ασφαλώς οι αγοραστές που απλά ήταν αντισυμβαλλόμενοι της εν λόγω εταιρείας. Ούτε και εδώ νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο, για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο από το στάδιο του «εκ πρώτης όψεως» στις δυο αυτές κατηγορίες. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Προτού προχωρήσω θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: μολονότι κατάθεσαν στο Δικαστήριο 29 μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή καθώς και ο κατηγορούμενος, ενώ κατατέθηκαν και 153 έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια, γεγονός το οποίο κατέστησε ιδιαίτερα μακρά την ακροαματική διαδικασία, εντούτοις, σε πλείστα ουσιαστικά γεγονότα, υπήρξε κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Το παράδοξο, (ας μου επιτραπεί να πω) στην όλη υπόθεση είναι ότι η κρίση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων έχοντας κατά νου τόσο τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όσο και, ιδιαίτερα, τις λεπτομέρειες αδικήματος αυτών, ουδεμία επίδραση θα έχει στην διαμόρφωση της τελικής μου κρίσης, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Για να το πω διαφορετικά, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, το ζητούμενο είναι αν αυτές στοιχειοθετούν το ποινικό αδίκημα που περικλείει κάθε κατηγορία. Έτσι, επιλέγω συνειδητά να ασχοληθώ σε περιορισμένη έκταση με το θέμα αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων αρχίζοντας με μια βασική διαπίστωση. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και του κατηγορούμενου, σε μεγάλο βαθμό, είτε γιατί αποτελείται από ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι, είτε γιατί αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε τέλος γιατί η μαρτυρία του ενός συμπληρώνει τη μαρτυρία του άλλου, γίνεται αποδεκτή. Ιδιαίτερα οι μάρτυρες κατηγορίας και πιο συγκεκριμένα οι παραπονούμενοι, με εξαίρεση τη Μ.Κ.11, θα έλεγα πως ούτε και αμφισβητήθηκαν για ό,τι επί της ουσίας ανάφεραν στο Δικαστήριο. Αναμφίβολα, μερικοί από τους ισχυρισμούς των παραπονούμενων είναι ανακριβείς, ωστόσο, αποδίδω το γεγονός αυτό, είτε στο διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσαν στο Δικαστήριο, είτε ακόμη, στην εσφαλμένη αντίληψη ή πληροφόρηση που είχαν αναφορικά με αυτά. Σε καμιά περίπτωση διέγνωσα στο πρόσωπο οποιουδήποτε από αυτούς, πρόθεση καταφυγής στο ψεύδος. Ούτε και τους υποβλήθηκε κάτι τέτοιο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Ωστόσο, ενωρίτερα έκανα λόγο για μια εξαίρεση, σ' ό,τι αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται για τη Μ.Κ.11 Μαρία Κιουρζέλ, παραπονούμενη σε μεγάλο αριθμό κατηγοριών. Χωρίς βέβαια και αυτής η μαρτυρία, να σημαίνει πως δε γίνεται δεκτή επί της ουσίας, εκτός από την περίπτωση της κατηγορίας 50, που δεν έχει αποδειχθεί ότι η μεζονέτα πωλήθηκε σε άλλο πρόσωπο, καθόλη τη διάρκεια που κατάθετε ενόρκως η συγκεκριμένη μάρτυρας, το μένος της κατά του κατηγορούμενου ήταν τόσο έκδηλο, σε βαθμό που την οδήγησε σε υπερβολές και ενίοτε σε ψευδείς ισχυρισμούς. Κάτι τέτοιο συνέβηκε, όταν επέμενε ότι το συνολικό ποσό που κατέβαλε στον κατηγορούμενο δυνάμει των διαφόρων συμφωνιών που συνήψε με την εταιρεία του, προέρχεται από το εξωτερικό, είτε ακόμη, από αποκοπές στις οποίες προέβαινε ο κατηγορούμενος από το μισθό της, ενώ, είναι ολοφάνερο πως κάτι τέτοιο δεν είναι αληθές. Εξηγώ αμέσως γιατί. Η ίδια, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της απέτυχε να αποδείξει το συγκεκριμένο ισχυρισμό της, ενώ, αντίθετα, ο κατηγορούμενος που γενικά ήταν πιο πειστικός από την ίδια επί του προκειμένου, κατόρθωσε ακόμη και με την παρουσίαση αριθμού εγγράφων να πείσει ότι η μάρτυρας, όχι μόνο έπαιρνε σημαντικές προμήθειες από την εταιρεία του για το λόγο που ανέφερε ο ίδιος και που δεν αμφισβήτησε η ίδια, που ήταν η προσέλκυση ξένων πελατών, κυρίως ρωσόφωνων στο γραφείο της εταιρείας, αλλά και ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού ποσού χρημάτων που και οι δυο συμφωνούν ότι εισέπραξε η εταιρεία δυνάμει των συμφωνιών που συνήψε με τη μάρτυρα, αφορά σε προμήθειες που δικαιούτο αυτή στα πλαίσια της επαγγελματικής σχέσης που είχε με την εταιρεία, οι οποίες καταλογίζονταν έναντι του χρέους της προς την εταιρεία, αντί να της καταβάλλονται. Εκεί όπου θα δεχθώ την εκδοχή της Μ.Κ.11 και κατά συνέπεια θα απορρίψω αυτή του κατηγορούμενου, είναι αναφορικά με τον ισχυρισμό της, ότι ο κατηγορούμενος, κάποια θέματα, ιδιαίτερα όσα είχαν σχέση με τα συμβόλαια που υπέγραφε η εταιρεία με τους πελάτες, τα χειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος, χωρίς να επιτρέπει σε κανένα άλλο πρόσωπο που εργαζόταν στην εταιρεία να έχει πρόσβαση. Μολονότι ο κατηγορούμενος επέμενε για το αντίθετο, σε βαθμό που απέδωσε στη μάρτυρα αλλά και σε κάποιο άλλο μάρτυρα, ακόμη και μεγαλύτερη γνώση από αυτή που είχε ο ίδιος για κάποια θέματα, ο ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, πρώτο, γιατί μου φαίνεται παράλογο, αν όχι αφύσικο, ένας υπάλληλος σε μια εταιρεία να γνωρίζει περισσότερα από τον ιδιοκτήτη και διευθυντή της για διάφορα σοβαρά θέματα ή υποθέσεις της εταιρείας και δεύτερο, γιατί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του κατηγορούμενου συγκρούεται με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 117, που αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Πρόκειται για τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η Θεοφανώ Νικηφόρου, βοηθός λογιστηρίου στην εταιρεία του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «Ο Γιώργος Λαούρης ιδιοκτήτης της εν λόγω εταιρείας δεν επέτρεπε σε κανέναν από τους υπαλλήλους να ανακατεύονται σε θέματα που ασχολείτο μόνο εκείνος όπως π.χ. με λεπτομέρειες των συμβολαίων». Καθώς έχει νομολογηθεί αποτελεί νομική αρχή, ότι εκεί που υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα. Βλ. μεταξύ άλλων, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, σελ 149 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186. Ως εντελώς αναληθή και συνάμα άδικο για τη Μ.Κ. 11 θεωρώ και τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου, ότι όσοι από τους πελάτες της εταιρείας προσήλθαν σ' αυτή μέσω της μάρτυρος, ουσιαστικά ήταν δικοί της πελάτες, σε βαθμό που αυτή καθόριζε σχεδόν τα πάντα, φθάνοντας στο σημείο η εταιρεία και ο ίδιος, σε μια τουλάχιστον περίπτωση, να μη διαθέτουν ίχνος στοιχείου αναφορικά με τον πελάτη, προκειμένου να τον ενημερώσουν για κάποιο πρόβλημα που προέκυψε σε σχέση με την εκτέλεση της συμφωνίας που υπέγραψε. Αυτό ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, αναφορικά με τη συμφωνία που υπόγραψε η εταιρεία του με το Μ.Κ. 18 Iosif Rotgolts (βλ. τις κατηγορίες 12 μέχρι 17). Εκτός από το γεγονός ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στη μάρτυρα κάτι ανάλογο, αν μη τι άλλο, για να της δοθεί η δυνατότητα να σχολιάσει, διερωτώμαι πως είναι δυνατό, ο κατηγορούμενος να αποκαλεί το Μ.Κ. 18 πελάτη της Μ.Κ. 11, όταν ο πρώτος με την εταιρεία του είναι που συμβλήθηκε και όχι με τη μάρτυρα, η οποία (εταιρεία) θα είχε και την αποκλειστική ευθύνη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε δυνάμει συμφωνίας, αλλά και να ωφεληθεί από το σχετικό αντάλλαγμα. Όμως, ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε άδικος αλλά και να ψεύδεται και με όσα απέδωσε στη για πολλά χρόνια συνεργάτιδά του Μ.Κ. 22 Αντιγόνη Βαρνάβα, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ χρέωσε την αποκλειστική, ουσιαστικά ευθύνη, για τις μελέτες, την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, τους συντελεστές δόμησης και για οτιδήποτε άλλο συναφές με αυτά αφορούσε τις εργασίες της εταιρείας, χωρίς ωστόσο η θέση αυτή να τεθεί στη μάρτυρα κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της, η οποία μεταξύ άλλων ανάφερε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι ήταν σχεδιάστρια στην εταιρεία του κατηγορούμενου και πως ό,τι έκανε το έκανε πάντοτε με οδηγίες του είτε μαζί του. Ο Μ.Κ. 19 Γιώργος Χ"Γεωργίου μου έχει δημιουργήσει τόσο θετική εντύπωση, καθόλη τη διάρκεια της κατάθεσής του, σε βαθμό που απορρίπτω ως ψευδές οτιδήποτε ανάφερε ο κατηγορούμενος, που συγκρούεται με την εκδοχή του μάρτυρα. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός, σοβαρός και απαντούσε αυθόρμητα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Δεν είχε κανένα λόγο να ψευσθεί ή να θέλει να αδικήσει τον κατηγορούμενο, για να μη δέχεται την εκδοχή του, αν αυτή ήταν αληθινή, εν αντιθέσει με τον ίδιο, που προφανώς είχε κάθε λόγο να επιμένει ότι ο μάρτυρας συμφώνησε να πωλήσει στην εταιρεία του το επίδικο τεμάχιο. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο το τεκμήριο 138, που αποτελεί μια ανυπόγραφη συμφωνία την οποία υποτίθεται συμφώνησε να υπογράψει ο μάρτυρας, επικαλέστηκε τον αριθμό ταυτότητας του μάρτυρα που αναγράφεται σε αυτή και το γεγονός ότι ο μάρτυρας συμφώνησε ότι επρόκειτο για τον εν λόγω αριθμό, δε διαφοροποιεί την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος που εξήγησε με ποιο τρόπο βρήκε τα στοιχεία του Μ.Κ. 19 και επικοινώνησε μαζί του, βασικά, για να του ζητήσει να του πωλήσει το ακίνητό του, είναι πιθανόν, με τον ίδιο τρόπο, στα ίδια πλαίσια να εξασφάλισε και τον αριθμό ταυτότητας του. Ένας πρόσφορος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να πληροφορηθεί τον αριθμό ταυτότητας του Μ.Κ. 19 ήταν από το περιεχόμενο κάποιου πιστοποιητικού έρευνας, αναφορικά με το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίσει οποτεδήποτε. Και για να μη θεωρηθεί ότι κάνω υπόθεση ως προς τη δυνατότητα του αυτή παραπέμπω στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 131 και 132, που είναι δύο πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, τα οποία ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο, για διαφορετικό φυσικά λόγο, από τα οποία προκύπτει ότι ανάμεσα στα διάφορα προσωπικά στοιχεία και των τριών ιδιοκτητών των ακινήτων που αυτά αφορούν, περιλαμβάνεται και ο αριθμός ταυτότητάς τους. Χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο κατηγορούμενος με αυτό τον τρόπο είναι που εξασφάλισε τον αριθμό ταυτότητας του Μ.Κ.19, με όσα προηγήθηκαν επιχειρώ να θεμελιώσω τη θέση μου, ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του κατηγορούμενου και να απορριφθεί του μάρτυρα, για όσα γεγονότα η εκδοχή τους συγκρούεται, επειδή ο κατηγορούμενος που με τον άλφα ή βήτα τρόπο εξασφάλισε και είχε στη διάθεσή του τον αριθμό ταυτότητας του μάρτυρα, επιστράτευσε το γεγονός αυτό, για να ισχυριστεί ότι του τον έδωσε ο μάρτυρας για σκοπούς ετοιμασίας της συμφωνίας, άρα ο ίδιος είναι που έλεγε την αλήθεια. Είμαι βέβαιος ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου για όσα η εκδοχή του Μ.Κ.19 είναι διαφορετική είναι κατασκευασμένη, προκειμένου να αιτιολογήσει όλες τις περιπτώσεις που υπόγραψε εκ μέρους της εταιρείας του αγοραπωλητήριο έγγραφο, με αντικείμενο την πώληση διαμερίσματος που θα αποτελούσε μέρος πολυκατοικίας την οποία θα ανήγειρε η εταιρεία Laouris Holdings Ltd στο τεμάχιο του μάρτυρα. Και κάτι τελευταίο. Ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, ότι έθεσε στη διάθεση του μάρτυρα, μέσω κάποιου συνεργάτη του στη Λευκωσία, ονόματι Σιακαλλή, το ποσό των £5.000,00, έναντι του τιμήματος πώλησης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής· γιατί δεν κατέβαλε στο μάρτυρα το ποσό αυτό, έστω και αν, ο ίδιος, ζήτησε χρηματοδότηση από τράπεζα για το υπόλοιπο, αν όντως υπήρχε συμφωνία με το μάρτυρα να του πωλήσει το συγκεκριμένο τεμάχιο; Έπειτα, τί λόγο είχε ο μάρτυρας να μην πάρει το ποσό αυτό, ο οποίος κατά τον κατηγορούμενο, από τον Οκτώβρη του 2002 που συμφώνησε να πωλήσει το ακίνητό του, από τη μια τον παρακάλεσε η συναλλαγή να γίνει το συντομότερο, ενώ από την άλλη, αν και τον περίμενε να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση μέχρι το Φλεβάρη του 2003, συμπτωματικά, εκεί όπου ο κατηγορούμενος ήταν σχεδόν έτοιμος για τη χρηματοδότηση, ξαφνικά, ο μάρτυρας τον ενημέρωσε ότι άλλαξε απόφαση και δεν πωλούσε το ακίνητο του; Επειδή όμως, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, βασικά, η υπόθεση θα κριθεί από τη νομική της πτυχή, υπεισέρχομαι αμέσως σε αυτή και εκεί όπου και όταν κριθεί αναγκαίο θα πραγματευτώ περαιτέρω το θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Τριανταεννέα συνολικά κατηγορίες θα κριθεί κατά πόσο στοιχειοθετούνται ή όχι, καταρχήν, από την απάντηση στο ερώτημα, αν για τους λόγους που εκτίθενται στις λεπτομέρειες αδικήματος των 14 κατηγοριών πλαστογραφίας, τα αγοραπωλητήρια έγγραφα στα οποία αυτές αναφέρονται είναι πλαστά. Αν η απάντηση στο συγκεκριμένο αυτό ερώτημα είναι αρνητική, αυτόματα, καταρρέουν όλες οι κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Και όχι μόνο. Έπεται συνέχεια, με επιπτώσεις και σε άλλες κατηγορίες. Προτιμώ όμως να ασχοληθώ με το πρώτο στο παρόν στάδιο. Το αδίκημα της πλαστογραφίας στοιχειοθετείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 331 και 333 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το πρώτο, «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.» Σύμφωνα με το δεύτερο, «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα· (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι· (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει· ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου· (iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπούμενου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, «Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος βλ. και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 65 σελ. 95. Παραπέμπω ακόμη και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση R. v. Dodge and Harris
(1972)1 Q.B. 416, από το σύγγραμμα Archbold: Criminal Pleeding Evidence and Practice του 1998, σελ. 1749 παρ. 22-
  1. «The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which "tells a lie about itself" in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Το ουσιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός ψευδούς εγγράφου σε σχέση με την πλαστογραφία είναι ότι είναι ένα έγγραφο που «λέει ένα ψέμα για τον εαυτό του» με την έννοια ότι παρουσιάζεται ότι έχει γίνει από ένα πρόσωπο που δεν το έχει κάνει (ή ότι μεταβλήθηκε από ένα πρόσωπο που δεν το έχει μεταβάλει) ή διαφορετικά που παρουσιάζεται ότι έχει γίνει ή μεταβληθεί κάτω από περιστάσεις υπό τις οποίες δεν έχει γίνει ή μεταβληθεί.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διατάξεις και νομικές αρχές, το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα διάφορα πωλητήρια έγγραφα που κατάρτισε ο κατηγορούμενος είναι πλαστά για το λόγο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας πλαστογραφίας. Είναι αυτονόητο, πως σε περίπτωση αρνητικής απάντησης παρέλκει να εξεταστεί κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Από την άλλη, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, οι διάφοροι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος, για να αιτιολογήσει τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εταιρείας του, η οποία σε όλες τις περιπτώσεις συμβλήθηκε μέσω του, (αφού αποτελεί κοινό έδαφος ότι αυτός κατάρτιζε και υπόγραφε τα διάφορα πωλητήρια έγγραφα) και κατ' επέκταση να με πείσει ότι ο ίδιος δεν είχε πρόθεση καταδολίευσης, καθ' ον χρόνο κατάρτιζε τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ουδεμία επίδραση μπορούν να έχουν ως προς την απόδειξη του συγκεκριμένου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αφού σε καμία περίπτωση ανατρέπουν το τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα (ανωτέρω). Για να υπεισέλθω όμως στην ουσία του θέματος, κανένα από τα επίδικα έγγραφα λέει οποιοδήποτε ψέμα για τον εαυτό του, για να θεωρηθεί ότι είναι πλαστό, υπό την έννοια ότι σ' αυτά δεν αναφέρεται οτιδήποτε που φαίνεται ή φέρεται είτε να έχει γίνει είτε να έχει λεχθεί από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο πέραν από τους δυο αντισυμβαλλόμενους που είναι η εταιρεία Laouris Holdings Ltd από τη μια, υπό την ιδιότητά της ως πωλητών και συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα κάθε φορά από την άλλη, υπό την ιδιότητα τους ως αγοραστών. Για να το πω διαφορετικά, τα συγκεκριμένα έγγραφα κανένα ψέμα δε λένε για τον εαυτό τους, υπό την έννοια ότι το περιεχόμενο όλων στο σύνολό του δεν περιέχει με θετικό τρόπο και διατύπωση οτιδήποτε που να είναι ψέμα, χωρίς να σημαίνει ότι ακόμη και να συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν αρκετό να καταστήσει αφ' εαυτού πλαστό το έγγραφο. Η εταιρεία Laouris Holdings Ltd ενεργώντας πάντοτε μέσω του διευθυντή της που είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος σε όλες τις περιπτώσεις κατάρτισε και υπόγραψε τα πωλητήρια έγγραφα, εμφαίνεται σ' αυτά ως πωλητής. Ούτε ως ιδιοκτήτης, ούτε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών του συγκεκριμένου ακινήτου επί του οποίου ανήγειρε ή θα ανήγειρε την πολυκατοικία στην οποία ανήκε και το πωληθέν διαμέρισμα, οικία ή μεζονέτα, ούτε ως δικαιούμενη να εγγραφεί επί του συγκεκριμένου τεμαχίου ή άλλως. Και κάτι ακόμη. Διαμέρισμα είναι που αναλάμβανε να χτίσει και πωλούσε κάθε φορά και όχι το τεμάχιο εντός του οποίου θα ανεγειρόταν ολόκληρη η πολυκατοικία, μέρος της οποίας ήταν και το πωληθέν διαμέρισμα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για γνήσιες συμφωνίες πώλησης, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι αυτές, για διάφορους λόγους μπορεί να θεωρηθούν άκυρες ή ακυρώσιμες και σε τέτοια περίπτωση να επιδιωχθεί η ακύρωσή τους από τους αγοραστές. Σχεδόν όλοι οι αγοραστές περιορίστηκαν να καταλογίσουν στον κατηγορούμενο αντισυμβατική συμπεριφορά, παρά πρόθεση καταδολίευσης ή εξαπάτησής τους. Με εξαίρεση τη Μ.Κ.11 που ζήτησε τον ποινικό κολασμό του κατηγορούμενου ακόμη και για πράγματα που ενδεχομένως δεν έχει κάνει και ισχυρίστηκε πως τίποτε δε γνώριζε για το λόγο ή λόγους που κατέστησαν αδύνατη την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εταιρείας του έναντί της, κανένας από τους υπόλοιπους αγοραστές ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε ότι ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου επί του οποίου θα χτιζόταν η πολυκατοικία, μέρος της οποίας ήταν και το διαμέρισμα που συμφωνούσαν να αγοράσουν, χωρίς και πάλι να σημαίνει ότι εάν προέβαλλαν τέτοιο ισχυρισμό και γινόταν αυτός αποδεκτός θα θεωρούσα πλαστό το αγοραπωλητήριο έγγραφο που κατάρτισε ο κατηγορούμενος και υπόγραψαν αυτοί ως αγοραστές. Ο κατηγορούμενος δε, ισχυρίστηκε ότι όλοι οι αγοραστές, προτού υπογράψουν τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια με την εταιρεία του, ήταν πλήρως ενήμεροι για το καθεστώς του οικοπέδου επί του οποίου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία στην οποία ανήκε και το διαμέρισμα που θ' αγόραζαν, ως επίσης και για το θέμα των απαιτούμενων αδειών. Μόνο γιατί δεν υπάρχει ξεκάθαρη, περί του αντιθέτου θέση από την Κατηγορούσα Αρχή, αναφορικά με το εν λόγω ισχυρισμό του κατηγορούμενου, θα έλεγα ότι αυτός δεν αποκλείεται να έλεγε την αλήθεια επί του προκειμένου. Το γεγονός ότι μερικοί από τους αγοραστές, με το που διαπίστωσαν την ύπαρξη προβλήματος ή προβλημάτων σε σχέση με την πρώτη συμφωνία που συνήψαν με την εταιρεία του, αντί να τον εγκαταλείψουν υπόγραψαν και νέα συμφωνία ή συμφωνίες, μου δημιουργεί έντονες αμφιβολίες κατά πόσο θεωρούσαν τον κατηγορούμενο απατεώνα. Παρά τα προηγούμενα, θα ασχοληθώ και χωριστά με αρκετές από τις κατηγορίες πλαστογραφίας και θα εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί το μέρος εκείνο των λεπτομερειών αδικήματος καθεμιάς από αυτές που καθιστά πλαστό το αγοραπωλητήριο έγγραφο κατά την Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 18, 35 και 58 δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ιδιοκτήτες των υπό αναφορά τεμαχίων ουδέποτε προέβηκαν σε οποιαδήποτε συμφωνία παραχώρησης τους στον κατηγορούμενο, αν και είναι φανερό, ότι ο συντάκτης του κατηγορητηρίου, αυτό που ήθελε να δηλώσει είναι στην εταιρεία Laouris Holdings Ltd. Ανάφερε ο κατηγορούμενος και η εκδοχή του επί του προκειμένου, βασικά παρέμεινε αναντίλεκτη, (αφού καμιά μαρτυρία έχει προσαχθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής που να την αναιρεί) κάτω από ποιες συνθήκες διαπραγματεύτηκε την αγορά των συγκεκριμένων τεμαχίων, με ποιους συνομίλησε, τι έγινε, τι και πότε συμφώνησαν και γιατί τελικά κατέστη αδύνατη η υπογραφή συμφωνίας. Το γεγονός ότι η εταιρεία του δε συνήψε γραπτή συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων ακινήτων, δεν σημαίνει πως δε υπήρξε συμφωνία, ούτε και αποτελεί αναγκαίο όρο να είναι γραπτή για να θεωρείται έγκυρη, μια συμφωνία πώλησης ακινήτου. Αναφορικά με τις κατηγορίες 8, 25, 55 και 63 παρά την ανυπαρξία πολεοδομικής άδειας που να καλύπτει στον ουσιώδη χρόνο, ό,τι αποτέλεσε το αντικείμενο της συμφωνίας πώλησης, κατά περίπτωση, δεν είναι αληθές ότι αυτό δεν μπορούσε να ανεγερθεί. Προς τούτο, παραπέμπω στη μαρτυρία του Μ.Κ. 8 Σάββα Σάββα, δημοτικού μηχανικού του Δήμου Πάφου, ο οποίος ανέφερε με κάθε λεπτομέρεια με ποιο τρόπο ή τρόπους θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες άδειες αλλά και σε ποιες ενέργειες προέβηκε η εταιρεία του κατηγορούμενου καθώς και ο ίδιος για το σκοπό αυτό. Αναφορικά με την κατηγορία 40, με αναφορά τουλάχιστον στον αριθμό διαμερίσματος που αναγράφεται σε κάθε ένα από τα δυο συμβόλαια που υπόγραψε ο κατηγορούμενος με τις Σαχπαζίδου (Μ.Κ.26) και Τριανταφυλλίδου αντίστοιχα, δεν προκύπτει ότι πρόκειται για το ίδιο διαμέρισμα. Αναφορικά τέλος με την κατηγορία 50, δεν έχει αποδειχθεί ότι η μεζονέτα είχε πωληθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από τα δυο πρόσωπα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Η ουσία όλων όσων έχουν αναφερθεί σε σχέση με την κατηγορία της πλαστογραφίας είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί πως οποιοδήποτε από τα πωλητήρια έγγραφα που κατάρτισε ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο είναι πλαστό, υπό την έννοια ότι αυτός δεν έχει κάνει οτιδήποτε που να εμπίπτει σε κάποια από τις τέσσερις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα και καθιστούν πλαστό κάποιο έγγραφο. Ακολουθεί ότι όλες οι κατηγορίες πλαστογραφίας απορρίπτονται ως επίσης και οι αντίστοιχες κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Ωστόσο, καταδικασμένες σε απόρριψη είναι και όλες οι κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος, σε δέκα περιπτώσεις παρουσίασε και παρέδωσε στον αγοραστή «το πλαστό» πωλητήριο έγγραφο ως γνήσιο και απέσπασε από αυτόν συγκεκριμένο ποσό χρημάτων ενώ σε μια του καταλογίζεται ότι παρουσίασε το «πλαστό» πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο Πάφου ως γνήσιο και απέσπασε από τον αγοραστή το ποσό των £70.000,
  2. Νοείται ότι το «πλαστό» έγγραφο σε όλες τις περιπτώσεις είναι αυτό που αποτέλεσε το αντικείμενο των αντίστοιχων κατηγοριών πλαστογραφίας. Το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης εγγραφής ακίνητης περιουσίας, με αναφορά στις 9 κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, στοιχειοθετείται όταν κάποιος, α) εσκεμμένα, β) αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον εγγραφή ακίνητης περιουσίας, γ) με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση. Ειλικρινά, αδυνατώ να αντιληφθώ ακόμη και αν ολόκληρο το περιεχόμενο των λεπτομερειών αδικήματος κάθε κατηγορίας, σε σχέση με το πιο πάνω αδίκημα υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί με ποιο τρόπο στοιχειοθετείται το σχετικό αδίκημα. Δυο διαπιστώσεις σε σχέση με τις λεπτομέρειες αδικήματος και στις 9 κατηγορίες είναι αρκετές για να τις οδηγήσουν σε κατάρρευση. Η πρώτη αφορά την απουσία της λέξης εσκεμμένα και τούτο γιατί, υποθέτω πως για την Κατηγορούσα Αρχή, η πρόθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εξασφάλισης εγγραφής και όχι της απόπειρας. Και όμως αποτελεί συστατικό στοιχείο και στην μια και στην άλλη περίπτωση. Η δεύτερη, αφορά το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης. Μολονότι καταλογίζεται στον κατηγορούμενο σ' όλες τις περιπτώσεις, ότι είναι με ψευδείς παραστάσεις που αποπειράθηκε να εξασφαλίσει την εγγραφή, εντούτοις, σε τι συνίστανται αυτές δεν εξειδικεύεται. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν, με ανάγνωση των κακοδιατυπωμένων λεπτομερειών αδικήματος της σχετικής κατηγορίας (κάτι που δυστυχώς αφορά το μεγαλύτερο μέρος του κατηγορητηρίου) όμως, σε επίπεδο, ποινικής δίκης, καθώς έχει νομολογηθεί δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες κι' αν είναι. Εν πάση περιπτώσει, για να τελειώσω και με αυτή την ομάδα κατηγοριών, επειδή περί απόπειρας ο λόγος, οπότε τυγχάνει εφαρμογής και το άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Ακόμη κι' αν θεωρηθεί ότι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όλα τα αγοραπωλητήρια έγγραφα καταρτίστηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε ακόμη, ότι αυτά κατατέθηκαν στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, (κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν έχει γίνει από τον κατηγορούμενο), τα πιο πάνω συνιστούν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος, σε καμιά περίπτωση αυτά είναι δυνατό να θεωρηθούν και ως πρόσφορα μέσα για πραγμάτωση της πρόθεσης για διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, έχοντας κατά νου ως καθαρά νομικό ζήτημα, τις αναγκαίες προϋποθέσεις για σκοπούς εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, διερωτώμαι πως ήταν δυνατό να επιτευχθεί εγγραφή κάποιου διαμερίσματος, εντός ακινήτου που δεν ανήκε ή θα ανήκε στον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή της εγγραφής, χωρίς τη συνδρομή και ενεργό ανάμιξη του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ακινήτου. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που ο κατηγορούμενος επιχειρούσε να εγγράψει επ' ονόματι οποιουδήποτε αγοραστή, ας πούμε ένα διαμέρισμα, χωρίς να υπάρχουν σε σχέση με αυτό και πάλι ως ζήτημα νόμου, κατά χρονολογική σειρά έκδοσης, πολεοδομική άδεια, άδεια οικοδομής πιστοποιητικό έγκρισης κ.ο.κ. Ακολουθεί ότι οι σχετικές κατηγορίες απορρίπτονται. Στρέφομαι τώρα στις 10 κατηγορίες απάτης κατά την πώληση περιουσίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με το άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα που δημιουργεί το συγκεκριμένο αδίκημα και λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπό αναφορά κατηγοριών, για να καταστεί δυνατή η καταδίκη του κατηγορούμενου σ' αυτές είναι αναγκαίο να θεωρηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα ακόλουθα στοιχεία. Ο κατηγορούμενος, (α) ως πωλητής ακίνητης περιουσίας, (β) με σκοπό να υποκινήσει τον αγοραστή να αποδεχτεί τίτλο ο οποίος του προσφέρθηκε ή προσκομίστηκε, (γ) και με σκοπό καταδολίευσης, (δ) αποκρύβει από αυτόν (αγοραστή) ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο. Και πάλι, διαπιστώνω ότι: Σε καμιά κατηγορία, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες αδικήματος είτε ότι πρόσφερε είτε ότι προσκόμισε σ' οποιοδήποτε αγοραστή τίτλο. Περαιτέρω, ότι είχε σκοπό να υποκινήσει οποιοδήποτε από τους αγοραστές να αποδεχτεί τίτλο. Όμως και αυτό είναι που έχει μεγαλύτερη σημασία, ούτε οποιοσδήποτε μάρτυρας ισχυρίστηκε μα ούτε και προκύπτει οπουδήποτε στη μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο προσέφερε ή προσκόμισε οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας σ' οποιοδήποτε αγοραστή. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι η εταιρεία Laouris Holdings Ltd, στα πλαίσια των συμβατικών της υποχρεώσεων, μεταξύ άλλων ανέλαβε και την υποχρέωση έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας του πωληθέντος διαμερίσματος και/ή οικίας, σε μεταγενέστερο της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης χρόνο και δεν επρόκειτο ασφαλώς για τον τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου επί του οποίου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, μέρος της οποίας ήταν και το πωληθέν διαμέρισμα. Και ενώ σε σχέση με τις κατηγορίες 6, 17, 23, 34, 38, 53, 61 και 71 ούτε καν αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ποιο είναι το ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου που αναφέρεται σ' αυτές, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες έγγραφο για τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, το γεγονός ότι το τεμάχιο 2126 που αναφέρεται στις κατηγορίες 11 και 28 διέθετε πολεοδομική άδεια μόνο για δύο ορόφους. Πέραν από το γεγονός ότι η φύση της συναλλαγής σ' όλες τις περιπτώσεις ήταν τέτοια, που για να καταστεί δυνατή η έκδοση ξεχωριστού τίτλου για ό,τι αποτελούσε το αντικείμενο της πώλησης, θα έπρεπε να λάβουν χώρα μια σειρά από γεγονότα από την ώρα υπογραφής της συμφωνίας μέχρι και την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου, για να επαναλάβω κάτι που έχω επισημάνει και κατά την εξέταση άλλων κατηγοριών ενωρίτερα, ούτε ήταν αδύνατο κατά το Μ.Κ. 8 να εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια για ανέγερση τρίτου ορόφου στο τεμάχιο 2126, μα ούτε και οποιοσδήποτε από τους δυο παραπονούμενους στις κατηγορίες 11 και 28 ισχυρίστηκε οτιδήποτε αναφορικά με το θέμα της πολεοδομικής άδειας. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η μόνη θέση που έχει κατατεθεί επί του προκειμένου, είναι του κατηγορούμενου, ο οποίος ανάφερε ότι όλοι οι αγοραστές προτού υπογράψουν συμφωνίες με την εταιρεία του, ήταν πλήρως ενήμεροι και για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων και για το θέμα των αδειών. Το παράδοξο με αυτή την κατηγορία είναι ότι ούτε η ιδιότητα με την οποία φέρεται να ενέργησε ο κατηγορούμενος αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Σε όλες τις κατηγορίες, η σχετική διατύπωση αναφορικά με την ιδιότητά του είναι η εξής: «Ο κατηγορούμενος ................ ενώ δεν ήταν (ή ενώ ήταν) ιδιοκτήτης του τεμαχίου (τάδε)...». Κι' όμως, το άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα είναι σαφές, ως προς την ιδιότητα με την οποία θα πρέπει κάποιος να προβεί σε οτιδήποτε αναφέρεται περιοριστικά στις τρεις περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, έτσι ώστε με τη συνδρομή και των άλλων στοιχείων να θεωρηθεί ότι διέπραξε το συγκεκριμένο αδίκημα. Ακολουθεί πως ούτε οι κατηγορίες απάτης έχουν αποδειχθεί. Το μόνο που χρειάζεται να πω για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο στις 10 κατηγορίες για αδίκημα συγκάλυψης είναι το εξής: Με δεδομένο πια, ότι κανένα από τα γενεσιουργά αδικήματα που του καταλογίζεται ότι διέπραξε έχει αποδειχθεί, σε καμιά περίπτωση μπορεί να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε κατηγορία για αδίκημα συγκάλυψης. Προτού καταλήξω θα ήθελα να προβώ και σε μερικές γενικότερες επισημάνσεις. Η παρούσα υπόθεση για διάφορους λόγους δεν μπορούσε παρά να έχει την κατάληξη που έχω διαγράψει, ως ανωτέρω. Ένα στοιχείο που αντανακλά και τη γενική δυσκολία στοιχειοθέτησης της είναι το εξής: Μολονότι ο σκοπός της καταδολίευσης αποτελεί συστατικό στοιχείο αρκετών από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, μου φαίνεται πως, όχι τυχαία, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, κάποια στιγμή, κατά το στάδιο αντεξέτασης του κατηγορούμενου, του υπόβαλε, με αναφορά στις διάφορες συμφωνίες που υπόγραψε η εταιρεία του με δυο πρόσωπα (Semenov και Koslov), ότι αυτά τα συμβόλαια, είτε ακυρώθηκαν είτε δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των δικών του λαθών και παραλείψεων στην ανάπτυξη των πολυκατοικιών επί των οποίων θα αγόραζαν διαμερίσματα. Αυτή η θέση, που μάλλον είναι ορθή, μου φαίνεται πως θα μπορούσε να λεχθεί ότι καλύπτει όλες τις περιπτώσεις που η εταιρεία Laouris Holdings Ltd υπέγραψε μέσω του κατηγορούμενου τις διάφορες συμφωνίες πώλησης που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ενώ την ίδια ώρα αποκαλύπτει και την πραγματική φύση και διάσταση των όποιων διαφορών αναφύησαν στις σχέσεις πωλητών και αγοραστών, λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των πρώτων έναντι των δεύτερων. Αναμφίβολα, αναδύεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ότι ο κατηγορούμενος σε αρκετές περιπτώσεις ενήργησε επιπόλαια, βεβιασμένα, απερίσκεπτα, αμελώς και με υπερβολικό ζήλο, με προοπτική την πρόοδο των εργασιών της εταιρείας του, με προφανή επιδίωξη το κέρδος και κατ' επέκταση το δικό του όφελος. Σ' αυτά τα πλαίσια διέπραξε σοβαρότατα λάθη, με αποτέλεσμα τόσο αυτός όσο και η εταιρεία του να εκτεθούν έναντι των αγοραστών - πελατών της εταιρείας. Ωστόσο, μολονότι για όλα αυτά υπέχει βαρύτατες αστικές ευθύνες η εταιρεία Laouris Holdings Ltd, σε καμιά περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για ποινικές ευθύνες του κατηγορούμενου στη βάση των κατηγοριών που αντιμετώπισε και ιδιαίτερα των λεπτομερειών αδικήματος αυτών, υπό το φως και όσων έχουν αναφερθεί στη Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Και κάτι για το κατηγορητήριο. Ομολογώ πως δεν ήταν καθόλου εύκολο εγχείρημα, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των 72 συνολικά κατηγοριών που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με την προσαχθείσα μαρτυρία, να αντιληφθώ τι ακριβώς του καταλογιζόταν από την Κατηγορούσα Αρχή. Έτσι, ενώ είναι ολοφάνερο από τη μαρτυρία, ότι ο κατηγορούμενος σε όλες τις κατηγορίες, για ό,τι εγκαλείται και στο βαθμό που αυτό έχει αποδειχθεί, ενήργησε για λογαριασμό της εταιρείας του, εντούτοις, αυτή, όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε ή αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος οποιασδήποτε κατηγορίας, αλλά ούτε και περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος οποιασδήποτε κατηγορίας, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ότι χαρακτηρίζει κάποια προχειρότητα το κατηγορητήριο από πλευράς τόσο διατύπωσης όσο και συμπερίληψης αριθμού κατηγοριών, εντελώς άσχετων με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ολοφάνερο. Και όλα αυτά, μολονότι η Κατηγορούσα Αρχή, κάποια στιγμή επιδίωξε και, συναινούντος του κατηγορούμενου πέτυχε αριθμό τροποποιήσεων στο κατηγορητήριο. Και κάτι τελευταίο. Η ακροαματική διαδικασία αναμφίβολα υπήρξε μακρά και επίπονη για όλους, ιδιαίτερα για τον κατηγορούμενο, ο οποίος καθόλη τη διάρκειά της και γενικά καθόλη τη διάρκεια που εκκρεμούσε η παρούσα υπόθεση βίωσε τη προφανή αγωνία για την τελική της έκβαση. Αποτελεί παρήγορο στοιχείο, το γεγονός ότι παρά τα προηγούμενα, οι ευπαίδευτοι εκπρόσωποι των δυο πλευρών, παρά το δικαιολογημένο τους ενδιαφέρον καθώς και την έγνοια τους να παρουσιάσουν όσο καλύτερα μπορούσαν την υπόθεσή τους, έστω και αν αυτό, προφανώς επιδιώχθηκε από αυτούς για διαφορετικούς λόγους, εντούτοις και οι δυο, καθόλη τη διάρκεια της δίκης λειτούργησαν με συναίσθηση της ευθύνης τους καθώς και με πλήρη σεβασμό τόσο έναντι του δικαστηρίου, όσο και μεταξύ τους και όχι μόνο. Επιπλέον, η κα Παπαλαζάρου χειρίστηκε τον κατηγορούμενο και ο κ. Νικολάου τους 29 μάρτυρες κατηγορίας με απόλυτη ευγένεια καθ' ον χρόνο τους αντεξέταζαν, κάτι που ασφαλώς τιμά και τους δυο και που με τη σειρά μου οφείλω να επισημάνω. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.