Αστυνομία ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 4286/2005, 23 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ. Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4286/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Α. Κ. Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Ποιητής στην εκφώνηση της απόφασης κα Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Επειδή η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών στη συνέχεια της απόφασης μου όπου αναφέρονται τα ονόματα του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης και του συζύγου της ή στοιχεία τα οποία ενδέχεται να αποκαλύψουν την ταυτότητα τους θα καταγράφονται με τα αρχικά γράμματα. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας στις 29.06.2005 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Κ.Π. από το Παραλίμνι. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στη 1η κατηγορία παράνομα επιτέθηκε στην Κ. Π. από το Παραλίμνι και προξένησε σε αυτήν πραγματική σωματική βλάβη. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης όπου ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο όπως και στη 1η κατηγορία διενήργησε δημόσια άσεμνη πράξη στην Κ. Π. από το Παραλίμνι δηλαδή έβγαλε το πέος του και αυνανίστηκε και εκσπερμάτωσε πάνω στο παντελόνι και το πρόσωπο της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο Λοχ.2101 Σ. Χριστοδούλου του ΤΑΕ Αμμοχώστου κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Στην κατάθεση του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και σημειώθηκε ως Τεκ. 1, αναφέρει ότι στις 30.06.2005 έλαβε δύο παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο μετά από γραπτή συγκατάθεση του, τα σφράγισε σε χάρτινο φάκελο και μαζί με ένα άλλο σφραγισμένο φάκελο που περιείχε ένα τζίν παντελόνι που του είχε παραδώσει την 1.07.2005 η Γ/Αστ. 4587 Ε. Ψαρά τα μετέφερε την 1.07.2005 στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στην Λευκωσία και τα παρέδωσε στην Μ. Χατζηβασιλείου για επιστημονικές εξετάσεις. Κατέθεσε ως Τεκ. 2 φάκελο στον οποίο ευρίσκεται το πιο πάνω παντελόνι. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο για το οποίο έκαμνε αναφορά στην κατάθεση του. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Αστ. 1771 Τ. Δημητρίου του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκ. 3 με τη διευκρίνιση ότι ήταν ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και όχι θεληματική όπως αναφέρει στη δική του κατάθεση. Στη κατάθεση του αναφέρει ότι στις 30.06.2005 είχε καλέσει στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου τον κατηγορούμενο σε σχέση με διερευνούμενη υπόθεση άσεμνης επίθεσης που έγινε την προηγούμενη, δηλαδή στις 29.06.2005 στο Παραλίμνι, στην οποία θεωρείτο ως ύποπτος. Του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε ¨Εννε έτσι τα πράματα¨. Αργότερα την ίδια ημέρα στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι ήταν αναγκαίο να γίνει αναγνωριστική παράταξη στην οποία τον καλούσε να λάβει μέρος. Αυτός του ανέφερε ότι παρόλο ότι πληροφορήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια παράταξη και ότι η παράταξη αυτή θα διεξαγόταν με δίκαιο τρόπο και επίσης ότι ήταν προς το συμφέρον του, αυτός έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση οποιουδήποτε ήθελε να τον αναγνωρίσει να το κάμει στα γραφεία της αστυνομίας. Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, στον αστυνομικό σταθμό μετά από γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου προέβη στη λήψη από αυτόν παρειακού επιχρίσματος για σκοπούς σύγκρισης γενετικού υλικού και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο του απάντησε ¨Να σου δώκω¨. Αργότερα σε αναγνωριστική παράταξη στα γραφεία του ίδιου αστυνομικού σταθμού και ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν στην καρέκλα δίπλα από το γραφείο παραπόνων του σταθμού, η παραπονούμενη συνοδευόμενη από τη Γ/Αστυνομικό Ε.Ψαρά προσήλθε στο γραφείο παραπόνων και αφού επιθεώρησε τον κατηγορούμενο τον αναγνώρισε ως το άτομο που της επιτέθηκε άσεμνα. Μόλις έγινε η αναγνώριση, ο μάρτυρας ρώτησε το όνομα του και αυτός απάντησε αναφέροντας το όνομα του και από που ήταν. Του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε ¨Ήνταμπου να σου πω κουμπάρε μου¨ Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος του παρέδωσε ένα χαρτάκι στο οποίο έγγραφε ένα αριθμό τηλεφώνου και το όνομα Κ. το οποίο σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, του το είχε δώσει η παραπονούμενη. Το παρέλαβε ως τεκμήριο, το έθεσε υπό τη φύλαξη του και όταν αργότερα το επέδειξε στην παραπονούμενη αυτή παραδέχθηκε ότι ήταν ο αριθμός του τηλεφώνου της και ότι του το έδωσε με σκοπό την εργοδότηση της σε δουλειά που της πρότεινε. Στη συνέχεια ανέκρινε τον κατηγορούμενο λαμβάνοντας ανακριτική κατάθεση από αυτόν και όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο, του είπε ¨Να σου πω ήνα που γίνηκε¨ τα οποία και κατέγραψε. Ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που του καταλόγιζε η παραπονούμενη και όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε ¨Δεν παραδέχομαι. ¨Ο,τι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου¨. Κατέθεσε στη συνέχεια το χαρτάκι για το οποίο κάμνει αναφορά στην κατάθεση του ως Τεκ. 4, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο ως Τεκ. 5, τη γραπτή του κατηγορία ως Τεκ. 6, την γραπτή του συγκατάθεση για να μη γίνει αναγνωριστική παράταξη αλλά έθετε τον εαυτό του στη διάθεση οποιουδήποτε ήθελε να τον δει και να τον αναγνωρίσει να το έκαμνε στα γραφεία της αστυνομίας ως Τεκ.
- Ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Η Γ/Αστ. 4587 Ε. Ψαρά του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου κατέθεσε ως Μ.Κ.3 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της η οποία σημειώθηκε ως Τεκ.
- Σε αυτή αναφέρεται στην καταγγελία που έγινε στις 23:20 της 29.06.2004 από την παραπονούμενη στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου, ότι δηλαδή την ίδια ημέρα και περί ώρα 20:00 άγνωστος της άνδρας ο οποίος την είχε επισκεφθεί προηγουμένως στο κατάστημα όπου εργαζόταν του οποίου είχε το κινητό τηλέφωνο, της επιτέθηκε άσεμνα πιάνοντας την από το στήθος και αυνανίστηκε και εκσπερμάτωσε πάνω στο παντελόνι της και στο πρόσωπο της. Της παρέδωσε το παντελόνι το οποίο παρέλαβε ως τεκμήριο και το τοποθέτησε σε χάρτινο ειδικό φάκελο τον οποίο και σφράγισε. Την 1.07.2005 το παρέδωσε στον Λοχ. 2101 Σ. Χριστοδούλου του ΤΑΕ Αμμοχώστου για να το μεταφέρει στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στη Λευκωσία για επιστημονικές εξετάσεις. Αναγνώρισε αυτό το παντελόνι ως το Τεκ. 2 Αναγνώρισε επίσης και τον κατηγορούμενο τον οποίο είχε δει στον αστυνομικό σταθμό όταν συνόδευσε την παραπονούμενη για σκοπούς αναγνώρισης του. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Στη συνέχεια εκ συμφώνου κατατέθηκαν τα Τεκ. 9 - 12 που αφορούν καταθέσεις για τη διακίνηση τεκμηρίων και έντυπα διακίνησης τεκμηρίων στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής. Ως Τεκ. 13 έντυπο για ιατρική εξέταση της παραπονούμενης και ως Τεκ. 14 κατάθεση του ιατρού Ν. Μιχαηλίδη του Νοσοκομείου Παραλιμνίου στα οποία ο ιατρός καταγράφει ως ευρήματα του μετά από εξέταση που έκαμε της παραπονούμενης ότι δηλαδή αυτή έφερε εκδορές υποκλείδιας χώρας αριστερά και εκδορές δεξιάς ωμοπλάτης. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου ως Τεκ. 15 τη έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου την οποία υπογράφει ο διευθυντής του Δρ. Μάριος Καριόλου σύμφωνα με την οποία σε γενικές γραμμές είχε ταυτιστεί σπερματικό μέρος που απομονώθηκε από κομμάτι από το παντελόνι από το αριστερό μπροστινό πόδι με το γενετικό προφίλ του DNA που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του κατηγορουμένου. Η Κ. Π. παραπονούμενη και φερόμενη ως θύμα κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Αναγνώρισε την κατάθεση που είχε δώσει την αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και σημειώθηκε ως Τεκ.
- Σε αυτή είχε καταγράψει ότι όταν έκαμνε την καταγγελία της εργαζόταν σε κατάστημα με το όνομα Π. το οποίο βρίσκεται στην οδό Σ. στο Παραλίμνι. Είχε πάει δουλειά στις 13:00 και σχόλασε στις 20:
- Λίγο πριν σχολάσει είχε πάει στο κατάστημα όπου εργαζόταν κάποιος τον οποίο δεν γνώριζε και δεν τον είχε ξαναδεί. Πήγε να τον εξυπηρετήσει για κάτι ρούχα που κοίταζε. Την έπιασε κουβέντα για την δουλειά. Την ρώτησε πόσα πιάνει, αν θέλει να φύγει από εκεί και του απάντησε ότι παίρνει τετρακόσιες λίρες και ότι σκέφτεται να αλλάξει δουλειά και τότε αυτός της είπε ότι έχει κατάστημα στο Λιοπέτρι και θα της δίνει πεντακόσιες λίρες. Του είπε ότι θα το σκεφτόταν και αυτός της είπε ότι ήθελε να βρεθούν για να μιλήσουν για την δουλειά. Του είπε ότι δεν μπορούσε για εκείνο το βράδυ και αυτός της είπε ότι αν δεν βρεθούν θα το μετανιώσει και θα έχει πρόβλημα. Η κουβέντα αυτή έγινε μέσω τηλεφώνου διότι πριν σχολάσει του είχε δώσει τον αριθμό του κινητού της. Πριν σχολάσει της έστειλε μήνυμα και της έλεγε ότι θα την περιμένει στη λίμνη και ότι δεν θα το μετανιώσει. Όταν σχόλασε δεν πήγε. Πήρε το αυτοκίνητο της και ξεκίνησε για ο σπίτι της. Στη πορεία τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι δεν θα πήγαινε. Της είπε να πάνε στην Αγία Νάπα και αυτή αρνήθηκε. Στη συνέχεια αναγκάστηκε να πάει στο Γιώρκειο. Στο μεταξύ του είπε στο τηλέφωνο ότι για να πήγαινε δεν ήθελε να την πειράξει ή ο,τιδήποτε και αυτός της είπε να μη φοβάται. Όταν πήγε στο Γιώρκειο ήταν 20:30 στάθμευσε το αυτοκίνητο της πίσω από το δικό του και έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο της. Τότε αυτός πήγε στο παράθυρο της και της είπε ότι θέλει να την πιάσει υπάλληλο του διότι του αρέσουν τα στήθη της. Τον ρώτησε εάν ήταν γι΄αυτό που την ήθελε υπάλληλο του. Επειδή του αρέσει; Τότε αυτός βάζοντας το κεφάλι του μέσα στο αυτοκίνητο της πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και το τηλέφωνο της και κατευθύνθηκε προς το μισοτελειωμένο σπίτι. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του για να πιάσει τα κλειδιά της και το τηλέφωνο της και να φύγει. Αυτός τότε έβαλε κάτω τα κλειδιά και το τηλέφωνο της και την έπιασε από τα χέρια και την έσπρωχνε προς το σπίτι. Αυτή έπεσε κάτω στα σκαλιά του σπιτιού και αυτός άρχισε να την κτυπά στο πρόσωπο με τα χέρια του, του φώναζε να την αφήσει να φύγει, έτρεμε, έκλαιγε και αυτός έπεσε πάνω της και της έπιανε το στήθος και την αγκάλιαζε και κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο του και έβγαλε τα γεννητικά του όργανα και αυνανιζόταν πάνω της αγγίζοντας την πάνω στα πόδια της λέγοντας της να βγάλει τα ρούχα της αλλά αυτή του φώναζε να την αφήσει κλαίγοντας. Τελικά εκσπερμάτωσε πάνω στο παντελόνι της και πάνω στο πρόσωπο της. Όταν τέλειωσε της είπε ¨εντάξει τώρα, πάρε τα πράματα σου και φύγε¨. Πήγε στο αυτοκίνητο της και αυτός την πλησίασε και της ζήτησε συγνώμη και ότι το μετάνιωσε. Τον ρώτησε να της πει ποιος ήταν και αυτός δεν της έλεγε. Τον ρώτησε ξανά και αυτός της είπε ότι θα το μάθει την επόμενη και αυτή του είπε ότι αυτό που έκαμε θα το μάθει ο άντρας της. Μόλις πήγε στο σπίτι της, ανέφερε τι της συνέβη στον άντρα της και ακολούθως μετέβησαν στην αστυνομία. Στη συνέχεια δίδει τον αριθμό του τηλεφώνου του κατηγορούμενου και περιγράφει το αυτοκίνητο του. Δεν είχε δει τα νούμερα του αυτοκινήτου του. Τον περιγράφει ως μέτριου αναστήματος περίπου 1.75 ύψος παχουλό με κοντά μαλλιά και ότι φορούσε τζίν παντελόνι με μπλε φανέλα. Σε συμπληρωματική κατάθεση της το Τεκ. 17 την οποία έδωσε την επόμενη ημέρα αναφέρεται στην αναγνώριση του κατηγορούμενου που έγινε σε ένα γραφείο του αστυνομικού σταθμού. Αναφέρεται επίσης στο Τεκ. 4, το χαρτάκι με το όνομα και το τηλέφωνο της, παραδεχόμενη ότι το είχε δώσει η ίδια στον κατηγορούμενο για να συνεννοηθούν για την εργασία που της είχε πει. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο για το οποίο κάμνει αναφορά στην κατάθεση της και τα τεκμήρια 2 και 4 ως το παντελόνι της και το χαρτάκι με το τηλέφωνο και το όνομα της που είχε δώσει στον κατηγορούμενο. Σε διευκρινιστική ερώτηση απάντησε ότι ο κατηγορούμενος της είχε πει ότι είχε κατάστημα στο Λιοπέτρι αλλά δεν της είχε πει το είδος του καταστήματος. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι γνώριζε το κατηγορούμενο φατσικά και δεν γνώριζε τι είδους δουλειά έκαμνε. Τον είχε βοηθήσει να ψωνίσει κάτι από το κατάστημα όπου δούλευε. Το τηλέφωνο της, της το είχε ζητήσει την ώρα που αυτός θα έφευγε. Τον είχε ρωτήσει τι δουλειά της προσέφερε και της είπε ότι είχε κατάστημα με ρούχα στο Λιοπέτρι. Το Λιοπέτρι δεν είναι μακριά από το Παραλίμνι και παρόλο ότι γνωρίζει κάποια καταστήματα εκεί, επειδή δεν πηγαίνει συχνά δεν τα γνωρίζει όλα. Δεν τον είχε ρωτήσει συγκεκριμένα ποιο ήταν τον κατάστημα του. Τον είχε ρωτήσει εάν στο κατάστημα είχε και άλλους υπαλλήλους και αυτός της είπε ότι δεν είχε, γεγονός που δεν της προκάλεσε εκείνη την στιγμή οποιαδήποτε εντύπωση καθώς δεν ήξερε ότι θα της έκαμνε κακό. Της είχε προκαλέσει εντύπωση το γεγονός ότι ενώ ήταν ιδιοκτήτης καταστήματος πώλησης ρούχων και εντούτοις πήγε στο δικό τους κατάστημα για να ψωνίσει όμως δεν τον είχε ρωτήσει γιατί το έκαμνε εφόσον η ίδια ήταν μόνο υπάλληλος. Το τηλέφωνο του το είχε εφόσον αυτός της είχε στείλει μήνυμα στο δικό της κινητό τηλέφωνο. Της είχε πει ότι εάν δεν πήγαινε να μιλήσουν θα το μετάνιωνε για τα λεφτά που θα της έδιδε δηλαδή τις Λ.Κ.500= ως μηνιαίο μισθό. Στο ραντεβού αναγκάστηκε να πάει από φόβο και επειδή της έλεγε ότι θα το μετάνιωνε εάν δεν πήγαινε και αυτός την ακολουθούσε στο δρόμο πριν πάει στο ραντεβού τους. Όλα αυτά παρόλο ότι είναι παντρεμένη και ο αδελφός τους συζύγου της είναι αστυνομικός. Πήγε όμως στο ραντεβού τους εφόσον φοβόταν μήπως της κάμει κακό, μήπως την ακολουθούσε εάν πήγαινε στην αστυνομία να τον καταγγείλει αντί να πάει στο χώρο όπου συμφώνησαν και όπου δεν περίμενε ότι θα της έκαμνε επίθεση. Ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του από πίσω αλλά δεν το είχε πει στην κατάθεση της αν και θεωρεί αυτό τ γεγονός σημαντικό. Την έπαιρνε όμως τηλέφωνο και την απειλούσε. Σε άλλη ερώτηση επί του ιδίου θέματος απάντησε ως εξής ¨όχι δεν πήγα επειδή φοβήθηκα επειδή με ακολουθούσε. Εγώ νόμιζα ότι θα εξηγηθούμε για την δουλειά. Δεν περίμενα να μου επιτεθεί¨. Στη συνέχεια όμως λέγει ότι είχε φοβηθεί μήπως της κάμει κακό στο δρόμο, ακόμα και να την ακολουθούσε στο σπίτι της. Αυτούς τους φόβους της όμως δεν τους είχε πει στην αστυνομία. Τα όσα γράφτηκαν στην κατάθεση της ήταν όσα είπε και τα έγραφε ο αστυνομικός. Μετά που ο κατηγορούμενος της έστειλε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο, ενώ αρχικά αρνήθηκε ότι τον πήρε η ίδια στο τηλέφωνο, στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι τον είχε πάρει και αυτός της πρότεινε να πάνε στην Αγία Νάπα και αυτή αρνήθηκε. Παρόλο ότι της πρότεινε να πάνε στην Αγία Νάπα δεν είχε υποψιαστεί ο,τιδήποτε κακό. Την είχε αναγκάσει όμως να πάει εκεί που τελικά συναντήθηκαν στο Γιώρκειο, απειλώντας την ότι εάν δεν πήγαινε θα το μετάνιωνε. Ο χώρος συνάντησης τους το Γιώρκειο είναι προς την Αστυνομία, στο σχολείο και η ώρα ήταν ακριβώς στις 20:30 βράδυ. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι τα σπίτια από εκείνο το σημείο απείχαν ένα εικοσάλεπτο ακολούθως ανέφερε ότι έχει πολλά σπίτια ¨τζιαμέ κάτω¨. Ο λόγος που δέχθηκε να τον συναντήσει εκεί ήταν γιατί την απειλούσε ότι θα το μετάνιωνε εάν δεν μιλούσαν για την δουλειά. Το τηλέφωνο της του το είχε δώσει για να εξηγηθούν όχι για κακό σκοπό. Το κλειδί του αυτοκινήτου και το κινητό της τα πήρε ο κατηγορούμενος φτάνοντας στο χώρο του ραντεβού τους και ενώ αυτή ευρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο της αλλά είχε φως σε αυτό. Την είχε κτυπήσει με το ένα χέρι στο πρόσωπο πολύ δυνατά και της άφησε τραύματα στο πρόσωπο και στο σώμα της όπως γδαρσίματα και σημάδια τα οποία τα ανέφερε στο γιατρό που την εξέτασε. Με το άλλο χέρι όταν την κτυπούσε ο κατηγορούμενος αυνανιζόταν. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν με τη θέληση της που μετέβη στο ραντεβού της και ό, τι έγινε ήταν με τη θέληση της. Ενώ την κτυπούσε ο κατηγορούμενος της έλεγε να τον δώσει στην αστυνομία πράγμα όμως που δεν το είπε στην κατάθεση της, το είπε όμως στον άντρα της, όπως ισχυρίστηκε, ο οποίος μάλιστα το είπε στην αστυνομία. Επίσης ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος από τη στιγμή που είχε πάει στο κατάστημα όπου εργαζόταν, δεν το είχε όμως προσέξει τότε. Αυτή τη διαπίστωση της επίσης δεν την ανέφερε στην κατάθεση της στην αστυνομία. Αρνήθηκε τέλος υποβολές ότι δεν είπε την αλήθεια ούτε στην αστυνομία, ούτε στον άντρα της ούτε και στο Δικαστήριο. Τέλος κατέθεσε ως Μ.Κ. 5 ο σύζυγος της παραπονούμενης ο οποίος είχε δώσει κατάθεση το Τεκ. 18 όπου αναφέρεται σε όσα του είχε αναφέρει η σύζυγος του σε σχέση με το επεισόδιο με πανομοιότυπο τρόπο όπως τα εξιστόρησε και η ίδια στην δική της κατάθεση η οποία είχε προηγηθεί. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι του είχε πει ότι ο άγνωστος άνδρας της είχε πει ότι είχε κατάστημα ρούχων στην Αγία Νάπα. Τα όσα ήξερε εν πάση περιπτώσει ήταν όσα του είχε πει η σύζυγος του. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι στις τελικές τους αγορεύσεις αναφέρθηκαν εκτεταμένα σε σημεία της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα Πίτσιλλου με τη σειρά της κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει την παραπονούμενη ως μάρτυρα της αλήθειας και προς τούτο συνηγορούν και τα τραύματα της τα οποία πιστοποιούνται από τον ιατρό που την εξέτασε και να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κ. Ποιητής επεσήμανε πολλές αντιφάσεις που παρουσίασε η μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης αλλά και αντιφάσεις σε σχέση με τη μαρτυρία του συζύγου της, το Δικαστήριο εισηγήθηκε δεν μπορεί να στηριχθεί σε μια τέτοια μαρτυρία που είναι αναξιόπιστη και να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Σε σημεία επί των εισηγήσεων των δύο πλευρών θα κάμω αναφορά και πιο κάτω όπου απαιτηθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Ουσιαστικά η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της στην μαρτυρία της παραπονούμενης εφόσον το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας δεν αμφισβητήθηκε. Η Υπεράσπιση με την γραμμή που ακολουθήθηκε φάνηκε καθαρά ότι δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αυτή την επαφή και ερωτική περίπτυξη με την παραπονούμενη στο χώρο όπου αυτή προσδιορίζει και με τα αποτελέσματα που είχε, όμως εκείνο το οποίο φάνηκε ότι αρνείται είναι το ποιος είχε την πρωτοβουλία αυτής της συνεύρεσης την οποία αποδίδει στην παραπονούμενη και ότι όσα επακολούθησαν έγιναν με τη θέληση της. Επομένως στη συνέχεια θα προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και αυτής του συζύγου της εφόσον ήταν οι μόνοι ουσιαστικά από τους μάρτυρες που αντεξετάστηκαν, έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως, θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά, εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162. Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ή αδυναμίες που παρουσίασε αυτή που έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Σε σχέση με αντιφάσεις που παρουσιάζει μια εκδοχή παραπέμπω στην Αγαμέμνων Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 44/2006 με ημερ. 8.09.2006 καθώς και στην πρόσφατη απόφαση στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης Κώστας Παπαγεωργίου και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 87/05,88/05 και 89/05 με ημερ. 27.03.2007 στις σελ. 12 και
- Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία, θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της. Για πολλούς λόγους στους οποίους θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν μου ενέπνευσε καμιά εμπιστοσύνη επί της οποίας θα μπορούσα να βασιστώ για να εξαγάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα αληθινά και ορθά γεγονότα της υπόθεσης. Ανασκοπώντας το σύνολο της μαρτυρίας της, αρχικά την κατάθεση της που έδωσε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στην αστυνομία, την κατάθεση του συζύγου της στον οποίο εξιστόρησε την περιπέτεια της και ακολούθως την προφορική μαρτυρία της και κύρια κατά την αντεξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από ασυνέχεια, ανακολουθία και σε πολλά σημεία είναι και ασυνάρτητη. Είναι φανερό ότι έλειπε από αυτή λογικός ειρμός σκέψης και λόγων. Θα παραθέσω στη συνέχεια αποσπάσματα αυτής της μαρτυρίας κάμνοντας τα αναγκαία σχόλια για να καταδείξω αυτή την αντίληψη που αποκόμισα από αυτήν. Ενώ στην τελευταία διευκρινιστική απάντηση που έδωσε κατά την κύρια της εξέταση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν της είχε πει τι είδους κατάστημα διέθετε στη συνέχεια στην αρχή της αντεξέτασης της και χωρίς καμιά πίεση ανέφερε ότι της είχε πει ότι αυτός είχε κατάστημα με ρούχα. Ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι είχε επισκεφθεί το κατάστημα όπου εργαζόταν ένας άγνωστος άνδρας τον οποίο δεν γνώριζε και δεν τον είχε ξαναδεί στην αντεξέταση της αποκάλυψε ότι τον γνώριζε φατσικά. Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο άγνωστος άνδρας , της είχε πει ότι το κατάστημα που διέθετε ήταν στο Λιοπέτρι ενώ ο σύζυγος της Μ.Κ.5 επέμενε ότι η παραπονούμενη του είχε πει ότι ο άγνωστος της άνδρας της είχε πει ότι είχε κατάστημα ρούχων στην Αγία Νάπα. Αναφέρει στην κατάθεση της ότι στις 20:30 πήγε στο ραντεβού που είχε κλείσει με τον κατηγορούμενο στο Γιώρκειο και στάθμευσε το αυτοκίνητο της πίσω από το δικό του. Στην αντεξέταση της όμως ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του και γι΄αυτό φοβήθηκε και μετέβη στο σημείο όπου είχαν συνεννοηθεί μέσω του τηλεφώνου. Σε άλλο όμως σημείο της κατάθεση της ανέφερε ότι δεν φοβήθηκε επειδή την ακολουθούσε, θέση την οποία την ανασκευάζει όμως αμέσως μετά. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα: Ε. Φοβήθηκες πριν ακόμα πας ότι θα σου κάμει κακό; Έχεις άντρα αστυνομικό; Α. Όχι, ο αδερφός του είναι αστυνομικός. Ε. Ξέρεις ότι υπάρχει αστυνομία και δέχεται καταγγελίες από τους πολίτες; Αφού φοβήθηκες πήρες την αστυνομία και να τον καταγγείλεις αντί να πας εκεί; Α. Όχι πήγα επειδή φοβήθηκα μήπως με ακολουθήσει και μου έκαμνε τίποτε κακό, δεν περίμενα να μου επιτεθεί. Ε. Μα κυρία μου, είπες ότι σε παρακολουθούσε. Α. Ήταν πίσω μου με το αυτοκίνητο. Ε. Αυτό το είπες στην κατάθεση σου; Α. Όχι. Ε. Αυτό το πράγμα δεν το βρίσκεις σημαντικό; Το γεγονός ότι ήταν πίσω από το αυτοκίνητο σου και το γεγονός ότι αυτό σε φόβισε; Α. Με έπιανε τηλέφωνο και με απειλούσε. Ε. Το βρίσκεις σημαντικό ότι σε ακολουθούσε με το αυτοκίνητο; Α. Ναι. Ε. Αφού ήταν σημαντικό γιατί δεν το είπες στην κατάθεση σου στην Αστυνομία; Α. Αφού έτρεχε από πίσω μου και φοβήθηκα. Ε. Κυρία δεν είναι αυτό που σε ρώτησα. Όταν κατάγγειλες την υπόθεση στην Αστυνομία και αφού το θεωρούσες σοβαρό ότι φοβήθηκες αφού σε ακολουθούσε γιατί δεν το είπες στην κατάθεση σου; Να πεις ότι πήγα επειδή φοβήθηκα επειδή με ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του. Α. Όχι δεν πήγα επειδή φοβήθηκα επειδή με ακολουθούσε. Εγώ νόμιζα ότι θα εξηγηθούμε για την δουλειά. Δεν περίμενα να μου επιτεθεί. Ε. Πριν λίγο ανέφερες ότι φοβήθηκες επειδή σε ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του; Α. Ναι. Ε. Και είπες ότι ήταν σοβαρό. Α. Ναι. Ε. Αυτό γιατί δεν το είπες στην αστυνομία; Α. Επειδή δεν περίμενα να μου επιτεθεί. Ε. Τι φοβήθηκες τότε; Α. Φοβήθηκα μήπως μου κάμει κακό στο δρόμο μου. Ε. Τι άλλο μπορεί να σου έκαμνε; Α. Ίσως με ακολουθούσε σπίτι μου. Ε. Ε; Αυτό γιατί δεν το είπες στην αστυνομία; Α. Φοβήθηκα. Από όλα τα πιο πάνω φαίνονται οι παλινδρομήσεις στη σκέψη της παραπονούμενης οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως προσπάθεια της να κατασκευάσει μια ιστορία και ως τέτοια κρίνω ότι ήταν, εφόσον αναφέρει στην κατάθεση της, όπως προανέφερα, ότι η συνεννόηση τους για το που θα συναντιόντουσαν είχε γίνει από τηλεφώνου και ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο της αφού προηγουμένως απέρριψε την πρόταση του να βρεθούν αρχικά στη περιοχή της Λίμνης και στη συνέχεια στην Αγία Νάπα. Και ενώ αρνιόταν να πάει εκεί που της είχε εισηγηθεί ο κατηγορούμενος πήγε στη συνέχεια στο Γιώρκειο καθότι φρόντισε προηγουμένως να εξηγηθεί μαζί του όπως λέγει στην κατάθεση της από το τηλέφωνο ¨ότι δεν θα την πειράξει ή οτιδήποτε...¨ και αυτός την διαβεβαίωσε να μη φοβάται. Στη συνέχεια σε μια άλλη πτυχή της υπόθεσης δόθηκε η ακόλουθη μαρτυρία από την οποία διαφαίνεται η ανακολουθία στη σκέψη της μάρτυρος : Ε. Λες εσύ ότι τον πήρες τηλέφωνο και του είπες ότι δεν θα πας. Τι ώρα τον πήρες και του είπες ότι δεν θα πας; Α. Δεν θυμάμαι περίπου τι ώρα ήταν. Ε. Ήταν πριν σου στείλει μήνυμα ή μετά; Α. Μου έστειλε μήνυμα και μετά. Εγώ δεν τον πήρα. Αυτός με έπαιρνε συνέχεια. Ε. Εσύ δεν τον πήρες καθόλου τηλέφωνο; Α. Όχι. Ε. Στην κατάθεση σου λες «στην πορεία τον πήρα τηλέφωνο και του είπα ότι δεν θα πάω». Α. Τον πήρα μία φορά και μετά δεν τον ξαναπήρα. Ε. Τώρα αυτό που λες μία φορά τον πήρες ενώ προηγουμένως είπες εσύ δεν τον είχες πάρει τηλέφωνο, ποιο από τα δύο είναι το σωστό; Α. Τον πήρα μία φορά. Ε. Και σου είπε να πάμε στην Αγία Νάπα; Α. Ναι και εγώ του είπα όχι. Ε. Όταν σου είπε να πάμε στην Αγία Νάπα εσεϊταννέφτηκες εσύ τίποτε; Α. Όχι. Ε. Δεν σκέφτηκες ότι είμαι στο Παραλίμνι, το κατάστημα στο οποίο θα εργαστώ είναι στο Λιοπέτρι, στην Αγία Νάπα τι γυρεύκω; Α. Μου είπε να πάμε Αγία Νάπα να μιλήσουμε. Ε. Γιατί στην Αγία Νάπα και όχι στο κατάστημα του ή όχι στο Παραλίμνι που ήσουν; Α. Έτσι μου είπε. Ε. Δεν σεϊττανέφτηκες με αυτόν τον τρόπο τίποτε; Α. Όχι. Ε. Δηλαδή αν σου έλεγε να πάτε στο Ακρωτήρι ή στην Πόλη Χρυσοχούς θα πήγαινες; Α. Αφού με ανάγκασε πήγα. Ε. Δηλαδή μιλήσετε απλώς από το τηλέφωνο και λες ότι σε ανάγκασε; Α. Ναι. Ε. Ποιος ήταν ο εξαναγκασμός; Α. Απειλούσε ότι αν δεν πάω θα το μετανιώσω. Ακόμα και ως προς τα χαρακτηριστικά της περιοχής όπου καθορίστηκε το ραντεβού τους, δηλαδή το Γιώρκειο, η μάρτυρας δεν ήταν σταθερή στις απαντήσεις της, αυτό μπορεί να διαφανεί από το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση της: Ε. Ποιο είναι το ¨Γιώρκειο¨; Α. Ποδά στην Αστυνομία, στο σχολείο. Ε. Τι ώρα θα πηγαίνατε; Α. Ακριβώς. 8:30 το βράδυ Ε. Σκοτεινά δηλαδή κυρία μου; Α. Ναι. Ε. Είναι μακριά από τον κόσμο το Γιώρκειο; Α. Δεν γνωρίζω πόσο μακριά. Ε. Έχει δίπλα από το Γιώρκειο σπίτια; Α. Ναι αλλά περίπου έναν εικοσάλεπτο από το Γιώρκειο και μετά έχει σπίτια. Δικαστήριο προς μάρτυρα: Δηλαδή είναι εκτός κατοικημένης περιοχής; Α. Ναι αλλά έχει πολλά σπίτια τζιαμέ κάτω. Ε. Και ασφαλώς το Γιώρκειο είναι σκοτεινό το βράδυ Σε σχέση με τη βία που ισχυρίστηκε ότι άσκησε σε αυτή ο κατηγορούμενος ειπώθηκαν τα ακόλουθα: Ε. Λες ότι ήρθε εκεί και σου έπιασε το κλειδί του αυτοκινήτου; Α. Ναι. Ε. Πώς το έπιασε; Α. Άνοιξα το τζάμι μου, εγώ καθόμουν στο αυτοκίνητο και μου τα πήρε. Έβαλεν έτσι το κεφάλι του και τα πήρε. Ε. Και αρπάζει και το ένα και το άλλο; Α. Ναι και το κινητό μου. Ε. Δεν ήταν σκοτεινά στο αυτοκίνητο; Α. Είχα φως στο αυτοκίνητο μου. Ε. Και μετά λες σε κτύπησε στο πρόσωπο; Α. Ναι. Ε. Σε κτύπησε πολύ; Α. Ναι μου άφησε τραύματα. Ε. Τι είδους τραύματα; Α. Πάνω στο πρόσωπο και το σώμα μου. Ε. Στο πρόσωπο; Α. Γδαρσίματα. Ε. Στην κατάθεση σου στη σελίδα 2, 5η γραμμή από το τέλος λες, .. άρχισε να με κτυπά στο πρόσωπο με τα χέρια του. Α. Ναι. Ε. Σε κτύπησε δυνατά; Α. Ναι. Ε. Πολύ δυνατά; Α. Ναι. Ε. Σου άφησε και τραύματα; Α. Ναι. Ε. Εκδορές και σημάδια; Α. Ναι. Ε. Αυτά τα έδειξες στον γιατρό; Α. Ναι τα είπα στο νοσοκομείο. Ε. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί ο γιατρός δεν είδε τέτοια πράγματα; Επειδή στο τεκμήριο 13 δεν είδε τίποτε στο πρόσωπο σου απλά αναφέρει «.....» (διαβάζει το τεκμήριο 13). Α. Και πάνω στο γόνατο μου είχα. Ε. Τώρα αυτός λες ότι σε κτυπούσε με το ένα χέρι; Α. Ναι. Ε. Και με το άλλο τι έκαμνε; Α. Αυνανιζόταν. Ε. Δηλαδή με το άλλο χέρι δεν σε κρατούσε αλλά σε κτυπούσε; Α. Εγώ δεν τον έβλεπα, είχα τα χέρια μου στο πρόσωπο μου, στα μάτια μου. Ε. Δηλαδή εσύ στην πραγματικότητα δεν ήξερες τι έκαμνε με το άλλο χέρι; Α. Έβλεπα τον. Ε. Αφού είχες τα χέρια σου μπροστά στα μάτια σου. Α. Όχι συνέχεια, έβλεπα τι έκαμνε. Ε. Εγώ σου λέγω κυρία μου ότι, ό,τι έγινε αυτό έγινε με την θέληση σου. Α. Όχι. Προκύπτει όμως από τα Τεκμήρια 13 και 14 την έκθεση του ιατρού ότι αυτή έφερε εκδορές υποκλείδας χώρας αριστερά και εκδορές δεξιάς ωμοπλάτης. Δημιουργείται η εύλογη απορία πως με τέτοια βία που ασκήθηκε σε αυτή, όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα της κατάθεσης της, σε διάστημα μικρότερο από δύο ώρες από το επεισόδιο να μην είχαν εντοπισθεί άλλες σωματικές βλάβες ή σημάδια όπως τα περιγράφει η παραπονούμενη. Επομένως ούτε ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης βρίσκω ότι ήταν ειλικρινής. Σε αυτά επίσης δεν κάμνει αναφορά στη δική του κατάθεση ούτε ο σύζυγος της Μ.Κ.5 ο οποίος ήταν ο πρώτος που την αντίκρισε μετά το επεισόδιο. Τέλος, στο τέλος της ανετξέτασης της αναφέρθηκε σε δύο γεγονότα τα οποία όμως παρέλειψε να τα αναφέρει στην κατάθεση της. Το πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος την κτυπούσε συνέχεια όταν της είχε επιτεθεί άσεμνα και τελούσε την άσεμνη πράξη και της έλεγε να τον δώσει στην αστυνομία, πράγμα όμως το οποίο δεν ανέφερε στην κατάθεση της παρόλο ότι όπως ανέφερε τα θεωρούσε σημαντικά, επικαλέστηκε όμως προς τούτο τη μαρτυρία του συζύγου της ο οποίος όμως δεν είχε πει κάτι τέτοιο στη δική του κατάθεση. Το δεύτερο, ότι αυτός ήταν μεθυσμένος ήδη από την ώρα που για πρώτη φορά τον είχε δει στο κατάστημα πράγμα όμως το οποίο δεν είχε αντιληφθεί εκεί. Πέραν των πιο πάνω θα προχωρήσω σε κάποια σχόλια αναφορικά με την όλη στάση της παραπονούμενης η οποία προέκυψε από την μαρτυρία της. Θα πρέπει να πω πως η παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου καταδείκνυε μια αποφασιστική κοπέλα που δεν είχε ενδοιασμούς να αναφερθεί σε ερωτικές περιπτύξεις και πάντα υπήρξε ετοιμόλογη, ανεξάρτητα εάν οι απαντήσεις της παρουσίαζαν τα χαρακτηριστικά στα οποία έκαμα αναφορά πιο πάνω. Η εμπειρία του Δικαστηρίου στην εκδίκαση τέτοιας φύσης υποθέσεις δείχνει ότι κοπέλες, ακόμα και αυτές που παραδέχονται ότι εκδίδονται επί πληρωμή, όταν ερωτώνται για τέτοια θέματα, πολλές φορές διστάζουν να αναφερθούν σε γεγονότα με το όνομα τους και πολλές φορές κοκκινίζουν ακόμα ξεσπούν και σε κλάματα, χαρακτηριστικά τα οποία δεν εντόπισα κατά την παρουσία της μάρτυρος στο εδώλιο. Από την άλλη, εξετάζοντας και την αλληλουχία των γεγονότων το βράδυ του έλαβε χώρα το επεισόδιο, κρίνω ότι θέλησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αφελή, εντύπωση την οποία όμως δεν μου δημιούργησε όση ώρα βρισκόταν στο εδώλιο. Δεν μπορεί μια κοπέλα στην ηλικία των 31 ετών και παντρεμένη με κουνιάδο αστυνομικό να συμπεριφέρεται με ένα τέτοιο αφελή και επιπόλαιο τρόπο τον οποίο όμως και πάλιν δεν κατάφερε να μεταδώσει στο Δικαστήριο. Θέλησε δηλαδή να πει ότι εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο άνδρα και σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία από αυτή να τον ακολουθήσει σε ένα απόμερο και σκοτεινό σημείο για να συζητήσουν τα σχετικά με την εργοδότηση της σε κατάστημα που όπως της είπε διέθετε, με δόλωμα την υπόσχεση υψηλότερου μισθού. Αυτό δε συνέβη όταν απέρριψε προτάσεις του να συναντηθούν σε δύο άλλες τοποθεσίες αλλά εφόσον έλαβε την υπόσχεση από αυτόν ότι ¨δεν θα την πείραζε ή ο,τιδήποτε άλλο...¨ Οι σκέψεις της που προηγήθηκαν και οι φόβοι από τους οποίους διακατεχόταν δεν στάθηκαν εμπόδιο να μεταβεί εκεί όπου από τηλεφώνου είχαν συνεννοηθεί με τον άγνωστο της άνδρα, όταν πλησίον ήταν και ο αστυνομικός σταθμός όπως ανέφερε και χωρίς καν να περάσει από το μυαλό της να πάρει το σύζυγο της τηλέφωνο ή ακόμα και τον αστυνομικό κουνιάδο της στο τηλέφωνο για καλό και για κακό. Οι απειλές από την άλλη συνίσταντο στο ότι θα το μετάνιωνε εάν δεν τον συναντούσε εκείνο το βράδυ και αφορούσαν κάτι το απροσδιόριστο τελικά. Την απειλούσε δηλαδή ότι δεν θα την προσλάμβανε σε μια εργασία την οποία της υποσχέθηκε με ψηλότερες αποδοχές και η οποία εκτός του ότι ήταν ένα κατάστημα στο Λιοπέτρι τίποτε άλλο δεν ήξερε γι΄αυτή. Όλα τα πιο πάνω συνδυαζόμενα με οδηγούν σε πολλές αμφιβολίες για την αλήθεια των όσων η παραπονούμενη κατέθεσε αρχικά στην κατάθεση της στην αστυνομία αλλά και όσων χωρίς επιτυχία προσπάθησε να μεταδώσει στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κρίνεται παντελώς αναξιόπιστη. Εφόσον η κατάληξη μου για την μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν η πιο πάνω δεν θα προχωρήσω να αναζητήσω, ενόψει της φύσης των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 1 και 3 ως σεξουαλικών αδικημάτων, ενίσχυση της μαρτυρίας της η οποία ίσως θα απαιτείτο ως θέμα πρακτικής, όπως επιτάσσει η νομολογία μας. Κάτι τέτοιο θα κρινόταν σκόπιμο εάν η μαρτυρία της παραπονούμενης κρινόταν αξιόπιστη. Οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση μου με το θέμα της ενίσχυσης της μαρτυρίας της παραπονούμενης και εάν ως τέτοια συνιστά τα όσα ανέφερε στον σύζυγο της ως πρώτο παράπονο, δεν θα είχε παρά μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Θα ήθελα όμως να προσθέσω ότι σε σχέση με την κατάθεση αυτού του μάρτυρα Τεκ. 18 η παρατήρηση που κάμνω είναι ότι αυτή είναι πανομοιότυπη σε σχέση με την προηγηθείσα κατάθεση της παραπονούμενης σε τέτοιο βαθμό που εμβάζει σε αμφιβολίες ακόμα και ως προς τις συνθήκες λήψης των καταθέσεων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Καταλήγω ότι πράγματι ο κατηγορούμενος με βάσει το μαρτυρικό υλικό και κυρίως την ταυτοποίηση του γενετικού του υλικού στο παντελόνι της παραπονούμενης, είχε ερωτική περίπτυξη με την παραπονούμενη παρά το Γιώρκειο στο Παραλίμνι το βράδυ της 29.06.
- Σε αυτή τη συνεύρεση δεν προκλήθηκε σε αυτή οποιαδήποτε πραγματική σωματική βλάβη εφόσον κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από τα ευρήματα του ιατρού ελάχιστο χρόνο μετά το επεισόδιο. Τα όσα διαπίστωσε θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προκληθεί σε μια γυναίκα η οποία περιέρχεται σε τέτοιας φύσης σεξουαλική περίπτυξη με ένα άνδρα υπό τις συνθήκες και στο χώρο που αυτή έλαβε χώρα. Ενόψει της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον μου η οποία θα μπορούσε να με οδηγήσει σε κατάληξη ευρήματος ότι η συνεύρεση της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο οφειλόταν σε δική του και μόνο πρωτοβουλία όπου την παρέσυρε ξεγελώντας την διαπράττοντας σε βάρος της τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ: Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται από το Άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Καθορίζει τα ακόλουθα: ¨Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας είναι ένοχος πλημμελήματος¨. Το Άρθρο 243 στο οποίο βασίζεται το αδίκημα της 2ης κατηγορίας προβλέπει: ¨Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων¨. Η 3η κατηγορία βασίζεται στο Άρθρο 176 το οποίο προβλέπει τα πιο κάτω: ¨Όποιος διενεργεί άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων¨ ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή εφόσον βασιζόταν προς απόδειξη των κατηγοριών κατά κύριο λόγο στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης και εφόσον αυτή κρίθηκε ως αναξιόπιστο πρόσωπο, δεν κατάφερε να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας τις κατηγορίες και επομένως η κατάληξη μου είναι η αθώωση του κατηγορουμένου και στις τρεις κατηγορίες που αφορούν το κατηγορητήριο. (Υπ.).................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο