Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Θεορής Περικλής, Αρ. Υπόθεσης:217/2007, 15 Μαρτίου,2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:217/2007 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Θεορής Περικλής Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 15 Μαρτίου,2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για κατηγορούμενο : κ.Πελεκάνος Κατηγορούμενος: Παρόν Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Για Δίκη Εντός Δίκης) ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της Μαστροπείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτός κατηγορείται ότι στις 24.01.2007 στον Πρωταρά της Επαρχίας Αμμοχώστου προήγαγε γυναίκα σε κοινή πορνεία δηλαδή την Natalia Ghecaanu από την Μολδαβία σε παράνομη σαρκική επαφή στη Δημοκρατία είτε αλλού με διάφορα πρόσωπα. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα του ζειν εκ κερδών πορνείας όπου ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρονται στη 1η κατηγορία εν γνώση του εν μέρει αποζούσε από κέρδη πορνείας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Όταν ο Μ.Κ. 1 Αστ. 3488 Μ. Χρίστου κλήθηκε να καταθέσει την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο προβλήθηκε ένσταση καθ΄ότι όπως ήταν η εισήγηση παραβιάστηκαν οι Δικαστικοί Κανόνες κατά τη λήψη της έτσι που αυτή ως μη θεληματική και ως ληφθείσα παράτυπα δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή ως μαρτυρία. Ουσιαστικά η ένσταση αφορά δύο σημεία. Το πρώτο της μη παροχής στον κατηγορούμενο κατάλληλης προειδοποίηση και μη επεξήγησης σε αυτόν των δικαιωμάτων που είχε κατά και μετά τη λήψη της έτσι που παραβιάστηκε ουσιωδώς ο 4ος Δικαστικός Κανόνας και το δεύτερο, ότι η κατάθεση λήφθηκε με βάσει τον 2ο Δικαστικό Κανόνα ενώ αυτή θα έπρεπε να λαμβανόταν με βάσει τον 3ο Δικαστικό Κανόνα εφόσον υπήρχε ήδη μέχρι τη στιγμή που θα λαμβανόταν αυτή επαρκής μαρτυρία, αντικειμενικά εξεταζόμενη και επομένως οι ερωτήσεις που θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί ήταν περιορισμένες και θα έπρεπε να αποσκοπούσαν σε περιορισμένους σκοπούς όπως προβλέπει ο Δικαστικός αυτός Κανόνας. Διεξήχθη Δίκης Εντός Δίκης για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες και ο τρόπος λήψης της κατάθεσης. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση σημειώθηκε ως Τεκμήριο για Αναγνώριση Α΄. Σε αυτή πλην της παραδοχής του κατηγορουμένου ότι είναι ο ιδιοκτήτης κάποιας μπυραρίας με το όνομα APOLLO, επεφύλαξε το δικαίωμα του σε όλες τις άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν δίδοντας τις ακόλουθες απαντήσεις: ¨ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο¨ ή ότι ¨δεν απαντώ¨ ή ότι ¨δεν γνωρίζω¨. Ο Αστ. Μ. Χρίστου ήταν ο μόνος μάρτυρας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και έτσι μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του πιο πάνω μάρτυρα οι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Ο πιο πάνω μάρτυρας ανέφερε ότι πριν λάβει την εν λόγω κατάθεση από τον κατηγορούμενο του επέστησε την προσοχή στο νόμο σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα
- Θα καταγράψω το λεκτικό που χρησιμοποίησε καθότι θα έχει σημασία και στη μετέπειτα ανάλυση μου: ¨Σε πληροφορώ ότι διερευνώ υπόθεση που αφορά αδικήματα μαστρωπείας και αποζείν από κέρδη πορνείας, τα οποία διαπράχθηκαν κατά τον μήνα Ιανουάριο του 2007 στον Πρωταρά και έχω μαρτυρία που μου παρέχει εύλογες και γνήσιες υπόνοιες ότι ενέχεσαι και προτίθεμαι να σε ανακρίνω. Δεν είσαι υπόχρεος να πεις οτιδήποτε, εκτός εάν θέλεις να πεις, αλλά ότι πεις πιθανόν να γραφεί και δοθεί ως μαρτυρία¨. Αφού έγραψε το πιο πάνω λεκτικό, στη συνέχεια του το διάβασε και αυτός υπέγραψε. Στην συνέχεια του υπέβαλλε μια - μια τις ερωτήσεις που ακολούθησαν, τις κατέγραφε, έγγραφε τις απαντήσεις που του έδιδε ο κατηγορούμενος και στο τέλος κάθε σελίδας αυτός έβαζε τα αρχικά του και στο τέλος της μετά που του την διάβασε την υπέγραψε ολογράφως. Πριν λάβει την εν λόγω κατάθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν υπό κράτηση προς διερεύνηση αδικημάτων μαστρωπείας, αποζείν από κέρδη πορνείας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών, είχε κάποιες καταθέσεις και το σύνολο της μαρτυρίας που χρειαζόταν για στοιχειοθέτηση μόνο των δύο πρώτων αδικημάτων. Δεν μπορούσε, κατά την άποψη του, να χρησιμοποιήσει τον Κανόνα 3 παρόλο ότι ήταν προς το τέλος του ανακριτικού έργου και ολοκληρωνόταν η υπόθεση για την αστυνομία, εφόσον υπολείπονταν ακόμα κάποιες άλλες ενέργειες, όπως ανέφερε, όπως η αναζήτηση κάποιων πελατών της μπυραρίας οι οποίοι ¨ψώνιζαν¨ κοπέλες από εκεί. Δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Κανόνα 4 εφόσον ο κατηγορούμενος δεν συνεργαζόταν και ήταν αρνητικός. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι όταν λάμβανε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο είχε υπόψη του σχεδόν όλη τη μαρτυρία και υπολείπονταν οι καταθέσεις των συναδέλφων του αστυνομικών. Είχε μιλήσει με τους συναδέλφους του και γνώριζε την μαρτυρία τους, είχε και τις καταθέσεις της Ναταλίας και κάποιου Κώστα. Παραδέχθηκε ότι αυτά τα στοιχεία στοιχειοθετούσαν αντικειμενικά εξεταζόμενα μόνο τα αδικήματα της μαστρωπείας και του αποζείν από κέρδη πορνείας. Το ένταλμα σύλληψης αφορούσε και το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης προσώπου, αδίκημα το οποίο δεν στοιχειοθετείτο μέχρι εκείνη τη στιγμή και γι΄αυτό οι εξετάσεις συνεχίζονταν. Τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία που θα στοιχειοθετούσαν και το τρίτο αδίκημα και για τούτο δεν κατηγορήθηκε για το αδίκημα αυτό. Μετά τη λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 25.01.2007 επέμενε ότι έκαμε ακόμα κάποιες ενέργειες προς εξιχνίαση των αδικημάτων μέχρι και την επόμενη που είχε καταχωρήσει το κατηγορητήριο στο Δικαστήριο. Σε υποβολή ότι όταν έπαιρνε την κατάθεση, αποσκοπούσε στην εξασφάλιση περαιτέρω μαρτυρίας για τα δύο αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε τελικά ο κατηγορούμενος και για τα οποία υπήρχε εκείνη τη στιγμή επαρκής μαρτυρία και κακώς τον ρωτούσε εφόσον για αυτά ήδη υπήρχε επαρκής μαρτυρία στα χέρια του και επομένως αντί του Δικαστικού Κανόνα 2 θα έπρεπε να είχε εφαρμόσει τον Κανόνα 3, αφού ήταν βέβαιο πλέον στο μυαλό του ότι θα τον κατηγορούσε για τα πιο πάνω αδικήματα απάντησε ως εξής: ¨ για να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος για τα αδικήματα αυτά που διερευνούσα και ήταν τρία και τελικά κατηγορήθηκε για δύο.- αυτό καταδεικνύει ότι έγινε διερεύνηση ισομερής, δίκαιη και αντικειμενική και το δίκαιο ήταν να κατηγορηθεί για τα δύο αδικήματα. Το τρίτο δεν στοιχειοθετήθηκε¨ Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκαν επί αυτού του θέματος και άλλες ερωτήσεις συμφώνησε ξανά ότι αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε το λογικό ενδεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος θα κατηγορείτο. Επιθυμούσε όμως να συνεχίσει τη διερεύνηση ως προς το τρίτο αδίκημα καθ΄ότι είχε γραπτή μαρτυρία ότι ¨πήγαιναν¨ υπονοώντας ότι εκδίδονταν και άλλες κοπέλες που εργάζονταν στη μπυραρία του κατηγορούμενου, παρόλο ότι είχε καταθέσεις και από αυτές αλλά δεν ήταν βοηθητικές. Στη συνέχεια για την άλλη πτυχή της ένστασης προέκυψαν τα ακόλουθα από την αντεξέταση ότι δεν είχε δώσει το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να γράψει την κατάθεση του καθώς, όπως ανέφερε, αυτός δεν ήθελε να δώσει κατάθεση ούτε τον πληροφόρησε σχετικά καθώς ενεργούσε με βάσει τον 2ο Δικαστικό Κανόνα. Έστω όμως και ενεργώντας με αυτό τον Δικαστικό Κανόνα αρνήθηκε υποβολή ότι παραβίαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου που κατοχυρώνονται με τον Δικαστικό Κανόνα
- Στη συνέχεια δε της αντεξέτασης δόθηκαν οι ακόλουθες απαντήσεις σε αντίστοιχες ερωτήσεις: Ε. Πότε λαμβάνουμε όμως την κατάθεση; Συμφωνάς ότι ο κανόνας 2 εφαρμόζεται όταν έχεις υπόνοιες ότι κάποιος διέπραξε αδίκημα; Α. Αλίμονο να μην είχαμε υπόνοιες για τον κατηγορούμενο. Ε. Ήταν βέβαιο ότι θα τον κατηγορούσες; Α. Όχι, διερευνούσα τρία αδικήματα, την σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπου, την μαστροπεία και από ζην από κέρδη πορνείας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή στοιχειοθετούνταν σύμφωνα με την μαρτυρία η μαστροπεία και από ζην από κέρδη πορνείας όμως είχα δικαίωμα να διερευνήσω και τρίτο αδίκημα το οποίο δεν στοιχειοθετήθηκε μέχρι την 26 Ιανουαρίου και λήφθηκε απόφαση ότι θα κατηγορηθεί μόνο για τα δύο αδικήματα. ...................................... ...................................... Ε. Μεταξύ της ημέρας που κατηγόρησες τον κατηγορούμενο, μέχρι την ημέρα του κατηγορητηρίου πήρες άλλη κατάθεση; Α. Όχι. Ε. Έκαμες καμία άλλη έρευνα; Α. Μάλιστα. Ε. Με ποιον μίλησες; Α. Ήρθα σε επαφή με τον Λοχία 921 του ΟΠΕ, του ανέφερα τα γεγονότα που προέκυψαν και του είπα ότι χρειάζομαι να βρούμε μέσω πληροφοριών άντρες πελάτες της μπυραρίας. Ε. Αυτά τα γεγονότα προέκυψαν από την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου; Α. Όχι, από την κατάθεση της κοπέλας. Ε. Ήδη τα είχες όμως αυτά. Α. Τα είχα εγώ, ο Λοχίας 921 δεν τα είχε. Ε. Εσύ είσαι ο ανακριτής. Α. Δηλαδή ο ανακριτής πρέπει να κάμει όλες τις εξετάσεις; Έχουμε ομάδα και μας βοηθούν. Ε. Συμφωνάς ότι ο ανακριτής έχει ομάδα αλλά αυτός είναι το πειν και το δειν . Α. Μάλιστα, εγώ ενημέρωσα τον ΟΠΕ, τον Λοχία για κάτι που ήθελα για να μου βρει κάποιους. Ε. Ήταν υπό κράτηση ο κατηγορούμενος. Α. Μάλιστα. Καμιά επανεξέταση ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Πίτσιλλου εισηγήθηκε ότι από την κατάθεση του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης δεν προέκυψε οποιαδήποτε παραβίαση Δικαστικού Κανόνα. Η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε από αυτόν σε κατάλληλο στάδιο και νομότυπα και δεν μπορούσε σε εκείνο το στάδιο να είχε εφαρμοστεί ο 3ος Δικαστικός Κανόνας όπως εξήγησε ο μάρτυρας. Ο κ. Πελεκάνος σε αναφορά σε πρωτόδικες αποφάσεις όπως και σε νομολογία εισηγήθηκε ότι όπως προέκυψε από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παραβιάστηκαν ουσιωδώς οι Δικαστικοί Κανόνες και εισηγήθηκε όπως μη γίνει αποδεκτό ως κανονικό τεκμήριο στη δίκη το Τεκμήριο για Αναγνώριση Α΄. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών η απόφαση μου θα πρέπει να εστιαστεί κυρίως ως προς το νομότυπο της λήψης της κατάθεσης, εφόσον δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο παράπονο εκ μέρους της υπεράσπισης περί άδικης και καταπιεστικής χρήσης των εξουσιών της αστυνομίας. Στην προσπάθεια μου όμως να εξαγάγω τα ευρήματα μου θα έχω υπόψη μου την αρχή, ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης θα πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο για να καλυφθούν οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθηκαν στην δίκη εντός δίκης. Επομένως αποφεύγοντας τη διατύπωση ευρημάτων που να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως απαραίτητου θα προσεγγίσω τη μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή ούτως ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας του μάρτυρα (βλ. Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, Ioannides v. Repubic
(1969)2 C.L.R. σελ. 169). Προκύπτει από τη μαρτυρία και αυτό δεν αμφισβητήθηκε ότι όταν λαμβανόταν η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 25.01.2007 (Τεκμήριο για Αναγνώριση Α΄) από τον Αστ. 3488 Μ. Χρίστου ο οποίος ενεργούσε ως ανακριτής, ο κατηγορούμενος ευρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου στο Παραλίμνι και ευρισκόταν υπό κράτηση. Η ώρα που λήφθηκε η κατάθεση ήταν μεταξύ 12:55 και 13:45. Στην επίστηση της προσοχής του κατηγορουμένου του λέχθηκε από τον μάρτυρα ότι διερευνούσε δύο αδικήματα αυτό της μαστρωπείας και εκείνο του αποζείν από κέρδη πορνείας. Ως προς αυτό βλέπω να υπάρχει μια σημαντική αντίφαση στα λεγόμενα του μάρτυρα της Κατηγορούσας Αρχής καθώς το τρίτο αδίκημα για ο οποίο έκαμε λόγο και για το οποίο έκρινε ότι έχριζε περαιτέρω διερεύνησης και στο οποίο αποσκοπούσε η λήψη από αυτόν ανακριτικής κατάθεσης δεν αναφέρεται στην προειδοποίηση. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να επισημάνει από το σύνολο των 18 ερωτήσεων που υπέβαλε στον κατηγορούμενο ποια ήταν εκείνη που αποσκοπούσε στο να δοθεί η θέση του κατηγορουμένου ως προς το τρίτο υπό διερεύνηση αδίκημα, μετά δυσκολίας μπόρεσε να επισημάνει κάποιες από αυτές τις ερωτήσεις, οι οποίες κατά την άποψη του αφορούσαν πτυχές για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης προσώπων. Παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν είχε πάρει οποιαδήποτε άλλη κατάθεση σε σχέση με τα διερευνόμενα αδικήματα μέχρι την επομένη που καταχώρησε τελικά κατηγορητήριο για τα δύο μόνο αδικήματα. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο των καταθέσεων των συναδέλφων του στις οποίες έκαμε αναφορά ότι δεν τις είχε μέχρι τη στιγμή που λάμβανε κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Ως προς την άλλη πτυχή των ενστάσεων προκύπτει από τη μαρτυρία ότι: (α) πριν τη λήψη της κατάθεσης δεν είχε προταθεί στον κατηγορούμενο να καταγράψει ο ίδιος την κατάθεση του. Σε εκείνο το στάδιο η αστυνομία είχε ολοκληρώσει τη λήψη των καταθέσεων και υπήρχε στα χέρια της αστυνομίας επαρκής μαρτυρία για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο στα αδικήματα για τα οποία του έγινε η προειδοποίηση στην αρχή της κατάθεσης του και (β) με το πέρας της κατάθεσης ο μάρτυρας ο οποίος λάμβανε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο του την διάβασε και ζήτησε από αυτόν όπως την υπογράψει όπως και έκαμε. Είναι παραδεκτό ότι δεν υπήρξε πληροφόρηση του κατηγορουμένου ως προς το δικαίωμα του να προβεί σε διορθώσεις και ούτε κάτι τέτοιο καταγράφηκε επί της κατάθεσης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είναι νομολογιακά καθιερωμένο στη Κύπρο ότι τα Δικαστήρια απορρίπτουν καταθέσεις που λήφθηκαν κατά παράβαση των Κανόνων των Δικαστών ακόμα και σε υποθέσεις όπου μια κατάθεση είναι εκούσια. Είναι θεμελιωμένη γενική αρχή ότι σε περιπτώσεις παράβασης των Κανόνων των Δικαστών, τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποδέχονται ή να απορρίπτουν μια κατάθεση ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας είναι θέματα όπως ο βαθμός που η παράβαση επηρεάζει τη θεληματικότητα της κατάθεσης, η έκταση της παράβασης, το κατά πόσο η παράβαση αφορά σε ζητήματα τυπικά ή ουσιαστικά και τις επιπτώσεις της στην απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την νομολογία μας θα πρέπει να καταδεικνύεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση την οποία αποσκοπεί να καταθέσει ως μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή, λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους Δικαστικούς Κανόνες. Αναφορικά με το νομότυπο της κατάθεσης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε μόνο κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες η οποία να μην επέδρασε στη θεληματικότητα της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την παρουσίαση κατάθεσης ακόμα και όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες (βλ. R. v. Ovenell
(1968)1 All E.R. 933 και R v. Prager
(1972)1 All E.R. 1114). Τα δικαστήρια στην Κύπρο επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε ουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L..R. 181). Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασιστεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική. Σε σχέση με τη τήρηση των Δικαστικών Κανόνων και τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης, παραπέμπω στις αποφάσεις Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9,11 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73,86). Ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο εφαρμόζοντας τον Δεύτερο Δικαστικό Kανόνα. Σύμφωνα με αυτόν τον Κανόνα, μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, επιβάλλεται η επίστηση της προσοχής του προσώπου αυτού πριν υποβληθούν οποιεσδήποτε περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό. Το ζήτημα πότε υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογες υποψίες πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή όχι με βάση τον τρόπο που σκέπτεται και εκτιμά την κατάσταση ο ανακριτής, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια. Όταν δηλαδή αντικειμενικά υπάρχει βάση για δημιουργία εύλογης υποψίας ο ανακριτής μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις αλλά μόνο αφού πρώτα επιστήσει την προσοχή του υπόπτου με τον καθορισμένο από τον Δεύτερο Κανόνα τρόπο. Η ανάγκη επίστησης της προσοχής του υπόπτου με την πρώτη ευκαιρία είναι επιθυμητή. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Republic v. Pierides (No.1)
(1971)2 C.L.R. 181, που υιοθέτησε και ερμήνευσε ευρέως την αγγλική απόφαση R. v. Collier and Stenning
(1965)1 W.L.R. 1470,49 Cr. App. R. 344, όταν οι ανακρίσεις της αστυνομίας φθάνουν στο στάδιο όπου ο ύποπτος έχει κατηγορηθεί ή πληροφορήθηκε ότι πιθανόν να διωχθεί, οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα 3 τυγχάνουν εφαρμογής. Στην υπόθεση Pierides (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως το στάδιο αυτό περιλαμβάνει και το στάδιο στο οποίο υπάρχει στη διάθεση της Αστυνομίας αρκετή μαρτυρία που να δικαιολογούσε την πρόσαψη κατηγορίας με την έννοια ότι η αστυνομία κρινόμενη λογικά όφειλε να είχε προσάψει κατηγορία. Κρίθηκε δηλαδή ότι ο Δικαστικός Κανόνας 3 εφαρμόζεται και στην περίπτωση υπόπτων που βρίσκονται υπό κράτηση όχι μόνο όταν έχουν ήδη κατηγορηθεί για το αδίκημα αλλά και στην περίπτωση όπου τα αποδειχτικά στοιχεία στα χέρια της αστυνομίας, κρινόμενα αντικειμενικά, οδηγούν σε πραγματική πιθανότητα ότι το πρόσωπο υπό κράτηση πιθανόν να διωχθεί, ανεξάρτητα αν τούτο έχει πληροφορηθεί ότι θα διωχθεί ή όχι. Όπου εφαρμόζεται ο Δικαστικός Κανόνας 3, το ανακρινόμενο πρόσωπο προειδοποιείται σύμφωνα με τον τύπο του Κανόνα 3(α). Σύμφωνα με τον Κανόνα 3 (β), σ΄αυτό το στάδιο μπορούν να υποβληθούν στο ανακρινόμενο πρόσωπο ερωτήσεις μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Πριν υποβληθούν τέτοιες ερωτήσεις το ανακρινόμενο πρόσωπο πρέπει να προειδοποιείται σύμφωνα με τον τύπο του Κανόνα 3 (β) και στη συνέχεια τόσο οι ερωτήσεις όσο και οι απαντήσεις πρέπει να καταγράφονται πλήρως. Σύμφωνα με τον Κανόνα 4(ε) στον οποίο στηρίζεται κυρίως η ένσταση της υπεράσπισης όταν η καταγραφή της κατάθεσης από αξιωματικό της Αστυνομίας τελειώσει, θα ζητηθεί από το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση να τη διαβάσει και να κάμει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες επιθυμεί. Όταν τελειώσει την ανάγνωση της πρέπει να του ζητηθεί να γράψει και υπογράψει την πιο κάτω πιστοποίηση στο τέλος της κατάθεσης: ¨Έχω διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και μου έχει λεχθεί ότι μπορώ να διορθώσω, αλλάξω ή προσθέσω οτιδήποτε επιθυμώ. Αυτή η κατάθεση είναι αληθινή, την έχω κάμει με την δική μου ελεύθερη βούληση¨. Ο τέταρτος Κανόνας αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λαμβάνονται γραπτές καταθέσεις μετά που έχε επιστηθεί η προσοχή του προσώπου που δίνει την κατάθεση. Τέτοια κατάθεση μπορεί να δοθεί σύμφωνα, είτε με το Δεύτερο, είτε με τον Τρίτο Κανόνα. Ο Τέταρτος Κανόνας, επομένως, είναι συμπληρωματικός των δύο προηγούμενων υπό την έννοια ότι καθορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά τη λήψη των καταθέσεων. Όταν προκύψει ζήτημα καταθέσεως προσώπου, αφού τηρηθούν οι προηγούμενοι κανόνες, το πρόσωπο αυτό έχει δικαίωμα να τη γράψει μόνο του και ο ανακριτής έχει υποχρέωση να τον πληροφορήσει γι΄αυτό του το δικαίωμα. Αν το πρόσωπο που δίνει κατάθεση επιλέξει να την γράψει μόνο του πρέπει να του επιτραπεί να τη γράψει χωρίς οποιαδήποτε παρότρυνση, δεν είναι όμως ανεπίτρεπτο να του υποδειχθεί ποια θέματα είναι σχετικά και ποια όχι. Πριν όμως αρχίσει την κατάθεση του πρέπει να του ζητηθεί να γράψει και να υπογράψει την ακόλουθη δήλωση: ¨Δίδω αυτή την κατάθεση με τη δική μου ελεύθερη θέληση. Μου έχει λεχθεί ότι δεν υποχρεούμαι να πω οτιδήποτε εκτός αν το επιθυμώ και πως οτιδήποτε πω μπορεί να δοθεί σαν μαρτυρία¨. Αν το πρόσωπο που εξέφρασε επιθυμία να δώσει κατάθεση δεν μπορεί να γράψει μόνο του ή αν εκφράσει επιθυμία να τη γράψει για λογαριασμό του άλλος, μπορεί να προσφερθεί αστυνομικό όργανο να το πράξει. Αν αυτό γίνει αποδεκτό, τότε πρέπει να προηγηθεί της καταθέσεως ανάλογη, με την πιο πάνω δήλωση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται η επιθυμία να γραφεί η κατάθεση από άλλο. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αναγράφονται ακριβώς οι λέξεις που χρησιμοποιούνται από το πρόσωπο που δίνει την κατάθεση και αν αποφεύγεται η υποβολή ερωτήσεων από πρόσωπο που καταγράφει την κατάθεση εκτός αν αυτές έχουν σκοπό να καταστήσουν την κατάθεση κατανοητή και να την περιορίσουν σε σχετικά μόνο θέματα. Όταν τελειώσει η κατάθεση (η οποία γράφτηκε από άλλο πρόσωπο) θα πρέπει να ζητηθεί από το πρόσωπο που την έδωσε να τη διαβάσει, να κάμει οποιεσδήποτε διορθώσεις, μετατροπές ή προσθήκες επιθυμεί και τελικά να γράψει και να υπογράψει στο τέλος της κατάθεσης πιστοποίηση πως τη διάβασε, πως του λέχθηκε ότι μπορεί να τη διορθώσει, να τη μετατρέψει να προσθέσει οτιδήποτε, ότι είναι αληθινή και ότι την έδωσε με δική του ελεύθερη βούληση. Αν το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση αρνείται να τη διαβάσει ή να γράψει και να υπογράψει την πιο πάνω πιστοποίηση ο ανώτερος από τους παρόντες αστυνομικούς πρέπει να σημειώσει πάνω στην κατάθεση, στην παρουσία του προσώπου που την έδωσε, τι συνέβηκε. Σε περίπτωση που το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση αρνείται να διαβάσει την κατάθεση ή δεν ξέρει να διαβάζει, ο αστυνομικός που την έγραψε πρέπει να του την διαβάσει, να τον πληροφορήσει για τα δικαιώματα του για διορθώσεις και λοιπά και να πιστοποιήσει στο τέλος της το τι έχει συμβεί. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον ο ανακριτής θελήσει να καταγράψει δήλωση του προσώπου που εξετάζει, ανεξάρτητα με το ποιος Κανόνας των Δικαστών εφαρμόζεται, πρέπει να συμμορφωθεί με το άρθρο 5
(2)του νόμου περί Ποινικής Δικονομίας. Παράβαση του πιο πάνω Άρθρου είναι μοιραία για την κατάθεση γιατί αποτελεί παράβαση επιτακτικής απαίτησης του νόμου, σε αντίθεση με μη συμμόρφωση αναφορικά με θέμα που καλύπτεται από τους Κανόνες των Δικαστών, στην οποία περίπτωση το θέμα αφήνεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Με βάσει τις πιο πάνω αρχές όπως αυτές προκύπτουν από την νομολογία μας, εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:
- Κατά το στάδιο κατά το οποίο λήφθηκε η κατάθεση του κατηγορουμένου, η αστυνομία είχε ήδη στη διάθεση της τις καταθέσεις των εμπλεκομένων και ακολούθως μέχρι την επομένη που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο δεν προέκυψε τίποτε από τις μετέπειτα εξετάσεις, αν έγιναν και αυτές, στις οποίες ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι προέβηκε. Βέβαια εδώ θα πρέπει να πω πως αν και ο μάρτυρας επικαλέστηκε την περαιτέρω διερεύνηση ακόμα ενός αδικήματος εντούτοις αυτό δεν το συμπεριλαμβάνει στην σχετική προειδοποίηση που έκαμε στον κατηγορούμενο. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνη τη στιγμή, μόνο τα δύο αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε τελικά ο κατηγορούμενος εξετάζονταν, όσα περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας περί εξέτασης και τρίτου αδικήματος ήταν μια προσπάθεια του να δικαιολογήσει τον Δικαστικό Κανόνα που ακολούθησε. Εξάλλου δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το ένταλμα συλλήψεως για να καταδειχθεί ο ισχυρισμός του. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι αντικειμενικά εξετάζοντας τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του μέχρι τη στιγμή που πήρε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο υπήρχε πραγματική πιθανότητα ο κατηγορούμενος να είχε διωχθεί για τα αδικήματα για τα οποία του έγινε η προειδοποίηση. Επομένως κρίνω ότι η κατάθεση θα έπρεπε να λαμβανόταν με βάσει το Δικαστικό Κανόνα 3 ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (και όχι βοηθητικές ερωτήσεις) και υπό την προϋπόθεση ότι αυτές καταγράφονται πλήρως όπως και οι απαντήσεις.
- Περαιτέρω κρίνω ότι δεν τηρήθηκαν ούτε οι πρόνοιες του Δικαστικού κανόνα 4(α) και (ε) εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να καταγράψει ο ίδιος την κατάθεση του ούτε έχει καταγραφεί στο τέλος της κατάθεσης η πιστοποίηση ως προς το ότι επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο το δικαίωμα του να προβεί σε αλλαγές ή διορθώσεις. Ανέφερα και πιο πάνω ότι είναι σημαντικό να δίνεται η ευκαιρία σε ένα κατηγορούμενο να καταγράψει ο ίδιος την κατάθεση του και αν αυτός δεν το επιλέξει να φαίνεται ότι του δόθηκε η ευκαιρία. Πουθενά δεν έχει καταγραφεί ότι του δόθηκε αυτή η ευκαιρία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν του έδωσε αυτή την ευκαιρία εφόσον δεν ήταν συνεργάσιμος. Ουσιαστικής σημασίας είναι επίσης να επεξηγηθεί και ζητηθεί από τον κατηγορούμενο να κάμει όσες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες θέλει και όταν τελειώσει το διάβασμα θα πρέπει να του ζητηθεί να γράψει τη σχετική βεβαίωση στο τέλος της κατάθεσης και να την υπογράψει. Η παράλειψη καταγραφής της πιστοποίησης του Κανόνα 4(ε) δεν μπορεί παρά να είναι ουσιαστικής μορφής σε βαθμό που να δημιουργεί αμφιβολίες, συνδυαζόμενη με την παράλειψη τήρησης και του κανόνα 4(α), ως προς το κατά πόσο επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο επαρκώς ότι μπορούσε να διασφαλίσει τα δικαιώματα του με τον τρόπο που επιδιώκουν οι πρόνοιες του Κανόνα
- Οι παραλείψεις αυτές υπό τις περιστάσεις αποτελούν παράβαση ουσιαστικής φύσης. Καταλήγω ότι η ανακριτική κατάθεση την οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιχειρεί να καταθέσει ως τεκμήριο στην κυρίως δίκη δεν λήφθηκε νομότυπα καθότι: (α) έπρεπε να είχε ληφθεί με βάσει το Δικαστικό Κανόνα 3 και όχι τον Δικαστικό Κανόνα 2, παράλειψη τήρησης των προνοιών του κανόνα 3 είναι υπό τις περιστάσεις μοιραία, (β) υπήρξε ουσιαστική παρέκκλιση από τον Δικαστικό Κανόνα
- Οι δύο αυτές παραβιάσεις δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος με κάποιο τρόπο ν τέθηκε σε μειονεκτική θέση. Η τάση, όπως ανέφερα και πιο πάνω, της Κυπριακής Νομολογίας είναι ότι αποκλείονται οι καταθέσεις όπου υπήρξε ουσιώδης παράβαση των Δικαστικών Κανόνων. Εξασκώ επομένως τη διακριτική μου εξουσία προς όφελος του κατηγορούμενου και δεν επιτρέπω την κατάθεση της ως κανονικού τεκμηρίου και ως αποδεκτής μαρτυρίας. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο