← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Θεορής Περικλής, Αρ. Υπόθεσης:217/2007, 26 Απριλίου,2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Θεορής Περικλής, Αρ. Υπόθεσης:217/2007, 26 Απριλίου,2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:217/2007 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Θεορής Περικλής Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου,2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίτσιλλου Για κατηγορούμενο : κ.Πελεκάνος Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες όπου η 1η αφορά το αδίκημα της μαστροπείας και η 2η το αδίκημα ότι αποζούσε μερικώς από κέρδη πορνείας. Στο εδώλιο του μάρτυρος είναι ο Μ.Κ.4 Κώστας Κυριάκου. Είναι αυτός που βρέθηκε στο κρεβάτι με την Natalia Checeanu σε διαμέρισμα κατά την επιχείρηση έρευνας της αστυνομίας. Την πληροφορία για τη μετάβαση του ερωτικού ζευγαριού στο συγκεκριμένο διαμέρισμα την είχε δώσει ο ίδιος μάρτυρας στην αστυνομία αφού προς τούτο υπήρχε προηγούμενη συνεννόηση του με την αστυνομία. Αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του που είχε δώσει στην αστυνομία το βράδυ της έρευνας στις 24.02.2007 (Τεκ. 11) την οποία και υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αντεξέταση του μάρτυρα άρχισε με την αμφισβήτηση της ταυτότητας του. Αμφισβητήθηκε εάν πράγματι είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι. Χρειάστηκε προς τούτο να φέρει και να επιδείξει την ταυτότητα του στο Δικαστήριο όπου είχαν καλυφθεί όλα τα στοιχεία του έτσι που να μη διακρίνεται η ημερομηνία γέννησης του, ο αριθμός της ταυτότητας και η διεύθυνση του. Τα μέτρα αυτά λήφθηκαν κατ΄απαίτηση του μάρτυρος καθώς είχε ζητήσει από την αστυνομία εξαρχής, όπως ο ίδιος ανέφερε, όταν προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει για την αποκάλυψη των δραστηριοτήτων του κατηγορούμενου στην μπυραρία ΑPOLLO στην Αγία Νάπα, να μην αποκαλυφθούν δηλαδή τα πιο πάνω στοιχεία του στον κατηγορούμενο ή να ακουστούν δημόσια στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στο Δικαστήριο είχε έρθει με αστυνομικό αυτοκίνητο συνοδευόμενος από τον Αστ. Λοχ. Πάρη που είναι ο υπεύθυνος του ΟΠΕ Αμμοχώστου με τον οποίο συνεργάστηκε, όπως αναφέρει στην κατάθεση του. Ο λόγος που ζήτησε από τον Λοχ. Πάρη να τον φέρει στο Δικαστήριο ήταν για ευνόητους λόγους που αφορούν την ασφάλεια του, αφού ¨τόσα ακούγονται...¨ όπως είπε χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είχε ένσταση να αποκαλυφθεί το ποινικό του μητρώο ως θέμα αρχής για τον ίδιο καθώς δεν θα ήθελε να ερευνηθούν τα προσωπικά του στοιχεία και η διεύθυνση του, τα οποία δεν είχε πρόβλημα να δοθούν στο Δικαστήριο χωρίς να αποκαλυφθούν όμως δημόσια. Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις και δόθηκαν οι αντίστοιχες απαντήσεις: Ε. Θέση μου είναι ότι κάτι έχεις να κρύψεις. Α. Ανέφερα πριν λίγο και προηγουμένως επανειλημμένα ότι κρύβω τον αριθμό της ταυτότητας μου και τη διεύθυνση της κατοικίας μου προς αυτούς τους ανθρώπους από την έδρα και κάτω. ........................ Ε. Συνελήφθηκες καμιά φορά από την αστυνομία; Α. Είχα όταν ήμουν μωρό το οποίο δεν συνελήφθηκα ακριβώς εντάξει ορισμένα μικροαδικήματα τροχαία ή τέτοια. Στην άδεια οδήγησης μου κ. Πρόεδρε έχω έξι πόντους. Από τον καιρό που βγήκε ο νόμος μου τους έβαλε το Δικαστήριο επειδή έφαγα την ίδια ημέρα δύο προστίματα, επειδή δεν είχα ταμπέλα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου και δεν πλήρωσα το πρόστιμο. Βρέθηκα ένοχος και μου έβαλε το δικαστήριο 6 πόντους και στα δύο. Το ένα μία μέρα και το άλλο μετά μία εβδομάδα. Είμαι νομοταγής πολίτης. Ε. Εκτός από τον καιρό που ήσουν μικρός συνελήφθηκες από την αστυνομία; Α. Όχι Ε. Ούτε καταδικάστηκες καμία φορά από το Δικαστήριο; A. Αυτό δεν μπορώ να το πω κ. Πρόεδρε. Είναι προσωπικό στοιχείο, είναι το όνομα μου και η προσωπική μου ζωή στην κοινωνία. Σε αυτό το στάδιο ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε αίτημα όπως αποκαλυφθεί το ποινικό μητρώο του μάρτυρα ακόμα και το RCI του, δηλαδή τυχόν εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις εναντίον του. Προς τούτο επικαλέσθηκε το Άρθρο 6 του αγγλικού Criminal Procedure Act 1865 νομοθέτημα το οποίο ισχύει και εφαρμόζεται σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Εισηγήθηκε ότι η Υπεράσπιση έχει κάθε δικαίωμα να υποβάλει αυτή τη γραμμή ερωτήσεων κατά την ανετξέταση του μάρτυρος όπως και έχει δικαίωμα να ζητά όπως αποκαλυφθούν αυτά τα στοιχεία που αφορούν τον μάρτυρα και άπτονται της αξιοπιστίας του. Είναι λογικό, όπως εισηγήθηκε, εφόσον παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να προβάλλεται ως σωτήρας της αστυνομίας και διώκτης του κακού, ο οποίος όμως ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκρύψει την ταυτότητα του, χωρίς να λέγει τους λόγους, να ζητείται από αυτόν το ποινικό του μητρώο και εάν εκκρεμούν εναντίον του ποινικές υποθέσεις. Είναι φανερό ότι αυτός προσπαθεί κάτι να κρύψει και διάκειται εχθρικά προς τον κατηγορούμενο. Ενώ παραδέχεται ότι είχε στο παρελθόν κάποιες καταδίκες τις οποίες αναγάγει σε μικροαδικήματα τροχαίων παραβάσεων, ταυτόχρονα αρνείται να δώσει λεπτομέρειες των ποινικών του καταδικών. Αν αρνηθεί ότι καταδικάστηκε τότε η Υπεράσπιση έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία εάν διαθέτει στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες του. Το θέμα, εν τέλει άπτεται της αξιοπιστίας του μάρτυρος. Υπήρξε ένσταση στο αίτημα καθώς όπως ανέφερε ο κ. Παπανικολάου αφορά τον χαρακτήρα του μάρτυρα και αυτός δεν έδωσε κανένα σημείο που να σχετίζεται με τον χαρακτήρα του. Εάν ήθελε διαταχθεί η παροχή αυτών των πληροφοριών, εφόσον ο μάρτυρας αρνείται να τα δώσει και δεν δίνει την εξουσιοδότηση σε κανένα να τα δώσει, τότε θα υπάρχει παραβίαση των προσωπικών δεδομένων του μάρτυρα. Σύμφωνα με το English Criminal Procedure Act,

(1865), s.6 στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης: ¨A witness may be questioned as to whether he has been convicted of any felony or misdemeanour, and upon being so questioned, if he either denies or does not admit the fact, or refuses to answer, it shall be lawful for the cross-examining party to prove such conviction¨. Σε μετάφραση: ¨Ένας μάρτυρας μπορεί να ερωτηθεί κατά πόσο έχει καταδικαστεί για οποιοδήποτε κακούργημα ή πλημμέλημα, και όταν ερωτηθεί, αν αρνηθεί ή δεν παραδεχτεί το γεγονός, ή αρνηθεί να απαντήσει, θα επιτραπεί στο διάδικο που αντεξετάζει να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας προηγούμενης καταδίκης¨. Ένας μάρτυρας επομένως, εκτός του κατηγορουμένου, μπορεί να ερωτηθεί κατά πόσο έχει προηγούμενες ποινικές καταδίκες και αν αρνηθεί ότι είχε προηγούμενες καταδίκες ή αρνηθεί να απαντήσει (όπως είναι η περίπτωση μας), τότε το πρόσωπο που τον αντεξετάζει μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία για μια τέτοια καταδίκη, όπως π.χ. με την παρουσίαση του σχετικού φακέλου από τον Πρωτοκολλητή, αν και η απόδειξη αυτή μπορεί να είναι εντελώς άσχετη με τη διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, όπως αναφέρει και ο έντιμος κ. Τ. Ηλιάδης στο σύγγραμμα του ¨Το Δίκαιο της Απόδειξης¨ στη σελ. 215, ζητείται από το Δικαστήριο να μην πιστέψει το μάρτυρα που έχει καταδικασθεί προηγουμένως για ψευδορκία, διγαμία και άλλα αδικήματα, αφού αυτές οι καταδίκες δείχνουν ότι έχει πει ψέματα ή ήταν ένοχος απάτης στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Cross on Evidence (4η έκδ. Σελ. 227): ¨Αν και δεν υπάρχει άμεση απόφαση πάνω στο σημείο τούτο, η νομοθετική αυτή διάταξη συνήθως εκλαμβάνεται ότι εννοεί αυτά που λέει, ώστε να μπορεί να ερωτηθεί ένας μάρτυρας για οποιαδήποτε καταδίκη, είτε αυτή θεωρείται ότι επηρεάζει την αξιοπιστία του είτε όχι, και η καταδίκη του μπορεί να αποδειχτεί αν δεν γίνει παραδεχτή (CLIFFORD v. CLIFFORD
(1961)3 ALL E.R. 231). Ο δικαστής αναμφίβολα έχει το δικαίωμα να αποκλείσει την υποβολή κατά την αντεξέταση ερεθιστικών και υπερβολικά ζημιογόνων ερωτήσεων (βλ. PHIPSON ON EVIDENCVE 12η έκδοση & 1601) αλλά η σοφία μιας τόσο πλατιάς πρόνοιας επιδέχεται συζήτηση, και το CRIMINAL LAW REVISΙON COMMITTEE έχει συστήσει ότι πρέπει να διευκρινιστεί πως η προηγούμενη καταδίκη πρέπει να είναι σχετική είτε με το επίδικο ζήτημα είτε με το ζήτημα της αξιοπιστίας. Είναι σωστή η ύπαρξη εξαίρεσης στον κανόνα που αποκλείει μαρτυρία που αντικρούει συνακόλουθα ζητήματα, για ορισμένης μορφής καταδίκες, λόγω της σχετικής ευχέρειας με την οποία τέτοια γεγονότα μπορούν να αποδεικνύονται όταν δεν γίνονται παραδεχτά¨. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι πέραν κάποιων μικροαδικημάτων τροχαίας φύσεως κατά τα άλλα είναι νομοταγής πολίτης. Ρωτήθηκε όμως εάν συνελήφθηκε ποτέ από την αστυνομία και απάντησε αρνητικά. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν καταδικάστηκε οποτεδήποτε από Δικαστήριο για ποινικά αδικήματα ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει εφόσον είναι θέματα τα οποία αφορούν την προσωπική του ζωή. Σύμφωνα με το αποδεικτικό μας δίκαιο σκοπός της αντεξέτασης είναι (α) να εξασθενήσει την υπόθεση της άλλης πλευράς και (β) να θέσει τους μάρτυρες της μιας πλευράς αντιμέτωπους με την εκδοχή της άλλης πλευράς (βλ.Criminal Procedure in Cyprus σελ. 105 Α. Ν. Λοϊζου και Γ.Μ. Πική). Η αντεξέταση δεν περιορίζεται μόνον στη διερεύνηση των επίδικων θεμάτων. Μπορεί να επεκταθεί σε θέματα όπως η υπονόμευση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Σε σχέση με το θέμα που προέβαλε ο κ. Παπανικολάου περί μη εφαρμογής της διάταξης Άρθρο 6 του αγγλικού Criminal Procedure Act του 1865 εκτός του ότι δεν με παρέπεμψε σε ο,τιδήποτε συγκεκριμένο, δεν υπέπεσε στην αντίληψη μου τροποποίηση του Άρθρου 3 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Τηρουμένης οποιασδήποτε άλλης διάταξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό ή η οποία έχει περιληφθεί ή θα περιληφθεί σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία, εφαρμόζει στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν, το δίκαιο και κανόνες απόδειξης όπως ίσχυαν στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου 1914¨. Σύμφωνα δε με τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 Άρθρο 29 παρ.
(1): ¨ Έκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής και ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζει - (β) τους νόμους τους διατηρηθέντας εν ισχύει δυνάμει του άρθρου 188 του Συντάγματος υπό τους εν αυτώ προβλεπομένους όρους εκτός εάν άλλη πόβλεψις εγένετο ή θα γίνη δυνάμει νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος. (γ) το κοινόν δίκαιον (common law) και τας αρχάς της επιεικίας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνει υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα¨. Το Άρθρο 188 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: Παρ.
  1. Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των ακολουθουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου, πας κατά την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ισχύων νόμος θέλει εξακολουθήσει να ισχύη κατά την ρηθείσαν ημερομηνίαν και μετ΄αυτήν, μέχρις ού τροποποιηθή, διά μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως δι΄οιουδήποτε νόμου ή κοινοτικού τοιούτου ψηψιζομένου κατά το Σύνταγμα, από δε της ημερομηνίας ταύτης θα ερμηνεύηται και θα εφαρμόζηται προσαρμοζόμενος, καθ΄ό μέτρον είναι αναγκαίον, προς το Σύνταγμα¨. Παρ.
  2. Οιονδήποτε δικαστήριον της Δημοκρατίας εφαρμόζον τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου, διατηρουμένου εν ισχύι συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να εφαρμόζη αυτόν εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονικήν περίοδον μετά των αναγκαίων προσαρμογών προς συμμόρφωσιν αυτού προς τα διατάξεις του Συντάγματος περιλαμβανομένων και των μεταβατικών διατάξεων αυτού. Σε σχέση με το ζήτημα του ενδεχομένου παραβίασης προσωπικών δεδομένων του μάρτυρος με την αποκάλυψη του ποινικού του μητρώου στο Δικαστήριο θα κάμω αναφορά στη σχετική νομοθεσία που διέπει αυτό το ζήτημα. Πρόκειται για τον νόμο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (προστασία του ατόμου) Νόμο 138
(1)/2001 ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στις 23.11.2001. Στο Άρθρο 2 όπου παρατίθεται η ερμηνεία όρων που συναντιούνται στο νόμο δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία σε λέξεις ή όρους που έχουν σημασία για την υπόθεση μας― ¨Αποδέκτης¨ σημαίνει το πρόσωπο στο οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Δε θεωρούνται αποδέκτες οι αρχές στις οποίες ενδέχεται να ανακοινωθούν δεδομένα στα πλαίσια διεξαγωγής συγκεκριμένης έρευνας. ¨Ευαίσθητα δεδομένα¨ σημαίνει δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την ερωτική ζωή και ερωτικό προσανατολισμό, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες¨. Επομένως με βάσει τον πιο πάνω ορισμό ¨τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες¨ εμπίπτουν στον ορισμό του όρου ¨Ευαίσθητα δεδομένα¨ Στο Άρθρο 5 καθορίζονται τα πιο κάτω:
(1)Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του. Στη συνέχεια στη παρ.
(2)γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: ¨Επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν - ...... (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων¨. και Στο Άρθρο 6 καθορίζονται τα πιο κάτω: ¨
(1)Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων¨. Στη συνέχεια στη παρ. 2 δίδονται οι προϋποθέσεις όπου κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, και αυτό γίνεται όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες προϋποθέσεις που απαριθμούνται όπου υπό τα στοιχεία (ε) και (ζ) καθορίζονται ως τέτοιες προϋποθέσεις: (ε) η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου και (ζ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εξυπηρέτηση εθνικών αναγκών ή αναγκών της εθνικής ασφάλειας, καθώς επίσης και για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εγκληματολογικής ή σωφρονιστικής πολιτικής και εκτελείται από υπηρεσία της Δημοκρατίας ή Οργανισμό ή Ίδρυμα που εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό από υπηρεσία της Δημοκρατίας και αφορά τη διακρίβωση εγκλημάτων, ποινικές καταδίκες, μέτρα ασφάλειας και διερεύνηση μαζικών καταστροφών¨. Έχοντας επομένως υπόψη το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο που αφορά το ζήτημα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του ατόμου και σε συνδυασμό με τα προνοούμενα στο Άρθρο 30 του Συντάγματος ότι: ¨ ο καθένας, κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας κ.λ.π., κ.λ.π. ¨ Το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης που κάθε άτομο δικαιούται να απολαμβάνει. Κρίνοντας ότι η αποκάλυψη αυτών των στοιχείων υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων, δηλαδή του μάρτυρος, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα από του να αποκαλυφθούν αυτά τα στοιχεία, το ποινικό δηλαδή μητρώο ή τυχόν εκκρεμούσες υποθέσεις εναντίον του μάρτυρος. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις απαντήσεις του μάρτυρα, τη φύση της υπόθεσης και την μαρτυρία που προέκυψε μέχρι τώρα και τις σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα και στις οποίες αναφέρθηκα με λεπτομέρεια πιο πάνω, παραθέτοντας και αυτούσιο το απόσπασμα από τα πρακτικά και επί πλέον το νομικό πλαίσιο που διέπει το θέμα στο οποίο έκαμα αναφορά πιο πάνω, κρίνω ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης μπορεί να επαναλάβει την τελευταία ερώτηση που υπέβαλε στον μάρτυρα και εάν αυτός αρνηθεί να απαντήσει τότε θα έχει τα δικαιώματα που του παρέχει η πιο πάνω διάταξη όπως αυτή ισχύει και έχει ερμηνευθεί από την νομολογία. Ασφαλώς θα ληφθούν μέτρα για την προστασία των προσωπικών του στοιχείων έτσι ώστε να διασφαλιστεί και η απρόσκοπτη κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου και να διασκεδαστούν οι όποιες ανησυχίες του με απώτερο στόχο και επιδίωξη την αποκάλυψη της αλήθειας που περιστοιχίζει τα γεγονότα της υπόθεση. (Υπ.) ............... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.