Αστυνομία ν. Στέλιου Πίτση κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 8935/06, 20 Δεκεμβρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:B119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 8935/06 Αστυνομία ν. Στέλιου Πίτση Farid Mohammad Raslan Imbrahim Mohammad Barazi Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Νεοκλέους Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες, γι΄αυτούς: κος Εύζωνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14 (Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως έχει τροποποιηθεί. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105, όπως έχει τροποποιηθεί. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε την εξής μαρτυρία: Μ.Κ.1 ήταν ο Αστ. 1031 Μάριος Τρύφωνος ο οποίος στις 14.7.06 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο για υπόθεση παράνομης απασχόλησης από τον κατηγορούμενο
- Επίσης την ίδια μέρα τον κατηγόρησε γραπτώς και εκείνος του απάντησε «παραδέχομαι αλλά πήγα να βοηθήσω». Επίσης την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στο νόμο για υπόθεση παράνομης απασχόλησης από τον κατηγορούμενο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός έδωσε την ίδια απάντηση με τον κατηγορούμενο
- Ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης ή ο ενοικιαστής του καφενείου τον τοίχο του οποίου σοβάτιζαν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Μ.Κ.2 ήταν ο Αστ. 3820 Στάθης Ευσταθίου ο οποίος παρέλαβε από τον Αστ. 3113 Κώστα Κόλιαρο μία μύστρα και μία σπάτουλα (Τεκμήριο 10) και δύο σφουγγαράκια (Τεκμήριο 11) που σχετίζονταν με υπόθεση παράνομης εργοδότησης που διαπράχθηκε στο καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στην πλατεία Χρυσοαιματούσης αρ.
- Μ.Κ.3 ήταν ο Αστ. 3113 Κώστας Κόλιαρος ο οποίος στις 14.7.06 μαζί με τους Λοχίες 502, 3697 και Αστ. 2194 της Υ.Α.Μ. Πάφου μετέβηκαν στο καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στην πλατεία Χρυσοαιματούσης αρ. 2 στη Χλώρακα μετά από πληροφορία που δόθηκε ότι εκεί εργάζονταν αλλοδαποί. Η παρακολούθηση διάρκεσε 15 λεπτά και είδε τους κατηγορούμενους 2 και 3 να ασχολούνται με το τρίψιμο τρίτου χεριού και να σοβατίζουν ένα τοίχο του εν λόγω καφενείου. Τότε τους προσέγγισε και αφού τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και την ιδιότητα του, τους ρώτησε ποιοι είναι και αν έχουν άδεια να εργοδοτούνται. Και οι δύο αλλοδαποί του είπαν τα ονόματά τους και ότι δεν είχαν άδεια να εργάζονται εκεί. Από διαβατηριακό έλεγχο που έκαμε διαφάνηκε ότι και οι δύο αλλοδαποί ήταν αιτητές πολιτικού ασύλου των οποίων οι αίτηση εκκρεμεί στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου. Τότε τους συνέλαβε για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και αφού τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο αυτοί απάντησαν «ΟΚ». Υπεύθυνος για το σοβάτισμα του τοίχου ήταν ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος όμως δεν ήταν παρών στο μέρος. Οι δύο αλλοδαποί του ανέφεραν, σε σχετική ερώτηση του, ότι το σοβάτισμα τους ανατέθηκε από τον κατηγορούμενο 1 εναντίον του οποίου εκδόθηκε Ένταλμα Σύλληψης. Ο μάρτυρας αυτός σε δύο περιπτώσεις επέστησε την προσοχή των δύο αλλοδαπών στον Νόμο και η πρώτη ήταν όταν του ανέφεραν ότι δεν είχαν άδεια να εργάζονται. Επίσης ρώτησε και την υπάλληλο του καφενείου και αυτή τους απάντησε ότι υπεύθυνος για το σοβάτισμα ήταν ο κατηγορούμενος 1 μετά που τον είχαν κατονομάσει οι κατηγορούμενοι 2 και
- Μ.Κ.4 ήταν η Σοφία Χαριλάου, υπάλληλος στο Κτηματολόγιο Πάφου η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο το Πιστοποιητικό Εγγραφής του τεμαχίου 586 στη Χλώρακα, στο οποίο φαίνεται ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ο Κώστας Λιασίδης (βλ. τεκμήριο 13). Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, αυτό αφορά ισόγεια κατοικία - καφενείο. Μ.Κ.5 ήταν ο Κώστας Λιασίδης, ιδιοκτήτης του καφενείου του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα το οποίο είχεν ενοικιάσει στο Μιχάλη Πίτση, πατέρα του κατηγορούμενου 1 για 5 χρόνια. Ήδη παρήλθαν 2 ½ χρόνια. Σε καμιά περίπτωση ο μάρτυρας αυτός προέβη σε σοβάτισμα του καφενείου αλλά κάποτε βλέπει τους κατηγορούμενους 2 και 3 στο καφενείο να πίνουν καφέ. Ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι δεν βλέπει καλά, αλλά τον κατηγορούμενο 3 τον θυμάται λόγω της φαλάκρας του. Μετά που οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία προτίμησαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου και δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος 1 στη δήλωση του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι σε καμιά περίπτωση ανέθεσε στους κατηγορούμενους 2 και 3 να του σοβατίσουν ή να κάμουν οποιαδήποτε εργασία μέσα στο καφενείο και κατά την επίσκεψη της αστυνομίας ο ίδιος απουσίαζε. Ο κατηγορούμενος 2 στη δήλωση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε τους είπε να πογιατίσουν ή να σοβατίσουν τον τοίχο του καφενείου και από δική τους πρωτοβουλία πήγαν να το κάμουν. Εξάλλου τη συγκεκριμένη μέρα ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν εκεί. Ο κατηγορούμενος 3 στη δήλωση του ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του είπε ο κατηγορούμενος 1 να σοβατίσει τον τοίχο του καφενείου και πήγε από μόνος του για να βοηθήσει. Εξάλλου ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν εκεί. Στην αγόρευσή του ο συνήγορος των κατηγορούμενων κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης που αφορά τον κατηγορούμενο 1 αφού καμιά μαρτυρία τον συνδέει με το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Το ίδιο ζήτησε και για τους κατηγορούμενους 2 και
- Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί η ενοχή των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει να τους καταδικάσει. Στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία από το Δικαστήριο και αυτός μετά την επεξήγηση των δικαιωμάτων του ασκεί το δικαίωμα να μην δώσει ένορκη μαρτυρία και ούτε να καλέσει μάρτυρες, το Δικαστήριο δεν πρέπει να βγάλει συμπεράσματα ενοχής και ούτε αυτό ή η Κατηγορούσα Αρχή να μπορούν να σχολιάσουν ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία ώστε να υποστεί αντεξέταση, εκτός μόνο σε κάποιες περιπτώσεις και εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια που θα αναμένεται κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. σελ. 200). Το Δικαστήριο στην πιο πάνω περίπτωση εξετάζει αν η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και αν η απόφαση του είναι θετική τότε προχωρεί να εξετάσει αν αυτή είναι ικανοποιητική για να αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος τεκμαίρεται αθώος μέχρις ότου η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Charitonos v. Republic
(1971)2 C.L.R. σελ. 40 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 41). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ενώ κατέθεταν ενώπιον μου και εξέτασα τη μαρτυρία τους με μεγάλη προσοχή. Τη μαρτυρία τους την αντιπαράθεσα και με όλα τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Το γεγονός ότι στις 14.7.06 στο καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ασχολούντο με το τρίτο χέρι σοβάτισμα ενός τοίχου του καφενείου φαίνεται ότι είναι παραδεχτό από τους κατηγορούμενους. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτούσε τους κατηγορούμενους 2 και
- Εξετάζοντας την όλη μαρτυρία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να δεχθώ το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 ότι αφού παρακολούθησε για 15 λεπτά το καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα είδε τους δύο αλλοδαπούς που είναι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 να ασχολούνται με το σοβάτισμα τρίτο χέρι σ' ένα τοίχο του καφενείου. Ο μάρτυρας αυτός έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο . Ήταν πειστικός, φυσικός, απλός και σταθερός στη μαρτυρία του παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστη από την πλευρά των κατηγορουμένων. Από τη μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεχτή από το Δικαστήριο η δήλωση του ότι ρώτησε μια υπάλληλο στο καφενείο ποιος ήταν ο υπεύθυνος του έργου και αυτή του έδωσε το όνομα του κατηγορούμενου 1 εφόσον η δήλωση αυτή είναι εξ ακοής και η γυναίκα αυτή δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να την αντεξετάσει. Επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτός από τη μαρτυρία του ο ισχυρισμός ότι σε σχετική ερώτηση του οι κατηγορούμενοι 2 και 3 του κατονόμασαν τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που τους ανάθεσε το σοβάτισμα. Η μαρτυρία αυτή δεν είναι επιτρεπτή όχι μόνο γιατί προσκρούει στον κανόνα του αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας αλλά και για τους ίδιους λόγους που δεν μπορεί να γίνει δεκτό το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων των κατηγορούμενων 2 και 3 στην Αστυνομία (Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα) στα σημεία που ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο
- Είναι βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου [βλ. Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 438, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ 209, και R. v. Gunnezwardene
(1951)35 (2 App. R. 80)]. Η αρχή αυτή επαναλήφθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Γιώργος Ευριπίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 118/07, απόφαση ημερομ. 29.6.07 και το σχετικό απόσπασμα είναι το εξής: «Εισηγούνται οι συνήγοροι των εφεσειόντων πως η κατάθεση του συγκατηγορούμενου τους στην Αστυνομία δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον τους, χωρίς δε αυτή δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τους ενοχοποιεί. Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην Αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Συνεπώς οποιαδήποτε αναφορά των κατηγορουμένων 2 και 3 για εργοδότηση τους από τον κατηγορούμενο 1 είτε προφορικά είτε στις γραπτές τους καταθέσεις (Τεκμήρια 2 και 4) δεν είναι επιτρεπτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 1. Όσον αφορά το ερώτημα αν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 θεωρούνται αλλοδαποί η απάντηση είναι θετική. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αιτητές πολιτικού ασύλου με αρ. ΔΕΑ5503857 και ΔΕΑ5503004 αντίστοιχα και αρ. φακέλων F05-01370 και F05-01167.R για κατηγορούμενο 2 και F04-08188R και F04-03778 για κατηγορούμενο 1 και η αίτηση τους εκκρεμεί στα Γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου. Αυτή η ιδιότητα τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση και ούτε έχει αντεξεταστεί ο Μ.Κ.3 σ' αυτό το σημείο της μαρτυρίας του. Ούτε επίσης υπήρξε εισήγηση για μη απόδειξη της ιδιότητας των κατηγορουμένων 2 και 3 ως αλλοδαπών κατά την αγόρευση του δικηγόρου των κατηγορουμένων. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει η αναφορά των ιδίων των κατηγορουμένων 2 και 3 στις γραπτές τους καταθέσεις ότι είναι από την Παλαιστίνη. Συνεπώς ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αλλοδαποί το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί όσον αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 είναι αν έχει αποδειχθεί ότι στις 14.7.06 τους εργοδοτούσε παράνομα. Η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική. Μετά τον αποκλεισμό των δηλώσεων των συγκατηγορουμένων του καμιά αποδεκτή μαρτυρία συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Η μόνη μαρτυρία όσον αφορά το άτομο του είναι η αναφορά του Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ο γιος του Μιχάλη Πίτση που είναι ο ενοικιαστής του καφενείου του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω το Μ.Κ.4 ότι ενοικίασε το καφενείο στην πλατεία Χλώρακας του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, στον πατέρα του κατηγορούμενου 1 και ότι ουδέποτε ανάθεσε το σοβάτισμα του. Ουσιαστικά αυτό ήταν και το βασικό μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού για το οποίο εξάλλου δεν έχει αντεξεταστεί. Όσον αφορά την αναφορά του ότι αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 2 και 3 τους οποίους έβλεπε στο καφενείο να πίνουν καφέ δεν μπορώ να τη δεχθώ με απόλυτη βεβαιότητα λόγω των προβλημάτων όρασης που ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τoυς Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 η μαρτυρία των οποίων ήταν τυπική, την αποδέχομαι στο σύνολο της. Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο δεν νιώθει ασφαλές να καταδικάσει τον κατηγορούμενο 1 με τη μαρτυρία και μόνο του Μ.Κ.4 ότι είναι ο γιος του ενοικιαστή του καφενείου του. Η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε να αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να τα αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία. Κατά συνέπεια η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και μη αποδειχθείσα. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 που αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης. Όπως ανάφερα και πιο πάνω βασική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ότι παρακολούθησε για 15 λεπτά το καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα και είδε τους κατηγορούμενους 2 και 3 να ασχολούνται με το σοβάτισμα του τοίχου. Εκτός από τη μαρτυρία αυτή υπάρχει και η ομολογία των κατηγορουμένων 2 και 3 στις γραπτές τους καταθέσεις στην Αστυνομία ότι σοβάτιζαν τον τοίχο. Η ομολογία έχει αποκληθεί σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως η βασιλίδα των μαρτυριών (βλ. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική δίκη δεν έχει απολυτοποιηθει στον ύψιστο αυτό βαθμό η αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει δεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας το Δικαστήριο στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η αξία της ομολογίας μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίζεται μόνο σ' αυτή θα μπορούσε αναμφίβολα να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Συνεπώς το Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω αρχή θα πρέπει να εξετάσει την αλήθεια του περιεχομένου της γραπτής ομολογίας των κατηγορουμένων 2 και 3 ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα λάθους. Στην παρούσα περίπτωση εκτός από τη γραπτή ομολογία των κατηγορουμένων 2 και 3 ότι κατάγονται από την Παλαιστίνη και είναι αιτητές πολιτικού ασύλου υπάρχει και η προφορική ομολογία τους, επί τόπου που προηγήθηκε της γραπτής τους, στον Μ.Κ.3, όταν τους επέστησε την προσοχή στο Νόμο και απάντησαν ότι πήγαν για να βοηθήσουν το Στέλιο και δεν είχαν άδεια να εργάζονται εκεί. Την ίδια απάντηση έδωσαν και όταν κατηγορήθηκαν γραπτώς για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης και απάντησαν επί λέξει: «Παραδέχομαι αλλά πήγα να βοηθήσω» (βλ. Τεκμήρια 3 και 5). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο οι γραπτές καταθέσεις (Τεκμήρια 2 και 4) όσον και οι γραπτές κατηγορίες των κατηγορουμένων 2 και 3 (Τεκμήρια 3 και 5) κατατέθηκαν ως τεκμήρια αδιαμαρτύρητα. Βέβαια η ομολογία ενοχής από τους κατηγορουμένους 2 και 3 δεν είναι η μοναδική μαρτυρία εναντίον τους. Σημαντική είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 που τους αντιλήφθηκε να ασχολούνται με το σοβάτισμα του τοίχου με τα σχετικά εργαλεία γι' αυτό το σκοπό (Τεκμήρια 10 και 11). Καταλήγοντας, σίγουρα η γραπτή ομολογία των κατηγορουμένων 2 και 3 και η απάντηση τους στη γραπτή κατηγορία σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αποτελούν θεμελιακό αποδεικτικό στοιχείο εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι στις 14.7.06 οι κατηγορούμενοι 2 και 3 που είναι αλλοδαποί και ήταν αιτητές πολιτικού ασύλου και η αίτηση τους εκκρεμεί στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου, ασχολούνταν με το σοβάτισμα ενός τοίχου στο καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα με τη χρήση των Τεκμηρίων 10 και 11 για λογαριασμό κάποιου τρίτου προσώπου. Για τις εργασίες αυτές οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν εξασφάλισαν άδεια από το Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση του Άρθρου 19
(1)(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105. Το Άρθρο 19
(1)(κ) προνοεί : «19
(1)Πρόσωπο το οποίο ....... (κ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο η προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια » Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της απασχόλησης γιατί αυτή ήταν χωρίς αμοιβή. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Στην υπόθεση Jones v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε το συμπέρασμα ότι η αλλοδαπή εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από τη μαρτυρία του αστυφύλακα και που την είδε να σερβίρει ποτά σε πελάτες. Ούτε επίσης το γεγονός της μη καταβολής αποδοχών έχει σημασία για σκοπούς απασχόλησης σύμφωνα με την υπόθεση Seraphim v. Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 227. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αιτητές πολιτικού ασύλου των οποίων η αίτηση ακόμη εκκρεμεί και υπό τέτοιαν ιδιότητα, τους παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής στη Δημοκρατία (βλ. άρθρο 8
(1)του Περί Προσφύγων Νόμου 6
(1)/2000). Είναι παραδεκτό από τους κατηγορούμενους 2 και 3 στις γραπτές τους καταθέσεις και την προφορική ομολογία τους στο Μ.Κ.3, ότι δεν είχαν άδεια για τις εργασίες σοβατίσματος που έκαμναν στο καφενείο του ΔΗ.ΣΥ. στη Χλώρακα από το Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης και ούτε παρουσίασαν τέτοια άδεια μέχρι το τέλος της δίκης. Κατά συνέπεια καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορουμένων 2 και 3 στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τους οποίους βρίσκω ένοχους, ενώ αθωώνω και απαλλάσσω τον κατηγορούμενο 1 στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής /ΛΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο