Αστυνομία ν. Δημήτρης Θεοδόση, Αρ. Υπόθεσης: 2168/2005, 30 Μαρτίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2168/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Δημήτρης Θεοδόση Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Γρ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270 (β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1.01.2003 - 31.12.2003 συμπεριλαμβανομένων αμφοτέρων των ημερομηνιών, σε ημερομηνία άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή στην Επαρχία Αμμοχώστου, ενώ ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας φάρμας αλόγων και γαϊδουριών με την επωνυμία LANDHOUSE RANCH οικειοποιήθηκε το ποσό των Λ.Κ.22,019,81 σέντ δηλαδή, ενώ εισέπραξε το πιο πάνω ποσό για λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας οικειοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό για δικό του όφελος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας εκ μέρους έξι μαρτύρων κατηγορίας (M.K.) και εκ συμφώνου κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως τεκμήρια καταθέσεις αστυνομικών όπως και άλλων μαρτύρων και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία εκτός από το ότι κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως κάλεσε και δύο Μ.Υ. Το μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε πλην της προφορικής μαρτυρίας είναι τεράστιο. Περιλαμβάνει 34 τεκμήρια μεταξύ των οποίων δέσμες τραπεζικών καταστάσεων και λογαριασμών είτε του ¨άτυπου συνεταιρισμού¨ επ΄ ονόματι δηλαδή του κατηγορούμενου και της Χαρ. Παπαλεοντίου (Μ.Κ.2) είτε και λογαριασμούς του κατηγορούμενου. Περιλαμβάνουν επίσης μακροσκελείς καταθέσεις των εμπλεκομένων όπου γίνεται αναφορά σε διάφορα γεγονότα τα οποία χαρακτήριζαν ή επηρέαζαν κατά κάποιο τρόπο τη μακρόχρονη σχέση που δημιούργησαν τα παραπονούμενα πρόσωπα με τον κατηγορούμενο πάντοτε με προφορικές συμφωνίες. Προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά την επίδικη περίοδο μια συνεταιρική σχέση ένα ¨άτυπο συνεταιρισμό¨ όπως τον αποκαλούσαν, με την Χαρίκλεια Παπαλεοντίου (Μ.Κ.2), εμπλεκόμενος στις συμφωνίες τους ήταν και ο σύζυγος της Γεώργιος (Μ.Κ.3.) Το όλο εγχείρημα αφορούσε την λειτουργία και διαχείριση μιας φάρμας αλόγων και γαϊδουριών με την επωνυμία LANDHOUSE RANCH την οποία ήδη διέθετε και ευρισκόταν σε λειτουργία το ζεύγος Παπαλεοντίου. Κάποια στιγμή, όταν διαφάνηκε ότι τα οικονομικά της επιχείρησης δεν πήγαιναν καλά, επήλθε ρήξη στις αγαστές μέχρι τότε σχέσεις των Μ.Κ. 2 και 3 με τον κατηγορούμενο και άρχισαν τις αλληλοκατηγορίες. Το ζεύγος Παπαπλεοντίου φέρεται ότι συκοφαντούσε τον κατηγορούμενο ότι έκαμνε κατάχρηση κεφαλαίων της κοινής επιχείρησης, ενώ ο κατηγορούμενος φέρεται να κατηγορούσε το ζεύγος χωρίς να φανούν πουθενά τι είδους κατηγορίες τους έκαμνε αλλά ταυτόχρονα τους απειλούσε ότι θα τους προκαλούσε ζημιά στην περιουσία τους και δεν τους έδιδε πλέον κανένα λογαριασμό για την επιχείρηση, ούτε καν τους επέτρεπε να μεταβαίνουν στην φάρμα. Ακούστηκε μαρτυρία για το πως ξεκίνησε αυτή η συνεργασία, ποιοι ήταν αναμεμειγμένοι αρχικά, τον ρόλο του καθενός και τις σχέσεις τους σε όλα τα στάδια, μέχρι ακόμα και σήμερα όταν έδιδαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια ιδιωτική διαφορά στην οποία ο ρόλος της αστυνομίας θα έπρεπε να τερματιζόταν το συντομότερο δυνατόν. Επισημαίνω ότι η καταγγελία έγινε από τον Μ.Κ.3 στις 19.09.2003 ημερομηνία που ο Γ. Παπαλεοντίου (Μ.Κ.3) έδωσε κατάθεση στον Αστ. 2633 Δ. Λάντο σύμφωνα με την κατάθεση του εν λόγω αστυνομικού, ο οποίος ανέλαβε πλέον να εξιχνιάσει το έγκλημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος βασιζόμενος αρχικά σε αυτή την κατάθεση και στη συνέχεια σε σωρεία άλλων καταθέσεων και μαρτυρικού υλικού που φρόντισε να μαζέψει, εμπλέκοντας στην όλη διερεύνηση και άλλους συναδέλφους του για να τον βοηθήσουν στη προσπάθεια περισυλλογής αυτού του μαρτυρικού υλικού όπως τους Αστ. 1798 Δ. Χρίστου (Τεκ. 31), Αστ. 2531 Γ. Ιωάννου (Τεκ. 32), Γ/Αστ. 176 Ε. Μιχαήλ (Τεκ. 33). Έκτοτε πέρασε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος για να πάρει ο ίδιος αστυνομικός κατάθεση από το πρόσωπο που του καταμαρτυρούσε ο παραπονούμενος τέτοια κατηγορία, για να εκθέσει και αυτός την εκδοχή του για τη διαφορά όπως αυτή προέκυπτε από τις δοσοληψίες του με το ζεύγος Παπαπλεοντίου, στη διαχείριση της κοινής τους επιχείρησης. Επισημαίνω ότι ο Μ.Κ.3 τελειώνει τη δεκασέλιδη πρώτη κατάθεση του (Τεκμήριο 22) η οποία βρίθει από αντιφάσεις, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια της απόφασης μου, λέγοντας ότι ¨επιθυμεί την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία και να προσαχθεί ο Δημήτρης στο Δικαστήριο¨. Η αστυνομία δηλαδή επιφορτίζεται να διαλευκάνει μια οικονομική διαφορά μεταξύ ιδιωτών η οποία βασιζόταν πάνω σε ιδιωτικές συμφωνίες και μακροχρόνιες σχέσεις και συναλλαγές τις οποίες καλά - καλά δεν τις αντιλαμβάνονταν ούτε και οι συμβαλλόμενοι. Ενεργεί ως λογιστής ή ως δικηγόρος, μαζεύει υλικό και μαρτυρίες για να στηρίξει κατηγορίες. Για του λόγου το αληθές επισημαίνω εκτός των ανωτέρω, αποσπάσματα από την κατάθεση του στη σελίδα 8 της 1ης του κατάθεσης (Τεκ. 22), όπου λέγει κατά λέξη στον αστυνομικό - εξεταστή ¨Μπορείς να μάθεις τις εταιρείες (εννοεί με αυτές που συνεργάζονταν με την επιχείρηση) από το λογιστή μας¨ και στη συνέχεια στην ίδια σελίδα αφού προηγουμένως αναφέρεται σε θέματα τα οποία δεν γνωρίζει, αφού δεν εμπλέκεται στις εργασίες της επιχείρησης, αναφέρει ¨στους φακέλους αυτούς περιέχονται στοιχεία για τους χρεώστες και πιστωτές του συνεταιρισμού¨ αναθέτει στην αστυνομία δηλαδή την διαλεύκανση του γρίφου που περιστοιχίζουν τις σχέσεις τους με το άτομο το οποίο κατηγορεί στην κατάθεση του. Στην επόμενη σελίδα αναφέρει ¨διερωτούμαι πως ο Δημήτρης συνέχιζε τόσα χρόνια να δουλεύει τη φάρμα αφού σύμφωνα με τον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό πάντα είχαν ζημιά και λογικά ο Δημήτρης δεν έπαιρνε λεφτά από την επιχείρηση αφού η συμφωνία μας ήταν να μη παίρνει μισθό¨. Αυτή την απορία του κ. Παπαλεοντίου ανέλαβε να λύσει η αστυνομία. Και ενώ στην ίδια αυτή κατάθεση ο κ. Παπαλεοντίου υπέπεσε σε δύο σοβαρές και ουσιώδεις αντιφάσεις που προκύπτουν από τα ίδια τα λεγόμενα του όπου πρώτο, σε κάποιο σημείο της λέγει ότι όταν αποφάσισαν ως ζεύγος να εργοδοτήσουν τον κ. Θεοδόση ως υπάλληλο τους ¨για να τον βοηθήσουν οικονομικά, ένεκα των οικονομικών του προβλημάτων¨, του είχαν παραδώσει μια έτοιμη και χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό κόστος γι΄αυτόν επιχείρηση, και όταν μάλιστα μετά από εισήγηση του ίδιου του Δ. Θεοδόση εμπλουτίζουν τη φάρμα με γαϊδούρια, τα αγοράζει ο ίδιος ο κ. Παπαλεοντίου με δικά του έξοδα, έρχεται στο τέλος της κατάθεσης του να επανορθώσει λέγοντας ότι τα είχαν πληρώσει μισά - μισά. Η άλλη αντίφαση είναι η εμπλοκή του Λούη Δημητρίου στην όλη επιχείρηση, ενώ στην αρχή ισχυρίζεται ότι το όνομα του φαίνεται στα έγγραφα σύστασης του συνεταιρισμού για σκοπούς εγγραφής στο Φ.Π.Α. και τυπικά μόνο αφού ποτέ δεν δούλεψε στην φάρμα και δεν είχε καμιά σχέση με την επιχείρηση αυτή (βλ. τέλος σελ. 3 και αρχή σελ. 4 της κατάθεσης του), εντούτοις έρχεται και πάλι πριν το τέλος της κατάθεσης του (σελ.9) να αναιρέσει τα όσα πιο πάνω ανέφερε και να πει ότι ο Λούης Δημητρίου δούλευε ως υπάλληλος εκεί για δύο χρόνια και επειδή δεν έβγαζε κέρδος ούτε έπαιρνε μισθό έφυγε από τη φάρμα. Προκύπτει ακόμα ότι με αυτό το άτομο είχε ανοιχθεί κοινός λογαριασμός αρχικά και στο όνομα και των τριών. Αν είναι δηλαδή δυνατό, ο Λούης Δημητρίου από τον οποίο δεν λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση να δουλεύει για δύο χρόνια σε μια επιχείρηση και να μη λαμβάνει κανένα μισθό ή κέρδος. Όλα βέβαια αυτά δεν προκαλούν οποιαδήποτε υποψία στον ανακριτή ο οποίος ακάθεκτος προχωρεί να διαλευκάνει το έγκλημα. Εμπλέκει μάλιστα όπως ανέφερα και πιο πάνω και άλλους συναδέλφους του στην όλη διερεύνηση. Μαζεύει υλικό που αποτελείται από αναλυτικές καταστάσεις δοσοληψιών της επιχείρησης με διάφορους συνεργάτες της, τους λογιστές της και από τράπεζες με τις οποίες είχε δοσοληψίες η επιχείρηση και προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη όσα όφειλαν οι παραπονούμενοι με επιμέλεια, εάν ήθελαν να μην είχε δημιουργηθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση με τον επιστήθιο φίλο και της απόλυτης εμπιστοσύνης τους, Κατηγορούμενο, να είχαν μεριμνήσει να το κάμνουν σε όλα τα χρόνια της συνεργασίας τους. Αντί τούτου, προτίμησαν να ασχοληθούν απερίσπαστοι με τις άλλες επιχειρήσεις τους, αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της παρούσας στον κατηγορούμενο, όπως επιμαρτυρούν και οι λογιστές της οι οποίοι δεν βλέπουν να υπάρχει οποιαδήποτε ατασθαλία, και όλοι οι συνεργάτες της. Τα όσα έπρεπε οι ίδιοι να είχαν μεριμνήσει και να ευρίσκονταν υπό τον έλεγχο τους, ανέλαβε πολύ αργότερα η αστυνομία να τα ξεδιαλύνει. Προς τούτο χρειάστηκαν ακόμα δύο συμπληρωματικές καταθέσεις από τον Μ.Κ.3 τα Τεκ. 23 και
- Όπου στο Τεκμήριο 23 αναφέρει ότι είχε κάμει λάθος όταν ανάφερε στην πρώτη του κατάθεση ότι ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός στη Λαϊκή Τράπεζα μεταξύ της συζύγου του και του κατηγορούμενου είχε ανοιχθεί το 1997 αλλά ότι αυτός πράγματι είχε ανοιχθεί το
- Όμως ο συνεταιρισμός λειτουργούσε από το 1997 με εμπλοκή και του Λούη Δημητρίου και υπήρχε κοινός λογαριασμός και των τριών μαζί. Όταν δε αποχώρησε το 2001 ο Λούης Δημητρίου ανοίχθηκε νέος τρεχούμενος λογαριασμός στο όνομα πλέον των δύο της Χαρίκλειας και του κατηγορούμενου. Καλεί δε εν κατακλείδι την αστυνομία να επικεντρώσει τις έρευνες της την περίοδο 2001 -
- Πολύ αργότερα βέβαια, μόλις στις 15.04.2005, λίγο πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο που έγινε στις 21.07.2005, σε τρίτη κατάθεση του ο ίδιος και συμπληρωματικά, και όταν, όπως φαίνεται πλέον τίθενται ενώπιον του οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, διαφωνεί ότι είχαν συμφωνήσει όπως ο κατηγορούμενος παίρνει μισθό και όπου παραδέχεται και κάμνει αναφορά για πρώτη φορά για την συνάντηση τους στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μουαϊμη, αρνούμενος όμως ότι είχαν καταλήξει σε οποιαδήποτε συμφωνία σε εκείνη τη συνάντηση τους πράγμα που διαψεύδουν όμως με όσα κατέθεσαν αργότερα τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο πιο πάνω δικηγόρος ακόμα και ο Μ.Υ.2 Βραχίμης, που συμμετείχε σε εκείνη τη διαβούλευση ως εμπλεκόμενος καθ΄ ότι παρουσιάζει και αυτός τον εαυτό του ως συνιδιοκτήτη της φάρμας. Από τους πιο πάνω (δικηγόρο και Βραχίμη) δεν φρόντισε να πάρει μια κατάθεση για να διασταυρώσει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και εκλαμβάνει ως δεδομένα τα όσα του αναφέρει το ζεύγος Παπαλεοντίου. Περνούν έξι μήνες από την αρχική κατάθεση και καταγγελία του κ. Παπαλεοντίου για να αποφασίσει ο εξεταστής της υπόθεσης να πάρει κατάθεση και από την κα Παπαλεοντίου. Αυτή επαναλαμβάνει ότι λόγω της επιθυμίας τους να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα τον βάζουν να εργαστεί στη φάρμα και να τη διαχειρίζεται. Δεν συμφωνούν όμως ότι αυτός θα έπαιρνε οποιοδήποτε μισθό. Η συμφωνία τους πρέπει να έγινε και να άρχισε να ισχύει, όπως προκύπτει από συνδυασμό μαρτυρίας, τον Απρίλιο του
- Πουθενά δεν κάμνει μνεία στον Λούη Δημητρίου για τον οποίο όμως ο σύζυγος της κάμνει λόγο τόσο στην πρώτη του κατάθεση όσο και στην δεύτερη. Πως είναι δυνατό όμως από οίκτο να χαρίζεις ουσιαστικά τη διεύθυνση μιας κερδοφόρας επιχείρησης, όπως ισχυρίζονται και οι δύο, σε κάποιο που θέλεις να τον βοηθήσεις οικονομικά, τον καλείς να διαχειριστεί την επιχείρηση αποκλειστικά μόνος του, τον περιβάλλεις με απόλυτη εμπιστοσύνη μέχρι και του σημείου να του υπογράφεις εν λευκώ επιταγές, αλλά αρνείσαι ότι υπήρξε συμφωνία να λαμβάνει μισθό από την επιχείρηση και από την άλλη να μην είσαι σε θέση να το ελέγξεις, αν γινόταν, παρόλη την πάροδο τόσων χρόνων συνεργασίας. Πως θα ζούσε την οικογένεια του, διερωτήθηκε και ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του, αν δεν λάμβανε μισθό και ανέμενε κάθε τέλος του χρόνου εάν προέκυπταν κέρδη να πληρωνόταν. Καταλήγει και αυτή στην κατάθεση της με τα πιο κάτω ¨Έχω παράπονο από τον Δημήτρη και πιστεύω ότι τα λεφτά που έπιανε από τις εταιρείες δεν τα έβαζε στον κοινό λογαριασμό. Αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο επιθυμώ την προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου¨. Έρχεται δηλαδή η ίδια η παραπονούμενη η οποία δεν είναι σίγουρη εάν ο κατηγορούμενος έκαμε πράγματι οποιαδήποτε κατάχρηση και καλεί την αστυνομία να λύσει το κουβάρι του μυστηρίου των σχέσεων τους με τον κατηγορούμενο ακόμα και την 18.03.2004 που έδωσε κατάθεση. Και όμως, ο εξεταστής αφού πλέον μαζεύει όλο το υλικό και έχει πλέον σφαιρική εικόνα της όλης κατάστασης καλεί τον κατηγορούμενο στις 27.08.2004 και του παίρνει ανακριτική κατάθεση (Τεκ. 15). Αυτός εκθέτει τη δική του εκδοχή για την όλη διαφορά. Προσδιορίζει ως χρόνο κατά τον οποία άρχισαν να διασαλεύονται οι σχέσεις του με το ζεύγος Παπαλεοντίου το τέλος του
- Αποδίδει αυτές σε διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους σε άλλη επιχείρηση που διέθεταν μαζί, που αφορούσε μια δισκοθήκη στην Αγία Νάπα. Λόγω του ότι η επιχείρηση της φάρμας δεν ήταν επικερδής και το χρέος στον κοινό τους λογαριασμό συνεχώς ανέβαινε κανόνισαν να συναντηθούν στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μουαϊμη για να δουν τι μπορούσαν να κάμουν. Εκεί κατέληξαν σε κάποια συμφωνία με εμπλεκόμενο και τον Βραχίμη Βραχίμη (Μ.Υ.2). Η συμφωνία διαλάμβανε μεταξύ άλλων ότι θα αναλάμβανε ο κατηγορούμενος την αποκλειστική διαχείριση και εκμετάλλευση της φάρμας για τέσσερα χρόνια και θα αναλάμβανε να καταβάλλει έναντι του κοινού χρέους Λ.Κ.5.000,00 κάθε χρόνο και με τη λήξη των τεσσάρων χρόνων συμφώνησαν επίσης τι μέλλει γενέσθαι τόσο για το υπόλοιπο του χρέους όσο και για την επιχείρηση. Φεύγοντας από το δικηγορικό γραφείο ο δικηγόρος ανέλαβε όπως ετοιμάσει τις έγγραφες συμφωνίες για όσα συμφωνήθησαν. Φαίνεται ότι αργότερα και ενώ φεύγοντας από το δικηγορικό γραφείο είχαν καταλήξει σε συμφωνία για το πως θα προχωρούσαν στο εξής, αργότερα όταν η μελέτη του δικηγόρου κατέδειξε ότι θα απαιτούνταν τρεις διαφορετικές συμφωνίες, υπήρξε διαφωνία και άρνηση του ζεύγους Παπαλεοντίου ως προς το ποιος θα πλήρωνε την αμοιβή του δικηγόρου, έτσι που να μη συνταχθούν τελικά έγγραφες συμφωνίες. Έκτοτε και για το επόμενο χρονικό διάστημα, όσο λειτούργησε ακόμα η επιχείρηση, ο κατηγορούμενος, αφού η άποψη του Μ.Κ.2 ήταν να μη διαχειρίζεται πλέον τον κοινό λογαριασμό που διέθετε με τη σύζυγο του στη Λαϊκή Τράπεζα και να συναλλασσόταν χρησιμοποιώντας αυτόν τον λογαριασμό, εφόσον η συμφωνία ήταν να κατέβαλλε το συμφωνηθέν ποσόν των Λ.Κ.5.000 ετησίως για τα επόμενα 4 χρόνια και τυχόν υπόλοιπο θα βάραινε και τις δύο πλευρές από ένα δεύτερο μερίδιο με τη λήξη αυτής της περιόδου. Σε σχέση πλέον με τις δοσοληψίες του για τη φάρμα χρησιμοποιούσε δικό του λογαριασμό που διέθετε στην Ελληνική Τράπεζα. Εκεί φάνηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας ότι είχαν κατατεθεί όλα τα χρήματα για τα οποία κατηγορείται με το κατηγορητήριο δηλαδή το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 22.019,
- Ο εν λόγω λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε κατ΄αυτή την περίοδο, όπως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, για ό,τι είχε σχέση με τις δοσοληψίες της φάρμας. Τα πιο πάνω μέχρι και το οριστικό κλείσιμο της που οφειλόταν σε δύο λόγους, από τη μια στο ότι εκκρεμούσε σχετικό διάταγμα για το κλείσιμο της, το οποίο σύμφωνα με τον κατηγορούμενο το προκάλεσε ο ίδιος ο Μ.Κ.2 αλλά και γιατί το ζεύγος Παπαπλεοντίου απέστειλε επιστολές στους πελάτες της επιχείρησης να μην καταβάλλουν τις πληρωμές τους στον κατηγορούμενο, λόγω του προβλήματος που δημιουργήθηκε (βλ καταθέσεις συνεργατών της επιχείρησης αλλά και των ίδιων των παραπονούμενων), η φάρμα πλέον δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει των εξόδων της και έτσι έκλεισε. Παραπέμπω προς τούτο και στα Τεκμήρια 18 και 26, επιστολές του κατηγορουμένου προς τους παραπονούμενους όπου είναι διάχυτη η ανησυχία του για τις εξελίξεις στην επιχείρηση και την πορεία της. Δεν χρειάζεται να κάμω ιδιαίτερη αναφορά στο πως αντικρίζω την μαρτυρία του Μ.Κ.1, εξεταστή της υπόθεσης. Αυτός πλην των όσων ανέφερα πιο πάνω για την σπουδή που επέδειξε στο να προωθήσει την παρούσα υπόθεση στο Δικαστήριο που αφορούσε περίπλοκες ιδιωτικές διαφορές, από την άλλη δεν στάθηκε και δίκαιος απέναντι στον κατηγορούμενο, αφού παρέλειψε να πάρει καταθέσεις από πρόσωπα τα οποία αυτός επικαλέστηκε στην δική του κατάθεση και δεν εξέτασε καθόλου την δική του εκδοχή για να έχει μια σφαιρική αντίκριση των εκατέρωθεν ισχυρισμών πριν αποφασίσει να εκθέσει κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι στις τελικές τους αγορεύσεις αναφέρθηκαν εκτεταμένα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παραπέμποντας σε συγκεκριμένα αποσπάσματα, αναφορές και αντιδράσεις των μαρτύρων και κάλεσαν το Δικαστήριο η κάθε πλευρά να αποδεχθεί τη δική της εκδοχή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες που κλήθηκαν από αυτόν να καταθέτουν ενόρκως από τον εδώλιο του μάρτυρος. Λαμβάνω επίσης υπόψη και τη μαρτυρία που προέρχεται από τις καταθέσεις που σημειώθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Κακουρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165επ.). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά. (ανωτέρω). Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις όπου υπήρξαν ή αδυναμίες που παρουσίασε η μαρτυρία που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 επ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος, η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της. Η εντύπωση που αποκόμισα από την παρουσία των Μ.Κ.2 και 3 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι θετική. Ήταν φανερό ότι η όλη στάση τους από την αρχή όταν αποφάσισαν να κάμουν καταγγελία στην αστυνομία μέχρι και την κατάθεση τους ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήθελαν να εμπλέξουν τον κατηγορούμενο σε μια ποινική διαδικασία για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Είναι φανερό ότι στις καταθέσεις τους στην αστυνομία δεν αποκάλυψαν όλη την αλήθεια για τις σχέσεις τους με τον κατηγορούμενο, και όχι μόνον. Απέκρυψαν τη συνάντηση στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μουαϊμη, γεγονός κατά την άποψη μου καθοριστικής σημασίας για την όλη υπόθεση. Οι καταθέσεις τους βρίθουν από ανακρίβειες σε αυτές έκαμα αναφορά πιο πάνω. Δεν μου παρέχει, η εκδοχή τους η οποία εκτός από πληθώρα αντιφάσεων που παρουσιάζει, είναι και ασαφής και πλήρης κενών και επιπρόσθετα και ατεκμηρίωτη, τα εχέγγυα εκείνα που απαιτούνται σε ποινικές υποθέσεις τα οποία θα με έκαμναν να την αποδεχθώ. Από την άλλη η μαρτυρία του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με αυτή των Μ.Υ 1 και 2 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι πειστική. Μπορεί σε κάποιες λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος να μην ήταν απόλυτα ακριβής και κυρίως όταν αναφερόταν σε ημερομηνίες ή σε χρόνο που συνέβησαν κάποια γεγονότα όπως μπορεί να παρατηρηθεί από την μαρτυρία του εντούτοις αυτό μπορεί να αποδοθεί και στο χρόνο που παρήλθε αλλά και στη βιασύνη που χαρακτήριζε τη κατάθεση του έτσι που του έγιναν πολλές συστάσεις καθ΄όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο να επιδείξει περισσότερη αυτοσυγκράτηση. Μπορεί επίσης να αποδοθούν στο γεγονός και ήταν φανερό ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένος, νοιώθοντας ότι τον έπνιγε το δίκαιο για την αδικία και τη ζημιά την οποία υπέστη τελικά όπως ισχυρίστηκε και ο ίδιος από την λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης στην οποία δραστηριοποιήθηκε για κάποια χρόνια και από την άλλη να βρίσκεται και κατηγορούμενος με μια τόσο σοβαρή κατηγορία. Οι Μ.Υ. 1 και 2 δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και δεν είχαν εξάλλου κανένα λόγο να μην το έκαμναν. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους για να εξαγάγω τα ορθά συμπεράσματα και ειδικά ως προς το τι διαμείφθηκε κατά τη συνάντηση στο γραφείο του κ. Μουαϊμη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης στα οποία καταλήγω είναι ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος συνδεόταν με οικογενειακή φιλία με το ζεύγος Παπαλεοντίου, τους παραπονούμενους, ευρίσκονταν κατά το 1997 μαζί σε διακοπές. Έγινε η πρώτη νύξη για να συνεργαστούν συνεταιρικά σε μια ήδη λειτουργούσα εκ μέρους των παραπονούμενων επιχείρηση φάρμας αλόγων που εξελίχθηκε και σε φάρμα γαϊδουριών. Η πρόταση προς τον κατηγορούμενο ήταν να αναλάβει την πλήρη διαχείριση της φάρμας καθόσον οι ίδιοι δεν επιθυμούσαν να εμπλέκονται σε εκείνη την επιχείρηση αλλά να ασχοληθούν με άλλες επιχειρήσεις τους. Έτσι και έγινε, ο κατηγορούμενος μέχρι και το τέλος του 2002 μετά και την αποχώρηση και του αρχικού συνεργάτη τους Λούη Δημητρίου, παρέμεινε με την Χαρίκλεια Παπαπλεοντίου ως συνέταιρος σε άτυπο συνεταιρισμό. Μέχρι τότε απολάμβανε της απόλυτης και απεριόριστης εμπιστοσύνης του ζεύγους. Από το τέλος του 2002 όμως άρχισαν οι διαφωνίες λόγω του ότι η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά, πράγμα για το οποίο ο κατηγορούμενος ενημέρωνε το ζεύγος. Αυτοί εξακολουθούσαν να μην επιδεικνύουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον μέχρι που άρχισαν να τους ενοχλούν από την τράπεζα για το υπόλοιπο του κοινού λογαριασμού και κάποιοι πιστωτές της επιχείρησης για την εξόφληση των πιστώσεων τους. Περί τον Απρίλιο του 2003 έγινε συνάντηση στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μουαϊμη στο Παραλίμνι, όπου είχαν καταλήξει σε συμφωνία για το τι θα ακολουθούσε στη συνέχεια. Η συμφωνία θα έπρεπε να γινόταν γραπτώς και ως προς τούτο ανέλαβε ο δικηγόρος να συντάξει τα έγγραφα. Φεύγοντας από το εν λόγω γραφείο είχαν δώσει οδηγίες στο δικηγόρο για τη σύνταξη εγγράφων για όσα συμφωνήθησαν. Αυτά διελάμβαναν ότι αφηνόταν η αποκλειστική διαχείριση της επιχείρησης της φάρμας στον κατηγορούμενο για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Αυτός θα είχε υποχρέωση όπως καταβάλλει έναντι του κοινού χρέους Λ.Κ.5.000,00 το χρόνο και ακολούθως τι θα επακολουθούσε μετά την πάροδο των τεσσάρων χρόνων. Ο κατηγορούμενος ενόψει αυτής της συμφωνίας και όπως ήταν η απαίτηση του κ. Παπαλεοντίου θα έπρεπε να μη χρησιμοποιεί πλέον για τις δοσοληψίες της επιχείρησης τον κοινό λογαριασμό. Προς τούτο, για το επόμενο διάστημα ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε άλλο λογαριασμό του σε άλλη Τράπεζα με τον οποίο έκαμνε όλες τις πληρωμές για τα έξοδα της επιχείρησης και όπου έμβαζε τα ποσά τα οποία εισέπραττε από πελάτες της επιχείρησης. Εκεί κατατέθηκαν και όλα τα χρήματα για τα οποία κατηγορείται ότι έκλεψε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα βασίζεται στα Άρθρα 255 και 270(β). Το Άρθρο 255 προβλέπει τα πιο κάτω:
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη , που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος ¨αποκτά κατοχή περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή (ι) με τέχνασμα, (ιι) με εκφοβισμό, (ιιι) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο, (iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα. (β) ο όρος ¨αποκομίζει¨ περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς, (γ) ο όρος ¨ιδιοκτήτης¨ περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. Το Άρθρο 270 (β) προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή - (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, η χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων¨. Επομένως θα πρέπει να αποδειχθεί ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ύπαρξη περιουσίας η οποία είχε εμπιστευτεί στον κατηγορούμενο, είτε από μόνο του είτε μαζί με άλλο για την ασφαλή φύλαξη από αυτό ή τη χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα μου στα οποία κατέληξα και κατέγραψα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν αποδείχθηκε το πιο πάνω συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Κατ΄ αρχή δεν αποδείχθηκε η σχέση αντιπροσώπευσης που είχε ο κατηγορούμενος απέναντι στα παραπονούμενα πρόσωπα όπως παρουσιάστηκαν στην παρούσα υπόθεση δηλαδή το ζεύγος Παπαλεοντίου (Μ.Κ.2 και 3). Φάνηκε από την μαρτυρία ότι επρόκειτο για ένα άτυπο συνεταιρισμό. Ο κατηγορούμενος είχε ο ίδιος συμφέρον στα κεφάλαια για τα οποία κατηγορείται ότι έκλεψε, εφόσον διαχειριζόταν συνεταιρικά την όλη επιχείρηση και ήταν αυτός ο απόλυτος διαχειριστής ενός κοινού λογαριασμού, αυτός είχε τις επαφές με τους πελάτες και τέλος ήταν μετά από απαίτηση του ίδιου του κ. Παπαλεοντίου που χρησιμοποιούσε άλλον από τον κοινό λογαριασμό στον οποίο είχε αναλάβει να καταβάλλει για τα επόμενα τέσσερα χρόνια Λ.Κ.5.000,00 ετησίως και όσο υπόλοιπο απέμενε θα το πλήρωναν από μισά. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο κατηγορούμενος ετύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του ζεύγους Παπαλεοντίου και η κα Παπαλεοντίου εξέδιδε λευκές επιταγές στον κατηγορούμενο για να διαχειρίζεται κεφάλαια της κοινής τους επιχείρησης. Δεν ξεκαθάρισε επίσης η συμβολή του κατηγορούμενου στην υποδομή της επιχείρησης. Το μισό από το κόστος αγοράς των γαϊδουριών το είχε καταβάλει ο ίδιος όπως φάνηκε από την μαρτυρία. Στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη¨ Στην δε υπόθεση Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα¨. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία την κατηγορία τόσο γιατί δεν απέδειξε συστατικά στοιχεία του αδικήματος όσο και γιατί η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής άφησε πολλές αμφιβολίες στο μυαλό μου κατά πόσο πράγματι ο κατηγορούμενος με το να ανοίξει ένα νέο λογαριασμό επ΄ονόματι του στον οποίο κατέθετε όλα τα εμβάσματα που λάμβανε από πελάτες της επιχείρησης και συγκεκριμένα το ποσό για το οποίο κατηγορείται ότι αυτό το έκαμε χωρίς συμφωνία διαπράττοντας το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Επομένως θα αθωώσω τον κατηγορούμενο από την κατηγορία. (Υπ.).................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο