← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Πάρης Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 3398/05, 10 Ιανουαρίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Πάρης Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 3398/05, 10 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3398/05 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Πάρης Ανδρέου Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Καράς Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Στη 1η κατηγορία το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19

(1)
(4)και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 3.06.2004 στην οδό Σωτήρος στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΑΒ 149 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Στη 2η κατηγορία το αδίκημα της εγκατάλειψης σκηνής δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235
(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 111/89 και άρθρο 20Α΄ του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αυτής της κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη πρώτη κατηγορία ενώ ήταν οδηγός του μηχανοκίνητου οχήματος ΗΑΒ 149 και εμπλακείς σε δυστύχημα το οποίο προκάλεσε ζημιές σε περιουσία άλλου προσώπου εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αποσκοπούσε στο να αποδείξει ότι κατά τον επίδικο χρόνο δηλαδή στις 3.06.2004 και ώρα 18:15 είχε συμβεί τροχαίο δυστύχημα στην οδό Σωτήρος στο Παραλίμνι με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΤΜ 289 με οδηγό την Ευγενία Κώστα και τη μοτοσικλέτα με αριθμό εγγραφής ΗΑΒ 149 την οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία της πιο πάνω οδηγούσε ο κατηγορούμενος ο οποίος τράπηκε σε φυγή μετά τη σύγκρουση και την πρόκληση ζημιάς στο όχημα της. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι πράγματι επεσυνέβη το δυστύχημα. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επικεντρώθηκε στο κατά πόσο ήταν πράγματι αυτός ο οδηγός και στο κατά πόσο ήταν πράγματι η μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου που επέπεσε επί του αυτοκινήτου της παραπονούμενης. Ο Αστ. Κ. Ιωάννου ο οποίος υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στην Τροχαία Αμμοχώστου και ήταν αυτός που ανέλαβε τη διερεύνηση του δυστυχήματος, μετέβη στη σκηνή δέκα λεπτά μετά το δυστύχημα όπου βρήκε μόνο την παραπονούμενη Ευγενία και το όχημα της στη τελική του θέση. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και αργότερα με βάσει αυτό συμμετρικό με το οποίο συμφώνησε η παραπονούμενη Μ.Κ.
  2. Αργότερα ο Αστ. 1759 την ίδια ημέρα ήλεγξε την μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου στο σπίτι του η οποία δεν έφερε οποιαδήποτε γδαρσίματα ή χτυπήματα. Η έρευνα του επίσης κατέδειξε ότι κανένα πρόσωπο δεν μεταφέρθηκε τραυματισμένο σε κάποια από τα ιατρικά κέντρα με τα οποία επικοινώνησε και έτσι δεν προέκυψε οτιδήποτε επιλήψιμο ως προς αυτή την κατεύθυνση των ερευνών του. Ούτε η έρευνα του σε διάφορους μηχανικούς μοτοσικλετών για τυχόν μεταφορά κάποιας μοτοσικλέτας κτυπημένης κατέδειξε οτιδήποτε. Πληροφορίες που περιήλθαν στην αντίληψη του και η περιγραφή που έδωσε η Ευγενία του ατόμου που οδηγούσε την μοτοσικλέτα ήγειραν υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου ο οποίος κλήθηκε την επομένη στο Τμήμα Τροχαίας για κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 και στην οποία προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, η κατάθεση δόθηκε στον Αστ. 1797 Κωνσταντίνου. Μετά από πληροφόρηση του για τη διερεύνηση της υπόθεσης και την επίστηση της προσοχής του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε:¨εγιώ έρεσα που τζιαμέ, τζαι εία την γενέκα που έκλεε¨. Την ίδια ημέρα η Ευγενία Κώστα η οποία μετέβη στο σταθμό για να παραλάβει τα έγγραφα του αυτοκινήτου της σε συμπληρωματική κατάθεση της ανέφερε ότι είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το άτομο που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα και η οποία συγκρούστηκε στο όχημα της. Αργότερα όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε ¨είπα σας εν ήμουν εγιώ¨. Πολύ αργότερα και μετά πάροδο 6 και πλέον μηνών, στις 10.01.2005 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι παρόλο ότι είχαν εκτεθεί διάφορες κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου σε άλλο κατηγορητήριο οι οποίες αφορούσαν διάφορα αδικήματα για τροχαίες παραβάσεις κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο εντούτοις για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης θέλησε να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση τους. Οι ζημιές στο αυτοκίνητο ήταν βούλωμα και γδάρσιμο στην αριστερή μπροστινή του πόρτα και γδάρσιμο στο αριστερό μπροστινό ρίμ. Δεν παρέμεινε οποιοδήποτε κατάλοιπο στο αυτοκίνητο από τη μοτοσικλέτα. Σύμφωνα με τις συνθήκες της σύγκρουσης, ανέφερε, θα έπρεπε να είχε κτυπήσει η δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας και ο μπροστινός της τροχός και κατά την άποψη του μια τέτοια σύγκρουση θα έπρεπε να άφηνε ίχνη επί της μοτοσικλέτας. Η μαρτυρία του Πέτρου Λοίζου (Μ.Κ.3) του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκ. 5 δεν προσέθεσε οτιδήποτε στα όσα ουσιαστικά αμφισβητούνται. Αυτός βγήκε έξω από το παρακείμενο υποστατικό του, το χημείο του, όπου θα μετέβαινε η παραπονούμενη, μετά που άκουσε τον θόρυβο από τη σύγκρουση. Έκαμε όμως αναφορά στην κατάθεση του σε ένα σημαντικό γεγονός, ότι δηλαδή κάποιος από τους οδηγούς μοτοσικλετών που βρέθηκαν στη σκηνή, οδηγώντας όμοια μοτοσικλέτα με αυτή που συγκρούστηκε επί του αυτοκινήτου της παραπονούμενης, ανέφερε ότι θα πήγαινε να έφερνε πίσω τον μοτοσικλετιστή που τράπηκε σε φυγή και ο οποίος είχε κτυπήσει στο αυτοκίνητο. Στο ίδιο γεγονός αναφέρεται την επομένη κιόλας του επεισοδίου ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση αναφέροντας ότι ήταν αυτός που είπε αυτή την κουβέντα και έφυγε από τη σκηνή χωρίς όμως να προφτάσει ή εντοπίσει τον δράστη. Η Κατηγορούσα Αρχή βασίζεται ουσιαστικά προς απόδειξη της υπόθεσης της στη μαρτυρία της Ευγενίας Κώστα. Αυτή έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία. Στη πρώτη την οποία έδωσε λίγη ώρα μετά το συμβάν πέραν από την περιγραφή της μοτοσικλέτας που συγκρούστηκε στο όχημα της ως μεγάλου κυβισμού την περιγράφει και ως κόκκινου με ασημί χρώματος και ότι έλειπαν από πάνω της κομμάτια. Ο οδηγός της ήταν μελαχρινός, μέτριου αναστήματος με σγουρά φουντωτά μαλλιά, δεν φορούσε κράνος και ήταν μόνος του πάνω στη μοτοσικλέτα. Μετά τη σύγκρουση κατέβηκε από το αυτοκίνητο της και τον ρώτησε εάν έπαθε τίποτε, αυτός χωρίς να της απαντήσει ανέβηκε στη μοτοσικλέτα του σκυφτός όπως ήταν και τράπηκε σε φυγή. Η μοτοσικλέτα δεν διέθετε πινακίδες εγγραφής. Στην δεύτερη συμπληρωματική κατάθεση της την οποία έδωσε την επόμενη ημέρα όταν μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να παραλάβει τα έγγραφα του αυτοκινήτου της, αναφέρεται στο ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο βλέποντας τον στον αστυνομικό σταθμό. Πέραν της περιγραφής του ατόμου που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, την οποία έκαμε στην πρώτη της κατάθεση, προσέθεσε στην συμπληρωματική της ότι θυμόταν χαρακτηριστικά ότι αυτός είχε και μια ελιά στην αριστερή πλευρά του προσώπου του και ότι τα άλλα χαρακτηριστικά του ήταν τα ίδια με αυτά του κατηγορουμένου. Δεν είχε προσέξει αν αυτός είχε τραυματισθεί. Η μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό της μοτοσικλέτας που κτύπησε πάνω στο όχημα της και στο εδώλιο του κατηγορούμενου γεγονός στο οποίο επέμεινε και κατά την αντεξέταση της. Όταν ανέφερε ότι τα μαλλιά του ήταν φουντωτά εννοούσε ότι αυτά είχαν πεταχτεί από τον αέρα. Για το χρώμα της μοτοσικλέτας επέμενε ότι ήταν ασημί με κόκκινο. Την επόμενη ημέρα, στον αστυνομικό σταθμό, όταν τον αναγνώρισε της είχε αναφέρει ότι δεν ήταν εκείνος αλλά η ίδια επέμενε πως ήταν αυτός. Η ζημιά που είχε πάθει το όχημα της ήταν γύρω στις Λ.Κ.400= -Λ.Κ.450=. Όταν συγκρούστηκε η μοτοσικλέτα στο όχημα της ακούστηκε θόρυβος και όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι βούλωσε το φτερό του αυτοκινήτου της. Θυμόταν ότι στη σκηνή είχαν μαζευτεί και άλλες μοτοσικλέτες ίσως και 4 με 5 και ορισμένες από αυτές είχαν και συνοδηγό. Παραδέχθηκε ότι είχε ακούσει κάποιον να λέγει στη σκηνή ότι θα πήγαινε να έφερνε τον μοτοσικλετιστή που είχε διαφύγει. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφερθεί στη 1η της κατάθεση στην χαρακτηριστική ελιά στο πρόσωπο του ατόμου που περιέγραψε, αναφέροντας ότι ίσως να της διέφυγε αυτή η λεπτομέρεια. Δεν ήξερε εάν η μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου είχε χρώμα μπλε. Την ζημιά στο όχημα της την πλήρωσε η ίδια και αισθάνεται αδικημένη που αναγκάστηκε να πληρώσει για μια ζημιά που της προκάλεσε κάποιο τρίτο πρόσωπο αλλά δεν έψαχνε κάποιο άτομο απλώς για να του φορτώσει την ευθύνη. Δεν συμφώνησε με υποβολή ότι θα έπρεπε περιγράφοντας το άτομο που οδηγούσε την μοτοσικλέτα στην 1η της κατάθεση ότι θα έπρεπε να είχε αναφερθεί και στην ελιά που είχε το πρόσωπο του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Καράς εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου καθώς σε ότι αφορά την 1η κατηγορία δεν αποδείχθηκε που έγκειται η αμέλεια του κατά την οδήγηση παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Σε ότι αφορά τη 2η κατηγορία ανέφερε ότι ενώ η αστυνομία προσήψε εναντίον του κατηγορουμένου κατηγορίες που αφορούσαν διάφορα τροχαία αδικήματα που διέπραξε στον ίδιο τόπο και χρόνο και έτσι καταχώρησε ξεχωριστό κατηγορητήριο, εντούτοις, διαχώρισε αυτά τα αδικήματα καθ΄ότι φαίνεται ότι κατά τη διερεύνηση τους είχαν καταλήξει ότι δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου γι΄αυτά. Υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την περιγραφή της μοτοσικλέτας που η Μ.Κ.4 επέμενε ότι ήταν χρώματος κόκκινου με ασημί ενώ η μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου, όπως ανέφερε ο δικηγόρος, ήταν χρώματος μπλε. Τέλος εισηγήθηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από της διαπράξεως των αδικημάτων και το γεγονός ότι για το ίδιο επεισόδιο είχε καταχωρηθεί και άλλη ποινική υπόθεση και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση αλλά και η πάροδος του χρόνου μέχρι την εκδίκαση της θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου από τις κατηγορίες από αυτό το στάδιο καθώς παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα του για δίκαιη δίκη και δίκη εντός εύλογου χρόνου, προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Ο κ. Δημητρίου που εκπροσώπησε την Κατηγορούσα Αρχή, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, εισηγήθηκε ότι η αμελής οδήγηση του οδηγού της μοτοσικλέτας έχει αποδειχθεί από την μαρτυρία της Μ.Κ.4 και του εξεταστή της υπόθεσης που παρέθεσε τα ευρήματα του στη σκηνή όπως η τελική θέση του αυτοκινήτου και το σημείο συγκρούσεως επί του αυτοκινήτου καθώς και από την πραγματική μαρτυρία, το σχεδιαγράφημα. Η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι αντινομική σε βαθμό που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη της κατηγορίας από αυτό το στάδιο. Παραδέχθηκε ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση και στην εκδίκαση της υπόθεσης η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια που να παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  3. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ: Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στηρίζεται στο Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι΄έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος....¨ Οι πιο κάτω υποθέσεις είναι ενδεικτικές για το πως αντικρίζει η νομολογία μας το αδίκημα της αμέλειας: Σε μια κατηγορία για αμελές οδήγημα η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε ως συνετός και προσεκτικός οδηγός και όχι ως ένας τέλειος οδηγός. Στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 1 στη σελ. 4 ο Δικαστής, όπως ήταν τότε, κ. Πικής αναφέρει τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια: ¨Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση της αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια¨. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, παράλειψη να δει κάποιος ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολαίδης v. Οικονομίδης,
(1963)2 Α.Α.Δ. 78. Η συμπεριφορά ενός οδηγού, εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 346). Στην υπόθεση Παύλου v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 68 στη σελ. 73 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του Άρθρου 8 του Νόμου 86/1972 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι που αναφέρονται στην συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού¨. Στην υπόθεση Charalambous v. Police,
(1982)2 Α.Α.Δ. σελ. 134, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση στη σελ. 143 και σε αναφορά στο βάρος της απόδειξης το οποίο φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, ο έντιμος κ. Στυλιανίδης Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρει ότι θα πρέπει να αποδείξει αμέλεια αρκετή που να στοιχειοθετεί αστική ευθύνη παραπέμποντας επίσης στην υπόθεση Christos Rayias v. The Police 19, C.L.R. 308). Τα πιο πάνω, κατ΄ εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Panayiotou v. Mavrou,
(1970)1 C.L.R. 215). ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ 2ης ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ: Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας συντελείται: (α) όταν ένας οδηγός μηχανοκινήτου οχήματος εμπλακεί σε δυστύχημα (β) στο οποίο προκαλεί ζημιές σε περιουσία τρίτου προσώπου και (γ) εγκαταλείπει τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμελούς οδήγησης του μοτοσικλετιστή ο οποίος συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα του στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η παραπονούμενη Μ.Κ.
  1. Ο μοτοσικλετιστής σύμφωνα με τη μαρτυρία της πιο πάνω και ενώ η ίδια είχε προειδοποιήσει και κάμει έγκαιρα σήμα με τον σηματοδότη του οχήματος της ότι θα έστριβε στα αριστερά, σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης, οδήγησε την μοτοσικλέτα του κατά τρόπο που βρέθηκε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της και στη συνέχεια συγκρούστηκε στην αριστερή μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου της και στον αριστερό μπροστινό τροχό του. Σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες συνθήκες που επικρατούσαν στη σκηνή, όπως αυτές προσδιορίζονται στο σχέδιο που ετοίμασε ο Μ.Κ.1 και στην κατάθεση του, για τις οποίες ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκαν οι μάρτυρες, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί το αδίκημα αυτό σε αυτό το στάδιο. Βέβαια όλα τα πιο πάνω θα έχουν σημασία στην υπόθεση μας αφού βρεθεί προηγουμένως ότι ήταν πράγματι ο κατηγορούμενος ο μοτοσικλετιστής ο οποίος τράπηκε σε φυγή αμέσως μετά τη σύγκρουση και για τούτο αντιμετωπίζει το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Η μαρτυρία σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορουμένου ως του μοτοσικλετιστή ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα που επέπεσε επί του αυτοκινήτου της Μ.Κ.4 προέρχεται αποκλειστικά από την ίδια. Αυτή η μαρτυρία είναι και η μόνη επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται να στηριχθεί και να καταδικάσει ή όχι τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες. Επισημαίνω ότι δεν βρέθηκε κανένα κατάλοιπο της μοτοσικλέτας επί του αυτοκινήτου και κανένα κτύπημα επί της μοτοσικλέτας η οποία εξετάστηκε την ίδια ημέρα από αστυνομικό. Επίσης έρευνα σε κλινικές κατέδειξε ότι κανένα πρόσωπο δεν περιθάλφθηκε τραυματισμένο συνεπεία ενός τέτοιου δυστυχήματος εκείνη την ημέρα, ούτε διαπιστώθηκε ότι οποιοσδήποτε μηχανικός, επιδιόρθωσε μια μοτοσικλέτα της περιγραφής της μοτοσικλέτας του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ.4 λίγη μόλις ώρα μετά το επεισόδιο έδωσε κατάθεση στην αστυνομία. Σε αυτή περιγράφει τον μοτοσικλετιστή τον οποίο αντίκρισε μόνο για μια στιγμή και σκυφτό όπως ήταν, από κοντινή όμως απόσταση και υπό το φως της ημέρας. Οι κινήσεις του μοτοσικλετιστή όπως αυτές περιγράφηκαν από την μάρτυρα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι αυτός προσπαθούσε να κρυφτεί και αμέσως σχεδόν και χωρίς να απαντήσει στο ερώτημα της κατά πόσο είχε πάθει οτιδήποτε και αφού σηκώθηκε πάνω και ανασήκωσε και τη μοτοσικλέτα του τράπηκε σε φυγή. Προκαλείται η απορία πως μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό που όλα διαδραματίστηκαν αστραπιαία η Μ.Κ.4 πρόσεξε τη ελιά στο πρόσωπο του, αφού είναι φανερό ότι αυτός με τις κινήσεις και σκυφτός όπως ήταν προσπαθούσε να μην αναγνωριστεί εφόσον σκόπευε να διαφύγει. Οι υποψίες της αστυνομίας επικεντρώθηκαν στον κατηγορούμενο. Την ίδια ημέρα αστυνομικός επιθεώρησε τη μοτοσικλέτα του χωρίς να εντοπίσει οποιαδήποτε ίχνη σύγκρουσης επ΄αυτής. Την επόμενη ημέρα είναι φανερό ότι η αστυνομία μεθόδευσε την ταυτόχρονη παρουσία τόσο της Μ.Κ.4 όσο και του κατηγορουμένου την ίδια ώρα στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί κάτω από άγνωστες συνθήκες πως συναντήθηκαν μίλησαν μεταξύ τους, το σίγουρο είναι ότι δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη για να αναγνωρισθεί ο κατηγορούμενος τόσο από την ίδια την Μ.Κ. 4 όσο και από τον Μ.Κ.3 ο οποίος επίσης είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας στη σκηνή και ο οποίος μετά από δώδεκα ημέρες, όταν του λήφθηκε η κατάθεση, σίγουρα δεν θα θυμόταν τα χαρακτηριστικά του μοτοσικλετιστή όπως δεν τα θυμόταν και ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως διαπιστώνεται ότι για σκοπούς αναγνώρισης του κατηγορούμενου δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία για την αναγνώριση προσώπων και περιουσίας όπως τιτλοφορείται η Αστυνομική Διάταξη Αρ.
  2. Δεν φάνηκε εν πάση περιπτώσει ότι η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν δίκαιη στο πρόσωπο του υπόπτου τότε κατηγορούμενου. Όταν η υπόθεση, όπως η παρούσα, αφορά αναγνώριση ενός κατηγορουμένου ή ενός αντικειμένου (της μοτοσικλέτας) τότε η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από τον κανόνα που καθόρισε ο Lord Widgery στην υπόθεση R. v. Turnbull 65 Cr. App. R. 16 για τις οδηγίες που πρέπει να τηρούνται σε μια προσπάθεια διασφάλισης της ορθής αναγνώρισης: ¨Όταν κατά τη κρίση του πρωτόδικου Δικαστή η ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας είναι αδύνατη, όταν για παράδειγμα στηρίζεται αποκλειστικά σε μια παροδική ματιά ή σε μια μεγαλύτερη παρακολούθηση αλλά κάτω από δύσκολες συνθήκες, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Ο Δικαστής οφείλει τότε να αποσύρει την υπόθεση από τους ένορκους και να δώσει οδηγίες για την αθώωση του κατηγορουμένου εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης. Η μαρτυρία αυτή μπορεί να είναι ενισχυτική με την έννοια που χρησιμοποιούν την λέξη οι νομικοί, αλλά δεν χρειάζεται να είναι τέτοια, αν το αποτέλεσμα της είναι να πείσει τους ένορκους ότι δεν υπήρξε εσφαλμένη αναγνώριση. Για παράδειγμα ο Χ βλέπει τον κατηγορούμενο να αρπάζει μια γυναικεία τσάντα. Κατορθώνει να ρίξει μόνο μια παροδική ματιά στο πρόσωπο του κλέφτη καθώς ο τελευταίος τρέχει να διαφύγει και τον βλέπει να μπαίνει σε ένα διπλανό σπίτι. Αργότερα αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο σε μια αναγνωριστική παράταξη. Αν δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία απ΄αυτή, η φτωχική ποιότητα της αναγνώρισης θα υποχρέωνε τον Δικαστή να αποσύρει την υπόθεση από τους ένορκους. Όμως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν υπήρχε μαρτυρία ότι το σπίτι στο οποίο κατέφυγε ο κλέφτης ανήκε στον πατέρα του κατηγορούμενου¨. Είναι φανερό ότι η ¨χαρακτηριστική¨ ελιά στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, άλλο σημάδι αναγνώρισης του από την Μ.Κ.4 θα καταγραφόταν στην πρώτη της κατάθεση και όχι να καταγραφόταν για πρώτη φορά στην συμπληρωματική της κατάθεση της επόμενης ημέρας μετά που είχε συναντήσει κάτω από περίεργες συνθήκες τον κατηγορούμενο και συνομίλησε μάλιστα μαζί του. Η Μ.Κ.4 επέμενε στο χρώμα της μοτοσικλέτας που επέπεσε επί του αυτοκινήτου της ότι αυτή είχε χρώμα ασημί και κόκκινο. Όλα αυτά καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει ίχνος ενισχυτικής μαρτυρίας της πτωχής, όπως την κρίνω, αναγνώρισης του κατηγορουμένου από την Μ.Κ.4 υπό τις συνθήκες που έγινε αυτή τόσο στη σκηνή του επεισοδίου όσο και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό, τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι η Μ.Κ.4 δεν αναφέρθηκε καθόλου στο γεγονός ότι κάποιος από τους μοτοσικλετιστές που προσέγγισαν την σκηνή εξέφρασε την πρόθεση να προστρέξει για να βρει τον διαφυγόντα μοτοσικλετιστή. Σε αυτό το γεγονός έκαμε αναφορά ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση την επόμενη του επεισοδίου αλλά και ο Μ.Κ.3 στη δική του αρκετές ημέρες αργότερα. Η αστυνομία, έχοντας μια τέτοια πληροφορία και μάλιστα όταν ο κατηγορούμενος κατονόμασε στη κατάθεση του, δίδοντας μάλιστα και το κινητό τηλέφωνο του συνεπιβάτη του στη δική του μοτοσικλέτα, φαίνεται ότι δεν διερεύνησε αυτήν την εκδοχή του ότι αυτός είχε συνεπιβάτη ενώ ο μοτοσικλετιστής που επέπεσε επί του οχήματος της Μ.Κ.4 ήταν ένας σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία. Για τούτο και κρίνω ότι η διερεύνηση που έγινε των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης από την αστυνομία δεν στάθηκε καθόλου υποβοηθητική στο να καταλήξει το Δικαστήριο σε ασφαλή συμπεράσματα. Ούτε καν το χρώμα της μοτοσικλέτας του κατηγορουμένου, σημαντικό στοιχείο για την όλη υπόθεση, εφόσον επρόκειτο για στήριξη κατηγοριών που βασίζονταν πάνω στην αναγνώριση του κατηγορουμένου και της μοτοσικλέτας του τον αριθμό εγγραφής της οποίας συμπεριλαμβάνει η Κατηγορούσα Αρχή στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, χωρίς βέβαια αυτό να το καθιστά και συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, εντούτοις δεν φρόντισε ο εξεταστής της υπόθεσης να γνωρίζει αυτό το σημαντικό στοιχείο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, αν και η μοτοσικλέτα ελέγχθηκε κατά την ίδια ημέρα του συμβάντος. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι καθιστούν την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως ασαφή, μη πειστική σε τέτοιο βαθμό που κατά την άποψη μου την καθιστά αντινομική. Η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία το μόνο που θα εξυπηρετούσε θα ήταν να καλύψει κενά και αδυναμίες στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και εδώ είναι που το Δικαστήριο θα πρέπει να επέμβει και να μην επιτρέψει μια τέτοια εξέλιξη. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 82 λέχθηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας¨. Είναι γι΄αυτούς τους λόγους που οδηγούμε στο συμπέρασμα να απαλλάξω και αθωώσω τον κατηγορούμενο από την 2η κατηγορία. Η απαλλαγή και αθώωση του σε αυτή αναπόφευκτα συμπαρασύρει στην ίδια κατάληξη και την 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται και στις δύο κατηγορίες. Επειδή σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου επικεντρώθηκε στο θέμα του χρόνου που παρήλθε από της διαπράξεως του αδικήματος μέχρι σήμερα, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήδη αντιμετώπισε μια ποινική υπόθεση για τροχαία αδικήματα που διέπραξε κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, θα καταγράψω στη συνέχεια σε συντομία την άποψη μου επί του θέματος για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Μια ανασκόπηση της πορείας της υπόθεσης είναι αναγκαία για να γίνουν κατανοητά τα συμπεράσματα μου ως προς αυτή την πτυχή. Τα αδικήματα φέρεται ότι τα διέπραξε ο κατηγορούμενος στις 3.06.
  1. Η διερεύνηση της υπόθεσης φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε εντός λίγων ημερών. Η τελευταία ημερομηνία που αποσκοπούσε στη διερεύνηση των αδικημάτων φαίνεται να είναι αυτή της λήψης κατάθεσης από τον Μ.Κ.3 στις 15.06.
  2. Από την Μ.Κ.4 - παραπονούμενη λήφθηκαν δύο καταθέσεις η πρώτη την ίδια ημέρα του επεισοδίου και η δεύτερη την επόμενη δηλαδή στις 4.06.2004 ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε κατάθεση και από τον κατηγορούμενο. Έκτοτε δεν σημειώθηκε οποιαδήποτε εξέλιξη στην υπόθεση μέχρι την 10.01.2005 οπότε ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7.10.
  3. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση γι΄αυτές τις καθυστερήσεις πλην των όσων ανέφερε ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του, ότι ήθελε να διερευνήσει περισσότερο αυτά τα αδικήματα. Στο μεταξύ στις 10.12.2004 καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορουμένου το άλλο κατηγορητήριο με αριθμό υπόθεσης 4355/2004 για τις κατηγορίες που έκαμα αναφορά πιο πάνω και η υπόθεση εκείνη ολοκληρώθηκε στις 6.04.2005 δηλαδή έξι μήνες πριν την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Η παρούσα υπόθεση μετά την άρνηση των κατηγοριών αναβλήθηκε για τρεις φορές για ακρόαση λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου μέχρι της 21.11.2006 οπότε και άρχισε η ακρόαση της. Ο κατηγορούμενος πάντοτε υπήρξε συνεπής με τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Δικαστήριο και ποτέ δεν ζήτησε αναβολή. Το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας είναι σχετικά όπως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει αναπτυχθεί επί του θέματος αυτού. Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ορίζει ότι: ¨έκαστος κατά τη διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου¨. Η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το πιο πάνω άρθρο αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068.) Στην Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 203, στη σελ. 222 υποδεικνύεται από το κ. Πική Δ. όπως ήταν τότε, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Στην Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 (του κ. Πική Δ. όπως ήταν τότε) υποδεικνύεται ότι παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Άρθρο 30.2 καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της, όπου γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Pamporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578, Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Χασσάν v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Στην France Series A, Publication of the European Court of Human Rights, para. 58, 1989, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρατήρησε ότι η κατοχύρωση του εύλογου χρόνου υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστέρηση η οποία θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Σκοπός της σχετικής πρόνοιας είναι η προστασία των διαδίκων από τις υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Stogmullen v. Austria, Series A9 p. 40
(1969). Ωστόσο μόνο καθυστερήσεις οι οποίες οφείλονται κατά κάποιο τρόπο στο Κράτος είναι σχετικές για τους σκοπούς του άρθρου 6.1 (Buchhoiz Judgment of May, 1981, Series A, No. 42 p. 15). Αν μια Δημόσια Αρχή είναι διάδικος, καθυστερήσεις εκ μέρους της θα καταλογισθούν στο Κράτος το οποίο θα ευθύνεται για αυτές δυνάμει του άρθρου 6 (Η. V. Uniteted Kingdom judgment of 8 July 1987 Series A, No. 120 p. 38). Στις δικές μας υποθέσεις Χριστόπουλου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 100, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, κρίθηκε ότι εν όψει του μακρού χρόνου που ακολούθησε την ολοκλήρωση της αστυνομικής έρευνας από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (ένας χρόνος), αλλά και της μεταγενέστερης χρονοβόρας διαδικασίας που επακολούθησε και διήρκεσε για την ολοκλήρωση της ακρόασης της (πέντε χρόνια μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και περισσότερα από έξι χρόνια αφότου ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία), ότι έπρεπε να ακυρωθεί η δίκη και η καταδίκη να παραμεριστεί. Στην Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 294, λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου¨. Και στη συνέχεια ¨Η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης είναι ουσιώδεις παράγοντες στον καθορισμό του εύλογου του χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της ποινικής δίκης. Οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη τόσο όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τις ανακριτικές αρχές όσο και την εκδίκαση της από το Δικαστήριο¨. Στην υπόθεση αυτή για ένα απλό αδίκημα οδήγησης με πινακίδες DL και για το οποίο κλητεύθηκε 11 μήνες αργότερα να παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να απαντήσει σε κατηγορία ότι οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς αυτό να είναι εγγεγραμμένο και η οποία τελικά μετά από πολλές αναβολές εκδικάστηκε 27 μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος, κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του εφεσείοντος. Στην παρούσα υπόθεση η οποία θα μπορούσε επίσης να χαρακτηρισθεί ως απλή, της οποίας το ανακριτικό έργο έληξε ουσιαστικά 12 ημέρες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος καλείται στην αστυνομία και κατηγορείται έξι μήνες αργότερα. Πέρασαν άλλοι δέκα μήνες για να καταχωρηθεί το κατηγορητήριο στο Δικαστήριο. Έκτοτε αναβλήθηκε τρεις φορές για ακρόαση και πάροδος ενός και πλέον χρόνου μέχρι να αρχίσει η ακροαματική της διαδικασία στις 21.11.2006. Κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας δεν απέχουν από τις πιο πάνω υποθέσεις. Καταλήγω έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ότι υπάρχει παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου όπως καταγράφονται πιο πάνω και μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορούμενος αντιμετώπισε ακόμα μια υπόθεση με παρεμφερή αδικήματα τα οποία είχε διαπράξει κατά το ίδιο επεισόδιο και στον ίδιο τόπο και η οποία είχε ολοκληρωθεί έξι μήνες πριν την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Πέραν όμως των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να βιώσει την αγωνία της αναμονής της έκβασης της δίκης του δύο φορές όπου η παρούσα υπόθεσης κράτησε πέραν του 1 ½ έτους από την περάτωση της πρώτης υπόθεσης. Επιβαρύνθηκε με διπλή δικαστική δαπάνη και ταλαιπωρία καθώς επίσης απώλεσε το δικαίωμα του όπως ζητήσει η μια υπόθεση ληφθεί υπόψη στην άλλη εάν βρισκόταν ένοχος όπως συνηθίζεται να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Για όλους αυτούς τους λόγους θα απέρριπτα και θα τον απάλλασσα και πάλι από τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.)..................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.