← Κύπρος

Αστυνομία ν. Νίκος Ποταμός, Αρ. Υπόθεσης: 1519/2006, 23 Απριλίου, 2007

Αστυνομία ν. Νίκος Ποταμός, Αρ. Υπόθεσης: 1519/2006, 23 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου Αρ. Υπόθεσης: 1519/2006 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Νίκος Ποταμός Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Λάντος Κατηγορούμενος παρών. --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος 27.10.05 στην οδό Δήμητρας στο Παραλίμνι παράνομα επιτέθηκε στον Παντελή Τσόκκου από το Παραλίμνι και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης όπου κατά το ίδιο επεισόδιο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο με την φράση «είσαι μπάσταρδος» με τέτοιο τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της ανησυχίας όπου κατά το ίδιο επεισόδιο χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συμπεριφοράς που διασαλεύει την ειρήνη, όπου κατά το ίδιο επεισόδιο ο κατηγορούμενος φέρεται να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει τις κατηγορίες παρουσίασε έξι μάρτυρες κατηγορίας. Οι δύο πρώτοι μάρτυρες ήταν οι αστυφύλακες οι οποίοι ανέλαβαν τη διερεύνηση της καταγγελίας που έγινε εκ μέρους του παραπονούμενου προσώπου, του Παντελή Τσόκκου και στις καταθέσεις που έλαβαν και ενέργειες που έκαμαν σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η καταγγελία έγινε στις 7:30 το πρωί όταν ο Παντελης Τσόκκος τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό και ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον κτύπησε με αποτέλεσμα να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Επισκέφθηκε αμέσως τη σκηνή όπου είχε συμβεί το περιστατικό όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι αλληλοκτυπήθηκαν με τον κατηγορούμενο μετά από λογομαχία. Είχε δώσει ιατρικές αναφορές και στους δύο για να επισκεφθούν το νοσοκομείο του Παραλιμνίου για να εξεταστούν από ιατρό. Την επόμενη ημέρα όταν ο παραπονούμενος πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία διερευνούσε υπόθεση συμπλοκής εναντίον του απάντησε «εγώ σε καμία περίπτωση δεν του κτύπησα, αυτός που κτύπησε». Στη συνέχεια λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο. Την 1η .11.05 η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τον παρόντα κατηγορούμενο, όταν πληροφορήθηκε για τη διερεύνηση αδικήματος εναντίον του ανέφερε «τζιαι τζίνος εκτύπησεν μου». Ο επόμενος μάρτυρας (Μ.Κ.3) ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος, Παντελής Τσόκκος. Στην κατάθεση του που έδωσε της επόμενης ημέρας από το επεισόδιο αναφέρεται στην γνωριμία με τον κατηγορούμενο που είχαν μεταξύ τους πριν από τρία χρόνια η οποία προήλθε και από ένα δυστύχημα που είχαν μεταξύ τους στο οποίο ο παρών κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί και για τούτο είχε καταλάβει ότι ήταν «κοντραρισμένος» μαζί του. Από το δυστύχημα και μετά παρόλο ότι δεν χαιρετούσε ο ένας τον άλλο ουδέποτε δεν είχε δημιουργηθεί οποιοδήποτε περιστατικό μεταξύ τους. Το πρωί του επεισοδίου περνούσε μπροστά από την υπεραγορά που διατηρεί ο κατηγορούμενος και λόγω του ότι υπήρχε αλτ είχε σχεδόν σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε τον κατηγορούμενο να προσπαθεί να διασταυρώσει το δρόμο σπρώχνοντας ένα καροτσάκι. Είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να του φωνάζει ότι είναι μπάσταρδος καθώς και άλλες φράσεις τις οποίες δεν ξεχώριζε καθώς βρίσκονταν σε μεταξύ τους απόσταση 5 με 6 μέτρα. Τον ρώτησε τι θέλει με τη φράση «Ήντα που σου έκαμα ρε μαλάκα», τότε ο κατηγορούμενος τον πλησίαζε φωνάζοντας και ενώ βρίσκονταν σε απόσταση δύο μέτρων άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του για να κατέβει κάτω καθώς φοβήθηκε μήπως τον κτυπήσει. Πριν κατέβει από το αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με γροθιά πάνω στο πρόσωπο, ζαλίστηκε και έπεσε χάμω στην άσφαλτο κοντά στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου του. Καθώς αυτός βρισκόταν στο έδαφος ο κατηγορούμενος τον ξανακτύπησε στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος του. Σε κάποια στιγμή άκουσε κάποια φωνή να καλεί τον κατηγορούμενο να τον αφήσει και ταυτόχρονα κατάλαβε ότι κάποιος τραβούσε τον κατηγορούμενο πίσω. Όταν έληξε το περιστατικό είχε προσέξει ότι στο μέρος βρίσκονταν κάποια άτομα τα οποία γνώριζε και κατονόμασε καθώς και άλλα τα οποία δεν γνώρισε. Δεν μπορούσε να ξέρει κατά πόσο αμυνόμενος είχε κτυπήσει και αυτός τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια εφοδιάστηκε από την αστυνομία σχετικό πιστοποιητικό με το οποίο μετέβη στο νοσοκομείο για εξέταση όπου και κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία μέχρι την επόμενη. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι το όλο επεισόδιο είχε γίνει όπως το περιέγραψε στην κατάθεση του. Ερωτήθηκε για πάρα πολλές λεπτομέρειες αναφορικά με τον χρόνο, τη θέση όπου βρίσκονταν τα αυτοκίνητα, τις αποστάσεις τον αυτοκινήτων αλλά και των εμπλεκομένων στο επεισόδιο για τα οποία έδιδε κάθε φορά απαντήσεις για τη διευκρίνηση περαιτέρω του όλου επεισοδίου. Επέμενε επίσης ότι ο κατηγορούμενος τον είχε εξυβρίσει με τις λέξεις που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία. Ο ίδιος εάν είχε κτυπήσει τον κατηγορούμενο αυτό θα συνέβηκε στην προσπάθεια του να αμυνθεί από τα κτυπήματα τα οποία δεχόταν από τον κατηγορούμενο. Ο Αντρέας Πιττιρής ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Κ.4 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου αναφέρεται στην κατάθεση του ότι είχε ακούσει τους δύο εμπλεκόμενους στο επεισόδιο να λογομαχούν έντονα και να αλληλοεξυβρίζονται κυρίως με τη φράση «μπάσταρτε, σιηλομπάσταρτε». Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κινείται με γρήγορο βάδην προς το μέρος του Παντελή λέγοντας του ταυτόχρονα «Ποιον εν που είπες μπάσταρτε ρε;». Αφού κόντεψε του Παντελή στο μισό μέτρο ο Νίκος με το χέρι του κτύπησε με γροθιά τον Παντελή στο πρόσωπο. Ο Παντελής τότε εγκλωβίστηκε στο σημείο της ανοικτής πόρτας του αυτοκινήτου του και σήκωσε τα χέρια του προς τα πάνω για να καλύψει το κεφάλι του. Ο Παντελής κουνούσε τα χέρια του αλλά δεν τον είδε να κτυπά με γροθιές τον Νίκο, ο οποίος συνέχισε να τον κτυπά με γροθιές στο πρόσωπο. Τότε επενέβηκε ο αδερφός του Νίκου, ο Ανδρέας και τράβηξε τον Νίκο πίσω μπαίνοντας στη μέση τους και στη συνέχεια ο ίδιος απομακρύνθηκε από τη σκηνή. Στη συνέχεια της κατάθεσης του αναφέρει ότι παρόλο ότι γνώριζε και τους δύο εμπλεκόμενους στο επεισόδιο χωρίς να έχει ιδιαίτερες σχέσεις μαζί τους αλλά γνώριζε τον αδερφό του παραπονούμενου τον Κώστα. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι είχε μιλήσει με τον αδερφό του παραπονούμενου σε σχέση με το επεισόδιο δύο - τρεις ημέρες μετά που είχε δώσει κατάθεση. Η Έλενα Ζαχαροπούλου (Μ.Κ.5) ήταν η γιατρός που εξέτασε τον παραπονούμενο στις 27.10.05 και περί ώρα 08:20 ο οποίος της είχε αναφέρει ότι κακοποιήθηκε από άλλο πρόσωπο το πρωί της ίδιας ημέρας. Διαπίστωσε ότι αυτός έφερε εκδορές στο πρόσωπο (μάτια, στον τράχηλο σε διάφορα σημεία και στο δεξί μαστό). Επίσης ο παραπονούμενος της παραπονέθηκε για άλγος στο δεξί καρπό, για ζάλη και κεφαλαλγία από την ώρα που είχε δεχθεί τα κτυπήματα στο κεφάλι. Για τα τελευταία παραπέμφθηκε σε χειρουργό για χειρουργική εκτίμηση. Τέλος η Δήμητρα Ποταμού (Μ.Κ.6) η οποία είναι συγγενής και με τους δύο εμπλεκόμενους στο επεισόδιο είχε δώσει στην αστυνομία δύο καταθέσεις. Την πρώτη λίγες ημέρες μετά το επεισόδιο όπου αναφέρει ότι νιώθοντας η ίδια ως αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου την ανάγκη να πει στην αστυνομία την αλήθεια μετέβη στον αστυνομικό σταθμό όπου και κατέθεσε ότι ενώ βρισκόταν πλησίον της σκηνής όπου διαδραματίστηκε το επεισόδιο είχε προσέξει τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται με γρήγορο βήμα προς το μέρος του παραπονούμενου και μόλις τον πλησίασε και ενώ αυτός προσπαθούσε να κατέβει από το αυτοκίνητο του τον κτύπησε με γροθιά πάνω στο πρόσωπο. Η ίδια σοκαρίστηκε και παρέμεινε να βλέπει στη σκηνή όπου διαδραματιζόταν το επεισόδιο. Τότε ο οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε από αυτό και πρόσεξε και τους δύο να αλληλοκτυπιούνται αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο παραπονούμενος τον οποίο γνώριζε. Στη συνέχεια πρόσεξε τον αδερφό του κατηγορούμενου ο οποίος μπήκε στη μέση τους. Άκουσε τον παραπονούμενο να λεει στον κατηγορούμενο ότι θα του φέρει αστυνομία. Αφού έληξε το επεισόδιο η ίδια προχώρησε με το αυτοκίνητο της και μετέβη στη δουλειά της. Στην δεύτερη της κατάθεση την οποία έδωσε σε διάστημα 1 ½ μήνα μετά το επεισόδιο θέλησε να διευκρινίσει τι εννοούσε λέγοντας στην κατάθεση της ότι «αλληλοκτυπιούνταν» οι εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο και όπου διευκρινίζει ότι είδε τον Νίκο να κτυπά με γροθιές τον Παντελή ο οποίος σήκωσε τα χέρια του προς τα πάνω για να προστατέψει το κεφάλι του. Δεν είδε τον Παντελή να κτυπά τον Νίκο σε καμία περίπτωση. Με τον κατηγορούμενο είναι δεύτερα ξαδέρφια ενώ με τον παραπονούμενο ανέφερε ότι είναι ξαδέρφη της νύφης του, δηλαδή της συζύγου του αδερφού του με την οποία και συνδέονται καθώς είναι και γείτονες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμιά από τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Η μαρτυρία στην οποία βασίζεται η Κατηγορούσα Αρχή η οποία βασικά προέρχεται από την Μ.Κ.1 της οποίας την μαρτυρία το Δικαστήριο θα πρέπει να αντικρίσει με μεγάλη επιφυλακτικότητα αφού έβριθε από αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό που την καθιστούσε αντινομική. Κατά συνέπεια αυτή η μαρτυρία δεν μπορεί να στηρίξει τις κατηγορίες και κατά κύριο λόγο αυτές της 2ης και 3ης κατηγορίας ούτε ακόμα να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Αντίθετη ήταν η άποψη της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή η οποία κάμνοντας και αυτή αναφορά στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όλων των κατηγοριών και εισηγήθηκε την κλήση του σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ. 9. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 αναφέρθηκε ότι: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη και δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ...... η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη." Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.¨. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία του περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.¨ Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας προβλέπεται στο Άρθρο 186Α του ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει τα πιο κάτω: ¨Ο συμπεριφερόμενος σε δημόσιο χώρο κατά τρόπο που προκαλεί διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μηνός ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές¨. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 η οποία προέρχεται από τις δύο καταθέσεις της στην αστυνομία την ημέρα που αυτή είχε οδηγηθεί στην αστυνομία μετά την έρευνα σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Αγία Νάπα, όπου βρέθηκε να εκδίδεται με κάποιο άνδρα, καθώς επίσης τα όσα ανέφερε κατά την προφορική της μαρτυρία και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα δηλαδή καταμαρτυρεί στον κατηγορούμενο, πως έγινε η γνωριμία τους, με ποιου την πρωτοβουλία, πως εξελίχθηκε αυτή η γνωριμία και ποια η κατάληξη της σε συνδυασμό και των όσων προέκυψαν από την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3. Έχοντας επιπλέον υπόψη τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία μας όταν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί μια κατηγορία εκ πρώτης όψεως, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας αλλά εξετάζοντας την αντικειμενικά, και έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τη φύση τους ως σεξουαλικής μορφής αδικήματα και τη μαρτυρία που απαιτείται για την απόδειξη τους, αντιπαραβάλλοντας τα με τη δοθείσα μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί αυτά στον βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται στο παρόν στάδιο και ως εκ τούτου θα καλέσω τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του σε σχέση και με τις τρεις κατηγορίες. (Εξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.