← Κύπρος

Αστυνομία ν. Κώστα Κοσμά Κούκου, Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005, 15 Μαρτίου, 2007

Αστυνομία ν. Κώστα Κοσμά Κούκου, Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005, 15 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3760/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Κώστα Κοσμά Κούκου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 15 Μαρτίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος παρών. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρονών μέχρι δεκαεπτά κατά παράβαση του άρθρου 154 του Κεφ. 154, η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης προσώπων κατά παράβαση των άρθρων 1, 3

(1)(γ)
(2)(β) και η 3η αφορά το αδίκημα του ζείν εκ κερδών πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 164
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας φέρεται ότι το διέπραξε μεταξύ της 1.10.2004 και 31.10.2004, αυτά δε των κατηγοριών 2 και 3 μεταξύ των ημερομηνιών 1.10.2004 και 31.12.
  2. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών εκ μέρους τεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας (M.K.). Επειδή η δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών για ευνόητους λόγους όπου αναφέρονται τα ονόματα της παραπονούμενης και της μητέρας της θα αναγράφονται με τα αρχικά τους, το δε χωριό τους θα αναφέρεται απλώς ως «το χωριό». Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη μαρτυρία της Ε.Σ. (Μ.Κ.1) που είναι η παθούσα ή παραπονούμενη και στις τρεις κατηγορίες. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων της που είχε δώσει στην αστυνομία στις 14.05.2005, όταν συνελήφθη να εκδίδεται με πελάτη σε δωμάτιο ξενοδοχείου της Αγίας Νάπας την πρώτη μεταξύ των ωρών 03:00-06:40 και τη δεύτερη μεταξύ των ωρών 09:45 -11:
  3. Κατά τη διάρκεια της ένορκης προφορικής της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο κατά την κυρίως εξέταση της, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν μετά την ανάγνωση και υιοθέτηση των όσων ανέφερε στις καταθέσεις της, όσο και κατά την έντονη και επίμονη αντεξέταση της, επέμενε στη θέση της, ότι δηλαδή είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο σε δύο περιπτώσεις πριν ακόμα κλείσει τα δεκαεπτά της χρόνια στις 19.11.2004 που είχε τα γενέθλια της. Η πρώτη όταν για πρώτη φορά τον γνώρισε ¨για να τη δοκιμάσει¨ όπως της είπε για να την προωθήσει αργότερα με πελάτες, όπως είχαν συμφωνήσει, και η δεύτερη αργότερα τον Οκτώβριο του
  4. Είχαν συμφωνήσει ακόμα, όπως ισχυρίστηκε, να της βρίσκει πελάτες για να κάμνει έρωτα μαζί τους επί πληρωμή και να μοιράζονται τα κέρδη. Αυτό έγινε με διάφορους πελάτες τους οποίους συναντούσε αρχικά στην μάντρα του στη Σωτήρα και ακολούθως σε διάφορα διαμερίσματα στη Λάρνακα το χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2004 και Νοεμβρίου 2004 και αποκόμισαν από αυτή τη δουλειά από Λ.Κ.2.000 περίπου. Δείχνοντας τον κατηγορούμενο απέναντι της στο εδώλιο, με παρατεταμένο το χέρι και συναισθηματικά πλήρως φορτισμένη, επανειλημμένα ανέφερε ότι ήταν αυτός που την παρότρυνε να εκδίδεται έναντι αμοιβής, ενώ σαν μεγάλος που ήταν, θα έπρεπε, όπως είπε, εφόσον εκείνο το οποίο ήθελε από αυτόν ήταν να της βρει δουλειά που να της επιτρέπει να κερδίζει χρήματα, να της έβρισκε δηλαδή μια δουλειά της προκοπής. Κατά την προφορική της μαρτυρία προέκυψαν πολλά ακόμα γεγονότα τα οποία αφορούσαν την ίδια και την προσωπική της ζωή αλλά και την περίοδο της γνωριμίας τους με τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι είχε για πρώτη φορά σαρκική επαφή όταν ήταν 15 ½ χρόνων με το αγόρι της. Ότι ήθελε να έχει δικά της χρήματα εφόσον δεν της αρκούσε το χαρτζιλίκι που έπαιρνε από τους γονείς της. Ότι για την ηλικία της φαινόταν μεγαλύτερη εφόσον όταν ακόμα αυτή ήταν 16 χρονών την έβαζαν για 20-22 χρόνων. Ότι της είχε τηλεφωνήσει στο κινητό της τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και της πρότεινε να της βρίσκει πελάτες και να μοιράζονται τα κέρδη, παρόλο ότι του είχε πει ότι δεν είχε ξανακάνει αυτή τη δουλειά. Βέβαια πρώτα της είχε τεθεί ο όρος να την ¨δοκιμάσει¨ ο ίδιος, χωρίς να της ζητήσει την ταυτότητα της, όμως γνώριζε ότι ήταν κάτω των δεκαεπτά χρόνων εφόσον αναφερόμενη, προς τούτο, σε κάποιο επεισόδιο όπου ο κατηγορούμενος σε τηλεφωνική επαφή που είχε με ενδιαφερόμενο πελάτη, στην παρουσία της, την είχε συστήσει ως ¨εν μικρό κυπραιούϊ 16 χρονών¨. Ότι την έπαιρνε βράδυ από το σπίτι της και την μετέφερε εκεί όπου θα συναντούσε τους πελάτες της αρχικά σε δωμάτιο στην μάντρα του και στη συνέχεια σε διάφορα διαμερίσματα στη Λάρνακα. Ότι στην αρχή οι πελάτες πλήρωναν τον κατηγορούμενο αλλά αργότερα και την ίδια, κάποτε όμως την τιμή την καθόριζε και η ίδια με τους δικούς της όρους. Ότι κάποια μέρα μετά που σταμάτησαν την συνεργασία τους, επειδή στο μεταξύ είχε συνάψει σχέσεις με κάποιον από το Αυγόρου, επειδή ο κατηγορούμενος της χρωστούσε χρήματα είχε εισέλθει στα υποστατικά του και έκλεψε από αυτόν το ποσό των Λ.Κ.200,00 γεγονός για το οποίο πληροφόρησε τον κατηγορούμενο αλλά δεν γνώριζε εάν την είχε καταγγείλει γι΄αυτό στην αστυνομία. Αυτή μετά την λήξη της συνεργασίας της με τον κατηγορούμενο εξακολουθούσε να λαμβάνει τηλεφωνήματα και έβγαινε με άνδρες επί πληρωμή. Τέλος, με την έναρξη της κατάθεσης της δήλωσε ότι τα όσα ανέφερε στην 1η της κατάθεση, περί γνώσης της οικογένειας της για τη δουλειά που έκαμνε, τα είχε καταθέσει από φόβο, όταν την συνέλαβε η αστυνομία και ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Ο Αστ. 3488 Μ. Χρίστου (Μ.Κ.2) στην κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 και την οποία υιοθέτησε αναφέρεται στη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 14.05.
  5. Όταν του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του αυτός του ανέφερε τη λέξη «τέλεια» και το είχε αναγράψει και στο πίσω μέρος του εντάλματος σύλληψης το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε, ότι είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο, ο οποίος οικειοθελώς μετέβη στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου μετά την πάροδο 1 - 2 ωρών, εφόσον όταν του είχε τηλεφωνήσει του είχε πει ότι ήταν έξω στους αγρούς με το κοπάδι του. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Αστ. 2214 Α. Χ΄ Κακού. Υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Σε αυτήν αναφέρεται στις συνθήκες εντοπισμού της Μ.Κ.1 στις 14.05.05 σε διαμέρισμα του ξενοδοχείου Napa View στην Αγία Νάπα μετά από την έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας, μετά από πληροφορία ότι στο μέρος διεξαγόταν πορνεία και γινόταν χρήση κάνναβης. Η Μ.Κ.1 του είχε αναφέρει ότι πριν κλείσει το 17ο έτος της ηλικίας της, από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2004 ήρθε σε συνουσία μαζί της στο χωριό της ο κατηγορούμενος και ότι μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του 2004 αυτός την εξωθούσε στην πορνεία στην οικία του στη Σωτήρα. Ήταν ο ίδιος που πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τη διερευνούμενη υπόθεση εναντίον του και όταν του είχε επιστήσει την προσοχή στο νόμο αυτός του απάντησε «Εγώ την κοπελούα τούτη εγάμησα την τζιαι ότι έκαμα μαζί της να σου τα πω να τα γράψεις». Είχε λάβει θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και αργότερα τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Η μητέρα της Μ.Κ.1 Μ. Σ. του είχε παραδώσει το πιστοποιητικό γεννήσεως της κόρης της το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 σε αυτό αναγράφεται ως ημερομηνία γεννήσεως της η 19.11.
  8. Η κατάθεση του κατηγορουμένου σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7 και η γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο
  9. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι από ότι θυμόταν στη διερεύνηση της υπόθεσης είχε αναμειχθεί και η ΥΚΑΝ. Δεν θυμόταν εάν η Μ.Κ.1 του είχε πει ότι εκτός από τον κατηγορούμενο και τους πελάτες, που αυτός της έβρισκε, είχε προηγουμένως πάει και με άλλους άντρες. Παρόλο ότι η Μ.Κ.1 του είχε πει ότι θα τον βοηθούσε με την ανεύρεση των πελατών της, εντούτοις αυτή δεν το έκαμε. Δεν είχε επισκεφθεί το σπίτι του κατηγορούμενου παρόλο ότι το γνώριζε. Ο κατηγορούμενος κατά τη λήψη της κατάθεσης του δεν του είχε διευκρινίσει αν είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με την Μ.Κ.1 πριν αυτή κλείσει τα δεκαεπτά της ή αργότερα. Όταν είχε κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο αυτός του απάντησε ότι είχε ρωτήσει την Μ.Κ.1 πόσων χρονών ήταν και αυτή του είχε πει πως ήταν δεκαεπτά χρονών. Από την Μ.Κ.1 είχαν ληφθεί μόνο δυο καταθέσεις και όχι οποιαδήποτε τρίτη κατάθεση. Από τις καταθέσεις της μάρτυρος δεν είχε προκύψει μαρτυρία για στοιχειοθέτηση αδικημάτων εναντίον των Κύπρου Κυπριανού και Παύλου Παυλίδη στους οποίους έκαμνε αναφορά στις καταθέσεις της η Μ.Κ.1 και είναι αυτός ο λόγος που δεν τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Παραδέχθηκε ότι η μόνη μαρτυρία για την όλη υπόθεση προέρχεται από την ίδια την Μ.Κ.
  10. Δεν θεώρησε απαραίτητο να διερευνήσει κατά πόσο η Μ.Κ.1 είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή προηγουμένως με το αγόρι της και δεν θυμόταν εάν του είχε αναφέρει η ίδια κάτι τέτοιο και ούτε την ρώτησε με πόσους άνδρες είχε πάει πριν τον Νοέμβριο του 2004, πριν γίνει δηλαδή 17 χρονών. Σε σχέση με την παραδοχή της Μ.Κ.1 για την κλοπή χρημάτων από τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν υπήρξε παράπονο εκ μέρους του κατηγορουμένου. Δεν είχε εξετάσει επίσης το κατά πόσο η Μ.Κ.1 εκδιδόταν από μόνη της εφόσον εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν τα αδικήματα που προέκυπταν από τις καταθέσεις. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι γνωρίζει ότι στην περιοχή της Σωτήρας ο κατηγορούμενος είχε μάντρα όπου υπάρχει και κτίριο το οποίο θεωρείται και οικία. Δεν απέκλεισε πριν πάρει κατάθεση από την Μ.Κ.1 να κράτησε κάποιες σημειώσεις σε πρόχειρο χαρτί. Η Μ.Κ.4 Μ. Σ. είναι η μητέρα της Μ.Κ.1, η κατάθεση της σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  11. Αναφέρει σε αυτή ότι η Μ.Κ.1 γεννήθηκε στις 19.11.
  12. Η συμπεριφορά της τα τελευταία δύο χρόνια πριν την λήψη της κατάθεσης της, είχε αλλάξει και είχε γίνει αντιδραστική και δημιουργούσε προβλήματα στην οικογένεια. Είχε αντιληφθεί ότι το βράδυ όταν κοιμόντουσαν στο σπίτι η Μ.Κ.1 έφευγε κρυφά, πάντοτε όμως επέστρεφε πίσω. Δεν είχε αντιληφθεί ότι η θυγατέρα της εκδιδόταν επί πληρωμή. Εξέφρασε παράπονο εναντίον οποιουδήποτε είχε εκμεταλλευτεί την κόρη της. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το πιστοποιητικό γεννήσεως της κόρης της το οποίο είχε παραδώσει στον Μ.Κ.
  13. Τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά τον έβλεπε στο Δικαστήριο. Είχε μάθει ότι ήταν αυτός που πουλούσε την κόρη της μόλις το βράδυ που την έπιασαν και είχαν μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η Μ.Κ.1 δεν της είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι διατηρούσε κάποιον δεσμό, ούτε εάν είχε σαρκική επαφή από τα 13 της χρόνια. Από ότι της είχε πει η κόρη της γνώριζε τον κατηγορούμενο από τα 13 της χρόνια. Ποτέ η κόρη της δεν είχε απουσιάσει από το σπίτι για κάποιες μέρες, ούτε και της είχε πει στις 14.05.04, που όπως της υποβλήθηκε ήταν Αγία Παρασκευή, ότι θα απουσίαζε για κάποιες ημέρες με φίλη της για να μείνει σε κάποιο ξενοδοχείο. Είχε πληροφορηθεί αυτό το γεγονός από την Αστυνομία στις 14.05.
  14. Ποτέ δεν είχε δει τον κατηγορούμενο να παραλαμβάνει την κόρη της από το σπίτι της. Ποτέ δεν είχε βρει περισσότερα χρήματα στην κατοχή της κόρης της και αρνήθηκε ότι η κόρη της είχε μπλεξίματα με τα ναρκωτικά και γι΄αυτόν τον λόγο η αστυνομία παρακολουθούσε το σπίτι τους, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ανέφερε, σίγουρα θα το καταλάβαινε. Το βράδυ που συνελήφθη η κόρη της δεν ξέρει κατά πόσο ήταν και ο κατηγορούμενος εκεί στο ξενοδοχείο. Για τον κατηγορούμενο της είχε μιλήσει η κόρη της αργότερα χωρίς να της δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ποτέ δεν είχε αντιληφθεί εάν η κόρη της προηγουμένως είχε δεσμό με κάποιο αγόρι. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ακόμα τρεις μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.). Εκ συμφώνου επίσης κατατέθηκε και η κατάθεση του Κωστάκη Κωνσταντίνου με αίτημα της Υπεράσπισης όπου δηλώθηκε το αληθές του περιεχομένου της, κατάθεση που λήφθηκε από το εν λόγω πρόσωπο και ο οποίος δεν κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι παντρεμένος και διαμένει όπως και κατά την επίδικη περίοδο στην κτηνοτροφική περιοχή Σωτήρας όπου έχει δύο δωμάτια και μπάνιο με αποχωρητήριο. Η σύζυγος του είναι από τη Βουλγαρία, εργαζόταν τότε σε εστιατόριο στην Αγία Νάπα και διέμεναν μαζί στα πιο πάνω υποστατικά και αυτή δεν είχε ταξιδεύσει κατά τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι και Δεκέμβριο του
  15. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ταξίδευσε κατά την εν λόγω περίοδο στην Βουλγαρία όπου είχε δουλειές. Από τις 30.09.2004 απουσίαζε και είχε επιστρέψει το τέλος Οκτωβρίου ακολούθως έφυγε στις αρχές του Νοέμβριο και επέστρεψε τον Ιανουάριο του
  16. Παρουσίασε το διαβατήριο του για να δείξει του λόγου το αληθές ως Τεκμήριο 10 και φωτοαντίγραφο των σελίδων 10 και 11 του διαβατηρίου του όπου σημείωσε με highlighter τις ημερομηνίες άφιξης και αναχώρησης του από τη Βουλγαρία. Από ότι δείχνουν οι σφραγίδες τις οποίες επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος από τα πιο πάνω τεκμήρια κατά την επίδικη περίοδο αυτός φαίνεται ότι εισήλθε στη Βουλγαρία στις 28.10.2004 και εξήλθε την 8.11.
  17. Ακολούθως είχε ξαναπάει στη Βουλγαρία την 20.01.2005 και αναχώρησε την 27.01.
  18. Παρόλα αυτά σε ερώτηση του δικηγόρου του εάν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ευρισκόταν στη Κύπρο μόνο για δέκα ημέρες δηλαδή από 28.10.2004 μέχρι 8.11.2004 απάντησε πως ναι τόσο ήταν το διάστημα κατά το οποίο βρισκόταν τότε στη Κύπρο και δεν ήταν δυνατό να είχε βρεθεί με την παραπονούμενη κατ΄ εκείνο το διάστημα. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκ. 7) και την απάντηση που έδωσε στον αστυνομικό όταν τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκ. 8) πλην όμως όπως διαφάνηκε στη συνέχεια της εξέτασης του διαφωνούσε με την καταγραφή σε αυτή του μηνός Οκτωβρίου ως του μήνα που συνάντησε για πρώτη φορά την παραπονούμενη. Στην κατάθεση του όταν πληροφορήθηκε τα δικαιώματα του και επιθυμώντας, όπως αναφέρει σε αυτή, να πει την αλήθεια παραδέχεται ότι είχε ακούσει για την Ε.Σ. από κάποιο φίλο του ¨τζιεγκένη¨ όπως τον χαρακτηρίζει αρχές του Οκτώβρη, και ότι αυτή πήγαινε με άνδρες για έρωτα και πληρωνόταν. Εξασφάλισε τον αριθμό του τηλεφώνου της και αυθημερόν επικοινώνησε μαζί της κλείνοντας ραντεβού για το ίδιο απόγευμα. Από την πρώτη τους συνάντηση εκείνο το απόγευμα αρχές Οκτωβρίου 2004 και εντός του αυτοκινήτου του, στα χωράφια κοντά στο χωριό της, έκαμαν έρωτα. Στη συνέχεια παραδέχεται ότι την ξανασυνάντησε ακόμα δύο με τρεις φορές κατά τις οποίες δεν έκαμαν ολοκληρωμένο έρωτα, τη μια φορά μόνο του έκαμε στοματικό έρωτα και πάλιν μέσα στο αυτοκίνητο. Αρνείται ότι εξέδιδε την παραπονούμενη ή της έβρισκε πελάτες ή ότι εισέπραξε χρήματα από τέτοιους πελάτες. Όταν έδιδε την κατάθεση του στις 14.05.2005 είχε πει στον αστυνομικό ότι είχε πάει μαζί με την παραπονούμενη δύο με τρεις μήνες πριν την κατάθεση του. Ο αστυνομικός επέμενε όμως να γράψει ότι αυτό είχε συμβεί τον Οκτώβριο. Επέμενε όπως είχε πει και σε απάντηση στη γραπτή του κατηγορία ότι είχε ρωτήσει την κατηγορούμενη πόσων χρονών ήταν και αυτή του είχε πει πως ήταν δεκαεπτά χρονών. Στη συνέχεια σε ερώτηση πως αντικρίζει τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι την εξέδιδε κατά τους μήνες Οκτώβριο μέχρι και Δεκέμβριο του 2004 απάντησε πως απουσίαζε από την Κύπρο εκείνο το διάστημα και ότι αυτή ψευδόταν, εξάλλου διερωτήθηκε πως θα μπορούσε να έκαμνε αυτή τη δουλειά όταν στο σπίτι του βρισκόταν και η γυναίκα του και ποτέ δεν είχε πάρει αυτή την κοπέλα στο σπίτι του και δεν έχει άλλο σπίτι. Ο μόνος λόγος που μπορούσε να σκεφθεί και να αποδώσει αυτή την κατηγορία που του έκαμνε η παραπονούμενη ήταν στο γεγονός ότι του είχε κλέψει χρήματα στις 9.03.2005, όταν δεν είχε κανένα στο σπίτι του, και ήταν για να δικαιολογηθεί. Απέδωσε μπλεξίματα της παραπονούμενης με την αστυνομία σε υποθέσεις ναρκωτικών καθώς αυτή ήταν ναρκομανής. Ο ίδιος ήταν συνεργάτης της αστυνομίας και αναφέρθηκε σε κάποιο Αστυνομικό Λοχία με το όνομα Ντίνος και κάποιο Αστυνομικό Μιχάλη με τους οποίους συνεργαζόταν με σκοπό να πιάσουν την παραπονούμενη αλλά και ένα Τουρκοκύπριο μεγαλέμπορο ναρκωτικών. Οι συναντήσεις του με τους αστυνομικούς είχαν γίνει περί τον Μάρτιο με Απρίλιο του 2005 και είχε συνφάγει με αυτούς σε κάποιο εστιατόριο της Αγίας Νάπας. Υπέθεσε ότι η παραπονούμενη θα είχε πληροφορηθεί ότι αυτός ήταν συνεργάτης της αστυνομίας. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έλειπε αρκετό διάστημα κατά την επίδικη περίοδο στη Βουλγαρία όπου διατηρεί φάρμα και αυτό φαίνεται από τις σφραγίδες εισόδου και εξόδου του στη Βουλγαρία. Επέμενε ότι είχε φύγει τον Σεπτέμβριο και είχε επιστρέψει στη Κύπρο τον Οκτώβριο και ακολούθως έφυγε τον Νοέμβριο και επέστρεψε τον Ιανουάριο του
  19. Η σύζυγος του εργαζόταν σε ξενοδοχείο ως καθαρίστρια και εργαζόταν από τις τρεις μέχρι τις έντεκα το βράδυ. Επέμενε ότι ήταν τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2005 που έκαμε έρωτα με την παραπονούμενη και όχι τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του προηγούμενου χρόνου και όταν την ρώτησε πόσο χρονών ήταν του είχε πει ότι ήταν δεκαεπτά αλλά φαινόταν πιο μεγάλη, ο ίδιος την έβαζε για είκοσι χρονών. Μετά που ο ίδιος είχε συναντηθεί με τους αστυνομικούς της τηλεφώνησε αλλά δεν ξαναβρέθηκαν, σκοπός του ήταν να την πιάσουν οι αστυνομικοί με ναρκωτικά. Δεν μπορούσε να ξέρει που είχε μάθει το σπίτι του η παραπονούμενη αλλά της είχε πει ότι διέμενε στη κτηνοτροφική περιοχή της Σωτήρας. Η παραπονούμενη του είχε κλέψει το ποσό των Λ.Κ.280,00 την ημέρα που γεννούσε η σύζυγος του. Του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της. Αρνήθηκε ότι μια φορά σύστησε από το τηλέφωνο την παραπονούμενη ότι ¨είναι ένα μωρό Κυπρεούι δεκαέξι χρονών¨ και ότι την προώθησε στην πορνεία και εισέπραττε προς τούτο χρήματα εκπρονεύοντας την. Όταν είχε κάμει έρωτα την πρώτη φορά με την παραπονούμενη του είχε ζητήσει Λ.Κ.10,00 ποσό το οποίο της έδωσε. Αν δεν του ζητούσε χρήματα δεν θα την πλήρωνε. Το ότι ήταν συνεργάτης της αστυνομίας το είχε πει στον αστυνομικό που του πήρε κατάθεση αλλά αυτός δεν το έγγραψε στην κατάθεση του. Η σύζυγος από το 2003 του κατηγορούμενου Μαρία Πετρόβα κατέθεσε ως Μ.Υ.
  20. Ανέφερε ότι το σπίτι τους είναι στη μάντρα στη Σωτήρα και πάντοτε συζούσε με τον κατηγορούμενο στο ίδιο σπίτι το οποίο είναι μικρό σπίτι με ένα δωμάτιο και μπάνιο και αποχωρητήριο. Τον Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2004 ο σύζυγος της ταξίδευε στη Βουλγαρία ενώ η ίδια παρέμενε στο σπίτι τους καθώς ήταν έγκυος, γέννησε στις 9.03.
  21. Δεν είχε αντιληφθεί ποτέ καμιά κοπέλα να πηγαίνει στο σπίτι τους και να κάμνει έρωτα με άλλο άνδρα. Είχε απουσιάσει από το σπίτι μόνο για δύο ημέρες όταν γέννησε. Ανέφερε και αυτή ότι ο σύζυγος της έμεινε στο σπίτι την περίοδο από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιανουάριο του 2005 μόνο για δέκα ημέρες. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι διέμενε στο εν λόγω σπίτι κατά το επίδικο χρόνο καθώς ήταν έγκυος και ο σύζυγος της ταξίδευε στη Βουλγαρία όπου έχει δουλειές. Το σπίτι τους είναι ένα μικρό σπίτι με δύο υπνοδωμάτια, μπάνιο και αποχωρητήριο και δεν έχει σαλόνι. Θυμόταν πως είχαν κλέψει το ποσό των Λ.Κ.280,00 από το σπίτι τους αλλά δεν θυμόταν λεπτομέρειες. Η ίδια ποτέ δεν είδε άλλη γυναίκα στο σπίτι τους. Ο σύζυγος της απουσίαζε συχνά στη Βουλγαρία και κάποτε διέμενε εκεί για μήνες. Ο Λοχ. 3015 Κωνσταντίνος Πάμπου, υπεύθυνος της ΥΚΑΝ Αμμοχώστου κατέθεσε ως Μ.Υ.
  22. Προσδιόρισε ως χρόνο της γνωριμίας του με τον κατηγορούμενο τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του
  23. Του είχε δώσει πληροφορία για τουρκοκύπριο ύποπτο που διακινούσε ναρκωτικά από τα κατεχόμενα. Στα πλαίσια αυτής της πληροφορίας είχαν γίνει κάποιες επαφές με τον κατηγορούμενο για να δουν πως θα προωθούσαν το θέμα. Ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι γνώριζε κάποια κοπέλα η οποία ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών και επιδιδόταν σε πορνεία και πωλούσε ναρκωτικά. Ο μάρτυρας ζήτησε όμως από τον κατηγορούμενο να άφηναν για λίγο την υπόθεση με την κοπέλα και να επικεντρωθούν στην πιο σοβαρή υπόθεση του Τουρκοκύπριου. Τον Απρίλιο του 2005 είχε ετοιμάσει πληροφοριακό έντυπο καθότι στις πληροφορίες που του έδωσε ο κατηγορούμενος εμπλέκονταν και άλλα τμήματα της αστυνομίας. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι σε αυτή την υπόθεση ήταν ο κατηγορούμενος που ενέπλεκε την παραπονούμενη και ότι του είπε πως η μητέρα της είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο να της βρίσκει πελάτες. Δεν του είχε πει πως γνώρισε την παραπονούμενη ούτε και ότι είχε ο ίδιος κάμει έρωτα με αυτή και σίγουρα δεν του είχε πει πως ο ίδιος την εξωθούσε στην πορνεία. Όταν του είχε πει πως η ίδια η μητέρα της παραπονούμενης την εξωθούσε στην πορνεία ξαφνιάστηκε αλλά ο ίδιος πέραν της ηλικίας της, που ήταν πέραν των δεκαεπτά ετών, όταν είχε πάρει την πληροφορία, δεν ρώτησε περισσότερα πράγματα εφόσον αφορούσε άλλο τμήμα της αστυνομίας και προς τούτο είχε διαβιβάσει την πληροφορία που είχε. Τελευταίος μάρτυρας (Μ.Υ. 3) παρουσιάστηκε ο Αλέξης Νόνης. Ήταν γνώριμος με την παραπονούμενη. Είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως Τεκ.
  24. Σε αυτή αναφέρει ότι η ίδια η παραπονούμενη του είχε πει ότι πήγαινε με άντρες επί πληρωμή τρία χρόνια πριν δώσει την κατάθεση του την οποία είχε δώσει στις 14.05.
  25. Ο ίδιος δεν έκαμε έρωτα ποτέ μαζί της αλλά τόσο με αυτή όσο και με μια φίλη της η οποία επίσης βρισκόταν στο διαμέρισμα όταν επέδραμε η αστυνομία, ήταν απλά φίλος. Το βράδυ που συνελήφθη η παραπονούμενη και το προηγούμενο είχε αντιληφθεί κάποιους άντρες στο διαμέρισμα της στην Αγία Νάπα. Είχε αντιληφθεί ότι αυτή δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα και σημείωνε σε κομμάτια χαρτιού ανδρικά ονόματα και ώρες. Ποτέ της δεν του είχε πει ότι κάποιος άλλος της έστελλε πελάτες ή ότι κατέβαλλε σε κάποιον τρίτο μέρος των εισπράξεων της. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει και ποτέ δεν το είδε στο διαμέρισμα όπου πήγαινε και έβρισκε την παραπονούμενη. Ο λόγος που δεν έκαμνε έρωτα ο ίδιος μαζί της ήταν ότι γνώριζε ότι πήγαινε με πολλούς άντρες. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι πολλά πράγματα τα ξεχνάει και πως αντιμετωπίζει πρόβλημα με την μνήμη του. Δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη του εάν η παραπονούμενη έπαιρνε ναρκωτικά. Η κατάθεση του Κωστάκη Κωνσταντίνου την οποία έδωσε στις 14.05.2005 σημειώθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 13 και έγινε δεκτή και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Πρόκειται για φρουρό ασφαλείας σε νυκτερινό κέντρο στη Λάρνακα ο οποίος περιγράφει την γνωριμία του με την παραπονούμενη η οποία ήταν γνωστή στη περιοχή ότι πήγαινε με άντρες και είχε ξαναπάει μαζί της για σέξ και πριν από το βράδυ που επέδραμε η αστυνομία. Δεν την είχε πληρώσει εκείνο το βράδυ και ούτε υπήρξε καμιά συνεννόηση να πλήρωνε κάποιο τρίτο πρόσωπο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι στις τελικές τους αγορεύσεις αναφέρθηκαν εκτεταμένα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παραπέμποντας σε συγκεκριμένα αποσπάσματα, αναφορές και αντιδράσεις των μαρτύρων ενώ κατέθεταν. Ο κ. Θωμά εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εφόσον πλην της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την υπόθεση. Δεν παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε άνδρας με τον οποίο πήγε η παραπονούμενη και ο οποίος να κατονομάζει τον κατηγορούμενο ως προαγωγό, δεν βρέθηκαν χρήματα τα οποία να εισέπραξε ο κατηγορούμενος και κανείς από τους μάρτυρες ανέφερε ότι τους είδε μαζί. Η μαρτυρία της παραπονούμενης επιπλέον θα πρέπει να αντικρισθεί με μεγάλη επιφύλαξη από το Δικαστήριο καθόσον υπήρξε αντιφατική τόσο από μόνη της όσο και συγκρινόμενη με αυτή της μητέρας της. Η κα Πίτσιλλου ανέφερε στη δική της εισήγηση ότι υπήρξε στην εισήγηση του συναδέλφου της διαστρέβλωση των όσων οι μάρτυρες ανέφεραν και επιχειρήθηκε προσαρμογή έτσι που γεγονότα που προήλθαν από την μαρτυρία να συνάδουν με θέσεις που υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν και οι τρεις κατηγορίες και κάλεσε το δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο σε αυτές. Σε περαιτέρω επισημάνσεις των εισηγήσεων θα κάμω αναφορά και πιο κάτω σε άλλα σημεία όπου απαιτείται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες που κλήθηκαν από αυτόν να καταθέτουν ενόρκως από τον εδώλιο του μάρτυρος. Λαμβάνω επίσης υπόψη και τη μαρτυρία που προέρχεται από την κατάθεση του Κωστάκη Κωνσταντίνου (Τεκ. 13) το περιεχόμενο της οποίας έγινε αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ή αδυναμίες που παρουσίασε αυτή που έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της. Η Μ.Κ.1 η οποία παρουσιάστηκε ως το θύμα στην όλη υπόθεση κρίνω ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής ως προς το τι θέλησε να μεταδώσει στο Δικαστήριο. Ήταν πειστική όταν αναφέρθηκε στις δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία. Δέχομαι ως ειλικρινή και τον λόγο που επικαλέστηκε όταν δεν είπε ολόκληρη την αλήθεια στην πρώτη της κατάθεση και γι΄αυτό επανήλθε με την δεύτερη για να θέσει τα γεγονότα στις σωστές τους διαστάσεις. Από ένα κορίτσι της ηλικίας της που δεν είχε ξανά μπλεξίματα με την αστυνομία, ευρισκόμενο σε τέτοια συναισθηματική φόρτιση, είναι λογικό να αναμένεται όταν συλλαμβάνεται τις πρώτες πρωινές ώρες σε ξενοδοχείο να εκδίδεται, να προσπαθεί να ρίξει το φταίξιμο για τα όσα συνέβαιναν στην προσωπική της ζωή σε κάποιους τρίτους. Η ίδια είχε ξεφύγει όπως αναφέρει στη 1η κατάθεση της (τεκ.1) από τα πλοκάμια του κατηγορουμένου μετά που αυτή πήρε τα χρήματα που της χρωστούσε και τα οποία δεν του τα επέστρεφε παρά την απαίτηση του. Είναι κοινά αποδεκτό ότι αυτό είχε συμβεί τον Μάρτιο του
  1. Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να απαιτεί από αυτήν το πιο πάνω ποσό διαφορετικά την απειλούσε ότι θα την κατάγγελλε στην αστυνομία, αυτή ισχυριζόταν ότι της τα χρωστούσε και δεν τα επέστρεφε. Αυτό το γεγονός στάθηκε και η αφορμή να παύσει πλέον να έχει πάρε - δώσε μαζί του. Δεν έπαυσε όμως να βγαίνει με άντρες και να εκδίδεται έναντι αμοιβής με δική της πλέον πρωτοβουλία και με πελάτες που της τηλεφωνούσαν εφόσον συνεχώς ο κύκλος της διευρυνόταν. Αυτό έκαμνε και το βράδυ που συνελήφθη. Κάτω από τη φόρτιση που βρισκόταν ενόψει της αποκάλυψης αυτής της δραστηριότητας της, θέλησε αρχικά να ρίξει το φταίξιμο για την κατάσταση της εκτός από τον κατηγορούμενο, για τις σχέσεις της με τον οποίο κάμνει εκτενή αναφορά και στην 1η της κατάθεση και σε κάποια άλλα άτομα που είχαν σχέση με την δραστηριότητα της στο ξενοδοχείο όπου συνελήφθη. Ανέφερε ακόμα ότι η όλη της δραστηριότητα ήταν γνωστή και στην οικογένεια της, πράγμα το οποίο ξεκαθάρισε αμέσως με την έναρξη της ένορκης κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κανένα μέλος της οικογένεια της δεν είχε ιδέα για το τι έκαμνε. Ο λόγος που είχε πει αυτό το πράγμα στην κατάθεση της ήταν ο φόβος από τον οποίο διακατεχόταν. Παρόλο ότι η όλη της δραστηριότητα η οποία αφορούσε τη σεξουαλική πτυχή της ζωής της, όπως αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας, τόσον από την ίδια με δικές της παραδοχές όσο και από άλλους μάρτυρες, θα ανέμενε κάποιος ότι θα επρόκειτο για μια γυναίκα που δεν είχε αναστολές ή ενδοιασμούς, εντούτοις διέκρινα σε αυτή ένα άνθρωπο με ευαισθησίες, πολλές φορές όταν διάβαζε ακόμα τις καταθέσεις της διέκρινα ότι με δισταγμό αναφερόταν σε αισχρές λέξεις, ένας κόμπος ήταν συνεχώς στο λαιμό της, κοκκίνιζε και έτρεμε, κάποια στιγμή ακόμα έκλαψε, ήταν φανερό ότι βρισκόταν σε δεινή θέση και έντονη συναισθηματική φόρτιση κατέθετε με πόνο ψυχής. Τίποτε περισσότερο δεν ήθελε από του να τέλειωνε το συντομότερο η δοκιμασία που βίωνε, αποκαλύπτονται δηλαδή πτυχές της προσωπικής της ζωής ενώπιον του Δικαστηρίου. Φάνηκε εξάλλου από την μαρτυρία της ίδιας αλλά και της μητέρα της ότι άρχισε να βάζει κάποια τάξη στη ζωή της. Τα όσα διαλαμβάνονται στις δύο καταθέσεις της και αφορούν τις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο σε καμιά περίπτωση δεν κρίνονται αντιφατικά ούτε και συγκρούονται με όσα ανέφερε κατά την προφορική της κατάθεση. Κρίνω λοιπόν ότι τα όσα ανέφερε ότι είχε σεξουαλική επαφή σε δύο περιπτώσεις με τον κατηγορούμενο πριν ακόμα κλείσει τα δεκαεπτά της χρόνια είναι αληθή. Επίσης ότι αυτός την εξέδιδε για την περίοδο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και πάλιν βρίσκω ότι είναι η αλήθεια. Ο λόγος που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος ως κίνητρο της να τον κατηγορεί ότι τάχα ήταν για να δικαιολογήσει την πράξη της διάρρηξης της οικίας του και της κλοπής του ποσού των Λ.Κ.200 και κατ΄ αυτόν του ποσού των Λ.Κ.280,00 δεν μπορεί να σταθεί στην λογική εφόσον αυτή ομολόγησε και στην αστυνομία αυτή της την πράξη, δίδοντας όμως ταυτόχρονα και την εξήγηση για πιο λόγο το έκαμε και μετά από σχετική προειδοποίηση στο νόμο που της έγινε από τον αστυνομικό που της λάμβανε την κατάθεση. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει με χρονική ακρίβεια κάποια γεγονότα αλλά όταν έλεγε τον Μάιο του 2005 πριν οκτώ μήνες περίπου ( Τεκ. 1) και ακολούθως στην δεύτερη κατάθεση της (Τεκ. 2) ότι με τον κατηγορούμενο είχε γνωριστεί πέρυσι το Καλοκαίρι πριν κλείσει τα δεκαεπτά της, τον Νοέμβριο του 2004, τότε δεν παραμένει αμφιβολία ότι αυτή η γνωριμία τους είχε γίνει στις αρχές Οκτωβρίου όπως την προσδιορίζει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του έστω και εάν αργότερα θέλησε να διαφοροποιηθεί, επομένως δεν βλέπω οποιαδήποτε αντίφαση ως προς αυτό το θέμα. Θα αποδεχθώ λοιπόν χωρίς καμιά επιφύλαξη την μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε ό,τι έχει σχέση με τον κατηγορούμενο και όσα του καταμαρτυρεί. Η ειλικρίνεια της φάνηκε από το γεγονός ότι δεν απέκρυψε ότι είχε πρώτη φορά σεξουαλική σχέση στα 15 ½ της χρόνια. Ότι δεν της αρκούσε το χατζιρλίκι των γονιών της και ήθελε να κερδίζει περισσότερα χρήματα και ότι εκδιδόταν επί πληρωμή τόσο πριν όσο και μετά την γνωριμία της με τον κατηγορούμενο. Ακόμα ότι δεν προέβαλε ότι ήταν με το ζόρι που την εξανάγκασε να εκδίδεται επί πληρωμή, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα ήθελε και τα έπαθε. Η μαρτυρία των αστυνομικών Μ.Κ.2 και 3 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.4 μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση για το μειλίχιο ύφος με το οποίο κατέθετε, την πραότητα της, τη φυσικότητα και την αυτοσυγκράτηση που επέδειξε καθ΄όλη τη διάρκεια που αυτή ευρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα. Ανέφερε πράγματι ότι κατά το βράδυ της σύλληψης της θυγατέρας της είχε πληροφορηθεί για πρώτη φορά αυτή την δραστηριότητα της. Δεν απέκρυψε ότι γνώριζε ότι τα τελευταία δύο χρόνια είχε αλλάξει η συμπεριφορά της και έφευγε το βράδυ κρυφά από το σπίτι. Ότι ο κατηγορούμενος προωθούσε την κόρη της στη πορνεία το είχε και πάλι μάθει εκείνο το βράδυ. Επ΄αυτού του σημείου κτίστηκε ολόκληρη γραμμή αντεξέτασης με σκοπό να καταδειχθεί αντίφαση. Εξετάζοντας όμως την μαρτυρία της με προσοχή διαπιστώνεται ότι η μάρτυρας δεν είχε πει σε οποιοδήποτε σημείο ότι ο κατηγορούμενος ενεχόταν για την εκπόρνευση της κόρης της το βράδυ της σύλληψης της. Επομένως δεν διακρίνω οποιαδήποτε αντίφαση σε αυτό το σημείο. Το ότι πάλι ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.1 κόρη της, της είχε πει ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο από 13 ετών αυτό και μόνο δεν συνιστά κατά την άποψη μου αντίφαση διότι πιθανόν πράγματι να της είχε πει τα πιο πάνω εκείνο το βράδυ η κόρη της στη προσπάθεια της να επιρρίψει σε τρίτα πρόσωπα την ευθύνη για την κατάσταση της. Ανέφερα πιο πάνω πως αντικρίζω τις πρώτες αντιδράσεις της Μ.Κ.1 μετά την επιδρομή των αστυνομικών στο δωμάτιο όπου εκδιδόταν στο ξενοδοχείο και όσα επακολούθησαν. Είναι φανερό ότι αυτή τόσο στην αστυνομία και σίγουρα στην μητέρα της θέλησε να δικαιολογήσει τις πράξεις της ότι προέβαινε σε αυτές παρασυρόμενη από τρίτα πρόσωπα. Επισημαίνω ότι δεν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ήταν αυτή που την προωθούσε στην πορνεία για να κερδίζουν χρήματα και εξέφρασε παράπονο εναντίον οποιουδήποτε την εκμεταλλεύτηκε. Ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις. Η μαρτυρία του δεν μου φάνηκε ότι διαπνεόταν από πνεύμα αλήθειας και είναι φανερό ότι απέκρυψε γεγονότα ή έπλασε άλλα για να συσκοτίσει την υπόθεση. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε διάφορες πτυχές της μαρτυρίας του και των ισχυρισμών του τα οποία με οδήγησαν στην πιο πάνω αντίληψη την οποία απεκόμισα μέσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. - Στη κατάθεση του την οποία έδωσε την ημέρα που συνελήφθη, και η οποία δόθηκε κάτω από πολύ φιλικό περιβάλλον όπως φαίνεται από την προσφώνηση του στον ενικό και με το μικρό του όνομα στον αστυνομικό που κατέγραψε την κατάθεση του με τις λέξεις ¨Άκου να δεις Ανδρέα¨ αναφέρει ότι είχε ακούσει και φρόντισε να γνωρίσει αυθημερόν την Ε.Σ. περί τις αρχές του Οκτώβρη, την ίδια ημέρα είχε σεξουαλική επαφή μαζί της. Αργότερα στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι αυτό το γεγονός τοποθετήθηκε τότε και όχι τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 2005 ετσιθελικά από τον αστυνομικό. Δημιουργείται τότε η απορία γιατί ένας ώριμος άνδρας να δεχθεί να γραφτεί το πιο πάνω στην κατάθεση του και από κάτω να υπογράφει και να αποδέχεται ότι είναι αληθής και την έδωσε με τη θέληση του. Γιατί δεν αμφισβήτησε τη θεληματικότητα της κατάθεση του; Γιατί δεν υπέβαλε αυτό το γεγονός στον Μ.Κ.3; Είναι φανερό ότι ψευδόταν ισχυριζόμενος κάτι διαφορετικό ενώπιον του Δικαστηρίου. - Είχε συναντήσει, καταγράφει στην κατάθεση του, την Ε.Σ. ακόμα δύο με τρεις φορές αλλά όχι με σκοπό την σεξουαλική επαφή μαζί της. Τότε προς τι αυτές οι συναντήσεις τους. Ο μόνος σκοπός που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά ήταν για να κάμει σεξ μαζί της. Μάλιστα σύμφωνα με την Μ.Κ.1 για να τη δοκιμάσει, διαφορετικά δεν θα την προωθούσε για να κερδίζει χρήματα όπως ήθελε εκείνη. - Στην κατάθεση του πουθενά δεν αναφέρει ότι την είχε πληρώσει την πρώτη φορά που βρέθηκαν μαζί με το ποσό των Λ.Κ.10 όπως ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε σε αυτήν όταν κατέθετε. - Ισχυρίστηκε απαντώντας στην κατηγορία ότι την είχε ρωτήσει την ηλικία της και αυτή του είπε πως ήταν δεκαεπτά. Κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζεται στην κατάθεση του. Εξάλλου ποιος ο λόγος να ρωτήσει την ηλικία της όταν την εξέλαβε τουλάχιστον για είκοσι χρονών; Στην κατάθεση του εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι η πληροφόρηση που είχε από τον φίλο του ήταν ότι επρόκειτο για μια ¨μιτσιάν¨. - Ισχυρίστηκε ότι ήταν πληροφοριοδότης της αστυνομίας για υποθέσεις ναρκωτικών. Όμως δεν φάνηκε από την μαρτυρία του ή αυτήν του Μ.Υ.2 ότι είχε οποιανδήποτε επιτυχία η αστυνομία συνεπεία πληροφοριών που έλαβε από αυτόν. Το μόνο που προέκυψε ήταν ότι κατέδιδε στην αστυνομία την Ε.Σ. και μάλιστα ότι αυτή εμπλεκόταν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών ή ότι ήταν η ίδια ναρκομανής εκτός από το ότι εκδιδόταν με την συνδρομή της μητέρας της, γεγονότα που δεν έχουν καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με άλλη μαρτυρία. Είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος θέλησε να καταστεί πληροφοριοδότης της αστυνομίας για δικούς του λόγους όχι άσχετους με τη διάρρηξη των σχέσεων του στο μεταξύ με την Ε.Σ. - Προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου, πράγμα που δεν επικαλέστηκε ούτε στην κατάθεση του αλλά ούτε και όταν απαντούσε στις γραπτές κατηγορίες άλλοθι, ότι τάχα απουσίαζε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για το οποίο του καταλογίζονται τα αδικήματα εκτός Κύπρου στη Βουλγαρία όπου διατηρεί επιχειρήσεις. Όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το ντοκουμέντο που παρουσίασε προς αυτό το σκοπό το διαβατήριο του (Τεκ. 10) όπου εμφαίνονται η είσοδος και έξοδος του στην Βουλγαρία, όπως περαιτέρω επεξήγησε τα τοξάκια που δεικνύουν την είσοδο και την έξοδο από τη χώρα αυτή. Πράγματι όπως φαίνεται στο Τεκ. 10 ο κατηγορούμενος τόσο πριν όσο και μετά την περίοδο για την οποία κατηγορείται έκαμε πολλά αλλά σύντομα ταξίδια στη Βουλγαρία. Κατά την επίδικη περίοδο όμως είχε απουσιάσει μόνο μεταξύ της 28.10.2004 και 8.11.2004, απουσίασε δηλαδή για δέκα περίπου ημέρες και όχι το αντίθετο όπως ισχυρίστηκε. - Δεν δίδει καμιά εξήγηση πως η Ε.Σ. γνώριζε την οικία του εφόσον δεν την συνάντησε παρά ελάχιστες φορές όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, δεν έδωσε επίσης πειστική εξήγηση γιατί να μην τη καταγγείλει στην αστυνομία όταν διαπίστωσε ότι αυτή του είχε κλέψει το ποσό των Λ.Κ.280,
  2. - Δεν υπέβαλε στην Μ.Κ. 4 μητέρα της Ε.Σ. ότι αξίωσε και από αυτή το πιο πάνω χρηματικό ποσό, όπως ισχυρίστηκε αργότερα στην προφορική κατάθεση του. Η Μ.Υ.1 σύζυγος του κατηγορουμένου ήταν φανερά καθοδηγημένη. Προσπάθησε να παρουσιάσει το σπίτι όπου διέμεναν με τον κατηγορούμενο μικρότερο. Ανέφερε στην αρχή ότι είχε ένα δωμάτιο. Αργότερα ανέφερε ότι είχε δύο υπνοδωμάτια. Ενώ όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος αυτή εργαζόταν μεταξύ 15:00 - 23:00 σε εστιατόριο ή ξενοδοχείο αυτή ανέφερε ότι ήταν συνεχώς σπίτι και έτσι δεν υπήρχε δυνατότητα εν όψη και του μεγέθους του σπιτιού να μετέβαινε εκεί μια ξένη κοπέλα με άνδρες χωρίς να την παίρνει χαμπάρι. Ανέφερε ακόμα ότι ο σύζυγος της απουσίαζε καθ΄ όλο αυτό το διάστημα και πως μόνο για δέκα ημέρες ήταν στη Κύπρο. Ανέφερα πιο πάνω ότι αυτός ο ισχυρισμός φάνηκε ότι είναι παντελώς ψευδής. Κρίνω ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά θέλησε να καλύψει για δικούς της λόγους τον κατηγορούμενο. Ακόμα πως μπορούσε να είναι τόσο σίγουρη ότι δεν μπορούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα να μη πήγαινε άλλη γυναίκα στο σπίτι τους, όταν σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του συζύγου της αυτή απουσίαζε από τις 15:00 -23: 00 στην εργασία της. Ο Μ.Υ. 2 Λοχ. Κωνσταντίνος Πάμπου, κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία που προέρχεται από την κατάθεση του Κωστάκη Κωνσταντίνου (Τεκ. 13) το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό. Ο Μ.Υ. 3 Αλέξης Νόνη παρουσιάστηκε σαν ένας γραφικός τύπος στην μαρτυρία του οποίου όπως τελικά τέθηκε ενώπιον μου και με όσα ανέφερε ότι πάσχει από πρόβλημα μνήμης δεν θα μπορούσε κανένα Δικαστήριο να στηριχθεί. Εξάλλου τα όσα ανέφερε αυτός δεν έχουν σχέση με τις υπό εκδίκαση κατηγορίες. Αυτός επιπλέον δεν κατέγραψε στην κατάθεση του ή είπε τίποτε διαφορετικό από όσα ανέφερε εκείνη. Επομένως κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν έχει οποιαδήποτε επίδραση στην όλη υπόθεση. H φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ως σεξουαλικά αδικήματα καθιστά αναγκαία την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της μαρτυρίας της παραπονούμενης όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής αλλά πρακτικής, χωρίς η αναγκαιότητα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας να είναι απόλυτη σύμφωνα με την νομολογία μας. Στην υπόθεση R v. MARKS
(1963)Crim. L.R. 370, ο Μ καταδικάστηκε για παράνομη συνουσία με δεκαπεντάχρονο κορίτσι. Παραδέχτηκε τη συνουσία, ισχυρίστηκε όμως ότι κατά το χρόνο της συνουσίας η ηλικία του κοριτσιού ήταν 16. Στην ανακεφαλαίωση του ο πρωτόδικος δικαστής, είπε ότι δεν εγειρόταν ζήτημα ενίσχυσης. Για τον λόγο που πρέπει να δίδεται η προειδοποίηση για ενίσχυση ο Π.Ε.Δ. κ. Πικής (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση The Police v. Skordis
(1976)6 JCC 1000 αφού αναφέρθηκε στην απόφαση R v. Henry and Manning
(1969)53 Cr. App. R. 150, παραθέτοντας το απόσπασμα ότι ο λόγος για τον οποίο η μαρτυρία μιας παραπονούμενης σε αυτού του είδους τις υποθέσεις χρειάζεται ενίσχυση είναι ότι ¨η ανθρώπινη πείρα στα Δικαστήρια έχει δείξει ότι κορίτσια και γυναίκες για πολλούς και διάφορους λόγους και κάποτε χωρίς λόγο αφηγούνται ψεύτικη ιστορία που εύκολα κατασκευάζεται και δύσκολα αντικρούεται¨. Βέβαια το πιο πάνω απόσπασμα έχει δεχτεί και δέχεται σήμερα κριτική όπου προτείνονται αλλαγές στην αντίκριση του όλου ζητήματος, ενόψει της αλλαγής των συνθηκών διαβίωσης και δράσης με τη χειραφέτηση των γυναικών μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Δεδομένου όμως ότι θα έχει δοθεί η αναγκαία προειδοποίηση, το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει πάνω στη βάση μόνο της μαρτυρίας της παραπονούμενης έστω κι αν δεν υπάρχει ενίσχυση, φτάνει το δικαστήριο να έχει πεισθεί πέραν αμφιβολίας ότι λέγει την αλήθεια. Το Ποινικό Εφετείο αποφάσισε ότι οι ένορκοι έπρεπε να καθοδηγούνταν πάνω στην ανάγκη ενίσχυσης σχετικά με το χρόνο της συνουσίας και ακύρωσαν την καταδίκη. Καθίσταται φανερό επομένως ότι το Δικαστήριο νοουμένου ότι αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με συγκεκριμένο αδίκημα, μπορεί να ενεργήσει στηριζόμενο μόνο σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους να βασιστεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς ενίσχυση. Έχω ήδη αναφερθεί για το πως αντικρίζω την μαρτυρία της Μ.Κ.1 και τη θετική εντύπωση που μου προκάλεσε. Έχοντας επί πλέον υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, σταθμίζοντας κάθε λεπτομέρεια και κάθε απάντηση που δόθηκε σε κρίσιμα ερωτήματα και εστιάζοντας την προσοχή μου σε κρίσιμα θέματα που αφορούν την απόδειξη των αδικημάτων κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο και την αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό ως αξιόπιστη. Έχω αναλογιστεί σε υπέρτατο βαθμό τους κινδύνους της αποδοχής της μαρτυρίας της χωρίς ενίσχυση και μετά από συνεχείς αυτοποροειδοποιήσεις, κατέληξα ότι η ποιότητα, η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης είναι τέτοια που μπορώ και έτσι αισθάνομαι με βεβαιότητα, να βασιστώ με απόλυτη ασφάλεια σε αυτή χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης (βλ. Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ.129, Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ 258, Μειτανής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 177, Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. σελ. 224). Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα μπορούσα να πω παρενθετικά και με πλεονασμό, ότι υπάρχει και ενισχυτική μαρτυρία. Πρόκειται για το ψευδές άλλοθι το οποίο επεχείρησε ο κατηγορούμενος να εισαγάγει κατά την ένορκο κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με συνηγορία της συζύγου του Μ.Υ. 1 ότι δηλαδή απουσίαζε πλην δέκα ημερών από την Κύπρο κατά την περίοδο που του καταλογίζονται τα αδικήματα. Όμως αυτό όπως έχω καταγράψει πιο πάνω αποδεικνύεται ως ένα ψέμα εφόσον το αντίθετο είναι που συνέβη, απουσίασε μόνο για δέκα περίπου ημέρες (βλ. Cross on Evedence 5th Edition p. 210), Kafalos v. R.
(1952)19 C.L.R. 121,102 CRI.C.C., στην R. v. Turnbull and Others
(1976)All E.R. 549 λέχθηκαν τα πιο κάτω (σε μετάφραση): ¨Στην καθοδήγηση του προς τους ένορκους, ο δικαστής πρέπει να στέκεται με ιδιαίτερη προσοχή στο στήριγμα που μπορεί ένα ισχυριζόμενο άλλοθι, που έχουν ήδη απορρίψει, να δώσει σε μια αναγνώριση, ψεύτικα άλλοθι μπορεί να προβάλλονται για πολλούς λόγους: Ένας κατηγορούμενος, για παράδειγμα, που μπορεί να στηριχτεί μόνο στη δική του ειλικρινή μαρτυρία μπορεί βλακωδώς να κατασκευάσει ψεύτικο άλλοθι και να μαζέψει ψευδομάρτυρες να το υποστηρίξει, από φόβο μήπως η δική του μαρτυρία δεν θα είναι αρκετή. Περιπλέον, μάρτυρες για άλλοθι μπορούν κάποτε να κάμουν γνήσια λάθη σε ότι αφορά ημερομηνίες και περιπτώσεις όπως μπορούν και οποιοιδήποτε άλλοι μάρτυρες. Μόνο όταν οι ένορκοι έχουν πεισθεί ότι το κατασκεύασμα αποσκοπούσε αποκλειστικά στην παραπλάνηση τους και δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για την προβολή του το κατασκεύασμα μπορεί να δώσει κάποιο στήριγμα σε αναγνωριστική μαρτυρία. Οι ένορκοι πρέπει να υπενθυμίζονται ότι η απόδειξη πως ο κατηγορούμενος είπε ψέματα για το που βρισκόταν τον ουσιώδη χρόνο δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ήταν εκεί που λέγει ο μάρτυρας που ισχυρίζεται πως αναγνώρισε ότι ήταν¨. Το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρθηκε με επιδοκιμασία από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Katsiamalis v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 107 όπου λέχθηκε ότι η πιο πάνω απόφαση θεωρείται ότι διατυπώνει τη σύγχρονη προσέγγιση στο ζήτημα του άλλοθι (βλ. επίσης Δημήτρης Δημητρίου (άλλως ¨Πάμπος¨) v. Αστυνομία, Ποιν. Έφεση Αρ.123/2005 ημερ. 4.07.2006 ως προς το ζήτημα του ψευδούς άλλοθι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης στα οποία καταλήγω είναι ότι ο κατηγορούμενος στις αρχές Οκτωβρίου 2004 είχε πληροφορηθεί από φίλο του ότι η Ε.Σ. η οποία τότε δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαεπτά της χρόνια έκαμνε σεξ με άνδρες επί πληρωμή, η σύσταση όπως παραδέχεται και ο ίδιος στην κατάθεση του ήταν ότι επρόκειτο για μια ¨μιτσιάν¨ από χωριό της περιοχής του. Την ίδια ημέρα που το έμαθε της τηλεφώνησε. Έκλεισαν ραντεβού να βρεθούν το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Έτσι και έγινε. Συναντήθηκαν έξω από το χωριό της και μέσα στα χωράφια εντός του αυτοκινήτου του έκαμαν σεξ χωρίς να ρωτήσει την ηλικία της. Περαιτέρω αντιλαμβανόμενος ότι η Ε.Σ. ήθελε να κερδίζει χρήματα, όπως η ίδια του αποκάλυψε κατά τη συζήτηση που είχαν, της πρότεινε να της βρίσκει πελάτες με τους οποίους θα έκανε σεξ και θα πληρώνονταν μισά - μισά. Αυτή αποδέχθηκε και έτσι άρχισαν τη συνεργασία τους. Ως χώρος όπου δεχόταν τους πελάτες της ήταν στην αρχή δωμάτιο σε οικία στη μάντρα του κατηγορούμενου στο χωριό Σωτήρα και στη συνέχεια δε σε διάφορα διαμερίσματα στη Λάρνακα και σπάνια και στην μάντρα. Την παραπονούμενη πάντα μετά από συνεννόηση την παραλάμβανε με το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος από το χωριό της και την οδηγούσε είτε στην μάντρα του είτε σε διαμερίσματα. Από αυτή την δραστηριότητα κέρδισαν από δύο χιλιάδες λίρες περίπου ο καθένας για το χρονικό διάστημα τουλάχιστον μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2004. Αργότερα η Ε.Σ. βρήκε μόνιμο αγόρι, όταν δε διέρρηξε και την οικία του κατηγορούμενου παίρνοντας από αυτόν το ποσό των Λ.Κ.200,00, ποσό το οποίο η ίδια ισχυριζόταν ότι της χρωστούσε και το οποίο αξίωνε πίσω ο κατηγορούμενος, χάλασαν οι σχέσεις τους και η δουλειά που είχαν στήσει. Όλα αυτά αποκαλύφθηκαν πολύ αργότερα όταν η Ε.Σ. συνελήφθη να εκδίδεται σε ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα τον Μάιο του 2005 οπότε και σε καταθέσεις της αποκάλυψε και κατονόμασε τον κατηγορούμενο ως τον προαγωγό της για το πιο πάνω χρονικό διάστημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 154 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Καθορίζει τα ακόλουθα σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε σε αυτό με τον Νόμο 145
(1)/2002 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 26.07.2002: ¨Όποιος παράνομα έρχεται σε συνουσία ή αποπειράται παράνομη συνουσία με νεαρή γυναίκα που έχει ηλικία δεκατριών ή άνω και κάτω των δεκαεπτά χρόνων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια΄ και Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος άρθρου, η συνουσία ή η απόπειρα διάπραξης της, δε θεωρείται παράνομη, και δε διαπράττεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου, σε περίπτωση που κατά το χρόνο διάπραξης, νεαρή γυναίκα είναι παντρεμένη με άντρα που έρχεται ή αποπειράται να έρθει σε συνουσία μαζί της¨. Εξετάζοντας τα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος και συσχετίζοντας τα με όσα πιο πάνω ανέφερα αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα κρίνω ότι δεν παραμένει καμιά αμφιβολία ότι έχει αποδειχθεί η 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κατά τις αρχές Οκτωβρίου 2004 και στη συνέχεια μια δεύτερη φορά εντός του Οκτώβρη και πάλι, και ενώ η παραπονούμενη Μ.Κ.1 δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαεπτά της χρόνια εφόσον είχε γεννηθεί στις 19.11.1987 είχε έρθει παράνομα σε συνουσία μαζί της σε δύο περιπτώσεις. Όταν την πρώτη φορά που τη συνάντησε και για να ξεκινήσουν την δουλειά που συμφώνησαν, να της βρίσκει δηλαδή πελάτες της ζήτησε όπως την ¨δοκιμάσει¨ ο ίδιος πρώτα και ενώ αυτή αρχικά αρνήθηκε, στη συνέχεια και ενώ αυτός επέμενε δέχθηκε φοβούμενη μήπως δεν γίνει η δουλειά. Ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε να μάθει την ηλικία της τουλάχιστον από την ίδια και εκείνο που γνώριζε ήταν ότι ήταν μια ¨μιτσιά¨ η οποία εκδίδεται και πληρώνεται. Σημαντική είναι η αναφορά της Μ.Κ. 1 ότι στη παρουσία της ο κατηγορούμενος μιλώντας με υποψήφιο πελάτη τη σύστησε ως ¨εν μικρό Κυπρεούι 16 χρονών¨ επομένως ο κατηγορούμενος γνώριζε κιόλας ότι αυτή ήταν κάτω των δεκαεπτά ετών. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας προβλέπεται στο Άρθρο 3
(1)(γ),
(2)(β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων του 2000 ( Ν. 3
(1)/2000). Το Άρθρο 3
(1)(γ) καθορίζει τα πιο κάτω: Απαγορεύεται η σεξουαλική εκμετάλλευση ή η κακοποίηση ανηλίκων¨. Το Άρθρο 3
(2)(β) προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Όποιος ενεργεί κατά παράβαση των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)(γ) και (δ) διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη¨. Ο κατηγορούμενος ένας παντρεμένος και ώριμος άνδρας με την πρώτη ευκαιρία που του δίδεται όταν η ανήλικη Ε.Σ. κάτω των δεκαοκτώ χρόνων, του εκμυστηρεύεται στην πρώτη τους συνάντηση ότι θέλει να κερδίζει χρήματα από μόνη της, την παροτρύνει στην πορνεία όπου θα είχε και ο ίδιος όφελος (μισά - μισά όπως ήταν η συμφωνία). Προς τούτο της παρέχει στέγη την οικία που διαθέτει στην μάντρα του και ακολούθως διαμερίσματα στη Λάρνακα, της βρίσκει πελάτες και την μεταφέρει από και προς το σπίτι της, κερδίζει ο ίδιος από αυτή την παράνομη δραστηριότητα τους περίπου Λ.Κ.2.000 σε χρονικό διάστημα σχεδόν τριών μηνών. Σημειώνω ότι με βάσει το Άρθρο 6 (β) του πιο πάνω νόμου αποκλείεται η υπεράσπιση ότι το θύμα συγκατατίθεται στην παράνομη πράξη, που συνιστά το αδίκημα ή ότι λαμβάνει οποιαδήποτε χρηματική ή άλλη αμοιβή γι΄αυτήν. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι στοιχειοθετούν και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Όποιος ή όποια που εν γνώσει του ζει εξ ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας, που ασκείται μεταξύ προσώπων είτε του ίδιου ή διαφορετικού φύλου είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη¨. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού, άλλως ¨Αβισσινός¨
(1993)2 Α.Α.Δ. 104 απαιτείται να αποδειχθούν τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: (α) Το πρόσωπο από τα εισοδήματα του οποίου αποζούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν πόρνη, (β) ότι ο κατηγορούμενος ζούσε εν όλο ή εν μέρει με τα κέρδη από τη πορνεία της, και (γ) γνώση του γεγονότος αυτού. Στο νόμο δεν δίδεται ο ορισμός της λέξης ¨πόρνη¨. Στα συνηθισμένα ορθογραφικά και ερμηνευτικά λεξικά ¨πόρνη¨ χαρακτηρίζεται η γυναίκα του δρόμου, η γυναίκα που παραδίνει επ΄αμοιβή σε άνδρα το σώμα της κ.λ.π. Στην απόφαση R v. Webb
(1963)2 All E.R. 177 αναφέρεται σε μετάφραση: ¨Η έννοια της ¨πόρνης¨ περιορίζεται στη γυναίκα που προσφέρει το κορμί της για την ικανοποίηση ομαλών σεξουαλικών ορέξεων, συγκεκριμένα, για σεξουαλική επαφή¨. Στην ίδια απόφαση δίδεται περαιτέρω διεύρυνση στον ορισμό της ¨πόρνης¨ υιοθετώντας ότι η πόρνη χαρακτηρίζεται ανεξάρτητα αν η εκδήλωση της είναι ενεργητικού ή παθητικού ρόλου περιλαμβανομένου και του αυνανισμού. Στην απόφαση R. v. De Μunk (1918- 1919) All E.R. 499 η έννοια της λέξης ¨πορνεία¨ ερμηνεύεται σε ελεύθερη μετάφραση ότι: ¨πορνεία έχει αποδειχθεί αν φανεί ότι μια γυναίκα προσφέρει το κορμί της για σκοπούς που ισοδυναμούν με κοινή ασέλγεια και ακολασία με αντάλλαγμα την πληρωμή.¨ Το θέμα του πότε πρόσωπο αποζεί από κέρδη πορνείας αποτέλεσε αντικείμενο εκτεταμένης αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση Shaw v. D.P.P.
(1961)Cr.App. Rep. 113 που υιοθετήθηκε από την υπόθεση Mavrides v.Police
(1987)2 C.L.R. 63 έγινε ευρύτερη ανάλυση μέχρι ποιου σημείου μπορεί να διευρυνθεί η αχτίνα της παροχής υπηρεσιών προς την πόρνη και την συνεπακόλουθη πληρωμή από αυτήν για να ενταχθεί στο πλαίσιο του αδικήματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Calvert v. Mayes
(1954)1 Q.B.342 πρόσωπο θεωρείται ότι αποζεί από τα κέρδη πορνείας έστω και αν δεν εισπράττει χρήματα από την ίδια την πόρνη προσωπικά αλλά μέσω τρίτου προσώπου βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Διευκρινίζεται πάντως ότι ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ότι αποζεί από κέρδη πορνείας έστω και αν δεν εισπράττει χρήματα από την ίδια την πόρνη αλλά από τους πελάτες. Στην υπόθεση R v. Ansell, 60 Cr.App. R.45, κρίθηκε ότι αν τα χρήματα δίνονται από τους άντρες με τους οποίους η πόρνη ασχολείται και όχι από την ίδια την πόρνη, τα χρήματα αυτά εξακολουθούν να θεωρούνται κέρδη από την πορνεία. Στην υπόθεση Αυξεντίου άλλως Μπίλλυς v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 5 λέχθηκε ότι το αδίκημα συντελείται όταν κάποιος εν γνώσει του ζει μερικώς ή εξ΄ ολοκλήρου από τα κέρδη πορνείας. Δεν έχει σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμιγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών. (βλέπε επίσης την απόφαση Petrides v. Police
(1962)2 C.L.R. 114) Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι η γνώση του, που μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή με τη μαρτυρία που προσκόμισε έχει αποδείξει και την 3η κατηγορία με βάσει το ίδιο σκεπτικό όπως το κατέγραψα και αφορά τα γεγονότα της 2ης κατηγορίας η γνώση του κατηγορουμένου προερχόταν από το γεγονός ότι αυτός εξεύρισκε πελάτες και στην αρχή εισέπραττε και ο ίδιος χρήματα από αυτούς και ήταν ο ίδιος που οδηγούσε την Ε.Σ. στους διάφορους τόπους όπου αυτή συνευρισκόταν με πελάτες που της έβρισκε, επιπλέον για το διάστημα που αφορά η κατηγορία αυτός ασκούσε έλεγχο πάνω της καθώς της υποσχόταν και πολλά χρήματα, την επηρέαζε και καθοδηγούσε τις κινήσεις της σε σχέση με την άσκηση της πορνείας με τρόπο που φανερώνει τη συνδρομή του, δεν μου διαφεύγει η μικρή ηλικία της και το τρωτό του χαρακτήρα της και η αδυναμία της να έχει δικά της εισοδήματα από αυτή την ηλικία. Τέλος κέρδισαν από αυτή τη δραστηριότητα τους από Λ.Κ.2.000 περίπου σε μικρό χρονικό διάστημα σχεδόν τριών μηνών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 644). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία και τις τρεις κατηγορίες στις οποίες κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο. (Υπ.).................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.