← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Άριστος Αριστοδήμου, Aρ. Γεν. Αίτησης 20/2007, 10.12.2007

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Άριστος Αριστοδήμου, Aρ. Γεν. Αίτησης 20/2007, 10.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Γεν. Αίτησης 20/2007 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Αιτητής V Άριστος Αριστοδήμου Καθ΄ου η αίτηση Ημερομηνία: 10.12.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: κα E. Σάββα Για τον καθ΄ου η αίτηση: κ. Χ. Φωτίου Καθ΄ου η αίτηση: Απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ζητά με την αίτηση της, η Αστυνομία, την οποία καταχώρησε ο Αστ. 3299 Α. Γεωργίου, και στηρίζεται στο άρθρο 25

(1)(α), (β), 2, 3 του Περί Αστυνομίας Νόμου Ν.73
(1)/2004, Διάταγμα του Δικαστηρίου, για λήψη δειγμάτων τριχών ή σάλιου ή κατάλοιπα ξένης περιουσίας στο σώμα ή δείγματα αίματος ή ούρων για σκοπούς απομόνωσης γενετικού υλικού από τον Άριστο Αριστοδήμου από την Πάφο, ο οποίος συνελήφθηκε για υπόθεση συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Επίσης, ζητείται διάταγμα για την λήψη από τον πιο πάνω και των δακτυλικών του αποτυπωμάτων, αλλά και φωτογραφιών σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Θεωρώ σκόπιμη την αναφορά στα γεγονότα, όπως αυτά φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αστ. 3299, που συνοδεύει την αίτηση, καθότι δείχνει την πορεία των πραγμάτων, τον χρόνο και τον τρόπο καταχώρησης και προώθησης της αίτησης από την αστυνομία. Τα γεγονότα έχουν ως εξής: O Αστ. 3299 Α. Γεωργίου, διερευνά υπόθεση που αφορά αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή ελεγχόμενο φαρμάκου τάξεως Β', κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' κάνναβης, χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' κάνναβης, αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 18.8.2007 στη Πάφο. Ύποπτοι φέρονται να είναι ο Μάριος Φιλίππου και ο Αριστος Αριστοδήμου (καθ΄ου η αίτηση), που σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογη υποψία ότι ενέχονται στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Στις 18.8.2007 μετά από πληροφορία που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, ότι στο πρατήριο ΕΚΟ στα Μανδριά θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών, μέλη της ΥΚΑΝ και της τροχαίας Πάφου έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση. Περί ώρα 19:30 στο μέρος θεάθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΖ 266 να κινείται ύποπτα, το οποίο και ανακόπηκε, το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Φιλίππου, ενώ συνοδηγός του ήταν ο Αριστοδήμου. Στο όχημα μετά από έρευνα, αναβρέθηκε στο πάτωμα στη θέση του συνοδηγού, ένα ρούχινο καπελάκι μέσα στο οποίο υπήρχαν δύο διαφανή σακουλάκια με ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, συνολικού βάρους 54 περίπου γραμμαρίων. Οι δύο πιο πάνω συνελήφθηκαν για αυτόφωρο αδίκημα. Στην συνέχεια της έρευνας, εντός του οχήματος αναβρέθηκε μια ζυγαριά ακριβείας και στο σταχτοδοχείο του αυτοκινήτου αναβρέθηκε αποτσίγαρο χειροποίητου τσιγάρου εντός του οποίου υπήρχε αναμεμιγμένος βιομηχανοποιημένος καπνός με ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής κάνναβης. Τα αναβρεθέντα παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου. Οι δύο συλληφθέντες ανακρινόμενοι, αρνήθηκαν κάθε ανάμιξη με τα ναρκωτικά. Ζητήθηκε από τους συλληφθέντες, να δώσουν δείγμα γενετικού υλικού για σύγκριση με το γενετικό υλικό που πιθανόν να απομονώνετο από τα ανευρεθέντα τεκμήρια αλλά και οι δύο αρνήθηκαν να το πράξουν, στην συνέχεια και οι δύο τέθηκαν υπό κράτηση. Την επόμενη ημέρα, το αίτημα της αστυνομίας για προσωποκράτηση των δύο πιο πάνω, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και αυτοί απολύθηκαν της κράτησης τους. Την επόμενη ημέρα, 20.8.2007 ζητήθηκε από τους δύο πιο πάνω εκ νέου να δώσουν δείγμα του γενετικού τους υλικού αλλά και οι δύο αρνήθηκαν. Στις 21.8.2007 όλα τα ανευρεθέντα στάληκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για εξετάσεις και σύμφωνα με τα αποτελέσματα τους, τα οποία παραλήφθηκαν στις 5.10.2007, από τα εν λόγω τεκμήρια απομονώθηκε γενετικό υλικό το οποίο ανήκει σε δύο άγνωστους άνδρες. Το οποίο γενετικό υλικό σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, πιθανόν να ανήκει στον Φιλίππου και Αριστοδήμου. Στα 14.11.2007 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης των δύο πιο πάνω και την ίδια ημέρα συνελήφθηκε ο Φιλίππου, ο οποίος με την συγκατάθεση του έδωσε δείγμα του γενετικού υλικού του και αφέθηκε ελεύθερος. Ο Αριστοδήμου αναζητήθηκε και δεν αναβρέθηκε. Στις 19.11.2007 και ώρα 08:55 στο Ε.Δ. Πάφου, δυνάμει δικαστικού εντάλματος ο Αριστοδήμου συνελήφθηκε και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης αυτός συνεχίζει να αρνείται να δώσει δείγμα γενετικού υλικού. Για τους πιο πάνω λόγους για σκοπούς ολοκλήρωσης των εξετάσεων της υπόθεσης, ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος για λήψη γενετικού υλικού από τον Άριστο Αριστοδήμου DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών για σκοπούς σύγκρισης με το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τα τεκμήρια. Όπως φαίνεται με την τελευταία αυτή παράγραφο της ένορκης δήλωσης, περιορίζεται το αίτημα της αστυνομίας, δηλαδή στη λήψη γενετικού υλικού DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών από τον καθ΄ου η αίτηση, σε αντίθεση με αυτά που ζητά και περιγράφονται στο σώμα της αίτησης. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με τους εξής λόγους ένστασης: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, αφού ο καθ΄ου η αίτηση δεν τελεί υπό αστυνομική κράτηση ή επιτήρηση. 2. Οι διατάξεις του άρθρου 25 είναι αντισυνταγματικές αφού αντίκειται στο άρθρο 7 και 8 του Συντάγματος. 3. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί του αιτήματος της ανακριτικής αρχής. 4. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση και η συμπεριφορά του αιτητή περιφρόνηση του Δικαστηρίου, του Νόμου και του Συντάγματος. Υποστηρίζεται η αίτηση, με ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση, με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης του. Αναφέρει μεταξύ άλλων ο καθ΄ου η αίτηση, ότι δεν πληρείται προϋπόθεση του άρθρου 25 του Ν. 73
(1).2004, καθότι αυτός δεν βρίσκεται ούτε υπό κράτηση ούτε υπό αστυνομική επιτήρηση, αφού αμέσως μετά την σύλληψη του στις 19.11.2007 και ώρα 08:55 και την επίδοση της παρούσας αίτησης αφέθηκε ελεύθερος, γεγονός το οποίο αποδεικνύει, όπως ισχυρίζεται και το κακόπιστο της σύλληψης του. Αναφέρει ο καθ΄ου η αίτηση ότι ήδη έχει καταχωρήσει έφεση εναντίον της έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του, το οποίο κατά την άποψη του έχει εκδοθεί παράνομα και αντισυνταγματικά. Η σύλληψη του έγινε με σκοπό την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ενώ ήδη εκκρεμούσε η αίτηση με αριθμό 18/2007 το περιεχόμενο της οποίας και το αίτημα ήταν το ίδιο με την παρούσα αίτηση, η οποία αποσύρθηκε ενώ είχε ήδη καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει, ότι το σώμα του αποτελεί μέρος της προσωπικότητας και οντότητας του, η οποία προστατεύεται από τα άρθρα 8 και 9 του Συντάγματος (προφανώς 7 και 8 εννοεί), τα οποία δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό και ως εκ τούτου οι διατάξεις του άρθρου 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου είναι αντισυνταγματικό αφού περιορίζει τα Συνταγματικά αυτά δικαιώματα του. Η αναφορά του άρθρου 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου Ν.73
(1)/2004, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα, θεωρώ ότι κρίνεται αναγκαία: 25 -
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος: (α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώμαα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα, ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης περιουσίας στο σώμα οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεση του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δεν συναινεί. (β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεση του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δεν συναινεί.
(2)Εάν το πρόσωπο στο οποίο αφορούν τα στοιχεία που λήφθηκαν με βάση το εδάφιο 1 δεν κατηγορηθεί στο δικαστήριο ή εάν απολυθεί χωρίς να διατυπωθούν εναντίον του κατηγορίες ή αθωωθεί από το Δικαστήριο και δεν βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για ποινικό αδίκημα τότε όλες οι καταχωρήσεις των μετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων και αποτυπωμάτων παλάμης και πέλματος και οποιαδήποτε αρνητικά αντίγραφα των φωτογραφιών αυτών ή των φωτογραφιών των δακτυλικών αποτυπωμάτων καταστρέφονται αμέσως ή παραδίδονται στο πρόσωπο στο οποίο αφορούν.
(3)Πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υκόκεται σε αστυνομική επιτήρηση και αρνείται ή παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)είναι ένοχο αδικήματος .....» Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατά την αγόρευση της περιορίστηκε στο να ζητήσει απόρριψη της ένστασης και κατ΄επέκταση έγκριση της αίτησης, αναφέροντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Ν. 73
(1)/2004. Επίσης, η κ. Σάββα ανέφερε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας του άρθρου 25, δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου. Είναι η θέση του κ. Φωτίου, συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση, ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, γιατί ο καθ΄ου η αίτηση δεν βρίσκεται ούτε υπό αστυνομική κράτηση, ούτε υπό αστυνομική επιτήρηση, κυρίως δε ότι το άρθρο 25 του Ν. 73
(1)/2004 είναι αντισυνταγματικό, γιατί αντιβαίνει στα άρθρο 7 και 8 του συντάγματος. Αναφορικά με το τελευταίο σκέλος της πιο πάνω θέσης, που αντιστοιχεί στον δεύτερο λόγο της ένστασης, το ζήτημα εξετάστηκε στην Αίτηση 189/2004 ημερομηνίας 30.3.2005 (Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για να καταχωρήσει ένταλμα της Φύσης CERTIORARI) Ο Επαρχιακός Δικαστής, με απόφαση του ημερομηνίας 9.9.2004 που εκδόθηκε στην αίτηση 48/2004 Ε.Δ. Αμμοχώστου, απέρριψε την αίτηση της αστυνομίας αφού βασίστηκε στην υπόθεση Μιχάλης Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 353. Έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος, όπως επίσης και το άρθρο 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου, είναι αντισυνταγματικό γιατί παραβιάζει τα άρθρα 7.1 και 12.4 του Συντάγματος. Λέχθηκε στην αίτηση 189/2004 ότι στην υπόθεση Ψύλλας δεν εξετάστηκε θέμα παραβίασης του άρθρου 7.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Ψύλλας, η αστυνομία παρέλαβε καλαμάκι με το οποίο ο κατηγορούμενος εισρόφησε το αναψυκτικό του με σκοπό τη λήψη γενετικού υλικού του. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η μαρτυρία για το γενετικό υλικό του εφεσείοντα λήφθηκε κατά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος του κατά της αυτοενοχοποίησης. Στην νεότερη απόφαση της Ολομέλειας Δημοκρατίας ν. Αβρααμίδου κ.α Υπόμνημα αρ. 352, ημερ. 4.2.2004 έχει διαφοροποιηθεί η αρχή της μη αυτοενοχοποιησης και περιορίζεται μόνο στην «προφορική μαρτυρία» και όχι στην «πραγματική μαρτυρία» ανατρέπουσα στην ουσία το λόγο της υπόθεσης Ψύλλας. Η αυθεντία Δημοκρατίας ν. Αβρααμίδου βασίστηκε σε δύο αποφάσεις του ΕΔΑΔ τις Saunders v. United Kingdom
(1997)23 E.H.R.RR και Heany & McGuinness v. Ireland (Appl 34720/97, 21.12.2000). Επίσης στην Αγγλική απόφαση του Ανακτοβουλίου, στην Brown v. Skott
(2001)2 W.L.R. 817, με αναφορά στην Saunders, αποφασίστηκε ότι η υποχρέωση παροχής δείγματος αναπνοής από πρόσωπο εναντίον του οποίου υπήρχε υπόνοια ότι οδηγεί όχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν παραβιάζει το άρθρο 6
(2)της Σύμβασης αντίστοιχο με το Άρθρου 12.4 του Συντάγματος. Απόσπαμα από την απόφαση Saunders, το οποίο έτυχε επιδοκιμασίας στην Δημοκρατίας ν. Αβρααμίδου κ.α (πιο πάνω), απαντά ευθέως στο θέμα. Σε ελεύθερη μετάφραση «69. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης αποβλέπει κυρίως στο σεβασμό της θέλησης του κατηγορούμενου να παραμείνει σιωπηλός. Όπως είναι συνήθως αντιληπτό στα νομικά συστήματα των Συμβαλλομένων Μερών στη Σύμβαση, αλλά και αλλαχού, το δικαίωμα δεν επεκτείνεται στη χρήση, σε ποινική διαδικασία υλικού το οποίο δυνατό να ληφθεί από τον κατηγορούμενο με τη χρήση εξουσίας καταναγκασμού το οποίο όμως υλικό, υπάρχει ανεξάρτητα από τη θέληση του υπόπτου, όπως, μεταξύ άλλων, έγγραφα εξασφαλισθέντα δυνάμει εντάλματος, δείγματα αναπνοής, αίματος και ούρων και σωματικοί ιστοί με σκοπό τη σύγκριση γενετικού υλικού.» Τόσο η Αγγλική νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει τον κανόνα της αναλογικότητας, δηλαδή η άσκηση λογικής βίας για τη λήψη δείγματος αίματος από τον ύποπτο δικαιολογείται από το συμφέρον της καταστολής του εγκλήματος. Το ΕΔΑΔ στις υποθέσεις Peters v. Netherlands (Application 21132/93) 77- A DR 75 E Coun HR και Χ.ν. Netherlands (Application 5239/78) 16 DR 184 διευκρινίζει ότι η λήψη δείγματος αίματος, παρά τη θέληση του υπόπτου, μπορεί να δικαιολογηθεί (justified) από το συμφέρον για την καταπολέμηση του εγκλήματος, νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας ικανοποιούνται. Έτσι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποιήσης που προστατεύεται από το Σύνταγμα δεν είναι απόλυτο. Πρέπει να εξισορροπείται με το δικαίωμα και το καθήκον της Πολιτείας να υπερασπίζεται και προστατεύει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία των άλλων πολιτών της. Τις ίδιες θέσεις έχει υιοθετήσει και η νομολογία πολλών χωρών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Με βάση όλα τα πιο πάνω, τα οποία αποδίδουν πλήρως το πνεύμα αντιμετώπισης τέτοιων περιπτώσεων, κρίνω ότι το Συνταγματικό Δικαίωμα που το άρθρο 7.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει, δεν είναι απόλυτο και υποχωρεί, εφαρμοζόμενης της αρχής της αναλογικότητας, μπροστά στο υπέρμετρο αγαθό της παρεμπόδισης και καταστολής του εγκλήματος. Περαιτέρω, όπως πιο πάνω αναφέρεται, η Αγγλική νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει τον κανόνα της αναλογικότητας, δηλαδή η άσκηση λογικής βίας για τη λήψη δείγματος αίματος από τον ύποπτο δικαιολογείται από το συμφέρον της καταστολής του εγκλήματος οπόταν δεν τίθεται ούτε ζήτημα παραβίασης του άρθρου 8 του Συντάγματος. Για τους πιο πάνω λόγους ο δεύτερος λόγος της ένστασης δεν ευσταθεί. Η αίτηση όμως δεν μπορεί να επιτύχει για δύο άλλους λόγους που αφορούν τόσο το τυπικό της μέρος αλλά και το ουσιαστικό αυτής. Η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε από απλό αστυνομικό και όχι από αστυνομικό φέρονται τον βαθμό Λοχία ή ανώτερο ως το σχετικό άρθρο προνοεί. Παρά το ότι δεν προβάλλεται κάτι τέτοιο ως λόγος ένστασης, εφόσον όμως αφορά ουσιαστική προϋπόθεση, κρίνω ότι δύναται να εξεταστεί χωρίς την ανάγκη προώθησης ενός τέτοιου λόγους ένστασης. Ολόκληρο το άρθρο 25 παρατίθεται πιο πάνω και αναφέρει: - 25 -
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος: Κατ΄ ανάλογο τρόπο ρυθμίζεται και η υποβολή αίτησης προσωποκράτησης και η εν λόγω ρύθμιση (Άρθρο 25 του Ν. 73
(1)/2004) δεν μπορεί παρά και αυτή να έχει τον λόγο της. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Δημητριάδης ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6361 ημερομηνίας 31.7.1997, αναφορικά με το αίτημα για προσωποκράτηση: « Η προέλευσης του αιτήματος για προσωποκράτηση από βαθμούχο στέλεχος της Αστυνομίας αποτελεί προϋπόθεση για την εξέταση της αίτησης για προσωποκράτηση και γενικότερα την ενεργοποίηση της διαδικασίας για την κράτηση του υπόπτου. Η υποβολή του αιτήματος για προσωποκράτησης από ανώτερο στέλεχος της Αστυνομίας συναρτάται αποκλειστικά με το παραδεκτό του αιτήματος. Προφανείς και οι λόγοι για τους οποίους περιορίζεται το δικαίωμα σε βαθμούχους της Αστυνομίας. Πρόκειται για αίτημα που άπτεται της ελευθερίας του ατόμου. Ο περιορισμός του δικαιώματος σε ανώτερα στελέχη της Αστυνομίας αποτελεί εχέγγυο για τη λελογισμένη χρήση του.» Λαμβανομένου υπόψη ότι και το άρθρο 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου, προβλέπει τέτοια διαδικασία, η οποία μπροστά στην εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, όπως πιο πάνω αναπτύχθηκε, περιορίζει συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου δεν μπορεί παρά για τους ίδιους λόγους, να έχει προβλεφθεί και εδώ η υποβολή αιτήματος δυνάμει του άρθρου 25 από μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο έτσι ώστε να αποτελεί και εδώ εχέγγυο για τη λελογισμένη χρήση του. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ν.73
(1)/2004 Λοχίας ή ανώτερος μπορεί να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν, οπόταν σε αυτή την τελευταία περίπτωση, η αίτηση θα πρέπει θεωρώ τουλάχιστον να υποβάλλεται, κατόπιν σχετικών οδηγιών και εντολών, δηλαδή κατόπιν μέριμνας, Λοχία ή ανώτερου του. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε από απλό αστυνομικό και πουθενά στην ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζεται ότι αυτή καταχωρήθηκε κατόπιν οδηγιών Λοχία ή ανώτερου. Περαιτέρω γίνεται κατανοητό, μέσα από το λεκτικό του άρθρου 25, ότι τόσο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, προώθησης και έγκρισης της, το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται και ζητείται η έκδοση διατάγματος για την λήψη από αυτό των όσων αναφέρονται στο σχετικό άρθρο, θα πρέπει να βρίσκεται υπό αστυνομική κράτηση ή αστυνομική επιτήρηση, η εν λόγω προϋπόθεση, ως τίθεται, είναι απαραίρητη. Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ η αστυνομία εκτέλεσε ένα ένταλμα σύλληψης εναντίον του καθ΄ου η αίτηση, αμέσως μετά την σύλληψη του, αφού του επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, αυτός αφέθηκε ελέυθερος, οπόταν η πιο πάνω ουσιαστική προυπόθεση ελλείπει σε όλα τα επόμενα στάδια και συνεπακόλουθα και γι΄αυτό τον λόγο η αίτηση δεν δύναται να επιτύχει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι η αστυνομία ενώ είχε συλάβει τον καθ΄ου η αίτηση και τον Φιλίππου από τις 18.8.2007 και τους ζητήθηκε, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Αστ. 3299 που συνοδεύει την αίτηση, να δώσουν δείγμα γενετικού υλικού και αυτοί αρνήθηκαν, (ο Φιλίππου έδωσε σε μεταγενέστερο χρόνο), η Αστυνομία δεν αποτέθηκε στο Δικαστήριο τότε και έπραξαν τούτο στις 19.11.2007 δηλαδή 3 μήνες αργότερα. Υπό το φώς των πιο πάνω, χωρίς την ανάγκη να ασχοληθώ με τους λοιπούς λόγους της ένστασης, η αίτηση της Αστυνομίας αποτυγχάνει και απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.