← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Lenka Jivochova κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5382/2006, 5 Ιανουαρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Lenka Jivochova κ.α., Αρ. Υπόθεσης:5382/2006, 5 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:5382/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v.

  1. Lenka Jivochova
  2. Alena Pethoova
  3. Radoslav Kolen Κατηγορουμένων --------------------- 5 Ιανουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Α. Κλαϊδης Για Κατηγορούμενο 3 : κα Ζησιμοπούλου Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα αδικήματα των κατηγοριών 1,2,3 και 4 και μαζί με την 2η κατηγορούμενη τις κατηγορίες 5 και
  4. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμο 29/1977 καθώς μεταξύ των ημερομηνιών 1-6 /11/2006 συμπεριλαμβανομένων, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα κακουργήματα της εισαγωγής κάνναβης και ρητίνης κάνναβης αντίστοιχα. Στις κατηγορίες 3 και 4 κατηγορούνται για τα αδικήματα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 καθώς την 7.11.2006 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου εισήγαγαν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήτοι 11.6050 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και 3.9124 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης ρητίνης κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Τις κατηγορίες 5 και 6 τις αντιμετωπίζουν και οι τρεις κατηγορούμενοι και αφορούν αδικήματα κατοχής των πιο πάνω ποσοτήτων ναρκωτικών κατά την 7.11.
  5. Αυτές τις κατηγορίες τις είχε παραδεχθεί αρχικά η 1η κατηγορουμένη η οποία στο στάδιο του εκ Α΄ όψεως ζήτησε άδεια και καταχώρησε μη παραδοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Τα αδικήματα προκλήθηκαν με την αποστολή από τη Τσεχία και στη συνέχεια την παραλαβή μέσω ταχυδρομείου στο Παραλίμνι ενός δέματος το οποίο περιείχε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών όπως αυτές περιγράφονται πιο πάνω και ενός άλλου δέματος που στάλθηκε κατά τον ίδιο τρόπο, στην ίδια διεύθυνση και με τον ίδιο αποστολέα και τον ίδιο παραλήπτη κατά τον ίδιο χρόνο μια ζυγαριά ακριβείας. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής η οποία αποσκοπούσε στο να αποδείξει την ανάμιξη και των τριών κατηγορουμένων σε αυτήν την υπόθεση προήλθε από τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας. Τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 189 Α. Αντωνίου (Μ.Κ.1) και τους Αστ. 3080 Μ. Πιττάκη (Μ.Κ.3) και τον Αστ. 1541 Μ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4) όλους της Υ.ΚΑ.Ν. Αμμοχώστου τέλος την μαρτυρία του υπεύθυνου του Ταχυδρομικού Γραφείου Παραλιμνίου Δημήτρη Ανδρέου (Μ.Κ.2) η οποία θα αντικρισθεί κάτω από τον φακό της ιδιαιτερότητας που προσέλαβε αυτή εφόσον αυτός κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας από την Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης από τις θεληματικές επίσης καταθέσεις κυρίως των κατηγορουμένων 2 και 3 που έδωσαν την ίδια ημέρα που συνελήφθησαν και οδήγησαν την διερεύνηση των αδικημάτων από την αστυνομία προς αυτή την κατεύθυνση. Δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα που αφορούν τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και αφορούν το είδος τους τα οποία εμπίπτουν, όπως δηλώθηκε, στην έννοια του νόμου καθώς και την ποσότητα τους όπως και η διακίνηση των τεκμηρίων. Δηλώθηκε ακόμα ως παραδεκτό γεγονός ότι τα δέματα εντός των οποίων βρέθηκαν τα ναρκωτικά και η ζυγαριά ακριβείας προέρχονταν από τη Τσεχία και ανοίχθηκαν και ελέγχθηκαν από τελωνειακό λειτουργό όπως έχει δικαίωμα να διενεργεί τέτοιους ελέγχους. Η κατηγορούμενη 1 όταν κλήθηκε σε απολογία έκαμε δήλωση χωρίς όρκο και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν ενόρκως αναπτύσσοντας ουσιαστικά μια διαφορετική εκδοχή από αυτή της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και συγκρουόμενη με όσα αυτοί φέρονται να απάντησαν ή δήλωσαν κατά την σύλληψη τους και ακολούθως στις θεληματικές τους καταθέσεις. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ: Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που προέρχεται από τον Τελωνιακό Λειτουργό του Τμήματος Τελωνείου Λάρνακας Χρίστο Χαϊλή του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε εκ συμφώνου ως Τεκ. 26 και ως προς το αληθές του περιεχομένου της, την 6.11.2006 έφτασαν στη Κύπρο μέσω ταχυδρομείου δύο δέματα προερχόμενα από την Τσεχία με παραλήπτη κάποιο Kirk Sylvester Campion με ταχυδρομική διεύθυνση το Ταχυδρομικό Κιβώτιο με αριθμό 34319 στο Παραλίμνι. Τελωνειακός έλεγχος που διενεργήθηκε στα δύο δέματα αποκάλυψε ότι το ένα από αυτά περιείχε τις πιο πάνω περιγραφόμενες ποσότητες ναρκωτικών μαζί με ποσότητα καφέ και το άλλο μια ψηφιακή ζυγαριά ακριβείας. Μετά από σχετική ενημέρωση της Υ.ΚΑ.Ν. τα δύο δέματα παραλήφθηκαν από τον Μ.Κ. 4 για τα περαιτέρω. Τα δέματα παραδόθηκαν στον Μ.Κ.1 το πρωινό της επόμενης ημέρας δηλαδή στις 7.11.2006 ο οποίος και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Αργότερα την ίδια ημέρα μετέβη στο ταχυδρομείο του Παραλιμνίου με συναδέλφους του μεταφέροντας εκεί τα δύο δέματα. Ενώ οι συνάδελφοι του παρέμειναν έξω από το κτίριο, όπως ήταν η συνεννόηση τους, ο ίδιος εισήλθε σε αυτό και αφού εξήγησε στον Μ.Κ. 2 υπεύθυνο του ταχυδρομείου περί τίνος επρόκειτο, αυτός έκδωσε ειδοποίηση άφιξης των δεμάτων επ΄ ονόματι του φερόμενου ως παραλήπτη τους την οποία τοποθέτησε στο συγκεκριμένο ταχυδρομικό κιβώτιο. Ο Μ.Κ.1 παρέμεινε εντός του ταχυδρομείου έχοντας στη κατοχή του τα δύο δέματα. Ο Μ.Κ.3 Πιττάκης ο οποίος ευρισκόταν εκτός του ταχυδρομείου με άλλους συναδέλφους του παρακολουθώντας τη συγκεκριμένη θυρίδα αντιλήφθηκε περί ώρα 12:55 μοτοποδήλατο στο οποίο επέβαιναν δύο κοπέλες το οποίο στάθμευσαν έξω από το ταχυδρομείο κατεβαίνοντας και οι δύο κάτω από αυτό. Η 1η κατηγορουμένη προχώρησε προς τη θυρίδα που ήταν υπό την παρακολούθηση τους ενώ η 2η κατηγορούμενη παρέμεινε εκεί και παρακολουθούσε ύποπτα τους γύρω χώρους. Η 1η κατηγορούμενη άνοιξε τη θυρίδα πήρε από αυτή ένα χαρτί, έκλεισε στη συνέχεια τη θυρίδα και μπήκε μέσα στο ταχυδρομείο. Κρατώντας την ειδοποίηση που βρήκε στο κιβώτιο ζήτησε στη συνέχεια την παράδοση των δύο δεμάτων τα οποία παρέλαβε υπό την συνεχή παρακολούθηση του Μ.Κ.1 ο οποίος μετά την παραλαβή τους και την αποχώρηση της την ακολούθησε εκτός του ταχυδρομείου έχοντας συνεχή οπτική επαφή μαζί της, αφού εν τω μεταξύ τηλεφώνησε στον Μ.Κ.3 ότι παραλήφθηκαν τα δέματα από την 1η κατηγορούμενη την οποία θα έπρεπε να ανέκοπταν για έρευνα. Ο Μ.Κ.3 μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Μ.Κ.1 προχώρησε μαζί με συναδέλφους του προς το μοτοποδήλατο ενώ ταυτόχρονα έβγαινε και η 1η κατηγορουμένη από το ταχυδρομείο και από πίσω της ο Μ.Κ.1 κατευθυνόμενος και αυτός προς τις δύο κατηγορούμενες. Η 1η κατηγορούμενη φτάνοντας στο μοτοποδήλατο έδωσε τα δύο δέματα στην 2η και έψαχνε κάτι μέσα στη τσάντα της. Η 2η κατηγορούμενη άφησε τα δύο δέματα στην πλατφόρμα του μοτοποδηλάτου και προσπαθούσε να φορέσει το κράνος της. Οι Μ.Κ.1 και 3 πλησίασαν τις κατηγορούμενες και ο Μ.Κ.1 τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τις πληροφόρησε για τις υποψίες εναντίον τους και ότι θα τις ερευνούσαν. Αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο η 1η κατηγορούμενη απάντησε ¨We don´t have anything¨, η 2η κατηγορούμενη παρέμεινε σιωπηλή. Ο Μ.Κ.1 λαμβάνοντας προστατευτικά μέτρα άνοιξε τα δέματα στην παρουσία των κατηγορουμένων 1 και
  6. Όταν αποκαλύφθηκε το περιεχόμενο τους ο Μ.Κ.1 τους υπέδειξε τα ναρκωτικά και αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο η 1η κατηγορουμένη απάντησε ¨I don´t know anything¨ και η 2η κατηγορουμένη ¨The cannabis is not mine it belongs to Lenka and her boyfriend. I came with her to take them from the post office¨. O M.K.1 τις συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και αφού τους επέστησε την προσοχή στο νόμο η 1η κατηγορούμενη απάντησε ¨Somebody gave me fifty pounds to go to the post office and take the drugs for him¨, η 2η απάντησε ¨The drug is hers and her boyfriend, not mine. I just came with her¨. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενες μαζί με τα τεκμήρια μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Αμμοχώστου. Εκεί σφραγίστηκαν και τοποθετήθηκαν εντός φακέλων τους οποίους υπέγραψε τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και οι κατηγορούμενες. Λίγο αργότερα η 2η κατηγορούμενη ανακρίθηκε προφορικά από τον Μ.Κ. 1 η οποία εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Με τη βοήθεια διερμηνέως και αφού αυτή πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα της και αφού της επεστήθη η προσοχή στο νόμο έδωσε γραπτή κατάθεση. Ταυτόχρονα ο Μ.Κ.3 μαζί με γυναίκα αστυνομικό και την 1η κατηγορουμένη μετέβησαν στην οικία της στο Παραλίμνι όπου διενήργησαν με την γραπτή της συγκατάθεση έρευνα χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στην οικία βρήκαν τον 3ο κατηγορούμενο ο οποίος ήταν φίλος και συγκάτοικος της 1ης κατηγορουμένης. Του εξήγησε ότι υπήρχε εναντίον του προφορική μαρτυρία που τον συνέδεε με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά και του ζήτησε να τον ακολουθήσει στα γραφεία της Y.KA.N. Αμμοχώστου προς διευκόλυνση της διερεύνησης της υπόθεσης. Του εξήγησε ότι δεν ήταν υπόχρεος να το κάμει, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε ¨Yes I order cannabis from the internet, the girls Know. I will come with you if you can take me¨. Έτσι και έγινε και οι κατηγορούμενοι 1 και 3 μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Αμμοχώστου. Εκεί ο 3ος κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά από τον Μ.Κ.1 και εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε κατάθεση. Με τη βοήθεια διερμηνέως αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα και του επεστήθη η προσοχή στο νόμο έδωσε γραπτή κατάθεση. Ακολούθως μετά την έκδοση δικαστικού εντάλματος τον συνέλαβε για τα αδικήματα της παράνομης εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου, κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο και συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Όταν τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε ¨but I need to smoke¨. Αργότερα ο ίδιος μάρτυρας συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα την 1η κατηγορούμενη για τα ίδια πιο πάνω αδικήματα, όταν την πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης της και μετά που της επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε ¨It is not mine that thing¨. Με δικαστικό ένταλμα συνέλαβε επίσης και την 2η κατηγορούμενη για τα ίδια πιο πάνω αδικήματα και όταν την πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτή απάντησε ¨ I told you what happened¨. Μετά από προφορική ανάκριση της 1ης κατηγορουμένης αυτή εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε γραπτή κατάθεση και με τη βοήθεια διερμηνέα κατέγραψε την κατάθεση της. Τεκμήρια στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους για επιστημονικές εξετάσεις όπως και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής όπου στάλθηκαν επίσης και παρειακά επιχρίσματα που έλαβε από αυτούς ο Μ.Κ.4 ως δείγματα για σκοπούς ελέγχου γενετικού υλικού των κατηγορουμένων. Αργότερα τα παρέλαβε από τα εν λόγω τμήματα και τα έθεσε υπό την φύλαξη του. Σε αυτό το στάδιο θα κάμω αναφορά και στα όσα οι κατηγορούμενοι ανέφεραν στις καταθέσεις τους. Η 1η κατηγορούμενη η οποία έδωσε κατάθεση τελευταία στη σειρά, αναφέρεται σε κάποιο άγνωστο της πρόσωπο το οποίο είχε γνωρίσει σε ένα πάρκο τρεις μήνες πριν δώσει κατάθεση και στο οποίο είχε δώσει το τηλέφωνο της. Αυτό το άτομο της πρότεινε δίδοντας της το ποσό των Λ.Κ.50= να μεταβεί στο ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα πακέτο πράγμα που είχε κάμει και πριν από ένα μήνα χωρίς να της είχε πει τι περιείχε αυτό το πακέτο. Με το εν λόγω πρόσωπο μιλούσαν στα αγγλικά, δεν γνωρίζει το όνομα του, ούτε την διεύθυνση του, ούτε που εργαζόταν. Προσδιόρισε την ηλικία του στα είκοσι πέντε χρόνια και τον περιέγραψε ως κοντό, λεπτό, ξανθό με μεγάλη μύτη. Η 2η κατηγορούμενη που έδωσε πρώτη κατάθεση ανέφερε ότι δεν ήταν δικά της τα ναρκωτικά που βρήκε η αστυνομία. Αναφέρεται στο τι προηγήθηκε της μετάβασης τους στο χώρο του ταχυδρομείου στο Παραλίμνι, ότι δηλαδή είχε ζητήσει από την 1η κατηγορούμενη να την πάρει στο Παραλίμνι για ψώνια με το μοτοποδήλατο της. Η 1η κατηγορούμενη της είχε πει ότι θα πήγαινε στο ταχυδρομείο για να παραλάβει ένα δέμα με ναρκωτικά που της είχαν σταλεί. Η ίδια παρόλα αυτά μετέβη μαζί της γιατί ήθελε να ψωνίσει. Δεν ήταν δικά της τα ναρκωτικά ούτε και ήξερε ποιος τα έστειλε. Γνώριζε μόνο ότι αυτός που τα έστειλε έμενε στην Πράγα όπως της είχε πει η 1η κατηγορουμένη. Τέλος ο 3ος κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση ανέφερε ότι διαμένει και εργάζεται στη Κύπρο και η 1η κατηγορούμενη είναι η φίλη του και συγκατοικούσαν. Η 2η κατηγορούμενη διέμενε μαζί τους για ένα περίπου μήνα. Λόγω προβλήματος που έχει με το στομάχι του καπνίζει κάνναβη η οποία τον βοηθά. Για αυτό τον λόγο παράγγειλε να του στείλουν κάνναβη. Δεν ήξερε πότε θα του την έστελλαν και για τούτο ήλεγχε το ταχυδρομείο καθημερινά. Δεν είχε παραγγείλει την ζυγαριά. Επειδή η 1η κατηγορούμενη θα πήγαινε για ψώνια στο Παραλίμνι γι΄ αυτό την έστειλε στο ταχυδρομείο να ελέγξει κατά πόσο υπήρχε κάποιο δέμα. Η 1η κατηγορουμένη γνώριζε ότι περίμενε ναρκωτικά. Ο Kirk, το πρόσωπο δηλαδή το οποίο φαινόταν ως ο παραλήπτης διέμενε μαζί τους μέχρι τις αρχές του Οκτώβρη και αργότερα μετέβη στην Αγγλία. Θα επέστρεφε πίσω στη Κύπρο αλλά δεν γνώριζε πότε. Χρησιμοποιούσε το ταχυδρομικό κιβώτιο του Kirk λόγω του ότι δεν μπορούσε να έχει δικό του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Η δήλωση της 1ης κατηγορουμένης ήταν η πιο κάτω: Ονομάζομαι Lenka Jivochova, είμαι 25 χρονών και είμαι από τη Τσεχική Δημοκρατία. Στη Κύπρο ήρθα με σκοπό να δουλέψω. Δεν συνωμοτήσαμε ποτέ με τον Radoslav να εισαγάγουμε ναρκωτικά. Όταν πήγαμε με την Alena στο Παραλίμνι, ποτέ δεν της είπα ότι θα πάω να παραλάβω πακέτο με ναρκωτικά. Η Alena ποτέ δεν είχε στα χέρια της τα δέματα. Προσωπικά νοιώθω αθώα. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν ενόρκως αναπτύσσοντας την πιο κάτω εκδοχή. Βρέθηκαν να είναι συγκάτοικοι όλοι μαζί μετά την 1.10.2006, είχαν δηλαδή συγκατοικήσει για περίπου πέντε εβδομάδες πριν από τη σύλληψη τους και συνέβαλλαν όλοι στα έξοδα της οικίας την οποία νοίκιαζαν και όπου διέμεναν. Η 2η κατηγορούμενη ανέφερε ότι γύρω στις 12:00 την ημέρα της σύλληψης τους είχε προτείνει στην 1η κατηγορούμενη να την πάρει στο Παραλίμνι γιατί ήθελε να αγοράσει δώρα για τους δικούς της καθώς θα αναχωρούσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας για τη χώρα της και επίσης για να έβλεπαν κάποιες βιτρίνες με ρούχα. Έτσι και έγινε, με το μοτοποδήλατο της 1ης κατηγορουμένης έφυγαν από το σπίτι τους γύρω στις 12:
  7. Στη διαδρομή έβαλαν βενζίνη την οποία πλήρωσε η ίδια και πήγαν στο Παραλίμνι. Αρχικά πήγαν σε κάποιο γνωστό της κατάστημα όπου δεν βρήκε τίποτε που να της αρέσει και στη συνέχεια έκαμναν γύρους στο Παραλίμνι άσκοπα. Σταμάτησαν μπροστά από το ταχυδρομείο καθώς πιθανόν έξω από κατάστημα που βρισκόταν δίπλα από το ταχυδρομείο, όπου είχε προσέξει στη βιτρίνα κάποιο τρικό που της είχε αρέσει πιθανόν να ήταν σταθμευμένο κάποιο όχημα. Όταν στάθμευσαν το μοτοποδήλατο, η 1η κατηγορουμένη της είπε ότι θα πήγαινε στο ταχυδρομείο χωρίς να της αναφέρει τον λόγο που θα πήγαινε εκεί και ούτε και την ενδιέφερε, το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν το ταξίδι επιστροφής της στην πατρίδα της. Καθώς η 1η κατηγορούμενη πήγε στο ταχυδρομείο κτύπησε το κινητό της και γι΄ αυτό κοντοστάθηκε για λίγα λεπτά κοντά στη μοτοσικλέτα. Στη συνέχεια η ίδια πήγε στο κατάστημα με το όνομα EVENT δίπλα από το ταχυδρομείο. Από εκεί μέσω της γυάλινης βιτρίνας είδε την 1η κατηγορουμένη στη μοτοσικλέτα να την περιμένει χωρίς να την αντιληφθεί εάν κρατούσε οτιδήποτε. Βγήκε από το κατάστημα και προχώρησε προς το μοτοποδήλατο και όταν βρισκόταν σε απόσταση τριών μέτρων τρεις άνθρωποι τους είπαν ότι ήταν αστυνομικοί και ότι έκαμναν έλεγχο ολόκληρης της περιοχής για ναρκωτικά, τους είχε δει και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό και στο Δικαστήριο και θυμόταν μόνο ο όνομα του Μ.Κ.
  8. Χωρίς να της δείξουν αστυνομική ταυτότητα και χωρίς να της δώσουν προειδοποίηση για τα δικαιώματα της την ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Θυμόταν ότι οι αστυνομικοί είχαν πάρει ένα δέμα που για πρώτη φορά το έβλεπε. Ποτέ δεν είχε πάρει στα χέρια της ή άγγιξε ή είχε στην κατοχή της αυτό το δέμα. Δεν είχε προσέξει εάν ήταν δύο τα δέματα καθώς είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση χάους. Δεν θυμόταν εάν αργότερα είχε δει και δεύτερο δέμα. Οι αστυνομικοί είχαν πρωτοαναφέρει στη σκηνή τη λέξη ναρκωτικά. Η ίδια δεν ήξερε τι περιείχε το δέμα αυτό. όμως αργότερα της είπαν ότι ήταν ναρκωτικά. Αρνήθηκε ότι είχε δώσει τις απαντήσεις στους αστυνομικούς τις οποίες της αποδίδουν οι Μ.Κ.1 και 3, το μόνο που απαντούσε ήταν ότι δεν ήξερε τίποτε. Αργότερα οι αστυνομικοί της ανέφεραν ότι η 1η κατηγορούμενη είχε ρίξει όλο το βάρος της ευθύνης για τα ναρκωτικά πάνω της αλλά ότι δεν την πίστευαν. Της ίδιας το μυαλό της ήταν να προλάβει τη πτήση της και με όσα της είπαν οι αστυνομικοί ένοιωθε θυμωμένη με την 1η κατηγορούμενη και γι΄αυτό είχε πει ότι τα ναρκωτικά ανήκαν σε αυτή, ποτέ όμως δεν είχε πει ότι αυτά ανήκαν και στον φίλο της. Αρνήθηκε ότι είχε δώσει μια τέτοια απάντηση έξω από το ταχυδρομείο καθώς δεν είχε λόγο να πει κάτι τέτοιο. Ούτε στη κατάθεση της είχε αναφέρει κάτι τέτοιο εφόσον δεν ήταν αλήθεια ότι τα ναρκωτικά ανήκαν στους συγκατηγορούμενους της. Το ότι μιλούσε στη κατάθεση της για ναρκωτικά ήταν διότι ήταν οι αστυνομικοί που έκαμναν λόγο γι΄αυτά και της έλεγαν ότι εάν τους κατονόμαζε συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα ναρκωτικά θα την άφηναν ελεύθερη. Η ίδια ήταν θυμωμένη με την 1η κατηγορούμενη για ό,τι της είπαν ότι της καταλόγιζε και όταν της έκαμαν πρόταση οι αστυνομικοί να κατονομάσει κάποιο και θα την άφηναν να έφευγε τότε μόνο ανέφερε ότι τα ναρκωτικά ήταν της 1ης κατηγορουμένης. Δεν θυμόταν ποιος αστυνομικός της έκαμε αυτή την πρόταση αλλά θυμόταν ότι ο κ. Αντωνίου (Μ.Κ.1) όταν θα της έπαιρνε κατάθεση της είχε πει ότι μετά θα ήταν ελεύθερη. Κατά τη λήψη της κατάθεσης της απαντούσε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που της έκαμαν οι αστυνομικοί προηγουμένως. Για πρώτη φορά, όπως ανέφερε, διάβαζε τη κατάθεση της στο Δικαστήριο καθώς όταν την είχε δώσει δεν την είχε διαβάσει διότι δεν την έπαιρνε στα σοβαρά καθώς οι αστυνομικοί της υπόσχονταν ότι μετά από αυτή θα πήγαινε στο σπίτι της, εμπιστευόταν τότε τους αστυνομικούς. Δεν αναφέρθηκε στο είδος των ναρκωτικών στην κατάθεση της καθώς δεν ήξερε από ναρκωτικά και δεν ήξερε τι περιείχε το δέμα. Τον 3ο κατηγορούμενο τον είχαν αφήσει στο σπίτι φεύγοντας για το Παραλίμνι, δεν τον είχε δει στο ταχυδρομείο ή κάπου κοντά σε αυτό. Ο 3ος κατηγορούμενος στις μετακινήσεις του χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο του το οποίο ήταν χαλασμένο και γι΄αυτό δεν βγήκε έξω εκείνη την ημέρα. Ποτέ η 1η κατηγορούμενη ή ο 3ος κατηγορούμενος δεν της είχαν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με ναρκωτικά. Στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι είχε πει ψέματα στην κατάθεση της και πως την αλήθεια την έλεγε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο 3ος κατηγορούμενος αναφέρθηκε στην κατάθεση του για τη διαμονή και την εργασία του στη Κύπρο καθώς και τις απολαβές του, τη γνωριμία του με τις συγκάτοικους και συγκατηγορούμενες του με την 1η εκ των οποίων διατηρούσε δεσμό. Δεν είχε ζητήσει ποτέ από την 1η κατηγορουμένη να μεταβεί στο ταχυδρομείο και να παραλάβει οτιδήποτε. Όταν είχαν καθυστερήσει να επιστρέψουν στο σπίτι προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους γύρω στις 15:00 καθώς ο ίδιος παρέμενε στο σπίτι λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε. Όταν τέσσερις άνδρες και μία γυναίκα αστυνομικός μετέβησαν στο σπίτι τους δεν του ζήτησαν άδεια να εισέλθουν για να το ερευνήσουν. Η 1η κατηγορουμένη ευρισκόταν έξω από το σπίτι κατά τη διάρκεια της έρευνας. Ένας από αυτούς του είχε δείξει την αστυνομική του ταυτότητα. Το ταχυδρομικό κιβώτιο, τους το είχε αφήσει ο προηγούμενος συγκάτοικος του και το κράτησε εφόσον ήταν πληρωμένο για κάποιο χρονικό διάστημα. Ανέφερε στους αστυνομικούς ότι ανέμεναν κάποιο ειδικό ύφασμα που το οποίο είχαν παραγγείλει μέσω του διαδικτύου από το εξωτερικό καθώς δεν υπάρχει στην Κύπρο και το οποίο θα χρησίμευε στην 1η κατηγορούμενη όταν έκαμνε την παράσταση της στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν και θα την προστάτευε από τη φωτιά καθώς είχε φθαρεί εκείνο που χρησιμοποιούσε προηγουμένως, προς τούτο είχαν δώσει ως ταχυδρομική τους διεύθυνση το ταχυδρομικό κιβώτιο. Επίσης το χρησιμοποιούσε μέχρις ότου διευθετηθεί το θέμα της ακριβούς διεύθυνσης τους για σκοπούς αποστολής σε αυτόν των λογαριασμών της Α.Η.Κ. Τις λέξεις ναρκωτικά και κάνναβη τις είχε ακούσει για πρώτη φορά από στόμα αστυνομικού. Οι αστυνομικοί που είχαν μεταβεί στο σπίτι του προσπαθούσαν όλοι μαζί να του υποβάλλουν ερωτήσεις και τον κορόιδευαν στα ελληνικά ρωτώντας τον εάν είναι πιανίστας ή hacker. Του είχαν πει ήδη από το σπίτι του ότι εάν ήθελε να γλιτώσει η φιλενάδα του θα έπρεπε να αναλάμβανε αυτός την ευθύνη να έλεγε δηλαδή ότι ήταν αυτός που την είχε στείλει στο ταχυδρομείο και πως τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Τον καθησύχαζαν για την τύχη της φιλενάδας του. Δεν γνώριζε όμως το όνομα του αστυνομικού που του είχε υποσχεθεί τα πιο πάνω. Το ότι ερεύνησαν το σπίτι χωρίς να ρωτήσουν και τον ίδιο, το θεωρεί ως παράνομη ενέργεια. Ποτέ δεν είχε συμφωνήσει με την 1η κατηγορουμένη ή είχαν εκπονήσει σχέδιο για να παραγγείλουν και να εισαγάγουν ναρκωτικά στη Κύπρο. Δεν γνώριζε επίσης εάν οι συγκατηγορούμενες του είχαν παραγγείλει ναρκωτικά. Ποτέ δεν είχε στη φυσική κατοχή του ναρκωτικά. Δεν είχε πάει στο ταχυδρομείο και δεν ήλεγχε τις κινήσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, εκείνο το οποίο γνώριζε ήταν ότι φεύγοντας από το σπίτι θα πήγαιναν για ψώνια. Ο λόγος που είχε δώσει την γραπτή του κατάθεση ήταν ότι του υποσχέθηκαν ότι θα αφηνόταν ελεύθερη η 1η κατηγορουμένη. Το περιεχόμενο της κατάθεσης του ήταν απαντήσεις σε ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί. Τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του αποσκοπούσαν στο να αναλάβει αυτός την ευθύνη και να αφηνόταν ελεύθερη η φιλενάδα του. Το ότι ανέφερε ότι είχε πρόβλημα με το στομάχι του και γι΄αυτό κάπνιζε κάνναβη το είπε μετά από επίμονες ερωτήσεις των αστυνομικών που τον ρωτούσαν συνεχώς γιατί κάπνιζε κάνναβη. Δεν είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα των όσων δήλωνε καθώς το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε ήταν να αφεθεί ελεύθερη η φίλη του. Πίστευε ότι εάν αφηνόταν ελεύθερη η φίλη του τότε η αστυνομία θα διεξήγαγε έρευνες και θα έβρισκαν ποιος ήταν ο αληθινός κάτοχος των ναρκωτικών. Πίστευε ότι η αστυνομία θα εύρισκε τεκμήρια που θα αποδείκνυαν ότι δεν το είχε κάμει ο ίδιος. Γνώριζε ότι τα ναρκωτικά είναι απαγορευμένα και στη χώρα του. Τέλος αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τα ναρκωτικά που αφορούν οι κατηγορίες ή τέλος ότι ήλεγχε τις κινήσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίες μετέβησαν στο ταχυδρομείο για να παραλάβουν τα δέματα που περιείχαν τα ναρκωτικά που παρήγγειλαν και ευρίσκονταν σε συνεννόηση μεταξύ τους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Μακροσκελείς και εμπεριστατωμένες υπήρξαν οι τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών στα κυριότερα σημεία των οποίων θα κάμω αναφορά αμέσως πιο κάτω. Ο κ. Παπανικολάου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην μαρτυρία που δόθηκε τόσο από την Κατηγορούσα Αρχή όσο και από τους κατηγορούμενους 2 και
  9. Το Δικαστήριο έχει επίσης ενώπιον του την ανώμοτη δήλωση της 1ης κατηγορουμένης. Σχολίασε τις καταθέσεις τους προς την αστυνομία οι οποίες δεν μοιάζουν μεταξύ τους καθώς από τη αρχή θέλησαν να αποκρύψουν όλη την αλήθεια. Η 1η κατηγορούμενη είναι φανερό ότι δεν είπε την αλήθεια στην κατάθεση της. Εξετάζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να γίνει πιστευτή, όπως εισηγήθηκε, δεν παραμένει αμφιβολία ότι ενέχεται και η 2η κατηγορουμένη στις κατηγορίες της κατοχής των ναρκωτικών τις οποίες αντιμετωπίζει. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία για το πως αντικρίζεται το θέμα της κατοχής. Η μαρτυρία του 3ου κατηγορουμένου αποσκοπούσε στο να προκαλέσουν αισθήματα συμπάθειας του Δικαστηρίου στο πρόσωπο του, ότι τάχα θέλησε αρχικά να αναλάβει, χωρίς να έχει ιδέα, την ευθύνη για να απαλλάξει την φιλενάδα του 1η κατηγορουμένη. Ενώ θέλησε να παρουσιαστεί ως ένα πρόσωπο που αναπτύσσει πρωτοβουλίες γι΄αυτό και ορίζεται και υπεύθυνος στην εργασία του, εντούτοις, στέκεται άβουλα όταν η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του χωρίς να αντιδρά, για να έρθει εκ των υστέρων και να επικαλείται παράνομη είσοδο εφόσον δεν τον είχαν ρωτήσει και αυτόν πριν κάμουν έρευνα οι αστυνομικοί. Εν πάση περιπτώσει σε σχέση με αυτή τη πτυχή δεν υπάρχει κάτι το οποίο να αφορά την υπόθεση καθώς από την έρευνα της αστυνομίας δεν προέκυψε οτιδήποτε το παράνομο. Η ανεύρεση των ναρκωτικών όπως έγινε με την συνεργασία τελωνειακού λειτουργού και ακολούθως με τη διαπίστωση του Μ.Κ.4 ότι επρόκειτο για ναρκωτικά είναι νόμιμη και εμπίπτει μέσα στις εξουσίες των τελωνειακών λειτουργών για έλεγχο των αντικειμένων τα οποία ταχυδρομούνται. Ο Μ.Κ. 1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την παραλαβή των δεμάτων από την 1η κατηγορουμένη σημείο στο οποίο ο Μ.Κ.2 διαφοροποιήθηκε από την αρχική του κατάθεση και για τούτο κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας. Ούτε και αμφισβητήθηκε η σχετική ειδοποίηση την οποία εξέδωσε το ταχυδρομείο η οποία εν πάση περιπτώσει είναι η συνήθης διαδικασία που γίνεται στο ταχυδρομείο και μπορεί ένα αντικείμενο να παραλαμβάνεται από τον κάτοχο της σχετικής ειδοποίησης η οποία τοποθετείται σε ταχυδρομικό κιβώτιο. Κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχους τους κατηγορούμενους σε όλες τις κατηγορίες. Ο κ. Κλαϊδης, εισηγήθηκε ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα αδικήματα κάμνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε καθένα από αυτά, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει και αθωώσει τους κατηγορούμενους από όλες τις κατηγορίες. Δεν έχει αποδειχθεί, εισηγήθηκε καταρτισμός σχεδίου ή συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για το αδίκημα της συνωμοσίας. Η γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 3 πρέπει να αντικρισθούν, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, μέσα σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο και θα πρέπει η ενοχή του κατηγορουμένου να αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας καθώς οι καταθέσεις έστω και εάν δόθηκαν θεληματικά θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο τους συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων που έχουν αποκαλυφθεί και προέρχονται μέσα από την μαρτυρία. Από τη μαρτυρία προέκυψε ότι η 2η κατηγορούμενη όπως και ο 3ος κατηγορούμενος δεν είχαν ποτέ την φυσική κατοχή των ναρκωτικών, η 2η κατηγορούμενη έστω και εάν γίνει δεκτό ότι σε κάποια στιγμή κράτησε τα δέματα, εντούτοις, αυτό δεν αποδεικνύει την γνώση της ότι σε αυτά περιέχονταν ναρκωτικά και για τούτο και δεν κάμνει αναφορά για το είδος των ναρκωτικών στην κατάθεση της. Ο τρόπος που ενήργησαν οι αστυνομικοί κατά την σύλληψη τους και το άνοιγμα των δεμάτων δημιουργεί νομικό πρόβλημα στην Κατηγορούσα Αρχή, όπως εισηγήθηκε, της απόδειξης δηλαδή γνώσης για το περιεχόμενο των δεμάτων. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο 3ος κατηγορούμενος έδωσε την κατάθεση του με σκοπό να προστατεύσει την 1η κατηγορούμενη αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ευθύνη. Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να αντικρισθεί η ομολογία του στη κατάθεση του. Είναι φανερό ότι ο 3ος κατηγορούμενος δίδοντας την κατάθεση του δεν είχε ιδέα περί των ναρκωτικών εφόσον δεν κάμνει οποιαδήποτε περιγραφή τους σε αυτά και ο λόγος είναι ότι δεν γνώριζε γι΄αυτά. Η Κατηγορούσα Αρχή, εισηγήθηκε, απέκρυψε τα αποτελέσματα των εξετάσεων για γενετικό υλικό που έκαμε και αυτό το γεγονός δεν θα πρέπει να αποβεί σε βάρος των κατηγορουμένων. Εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η 1η κατηγορουμένη παρέλαβε τα δέματα από το ταχυδρομείο. Η θυρίδα στην οποία στάλθηκαν τα δέματα και ο παραλήπτης τους δεν έχει σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 και αυτή δεν γνώριζε τι περιείχαν αυτά τα δέματα εφόσον ήταν κλειστά και σφραγισμένα. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία για το πως αντικρίζονται διάφορα θέματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε η κα Ζησιμοπούλου σε σχέση με τον 3ο κατηγορούμενο έχουν καλυφθεί από σημεία της αγόρευσης του κ. Κλαίδη και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Οι Μ.Κ. 1, 3 και 4 που ήταν οι αστυνομικοί που συμμετείχαν στην επιχείρηση αρχικά της διεξαγωγής έρευνας και σύλληψης των κατηγορουμένων και στη συνέχεια της διερεύνησης της υπόθεσης κρίνω ότι ήταν ειλικρινείς ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν διέκρινα στα λεγόμενα τους κατά τη διάρκεια της κατάθεσης τους αλλά και της επίμονης αντεξέτασης τους ότι ήθελαν με κάθε τρόπο να εμπλέξουν τους κατηγορούμενους στα αδικήματα των κατηγοριών που τους προσήψαν. Απαντούσαν άμεσα και ευθέως, χωρίς περιστροφές ή υπεκφυγές, δεν δίσταζαν εκεί που δεν ήταν σίγουροι για κάτι να το πουν και δεν δίσταζαν να αναφερθούν και σε γεγονότα που συνηγορούσαν κατά κάποιο τρόπο και υπέρ των θέσεων των κατηγορουμένων. Θα αποδεχθώ πλήρως την μαρτυρία τους και επιπλέον κρίνω ότι ενήργησαν με επαγγελματισμό τόσο κατά το στάδιο της σύλληψης των κατηγορουμένων όσο και αργότερα κατά τη λήψη από αυτούς καταθέσεων, τη διεξαγωγή έρευνας στο σπίτι των κατηγορουμένων με τη γραπτή συγκατάθεση της 1ης κατηγορουμένης και τέλος στην έκθεση σε αυτούς των κατηγοριών, φροντίζοντας να διασφαλιστούν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει ο νόμος και το Σύνταγμα. Προτού εξετάσω την μαρτυρία του Μ.Κ.2 Δημήτρη Ανδρέου θα κάμω μια μικρή αναφορά για το πως αντικρίζεται η μαρτυρία ενός εχθρικού μάρτυρα και ποιο το αποδεικτικό της βάρος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Στυλιανού v. Δημοκρατίας,

(1979)2 C.L.R. 109 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τριανταφυλλίδη: ¨ Η μαρτυρία ενός μάρτυρα κατηγορίας που με την άδεια του Δικαστηρίου έχει κηρυχθεί ως εχθρικός μάρτυρας, είναι μαρτυρία που εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, έστω και αν είναι μαρτυρία που θα έπρεπε να θεωρείται αναξιόπιστη και γενικά μαρτυρία ασήμαντης αξίας¨ (βλ. επίσης Λιάτσος v. Αστυνομία,
(1968)2 C.L.R. 15 και Βουνιώτης v. Δημοκρατίας,
(1975)2 C.L.R. 34). Στην υπόθεση Γεωργίου v. Δημοκρατία,
(1984)2 C.L.R. 65 λέχθηκε ότι το βάρος που θα δοθεί στην μαρτυρία ενός εχθρικού μάρτυρα είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει κανόνας που να υπαγορεύει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί στην ολότητα της. Δικαιολογημένα ένα Δικαστήριο θα προβληματισθεί αν θα δώσει οποιοδήποτε βάρος στην μαρτυρία ενός εχθρικού μάρτυρα, αλλά μπορεί να θεωρήσει ορθό, να το πράξει ιδιαίτερα όταν μέρη της μαρτυρίας ενισχύονται από άλλη μαρτυρία στην διαδικασία. Ο Μ.Κ. 2 υπεύθυνος του ταχυδρομικού γραφείου δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής η αμηχανία του από τη στιγμή που εισήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα μέχρι τη στιγμή που εξήλθε αυτού. Αν και επιθεωρητής ταχυδρομείου, όπως είναι το επάγγελμα του με πείρα δεκαετιών, θέλησε για δικούς του λόγους οι οποίοι παρέμειναν αδιευκρίνιστοι, να αποστασιοποιηθεί από κάποια σημεία (μέρος) της γραπτής του κατάθεσης που έδωσε δύο μέρες μετά που κλήθηκε να συμβάλει με την ιδιότητα του στην αποκάλυψη της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών μέσω του ταχυδρομείου όπου εργαζόταν. Θα απορρίψω την προφορική του μαρτυρία ως αναξιόπιστη καθώς δεν είναι δυνατό ένας ώριμος άνθρωπος, ηλικίας 59 ετών, με πείρα δεκαετιών ως ταχυδρομικός λειτουργός να δίδει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία, να διαβεβαιώνει στο τέλος ότι τη διάβασε και ότι είναι ορθή και προς τούτο να την υπογράφει και να εμφανίζεται μέσα σε λίγες ημέρες ενώπιον του Δικαστηρίου και να ισχυρίζεται ότι δεν είναι ορθά τα όσα κατέγραψε σε αυτή. Για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ταχυδρομείο υπάρχει η αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 3. Αφορούσε την έκδοση της σχετικής ειδοποίησης για την άφιξη των δεμάτων, την τοποθέτηση της εντός της ταχυδρομικής θυρίδας και ακολούθως την παραλαβή της από την 1η κατηγορούμενη και την παράδοση των δεμάτων κάτω από τη συνεχή παρατήρηση των Μ.Κ.1 και 3 οι οποίοι επαναλαμβάνω ότι δεν αντεξετάσθηκαν επί αυτού του σημείου, ούτε και αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της σχετικής ειδοποίησης, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτά έγιναν όπως τα περιέγραψαν οι πιο πάνω μάρτυρες. Τα παραδεκτά γεγονότα όπως δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πράγματι τα περιγραφόμενα ως ναρκωτικά στις κατηγορίες, είναι σύμφωνα με την έννοια που τους αποδίδει ο νόμος και στις ποσότητες που αυτά περιγράφονται στο κατηγορητήριο και ότι αυτά ευρίσκονταν εντός των δεμάτων που ταχυδρομήθηκαν από τη Τσεχία με παραλήπτη τον δικαιούχο της συγκεκριμένης ταχυδρομικής θυρίδας τα οποία παρέλαβε η 1η κατηγορούμενη από το ταχυδρομείο Παραλιμνίου. Η ανώμοτη δήλωση της 1ης κατηγορουμένης με την οποία διαφοροποιήθηκε με όσα ανέφερε στην γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία και δήλωσε αθώα, αντικρίζεται σύμφωνα με τα όσα η νομολογία μας έχει διαχρονικά δεχθεί, ότι δηλαδή ήταν μέσα στα δικαιώματα της, όπως και κάθε κατηγορουμένου, μετά που θα του εξηγηθούν τα δικαιώματα που του παρέχονται από το Άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 είτε να καταθέσει ενόρκως, είτε να κάμει ανώμοτη δήλωση είτε ακόμα να παραμείνει σιωπηλός (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Δεν παρέμεινε αμφιβολία στο μυαλό μου ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 σε μια απέλπιδα προσπάθεια εκ μέρους τους να δημιουργήσουν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την ενοχή τους δεν είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι κατά το μεσολαβήσαν διάστημα μέχρι να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενώ παρέμεναν υπό κράτηση είχαν την ευκαιρία να ετοιμάσουν μια εκδοχή με την ελπίδα και την προσδοκία ότι θα απεκδίδονταν των ευθυνών τους για την εισαγωγή των ναρκωτικών ουσιών και την κατοχή τους αργότερα έστω και για ελάχιστο χρονικό διάστημα από την 2η κατηγορούμενη και πάντοτε κάτω από το βλέμμα των αστυνομικών που παρακολουθούσαν την σκηνή. Κρίνω λοιπόν ότι έφτιαξαν μια διαφορετική εκδοχή από αυτή την οποία αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη αποκάλυψαν στους αστυνομικούς ερευνητές της υπόθεσης τόσο αμέσως μετά τη σύλληψη τους όσο και αργότερα στο στάδιο που αποφάσισαν να δώσουν θεληματικές καταθέσεις. Κρίνω ότι τα όσα ανέφεραν στις καταθέσεις τους είναι τα αληθινά γεγονότα τα οποία χαρακτηρίζουν την υπόθεση σε ότι αφορά την δική τους προσωπική και μόνο εμπλοκή στην υπόθεση καθώς η αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο του (βλ. Βρακάς και άλλος v. Δημοκρατία
(1973)2 C.L.R. 139). Θα απορρίψω την προφορική τους μαρτυρία ως πλήρως αναξιόπιστη και η οποία δεν συνάδει αντικριζόμενη με το σύνολο των γεγονότων όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Το πιο πάνω συμπέρασμα μου εξάγεται ακόμα και από την στάση των κατηγορουμένων στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεταν, τις κινήσεις τους, τις στάσεις και την αναποφασιστικότητα η οποία τους χαρακτήριζε στο να απαντούν άμεσα και αυθόρμητα και κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, την ερυθρότητα του προσώπου τους όταν φανερά εψεύδονταν. Η πιο πάνω βέβαια αντίκριση της μαρτυρίας τους με την αποδοχή ως αληθινών γεγονότων των όσων αναφέρονται στις γραπτές τους καταθέσεις δεν οδηγεί αναπόφευκτα το Δικαστήριο στο να αποδεχθεί και να αποβούν ενοχοποιητικά ή επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον της συγκατηγορουμένης τους 1ης κατηγορουμένης εναντίον της οποίας δεν μπορούν να συνιστούν μαρτυρία. Ως εκ τούτου οι αναφορές σε αυτές που εμπλέκουν ή τείνουν να εμπλέξουν την 1η κατηγορούμενη στην εκτέλεση κοινής παράνομης πράξης ή άλλης πράξης συνδεόμενης με τα επίδικα αδικήματα θα αγνοηθεί (βλ. Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ. 38). Όμως για τη δική τους αξιοπιστία μπορεί να ληφθούν υπόψη και είναι φανερό ότι παρουσιάζουν συγκρινόμενες με τις προφορικές τους μαρτυρίες ενώπιον του Δικαστηρίου διαμετρικά αντίθετες θέσεις οι οποίες τους καθιστούν ολωσδιόλου αναξιόπιστους (βλ. Κίτα v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209,212 και Nasir Nazi v. Δημοκρατίας και Butt v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 7707 και 7708 ημερ. 27.01.2006 σελ. 11). Οι καταθέσεις τους περιέχουν παραδοχές επιζήμιων γεγονότων σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 για τον 3ο κατηγορούμενο και σε σχέση με τις κατηγορίες 5 και 6 για την 2η κατηγορουμένη και συνιστούν εναντίον τους απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτές ότι δηλαδή, ο 3ος κατηγορούμενος ήταν αυτός που παράγγειλε τις ναρκωτικές ουσίες να του σταλούν στο συγκεκριμένο ταχυδρομικό κιβώτιο, το οποίο ήλεγχε καθημερινά αναμένοντας τις και σε ό,τι αφορά την 2η κατηγορούμενη ότι γνώριζε ότι εντός του δέματος το οποίο της παρέδωσε η 1η κατηγορούμενη εξερχόμενη από το ταχυδρομείο υπήρχαν ναρκωτικά. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 οι οποίοι διατηρούσαν δεσμό διέμεναν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στο Παραλίμνι. Προηγουμένως συγκατοικούσαν με ένα άλλο ζευγάρι όπου ο άνδρας με το όνομα Kirk Sylvester Campion είχε ενοικιαζόμενο ταχυδρομικό κιβώτιο στο κτίριο του ταχυδρομείου στο Παραλίμνι με αριθμό 34319. Μετά την αναχώρηση του πιο πάνω από την Κύπρο ενόψει του ότι το εν λόγω κιβώτιο ήταν ενοικιασμένο για κάποιο περαιτέρω χρονικό διάστημα, οι πιο πάνω κατηγορούμενοι παρέλαβαν τα κλειδιά του και το διαχειρίζονταν, το κατείχαν, ο δε 3ος κατηγορούμενος το χρησιμοποιούσε ως ταχυδρομική του διεύθυνση. Την 6.11.2006 έφτασαν μέσω του ταχυδρομείου στη Λάρνακα δύο μικρά δέματα τα οποία προέρχονταν από την Τσεχία και είχαν ως παραλήπτη κάποιον Kirk Sylvester Compion με ταχυδρομική του διεύθυνση το πιο πάνω ταχυδρομικό κιβώτιο. Όταν διαπιστώθηκε μετά από την νενομισμένη έρευνα από τελωνειακό λειτουργό ότι σε αυτό περιέχονταν ναρκωτικά ενημερώθηκε η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν.) της Αστυνομίας. Αστυνομικός της εν λόγω υπηρεσίας μετέβη αυθημερόν στο ταχυδρομείο όπου πράγματι από έλεγχο που έκαμε διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ναρκωτικές ουσίες που περιέχονταν στο ένα δέμα και μια ζυγαριά ακριβείας στο άλλο. Προς τούτο παρέλαβε τα δύο δέματα για περαιτέρω ενέργειες. Την επόμενη τα παρέδωσε σε συνάδελφο του ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Οργανώθηκε την ίδια ημέρα επιχείρηση εντοπισμού και σύλληψης του ή των ατόμων που φαίνονταν αναμεμειγμένα στην πιο πάνω εισαγωγή των ναρκωτικών. Τα δέματα παρέμειναν στην συνεχή κατοχή του αστυνομικού - εξεταστή της υπόθεσης εντός του ταχυδρομείου μέχρι που μετά από σχετική ειδοποίηση άφιξης των εν λόγω δεμάτων η οποία τοποθετήθηκε στο εν λόγω ταχυδρομικό κιβώτιο, αυτά παραδόθηκαν την ίδια ημέρα μέσω ταχυδρομικού λειτουργού στην 1η κατηγορούμενη η οποία πήγε και τα ζήτησε κρατώντας τη σχετική ειδοποίηση. Είχε μεταβεί στο ταχυδρομείο με μοτοποδήλατο ενοικιάσεως μαζί με την 2η κατηγορούμενη η οποία διέμενε στην ίδια οικία μαζί της και με τον φίλο της από τον προηγούμενο Οκτώβριο και η οποία είχε παραμείνει έξω από το ταχυδρομείο κοντά στο μοτοποδήλατο αναμένοντας την και συμπεριφερόμενη ανήσυχα, όπως είχε παρατηρήσει αστυνομικός ο οποίος παρέμενε εκτός του ταχυδρομείου παρακολουθώντας την σκηνή και την ταχυδρομική θυρίδα. Κατά τη στιγμή που αυτές θα επιβιβάζονταν στο μοτοποδήλατο τους για να αναχωρήσουν από το μέρος, τις πλησίασαν οι αστυνομικοί και επιδεικνύοντας τους την αστυνομική τους ταυτότητα και πληροφορώντας τις για τα δικαιώματα τους, ζήτησαν όπως διενεργήσουν σύμφωνα με τον νόμο έλεγχο στα εν λόγω δέματα (βλ. Άρθρο 29 παρ. 2 (α,β,γ) του περί Ναρκωτικών, Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμου Ν.29/1997). Η έρευνα αποκάλυψε την ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών και καφέ μέσα στο ένα δέμα και στο άλλο μιας ζυγαριάς ακριβείας. Συνελήφθησαν για αυτόφωρο αδίκημα, τους επεστήθη η προσοχή στο νόμο και έδωσαν τις απαντήσεις που κατέγραψα πιο πάνω κατά την παράθεση της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής και οι οποίες καθίστανται μέρος των ευρημάτων μου. Η σύλληψη και η προσαγωγή των κατηγορουμένων 1 και 2 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. και η επακόλουθη διαδικασία των ανακρίσεων με την έρευνα στην οικία τους και τη κλήση του 3ου κατηγορουμένου να μεταβεί στο αστυνομικό τμήμα και την επακόλουθη της κατάθεσης του σύλληψη του όπως και των κατηγορουμένων 1 και 2, οδήγησαν στην κατά την αστυνομία εξιχνίαση της υπόθεσης. Η επιστημονική εξέταση των ουσιών κατέδειξε ότι επρόκειτο για ναρκωτικές ουσίες στην ποσότητα και το είδος όπως αυτές περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Ακολούθησε η έκθεση κατηγοριών εναντίον και των τριών κατηγορουμένων. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της Συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος έχει ως ακολούθως: ¨Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. ¨ Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η συνωμοσία συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνο. Είναι χωρίς σημασία το κατά πόσο αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία έχουν συμφωνηθεί. Επίσης δεν απαλλάσσεται της ευθύνης, ένας συνωμότης που συμφώνησε να παίξει ένα ρόλο στη συνωμοσία αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από τη στιγμή κατά την οποία η συμφωνία ήταν συμπληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι το αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης, που λαμβάνουν τη μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Η συμφωνία αποδεικνύεται με μαρτυρία του γεγονότος ότι αυτή ετέθη σε εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή τους δράση. (βλ. R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48 στις σελ. 58-59). Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134,142 και 143 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L.328, O' Connell v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. v. Aspinnall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παράγρ. 28-4) Στη σελ. 144 της ίδιας απόφασης ειπώθηκαν τα εξής: ¨Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R.v. Mills, 47 Cr. App. R. 49, R. v. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. v. O' Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παρ. 28-9). Τέλος στη σελ. 149 αναφέρθηκαν και τα πιο κάτω: ¨Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Οι ενέργειες για την προώθηση της συνωμοσίας μπορεί να μη είναι από μόνες τους παράνομες¨. Η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στον Archbold Criminal Evidence and Practice, 41η έκδοση παρ. 28-7, στη σελ. 2038, αναφέρεται πως η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πως μια συμφωνία μεταξύ των συνωμοτών πραγματοποιήθηκε για την προώθηση ενός παράνομου σκοπού. Ο 3ος κατηγορούμενος σύμφωνα με τη δική του κατάθεση γνώριζε για την αποστολή μέσω ταχυδρομείου στη Κύπρο από το εξωτερικό των ναρκωτικών τα οποία είχε παραγγείλει και ευρίσκονταν μέσα στο ένα από τα δέματα τα οποία είχε ζητήσει από την 1η κατηγορουμένη να τα παραλάβει στις 7.11.2006 εάν αυτά είχαν φτάσει. Δεν φαίνεται πουθενά πλην των καταθέσεων στην αστυνομία των κατηγορουμένων 2 και 3 ότι η 1η κατηγορούμενη είχε γνώση του περιεχομένου των δεμάτων κάτι τέτοιο αρνείται και η ίδια στη δική της κατάθεση, όσο ύποπτο και να είναι το σενάριο που κατέθεσε. Όμως με μόνο αυτή τη μαρτυρία δεν είναι δυνατή η κατάληξη σε ετυμηγορία ενοχής της 1ης κατηγορουμένης εφόσον αναφορά σε μια κατάθεση προς την Αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μια κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο (βλ. R v. Gunnerwardene
(1951)35 Cr. App. R. 80, Βρακάς και άλλος v. Δημοκρατίας
(1973)2 C.L.R. 139). Η 1η κατηγορούμενη ανέλαβε να παραλάβει αυτό το δέμα από ταχυδρομείο με υπόδειξη του 3ου κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποδεχτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να καταδεικνύει ότι αυτή γνώριζε το περιεχόμενο των δεμάτων. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες 1 και 2 που αφορούν τα αδικήματα της συνωμοσίας εναντίον και των δύο κατηγορουμένων ήτοι της 1ης κατηγορουμένης και του 3ου κατηγορουμένου όπως δεν αποδείχθηκαν και τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 εναντίον της 1ης κατηγορουμένης σε αντίθεση με τον 3ο κατηγορούμενο για τον οποίο κρίνω ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία, στην οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω, για την ενοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων της εισαγωγής των ναρκωτικών ουσιών που αφορούν αυτές οι κατηγορίες. Στη συνέχεια θα με απασχολήσει η έννοια της κατοχής ως συστατικό στοιχείο των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζουν όλοι οι κατηγορούμενοι στις κατηγορίες 5 και 6. Η κατοχή προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη ενός πράγματος (από ένα πρόσωπο), γνώση του συγκεκριμένου προσώπου ότι έχει αυτό το πράγμα υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχό του και γνώση για τη φύση του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49 και Καϊμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.662). Στην υπόθεση R. v. McNamara 87 Cr. App. R. 246 υποδεικνύεται ότι πρέπει να στοιχειοθετηθεί τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής. Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, λέχθηκε από το δικαστή κ. Πογιατζή ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, όπως η παρούσα, «κατοχή» εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Υπέδειξε περαιτέρω ότι η γνώση εκ μέρους του κατηγορουμένου ως προς το πραγματικό περιεχόμενο τσάντας που κρατούσε αποτελούσε ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ότι το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 12.4 του Συντάγματος δεν επέτρεπε οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 32
(3)(β)(ι) του Νόμου 29/77 η οποία θα αφαιρούσε την υποχρέωση από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει κατά τρόπο θετικό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η τσάντα περιείχε ναρκωτικά. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2004 (παράγραφος Β20.13) αναφέρεται σχετικά το εξής: « The basic proposition is that a person must know that he is in possession of something which is, in fact a controlled drug. This is abundantly clear from Warner v. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 and McNamara
(1988)87 Cr App R 246. Further confirmation is to be found in Lambert
(2002)2 AC 545, where, for example, Lord Clyde states, "The second element involves that the defendant knows that the thing in question is under his control. He need not know what its nature is, but so long as he knows that the thing, whatever it is, is under his control, it is in his possession".» Σε ελεύθερη μετάφραση: « Η βασική θέση είναι ότι κάποιο πρόσωπο πρέπει να γνωρίζει ότι έχει στην κατοχή του κάτι, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι ελεγχόμενο φάρμακο. Αυτό είναι εντελώς ξεκάθαρο από την υπόθεση Warner v. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 και McNamara
(1988)87 Cr App R 246. Περαιτέρω επιβεβαίωση αυτής της θέσης υπάρχει στην υπόθεση Lambert
(2002)2 AC 545, όπου, για παράδειγμα, ο Λόρδος Clyde αναφέρει, "Το δεύτερο στοιχείο εμπεριέχει γνώση του κατηγορούμενου ότι το επίδικο αντικείμενο βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του. Δεν απαιτείται να γνωρίζει τη φύση του, αλλά ενόσω γνωρίζει ότι το αντικείμενο, ό, τι και αν είναι αυτό, βρίσκεται υπό τον έλεγχο του, αυτό είναι στην κατοχή του".» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Warner (πιο πάνω) στην οποία τονίστηκε ότι η φύση του αντικειμένου, οι περιστάσεις της παραλαβής του, το δικαίωμα και η ευχέρεια πρόσβασης στο αντικείμενο είναι στοιχεία που μπορούν να καθορίσουν τη νοητική διάθεση κατοχής μιας συγκεκριμένης ουσίας με ταυτόχρονη γνώση του περιεχομένου, σε αντιπαράθεση με απλή φυσική κατοχή. Υποδεικνύεται στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 ότι επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωσή του. Στη Lambert (πιο πάνω) υποδεικνύεται ότι όταν ένας κατηγορούμενος κατέχει ένα δοχείο γνωρίζοντας ότι περιέχει κάτι, θεωρείται ότι κατέχει το περιεχόμενο του. Όταν το ελεγχόμενο φάρμακο ευρίσκεται εντός του δοχείου, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο του δοχείου, ότι γνώριζε για την ύπαρξη του και ότι περιείχε κάτι, και ότι αυτό που περιείχε ήταν όντως το ελεγχόμενο φάρμακο που η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι είναι. Δεν απαιτείται όπως η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό το κάτι ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Αναφέρεται στη McNamara η οποία υιοθετήθηκε στη Lambert ότι από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει τα πιο πάνω, εναπόκειται στον κατηγορούμενο να επικαλεστεί μία από τις υπερασπίσεις του άρθρου 28 του Misuse of Drugs Act 1971 το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 32 του Νόμου 29/
  1. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και την μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει τις κατηγορίες 5 και 6 όσον αφορά μόνο την 2η κατηγορούμενη η οποία στη δική της κατάθεση παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι στα δέματα περιέχονταν ναρκωτικές ουσίες πράγμα που της είχε πει η 1η κατηγορούμενη, όταν προθυμοποιήθηκε να την μεταφέρει στο Παραλίμνι για να ψωνίσει, ότι δηλαδή στο ταχυδρομικό κιβώτιο αυτή θα αναζητούσε δέμα με ναρκωτικές ουσίες το οποίο ανέμενε και τις οποίες τις απέστελλε πρόσωπο από την Πράγα. Επομένως όταν η 2η κατηγορουμένη έξω από το ταχυδρομείο παραλάμβανε τα δέματα που μόλις είχε παραλάβει η 1η κατηγορούμενη από το ταχυδρομείο γνώριζε ότι σε αυτά υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες. Η κατάθεση της 2ης κατηγορουμένης με την οποία εμπλέκει την 1η κατηγορουμένη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να ενοχοποιήσει αυτή σύμφωνα με τις νομολογιακές μας αρχές στις οποίες έκαμα αναφορά πιο πάνω. Η ίδια, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, δεν γνώριζε το περιεχόμενο του δέματος το οποίο θα παραλάμβανε από το ταχυδρομείο, παρόμοια ήταν και η στάση της αμέσως μετά την ανακοπή και την έρευνα και σύλληψη της με τις απαντήσεις που έδωσε στον Μ.Κ.
  2. Με βάσει λοιπόν την μαρτυρία που υπάρχει ως προς την 1η κατηγορουμένη κρίνω ότι παραμένουν πολλές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή της η οποία πρέπει, όπως και κάθε φορά, να αντικρίζεται στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις πέρα δηλαδή από κάθε αμφιβολία. Όσον αφορά τον 3ο κατηγορούμενο δεν κρίνω ότι με βάση τη δοθείσα μαρτυρία στοιχειοθετούνται τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 καθώς όπως ήταν και η παραδοχή των Μ.Κ.1 και 3 ουδέποτε αυτά περιήλθαν στην κατοχή του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα και ανάγοντας τα στην νομική πτυχή της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και τις εισηγήσεις κατά τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο μερών κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες 3 και 4 εναντίον του 3ου κατηγορουμένου και τις κατηγορίες 5 και 6 εναντίον της 2ης κατηγορουμένης πέραν από κάθε αμφιβολία στις οποίες και τους βρίσκω ένοχους. Θα απαλλάξω και αθωώσω την 1η κατηγορούμενη από όλες τις κατηγορίες και τον 3ο κατηγορούμενο από τις κατηγορίες 1,2,5 και
  3. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.