Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ελισσαίος Σαρίδης, Aρ. Υπόθεσης 5034/2005, 6.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 5034/2005 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου V Ελισσαίος Σαρίδης Ημερομηνία: 6.12.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Σάββα Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: Επίθεση κατά αστυνομικών οργάνων κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (2η κατηγορία), δημόσια εξύβριση κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία), ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 τoυ Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία) και μέθη κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (5η κατηγορία). Προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 2 μάρτυρες, ο Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.2 και οι καταθέσεις (Τεκμήρια 1 και 2) τους, αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του προτίμησε τη σιωπή και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, έχουν ληφθεί υπόψη μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια από το Δικαστήριο και δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρη την μαρτυρία, παρά τα σημεία, τα οποία θα κρίνω ακολούθως ότι είναι σημαντικά σε σχέση με την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή διαγράφεται από την μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στις 11.3.2005 περί ώρα 00:05, μετά από μήνυμα του Αξιωματικού Υπηρεσίας ότι στο καμπαρέ Γιολάντα υπήρχε κάποιος μεθυσμένος που προκαλούσε φασαρία, οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 μετέβηκαν στο εν λόγω καμπαρέ και εκεί βρήκαν τον κατηγορούμενο σε κατάσταση μέθης να φωνάζει. Ο Μ.Κ.1, τον πλησίασε και αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, μαζί με τον Μ.Κ.2 του σύστησαν να σταματήσει να φωνάζει. Αυτός όμως δεν σταματούσε και όταν Μ.Κ.1 του ζήτησε να τον ακολουθήσει για να βγει έξω από το καμπαρέ ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε τότε ο M.K.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που διέπραξε και αφού του εξήγησε του λόγους της σύλληψης του, αυτός τον εξύβρισε ξανά. Όταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 προσπάθησαν να του τοποθετήσουν χειροπέδες, ο κατηγορούμενος έφερε μεγάλη αντίσταση, τους χτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια και τους ύβριζε με δυνατές φωνές, ενώ χτυπούσε και το κεφάλι του στο τοίχο. Αφού οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 χρησιμοποίησαν την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία, τον έβαλαν στο αστυνομικό όχημα και τον μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό, όπου τον παρέδωσαν στον Αστ. 1020 του γραφείου παραπόνων, εκεί κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να υβρίζει μέχρι που τοποθετήθηκε στα κρατητήρια. Από την άλλη πλευρά, η εκδοχή του κατηγορούμενου ως αυτή διαγράφηκε μέσα από τις θέσεις και ερωτήσεις που υπέβαλε στους μάρτυρες είναι ότι αυτός χτυπήθηκε από τον Μ.Κ.1 όταν του έβαζαν τις χειροπέδες, ότι ο ίδιος βγήκε έξω από το καμπαρέ χωρίς να προβάλει αντίσταση, ότι δεν ήταν τόσο μεθυσμένος όπως περίγραψε ο Μ.Κ.2 και ότι στον σταθμό που μεταφέρθηκε τον χτύπησαν δύο άλλοι αστυνομικοί ενώ ο Μ.Κ.2 έβλεπε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως δηλαδή τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις, τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Και οι δύο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής (Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2) μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κατέθεσαν με φυσικό και μη επιτηδευμένο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου. Η μαρτυρία και των δύο πιο πάνω μαρτύρων ως προς τα ουσιώδη σημεία της παρέμενε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξέταστηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος μετά την απόσυρση της συνηγόρου του επέλεξε να χειριστεί μόνος του την υπόθεση του. Απέρριψαν οι Μ.Κ. όλες τις θέσεις που ο κατηγορούμενος τους υπέβαλε στην αντεξέταση τους και επανέλαβαν τα γεγονότα με σταθερότητα όποτε αυτοί ερωτούντο. Η θέση την οποία ο κατηγορούμενος πρόβαλε μέσω της αντεξέτασης ότι χτυπήθηκε, θέση την οποία επίσης οι μάρτυρες κατηγορίας απέρριψαν, παρέμενε αστήρικτη από μαρτυρία από μέρους του κατηγορούμενου. Αποδέχομαι την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ως ειλικρινή και αξιόπιστη, πλην των όσων αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία και συγκεκριμένα την συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος είχε προτού αυτοί φτάσουν στο καμπαρέ, ως τους την περίγραψε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας, που τους πληροφόρησε σχετικά και τους κάλεσε να πάνε στο μέρος. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια του και τους δύο αστυνομικούς που ήταν στο μέρος, δηλαδή τον Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ως ο Μ.Κ.2 υποστήριξε (βλέπε Τεκμήριο 2), καθότι αυτό έρχεται σε αντίφαση με την ίδια την μαρτυρία του Μ.Κ.1 (βλέπε Τεκμήριο 1), ο οποίος δεν ανάφερε κάτι τέτοιο, ο Μ.Κ.1 στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος κατά την προσπάθεια τους να του βάλουν χειροπέδες και να τον τοποθετήσουν στο αστυνομικό όχημα «άρχισε να κλωτσά και να φωνάζει...» χωρίς να αναφέρει αν χτύπησε ή κλώτσησε τον ίδιο. Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά τα λόγια που ο κατηγορούμενος εκτόξευσε κατά τον χρόνο της προσπάθειας του του Μ.Κ.1 να τον βγάλει έξω από το καμπαρέ και αυτών που είπε κατά την ώρα της σύλληψης του εφόσον ο Μ.Κ.2 δεν υποστήριξε ότι τα όσα είπε τα είπε στον ίδιο αλλά ότι τα είπε στον Μ.Κ.1. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση τοιαύτη, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Π.Ε. 7018 και 7093 ημερ. 26.3.20002). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου, Π.Ε 7102 ημερ. 7.6.2002, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω συμπερασμάτων μου κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι όσα συνθέτουν την εκδοχή της Κατηγορούσας αρχή, χωρίς την ανάγκη επανάληψης τους πλην των όσων δεν αποδέχτηκα και αναφέρονται πιο πάνω κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. Ακολουθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο στη βάση των γεγονότων αυτών και της μαρτυρίας που αποδέχτηκα, η Κατηγορούσα αρχή, πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της επίθεσης σύμφωνα με το άρθρο 244 (β) του Ποινικού Κώδικα, στοιχειοθετείται όταν κάποιος: (α) ..... (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή (γ)... (δ)..... (ε)... Είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρονών. Αρχικά με βάση την μαρτυρία που αποδέχτηκα, η συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα. Η ιδιότητα του θύματος της επίθεσης του άρθρου 244 (β) αποτελεί συστατικό στοιχείο του εν λόγω άρθρου. Στη προκειμένη περίπτωση, η ιδιότητα του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.2, δεν έχει αμφισβητηθεί και έχει αποδειχτεί. Στην υπόθεση R. v. Viena
(1975)3 ALL E.R 788, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Αναφορικά με τον M.K.1, τα στοιχεία τoυ οποίου περιγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, επίσης η ιδιότητα του, η οποία αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.1, δεν έχει αμφισβητηθεί, η μαρτυρία όμως δεν έχει καταδείξει με επάρκεια ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε και τον Μ.Κ.1, είτε ότι η συμπεριφορά του ήταν τέτοια η οποία έδειχνε κατεύθυνση σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας εναντίον του Μ.Κ.1, ως ο όρος επίθεση εμπεριέχει, και παρά το ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει τον άλλο (Βλ.R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon n. Metropolitan Police Commissioner
(1983)3 All E.R 445), δεν μπορώ στη βάση αυτή της μαρτυρίας να δεχτώ ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και εναντίον του Μ..Κ. 1 όπως στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας περιγράφεται καθότι ο Μ.Κ.1 όπως και πιο πάνω αναφέρω δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο. Επομένως τα χτυπήματα που ο κατηγορούμενος κατάφερε με τα με τα χέρια του και τα πόδια του στον Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελεί επίθεση με τη έννοια του νόμου και παράνομη ενέργεια, δοθέντος ότι ο κατηγορούμενος κανένα δικαίωμα δεν είχε να χτυπήσει τον μάρτυρα, ο οποίος την συγκεκριμένη στιγμή ασκούσε τα καθήκοντα του. Από την αποτίμηση των πιο πάνω, η ευθύνη του κατηγορούμενου για την διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας στοιχειοθετείται πλήρως σε σχέση πάντα με τον Μ.Κ.
- Κατά τον ίδιο τρόπο στοιχειθετείται και το αδίκημα της κοινής επίθεσης (2η κατηγορία), και πάλι για τους ίδιους λόγους , αναφορικά μόνο με τον Μ.Κ.
- Περαιτέρω, τα όσα ο κατηγορούμενος εκτόξευσε στον Μ.Κ.1 και περιγράφονται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας αδιαμφισβήτητα αποτελούν εξύβριση, (αναφορικά με την σημασία των λέξεων παραπέμπω στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Β' Εκδοση σελ 339, 1986 και 1041 και αντίστοιχα), δηλαδή τα λόγια που ο κατηγορούμενος εκτόξευσε προς τον Μ.Κ.1, ήταν τέτοια, τα οποία πρόσβαλαν και την τιμή και την υπόληψη του. Περαιτέρω ο νόμος μιλά για εξύβριση άλλου «με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση» και δεν περιέχει οποιαδήποτε ταξινόμηση. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και το κριτήριο αυτό δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα των προσώπων που είναι παρόντα. Τα αστυνομικά όργανα αναμένεται να έχουν τις αυτές ευαισθησίες και αντιδράσεις όπως όλα τα ανθρώπινα όντα. Η ένταξη τους σε διαφορετική κατηγορία δεν προβλέπεται με οποιοδήποτε τρόπο - ρητό ή εξυπακουόμενο - από το Νόμο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Natalia Kozina, Ποινική Έφεση 6498 ημερ. 21.10.1999) Στην υπό κρίση περίπτωση τα λόγια τα οποία ο κατηγορούμενος εκτόξευσε στον Μ.Κ.1, αφού αυτά έθιγαν την τιμή και υπόληψη καταλήγω ότι δημιουργήθηκε και το ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, δημόσια αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε- (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργούνται σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο Επίσης στο ίδιο άρθρο ως δημόσιος χώρος η δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Χωρίς αμφιβολία ο χώρος όπου ο κατηγορούμενος βρισκόταν, φωνασκούσε και ύβριζε αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του νόμου, ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι στο καμπαρέ υπήρχαν και άλλοι πελάτες την συγκεκριμένη ώρα οι οποίοι κάθονταν σε τραπεζάκια δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει αν ήταν η παρέα του κατηγορούμενου οπόταν αποδείχτηκε ότι το καμπαρέ Γιολάντα ήταν κτίριο στο οποίο υπήρχε δικαίωμα εισόδου στο κοινό. Περαιτέρω και ο χώρος έξω από αυτό δεν μπορεί παρά να αποτελέσει δημόσιο χώρο από τον οποίο εδίδετο πρόσβαση στο κοινό εντός του κτιρίου. Το πιο πάνω συστατικό στοιχείο απαντάται και στο άρθρο 95 και στο άρθρο 94 του Ποινικού Κώδικα που αφορά τα αδικήματα της Ανησυχία και της μέθης που επίσης αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της ανησυχίας (με αναφορά και στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας), σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα που το δημιουργεί, στοιχειοθετείται όταν κάποιος: (α) χωρίς εύλογη αιτία (β) Προκαλεί θόρυβο σε δημόσιο χώρο (γ) κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Όταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 εισήλθαν στο καμπαρέ Γιολάντα βρήκαν τον κατηγορούμενο να φωνάζει, να υβρίζει, να προκαλεί τις κοπέλες του καμπαρέ, να μαλώνει με τα γκαρσόνι0α, να βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και εκτός εαυτού. Την συμπεριφορά του κατηγορούμενου πριν την άφιξη των αστυνομικών δεν μπορώ να την αξιολογήσω ελλείψει μαρτυρίας, πέραν τον αστυνομικών που κατέφθασαν μετά την πληροφορία δεν δόθηκε άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη γεγονότων που προηγήθηκαν την άφιξης τους. Υπάρχει όμως επαρκής μαρτυρία για την συμπεριφορά και την κατάσταση του κατηγορούμενου μετά την άφιξη των αστυνομικών Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 για να κριθεί ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κάτω από την επήρεια μέθης προκαλούσε ανησυχία και ότι ο θόρυβος που προκαλούσε ο κατηγορούμενος γινόταν χωρίς εύλογη αιτία, ενώ η πιο πάνω συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος στον συγκεκριμένο χώρο αλλά και εξερχόμενος από αυτόν, ήταν τέτοια ώστε δημιουργήθηκε το ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Κατά συνέπεια η ευθύνη του για τη διάπραξη των αδικημάτων της ανησυχίας και της μέθης στοιχειοθετείται πλήρως. Συνεπακόλουθα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις, επί του κατηγορητηρίου, κατηγορίες. (Υπ.) ............ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο