Νίκος Χατζηνικόλα ν. Γεώργιος Βασίλη Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης:1001/2006, 30 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1001/2006 Νίκος Χατζηνικόλα - ν - Γεώργιος Βασίλη Γεωργίου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πασή Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν.Νικολάου Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες οι οποίες αφορούν όλες το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του Άρθρου 117 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος φέρεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2001 στο χωριό Φρέναρος της Επαρχίας Αμμοχώστου αγόρασε και παρέλαβε από τον παραπονούμενο Νίκο Χ¨Νικόλα διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας Λ.Κ.1.725,
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Νίκος Χ¨Νικόλα που είναι ο παραπονούμενος κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Είναι ιδιοκτήτης καταστήματος και εμπορεύεται γεωργικά μηχανήματα στο Φρέναρος από το
- Ο κατηγορούμενος τον είχε επισκεφθεί για πρώτη φορά στο κατάστημα του στις 13.07.2001 και συμφώνησαν να του πωλήσει διάφορα εμπορεύματα όπως τουρμπίνα, καλώδιο και λάστιχο. Όπως ήταν η συμφωνία τους θα του τα πλήρωνε τοις μετρητοίς και αυτό θα γινόταν όταν θα παραλάμβανε όλα τα εμπορεύματα που αφορούσαν το έργο για το οποίο προορίζονταν. Έτσι δεν του εξέδωσε τιμολόγιο το οποίο θα εξέδιδε όταν θα του πλήρωνε και το τίμημα. Εξήγησε ότι συναλλαγές με πελάτες του συχνά προσλαμβάνουν τον τρόπο με τον οποίο συναλλάχθηκε και με τον κατηγορούμενο. Όταν πελάτης αρχίζει ένα έργο πιθανόν να παραλάβει μέρος των χρειωδών και στη συνέχεια να προκύψουν και άλλες ανάγκες και έτσι να επανέρχεται μέχρι να κάμει τη δουλειά του ολοκληρωμένα. Εμπιστευόταν μέχρι τότε τους πελάτες του, εργαζόταν χωρίς τιμολόγιο όταν η συναλλαγή προσλάμβανε τον χαρακτήρα που είχε και η συναλλαγή του με τον κατηγορούμενο. Λόγω αυτής του της καλοπιστίας δεν έβαζε τον πελάτη να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο όπως και δεν του υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Προσβαλλόταν, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, να βάλει τον πελάτη να υπογράψει. Κάθε φορά που γινόταν παραλαβή εμπορευμάτων συμπληρωνόταν ένα δελτίο παραλαβής από τον υπάλληλο του το οποίο αργότερα κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτό είχαν καταγραφεί όλα τα εμπορεύματα και η αξία τους τα οποία είχε παραλάβει ο κατηγορούμενος σε διάφορες ημερομηνίες αρχής γενομένης από 13.07.2001 μέχρι και την 25.08.2001 συνολικής αξίας Λ.Κ.1.725= χωρίς να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της αξίας τους. Όταν είδε ότι ο κατηγορούμενος δεν πήγαινε να τον πληρώσει άρχισε να τον ενοχλεί και δεχόταν πάντοτε υποσχέσεις. Έκαμνε υπομονή καθώς θα τον είχε ενοχλήσει πέραν από τριάντα φορές μέχρι που αποφάσισε να πάει και στο σπίτι του που ευρισκόταν στο γειτονικό χωριό το Λιοπέτρι. Ήταν μετά την συναλλαγή τους που έμαθε ότι αυτός ήταν πτωχεύσας και σίγουρα εάν ήξερε αυτή την ιδιότητα του κατηγορουμένου δεν θα του πωλούσε οτιδήποτε με πίστωση. Την πληροφορία για το ότι ήταν πτωχεύσας την είχε πάρει από συγχωριανούς του κατηγορούμενου οι οποίοι μάλιστα του είπαν να ξεχάσει το λαβείν του καθώς ο κατηγορούμενος χρωστούσε σε πολύ κόσμο και δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Αφού είδε ότι δεν θα τον πλήρωνε αποφάσισε τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δούλευε και δουλεύει ακόμα την επιχείρηση του οικογενειακά και είχε μόνο ένα υπάλληλο τον Θεόδωρο Τούρο. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εγγεγραμμένος στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.). Γνωρίζει ότι για τις δοσοληψίες του θα έπρεπε να βγάζει τιμολόγια με χρέωση και Φ.Π.Α., στη παρούσα όμως περίπτωση δεν εξέδωσε τιμολόγιο εφόσον παρέμεινε απλήρωτος. Θα έβγαζε τιμολόγιο με Φ.Π.Α. εάν ο κατηγορούμενος ήταν συνεπής και τον εξοφλούσε, όπως ήταν και η συμφωνία τους. Επέμενε ότι έτσι δουλεύει και ότι έχει εμπιστοσύνη στους πελάτες του. Από ότι θυμόταν, ο κατηγορούμενος τον είχε επισκεφθεί δύο ημέρες προηγουμένως και του παρήγγειλε τι ήθελε και του τα ετοίμασε έτσι που στις 13.07.2001 όταν πήγε εκεί βρήκε έτοιμη την παραγγελία του, δεν του εξέδωσε τιμολόγιο καθώς δεν είχε ολοκληρωθεί η δουλειά του. Επέμενε ότι κάθε φορά που ο κατηγορούμενος πήγαινε και παραλάμβανε τα εμπορεύματα όπως φαίνονται στο Τεκ. 1 ο υπάλληλος του κατέγραφε επ΄αυτού τα εμπορεύματα που παραλάμβανε και ότι το δελτίο αποστολής συμπληρώθηκε σταδιακά. Αρνήθηκε υποβολές ότι το δελτίο αποστολής γράφτηκε μια φορά και όχι κάθε φορά που γινόταν παραλαβή εμπορευμάτων όπως ισχυρίστηκε και μάλιστα ότι αυτό γράφτηκε ενόψει της δίκης και για σκοπούς παρουσίασης του στη δίκη. Επανέλαβε ότι εμπιστεύεται τους πελάτες του και έχει αρκετούς πελάτες συγχωριανούς του κατηγορούμενου με τους οποίους συναλλάσσεται κατά τον ίδιο τρόπο. Όταν ρωτήθηκε για τον αριθμό του δελτίου αποστολής και εάν αυτό έχει αντίτυπο που παρέμεινε σε κάποιο βιβλίο ανέφερε ότι δεν υπάρχει πια καθώς καταστρέφονται. Δεν είναι επίσημα έγγραφα της δουλειάς του όπως είναι τα τιμολόγια τα οποία φυλάγονται. Αρνήθηκε ότι λέγει ψέματα αναφορικά με τη σύνταξη του Τεκ.
- Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν πολύ πριν το 2001 που είχε συναλλαχθεί μαζί του και τον είχε εξοφλήσει για ό, τι είχε ψωνίσει από αυτόν. Το ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας το είχε πληροφορηθεί δύο μήνες μετά που ολοκληρώθηκε η συναλλαγή τους. Κατά τον επίδικο χρόνο εμπιστευόταν περισσότερο τους πελάτες του αλλά παραδέχτηκε ότι ¨η πολλή εμπιστοσύνη βλάφτει πολλές φορές¨. Με την μη έκδοση τιμολογίου στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως εξελίχθηκε η συναλλαγή του με τον κατηγορούμενο δεν είχε ξεγελάσει τον Φ.Π.Α. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο υπάλληλος του Μ.Κ.1 Θεόδωρος Τούρος. Από το 1998 ή 1999 εργάζεται στο Λογιστήριο του καταστήματος του παραπονούμενου. Το Τεκμήριο 1 το είχε συντάξει ο ίδιος και θυμόταν την περίπτωση και ότι επανειλημμένα έπαιρναν τηλέφωνο το κατηγορούμενο για να πάει να τους εξοφλήσει τα εμπορεύματα που αγόρασε και παρέλαβε από το κατάστημα τους. Πολλές φορές όταν τον έπιανε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις του. Είχαν εκδώσει δελτίο αποστολής καθώς η συναλλαγή με τον κατηγορούμενο θα γινόταν σταδιακά. Όταν θα τέλειωνε η συναλλαγή θα εκδιδόταν και τιμολόγιο. Είχαν μάθει ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και ότι ήταν δύσκολος στις συναλλαγές του μετά την πάροδο κάποιου χρόνου από την συναλλαγή μαζί του. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι το Τεκ. 1 το συμπλήρωνε ο ίδιος κάθε φορά που ο κατηγορούμενος μετέβαινε στο κατάστημα τους και παραλάμβανε εμπορεύματα. Ο λόγος της μη έκδοσης τιμολογίου ήταν η εμπιστοσύνη που είχαν σε όλο τον κόσμο αλλά αυτό ήταν και το λάθος τους. Το βιβλίο από το οποίο εξεδόθη το Τεκ. 1 έχει καταστραφεί καθώς δεν τα δίδουν στο λογιστή. Σε υποβολή ότι το εν λόγω δελτίο αποστολής εξεδόθη το 2006 και όχι τότε, έδωσε την ακόλουθη απάντηση «είστε μάγος που το βασίζετε;» Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος είχε συναλλαχθεί με τον εργοδότη του προηγουμένως και είχε πληρώσει ό, τι είχε αγοράσει από αυτόν. Το δελτίο αποστολής συμπληρωνόταν στη παρουσία του κατηγορούμενου. Σε ερώτηση πως και δεν τους κίνησε την περιέργεια όταν μετά την πρώτη συναλλαγή στις 13.07.2001 μέχρι και την τελευταία στις 25.08.2001 παρέλαβε τόσα εμπορεύματα χωρίς να τους δώσει ούτε σέντ; απάντησε ότι η συμφωνία ήταν να τελειώσουμε τη δουλειά, να βγάλουμε νερό πάνω και να πληρώσουμε, ακόμα θα πληρώσει.... Διερωτήθηκε για πιο λόγο να σκεφθεί να συντάξει το Τεκ. 1 το 2006 όταν του υποβλήθηκε ότι είναι το 2006 που συντάχθηκε αυτό. Αρνήθηκε ότι αυτό είναι φτιαχτό και ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε συναλλαχθεί μαζί τους μετά το
- Η Νίτσα Καθιτζιώτη κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Είναι εξεταστής στον Επίσημο Παραλήπτη και παρουσίασε ως Τεκ 2 αντίγραφο του διατάγματος παραλαβής του κατηγορούμενου που εξεδόθη στις 25.01.1999 και αντίγραφο του διατάγματος πτώχευσης ημερομηνίας 22.02.2001 ως Τεκ.
- Το εν λόγω διάταγμα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι σε ισχύ. Στην αντεξέταση της εξήγησε ότι το διάταγμα πτώχευσης δεν επιδίδεται στον πτωχεύσαντα αλλά γίνεται δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα που έγινε την 25.05.2001 και σε μια καθημερινή εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας όπως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση που δημοσιεύτηκε στην Χαραυγή την 8.05.
- Όταν κλήθηκε σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Ανέφερε ότι τον Νίκο Χ¨Νικόλα (Μ.Κ.1) τον γνωρίζει εδώ και μια δεκαετία ίσως και περισσότερο. Είχε αγοράσει μια τουρμπίνα από αυτόν γύρω στο 1997 ή
- Το 1999 είχε αγοράσει ακόμα μια τουρμπίνα από αυτόν αλλά όχι άλλα πράγματα και τον είχε πληρώσει τοις μετρητοίς. Η πρώτη συναλλαγή τους είχε γίνει με πίστωση και του είχε πάρει τιμολόγιο το οποίο και πλήρωσε. Αρνήθηκε ότι είχε κάμει οποιαδήποτε αγορά των εμπορευμάτων που είναι καταγεγραμμένα στο Τεκ. 1 και ούτε κατέχει τέτοια πράγματα. Ποτέ ο Μ.Κ.1 δεν μετέβη στο χωριό του για να του ζητήσει να τον εξοφλήσει. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι σήμερα ασχολείται με τα κτηματομεσιτικά ενώ κατά τον επίδικο χρόνο ήταν γεωργός είχε χωράφια στα οποία καλλιεργούσε πατάτες. Η πτώχευση του είχε προκληθεί με δική του αίτηση και αυτοπτώχευσε. Επέμενε πως ό, τι είχε αγοράσει από τον Χ¨Νικόλα τα είχε πληρώσει. Ποτέ δεν είχε επισκεφθεί κατά ή μετά το 2001 το κατάστημα του πιο πάνω και δεν έκαμε τις αγορές που αυτός ισχυρίζεται από το κατάστημα του. Σε χωράφια του υπάρχουν πεταμένες ηλεκτροτουρμπίνες σε αχρησία. Τον Μ.Κ.2 ποτέ δεν τον είχε δει και ποτέ αυτός δεν τον ενόχλησε για οτιδήποτε. Ο Χ¨Νικόλας από ότι ξέρει μεταβαίνει καθημερινά στο χωριό του αλλά ποτέ του δεν τον ενόχλησε. Επικαλέσθηκε άγνοια εάν είχε κινηθεί πολιτική αγωγή εναντίον του για το ισχυριζόμενο χρέος του και ποτέ δεν παρέλαβε τέτοια αγωγή. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις. Δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πίστωσης. Το ότι ο παραπονούμενος ήρθε μόλις το 2006 να εγείρει τη παρούσα διαδικασία, όταν γνώριζε, όπως ο ίδιος ανέφερε, από τότε σχεδόν που είχε γίνει η συναλλαγή τους ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, αυτό θα πρέπει να βάλει σε σκέψεις το Δικαστήριο. Το ίδιο το Τεκ. 1 που παρουσιάστηκε είναι ασυμπλήρωτο καθώς πουθενά δεν φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου. Είναι φανερό από τον τρόπο που αυτό είναι συνταγμένο και την ποιότητα του, ότι αυτό είναι πρόσφατα συνταγμένο και συντάχθηκε για στους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Είναι γι΄αυτό που δεν παρουσιάστηκε και το βιβλίο από το οποίο εξεδόθη για να γίνει σύγκριση του. Εφόσον ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι λειτουργούσε χωρίς τιμολόγια και με σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες του πολύ πιθανόν να θυμήθηκε μια παλιά δοσοληψία που είχε με τον κατηγορούμενο και να τη θεώρησε ότι ακόμα εκκρεμούσε. Η κα Πασή ανέφερε ότι θα πρέπει να γίνει πιστευτή η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2, η μαρτυρία των οποίων δεν παρουσίασε οποιαδήποτε αντίφαση. Έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και οι κατηγορίες πέραν πάσης αμφιβολίας. Δεν είχε κανένα λόγο ο παραπονούμενος εάν πράγματι δεν του χρωστούσε ο κατηγορούμενος να του καταλογίζει μια τέτοια κατηγορία. Ο χρόνος που παρήλθε οφειλόταν στο ότι ο κατηγορούμενος παραπλανούσε τον κατηγορούμενο για αρκετό καιρό και στη συνέχεια κινήθηκε και αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου. Η παρούσα διαδικασία είναι το έσχατο μέσο που απέμενε σε αυτόν για να εισπράξει το λαβείν του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΣΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Θα προχωρήσω τώρα έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας προφορικής και εγγράφου καθώς επίσης και τις θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στην αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας και τον κατηγορούμενο ενώ έδιδαν ένορκη μαρτυρία ενώπιον μου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οι Μ.Κ.1 και 2 δεν κατάφεραν παρά την προσπάθεια τους να πείσουν περί της ειλικρίνειας τους. Ο Μ.Κ. 1 έμπορος με μακρόχρονη πείρα, όπως παρουσιάστηκε, θέλησε να παραστήσει τον εαυτό του ως ένα αφελή εμπορευόμενο. Ανέφερε ότι για πρώτη φορά έβλεπε τον κατηγορούμενο τον Ιούλιο του 2001 ο οποίος δεν ήταν ομοχώριος του αλλά από γειτονικό χωριό. Μπήκε στο κατάστημα του και συμφώνησαν να του πωλήσει κάποια εμπορεύματα. Του τα ετοίμασε και μετέβη μετά δύο μέρες και τα παρέλαβε. Η συμφωνία τους ήταν να του τα πληρώσει τοις μετρητοίς. Όμως επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί η συναλλαγή τους, όπως ισχυρίστηκε, απλώς τα σημείωσε ο υπάλληλος του Μ.Κ.2 σε ένα δελτίο αποστολής. Πέρασαν ημέρες και ο κατηγορούμενος μετέβη ξανά και παρήγγειλε άλλα εμπορεύματα, ακολούθησε την ίδια τακτική. Αυτές οι δοσοληψίες συνεχίστηκαν μέχρι και τις 25.08.2001. Καθ΄ όλο αυτό το διάστημα δεν εξέδωσε τιμολόγιο για τους λόγους που εξήγησε, οι οποίοι όμως και πάλι στις εμπορικές συναλλαγές δεν μπορούν να σταθούν και να προσδώσουν σε αυτόν που προβάλλει ένα τέτοιο ισχυρισμό πειστικότητα στα λόγια του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η έκδοση του τιμολογίου και η υπογραφή του παραλήπτη των εμπορευμάτων αποδεικνύει την συναλλαγή, από κει και πέρα είναι θέμα πλέον αξιοπιστίας των συναλλασσομένων. Πέραν αυτού ζητήθηκε από τους Μ.Κ.1 και 2 να παρουσιάσουν το βιβλίο από το οποίο εξεδόθη το Τεκ. 1 για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, συγκρινόμενο με τα προηγούμενα και επόμενα δελτία αποστολής, ότι πράγματι εξεδόθη κατά τον χρόνο που ισχυρίζονται πως έγιναν οι συναλλαγές τους με τον κατηγορούμενο. Δεν μου διαφεύγει ότι και οι δύο απάντησαν αυθόρμητα ότι αυτά έχουν πλέον καταστραφεί. Ήταν φανερά καθοδηγημένοι και προσυνεννοημένοι για το τι θα απαντούσαν σε μια ενδεχόμενη τέτοια ερώτηση. Από την άλλη είναι να διερωτάται κάποιος πως είναι δυνατό ένα τόσο σημαντικό έγγραφο για την απόδειξη της υπόθεσης τους ενώπιον Δικαστηρίου να μην είχε φυλαχτεί. Επομένως το Δελτίο Αποστολής το Τεκ. 1 που παρουσιάστηκε από τους Μ.Κ.1 και 2 δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία εφόσον ούτε φέρει επιπλέον και οποιαδήποτε υπογραφή εκ μέρους του παραλήπτη. Δεν θα σχολιάσω περαιτέρω αυτό το έγγραφο. Επομένως απομένει να εξετασθεί η μαρτυρία τους όπως την εξέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι δύο ήταν απόλυτοι στην άποψη τους και επίμονοι στον ισχυρισμό τους ότι έγινε αυτή η συναλλαγή με τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίνω ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μια τέτοια συναλλαγή όπως εξελίχθηκε θα έπρεπε να είχε συνοδευτεί από την έκδοση τιμολογίων και υπογραφές του παραδίδοντος τα εμπορεύματα και του παραλήπτη τους. Δεν μπορώ να διανοηθώ, όσο και αν ο Μ.Κ.1 αλλά και πλειοδοτώντας επ΄αυτού και ο Μ.Κ.2 να ενεργούσαν τόσον αφελώς, απλώς και μόνο διότι εμπιστεύονταν τους πελάτες τους. Κατ΄αρχή ο κατηγορούμενος δεν ήταν πελάτης τους. Για πρώτη φορά όπως ισχυρίστηκαν μπήκε στο κατάστημα τους στις 13.07.2001 προς τι η τόση εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Από την άλλη μου φαίνεται περίεργο να αγοράζει τριακόσιων και πλέον λιρών εμπορεύματα να τα αναγράφουν σε ένα δελτίο αποστολής και να μην τον βάζουν να το υπογράψει. Να συνεχίζεται η ίδια τακτική ακόμα σε τέσσερις περιπτώσεις, το χρέος να αυξάνεται, όταν η συμφωνία ήταν η πληρωμή να γινόταν τοις μετρητοίς, να μη καταβάλλει ούτε σέντ όπως χαρακτηριστικά είπαν και οι δύο και όμως και πάλιν μετά πάροδο 1 ½ μηνός από την πρώτη συναλλαγή να μην βάζουν τον αγοραστή να υπογράψει έστω και το δελτίο αποστολής, εφόσον με αυτόν τον τρόπο εργάζονταν. Η καθυστέρηση επίσης που παρουσιάστηκε από της πληροφόρησης τους, που ήταν δύο μήνες μόλις μετά τη συναλλαγή με τον κατηγορούμενο, ότι αυτός ήταν πτωχεύσας για να προβούν σε αυτές τις κατηγορίες πέντε σχεδόν χρόνια μετά, επιτείνει επίσης την πεποίθηση μου περί του ότι πρόκειται για μια φτιαχτή ιστορία. Ο ισχυρισμός κατά το στάδιο της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους ότι είχε εγερθεί πολιτική αγωγή, δεν παραμένει παρά ένας απλός ισχυρισμός και όχι μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι είχε παραλάβει μια τέτοια αγωγή. Μου φαίνονται όλα τα πιο πάνω ότι οι Μ.Κ.1 και 2 τα σκαρφίστηκαν και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τουλάχιστον δεν έχουν αποδειχθεί με ικανή μαρτυρία τέτοια που να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές μαρτυρίας που μπορεί να γίνει αποδεκτή σε μια ποινική δίκη. Είναι γι΄αυτό που η μαρτυρία τους δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και την απορρίπτω. Τέλος, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, θα αντιπαρέλθω τα όσα η κα Πασή ανέφερε εν κατακλείδι της αγόρευσης της, ότι τάχα ήταν το έσχατο μέτρο που μπορούσαν να λάβουν, για να εισπράξει ο πελάτης τους το λαβείν του, καθ΄ότι εάν αυτός ήταν πράγματι ο σκοπός της έγερσης ποινικής διαδικασίας, ίσως να άγγιζε τα όρια της καταχρηστικής άσκησης αυτής της υπόθεσης. Η Μ.Κ.3 κρίνω ότι είπε την αλήθεια και την πραγματικότητα σε ότι αφορά την ιδιότητα του κατηγορουμένου κατά τον επίδικο χρόνο ως πτωχεύσαντα. Ο κατηγορούμενος από την άλλη μου φάνηκε ειλικρινής. Βέβαια δεν ήταν δύσκολος ο ρόλος του. Απλώς εκείνο το οποίο είχε να κάμει ήταν να αντικρούσει σθεναρά, όπως και έκαμε, τους αντίθετους ισχυρισμούς που προβάλλονταν από πλευράς του παραπονούμενου. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω με τον τρόπο που παρουσιάστηκε στο εδώλιο του μάρτυρα, τα λεγόμενα του την παραδοχή του ότι πράγματι είχε συναλλαχθεί με τον παραπονούμενο αλλά σε προγενέστερο χρόνο και είχε αποπληρώσει αυτόν, ότι αυτή είναι η αλήθεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το Άρθρο 117 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 105 στο οποίο βασίζεται το αδίκημα προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε - (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, ή ....... είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη¨. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να ήταν κατά τον επίδικο χρόνο πτωχεύσας ο οποίος να μην είχε αποκατασταθεί, (β) να εξασφάλισε πίστωση άνω των δέκα λιρών, και (γ) να μην αποκάλυψε στον συναλλασσόμενο του αυτή του την ιδιότητα. Εξετάζοντας το κατά πόσο με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία αποδείχθηκαν στον βαθμό που επιβάλλεται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος όπως τα απαριθμώ πιο πάνω. Αντίθετα δεν έχει αποδειχθεί η εξασφάλιση της πίστωσης πέραν των Λ.Κ.10= , όπως καθορίζεται στο νόμο και εφόσον δεν αποδείχθηκε η εξασφάλιση πίστωσης παραμένει αναπόδεικτο και το τρίτο συστατικό στοιχείο της μη αποκάλυψης της ιδιότητας του εφόσον κρίνω ότι δεν υπήρξε τέτοια συναλλαγή και επομένως υποχρέωση για αποκάλυψη της ιδιότητας του πτωχεύσαντος. Στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη¨ Στην δε υπόθεση Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα¨. Η πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με την μη απόδειξη συστατικών στοιχείων της κατηγορίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την κατηγορία στον βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται σε μια ποινική υπόθεση, αυτόν δηλαδή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αναπόδραστο αποτέλεσμα την αθώωση του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο