← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Γεώργιος Γιαπάνης, Αριθμός Υπόθεσης: 4132/2005, 2 Μαίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Γεώργιος Γιαπάνης, Αριθμός Υπόθεσης: 4132/2005, 2 Μαίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ.Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 4132/2005 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Γεώργιος Γιαπάνης Κατηγορουμένου -------------------------- Ημερομηνία: 2 Μαίου, 2007 Εμφανίσεις: Για τη Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Πιττάτζης και κ. Ανδρέας Πιττάτζης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤA ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ: Υπήρξε παραδοχή στη 2η κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος για διάστημα μικρότερο των τριάντα ημερών από της ημέρας που έγινε η αλλαγή της ιδιοκτησίας του. Η κατηγορία αυτή παραμένει για γεγονότα και ποινή μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στην 1η κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, την οποία και δεν παραδέχεται. ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ 1ης ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ : Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 13.10.2004 στο δρόμο Φρενάρους - Βρυσούλων της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒΑΗ 081 και κατά την οδήγηση, λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε τον θάνατο εις τον Ανδρέα Πίγγου τέως από το Φρέναρος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ακούστηκε μόνο ελάχιστη μαρτυρία και όπως επιβάλλεται να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου είναι δυνατόν, κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως τεκμήρια οι καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι δεν ζητήθηκε να αντεξετσθούν και δέσμη φωτογραφιών μεταξύ των οποίων και της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχομένων οχημάτων. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου σαν Τεκ. 11 έως και 14 τέσσερις λάμπες από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του θύματος για τις οποίες θα κάμω αναφορά πιο κάτω. Ο εξεταστής του δυστυχήματος Μ.Κ.1 Αστ. 2198 Παν. Πιλλόρας, δύο αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος από τους οποίους λήφθηκε κατάθεση ενόψει της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και ο Ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους που διενήργησε τη νεκροψία επί της σορού του θύματος κατέθεσαν δια ζώσης. Θα κάμω αναφορά στην αρχή στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου εκ συμφώνου και ακολούθως όσων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Τεκ. 1 είναι η γραπτή κατάθεση του γιου του θύματος Παντελή Πίγγου. Εργαζόταν με το πατέρα του στη ΣΠΕ Φρενάρου και στις 13.10.2004 και περί ώρα 12:00 το θύμα του είχε πει ότι θα πήγαινε στο περιβόλι του για κάποια εργασία και θα απουσίαζε για λίγο. Το περιβόλι του πατέρα του βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου έγινε το δυστύχημα στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πατέρας του. Για να πάει κάποιος στο περιβόλι θα έπρεπε να στρίψει δεξιά στην παρακείμενη πάροδο με κατεύθυνση από το Φρέναρος προς τις Βρυσούλες. Το Τεκ. 2 είναι η κατάθεση άλλου γιου του θύματος του Νίκου Πίγγου στην οποία αναφέρεται στην αναγνώριση της σορού του θύματος στο νεκροτομείο του Νοσοκομείου Λάρνακας. Το Τεκ. 3 είναι η κατάθεση του οδηγού του ασθενοφόρου Μιχάλη Καραολίδη το οποίο παρέλαβε το θύμα αφού το απεγκλώβισαν, με τον νοσοκόμο του ασθενοφόρου, από το αυτοκίνητο του όπου ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Στο νοσοκομείο όπου το μετέφεραν διαπιστώθηκε ο θάνατος του από τον επί καθήκοντι ιατρό. Το Τεκ. 4 είναι η κατάθεση του Λοχ. 853 Ανδρέα Αδάμου της Τροχαίας Αμμοχώστου και αφορά τη διακίνηση τεσσάρων λάμπων του αυτοκινήτου του θύματος που κρατήθηκαν ως τεκμήρια. Το ίδιο θέμα αφορά και η κατάθεση του Αστ. 718 Νίκου Γιώργαλλου η οποία σημειώθηκε ως Τεκ.

  1. Στην κατάθεση του ο Αστ. 2563 Χρ. Κυριάκου (Τεκ. 6) αναφέρει ότι είναι εκπαιδευμένος φωτογράφος της Αστυνομίας και είχε λάβει φωτογραφίες του θύματος στο νεκροτομείο του Νοσοκομείου Λάρνακας πριν την νεκροψία στην οποία παρίστατο και την οποία έκαμε ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους οποίος απεφάνθη ότι ο θάνατος ¨προκλήθηκε από εσωτερική αιμορραγία ως είναι από τροχαίο ατύχημα¨. Οι φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχομένων οχημάτων που λήφθηκαν από τον Αστ. 2198 Π. Πιλλόρα σημειώθηκαν ως Τεκ. 7 (1-20). Οι υπόλοιπες φωτογραφίες του τεκμηρίου αφορούν τη σορό του θύματος που λήφθηκαν κατά τη νεκροψία. Κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Δημήτρη Αθανασίου ως Τεκ. 17 ο οποίος εργάζεται στο μηχανουργείο του Αρχηγείου της Αστυνομίας σαν τεχνικός και είναι εκπαιδευμένος εξεταστής οχημάτων και κάτοχος πιστοποιητικού υπεύθυνου γραμμής τεχνικού ελέγχου οχημάτων του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Ήταν αυτός που εξέτασε τις λάμπες του οχήματος του θύματος (Τεκ. 11,12,13 και 14) και έκαμε τις πιο κάτω διαπιστώσεις: (α) Η λάμπα του δεξιού δείκτη πίσω ήταν καλή και από το σπείρωμα της αντίστασης της φαίνεται ότι τη στιγμή του δυστυχήματος ήταν αναμμένη, (β) Η λάμπα του αριστερού δείκτη πίσω ήταν καλή και από το σπείρωμα της αντίστασης της φαίνεται ότι την στιγμή του δυστυχήματος δεν ήταν αναμμένη, (γ) Η λάμπα του αριστερού φαναριού πίσω (φώτα μικρά και πέδησης) ήταν καλή και από το σπείρωμα της αντίστασης της φαίνεται ότι την στιγμή του δυστυχήματος δεν ήταν αναμμένη, (δ) η λάμπα του δεξιού φαναριού πίσω (φώτα μικρά και φώτα πέδησης) ήταν σπασμένη σε βαθμό που δεν φαίνεται κάποιο συμπέρασμα. Η κατάθεση του Αδάμου Καούλλα κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκ.
  2. Σε αυτή αναφέρει ότι περνούσε από το σημείο της σκηνής και αφού στάθμευσε το δικό του όχημα πλησίασε και συνάντησε τον κατηγορούμενο τον οποίο γνώριζε, ο οποίος του είπε ότι ήταν αυτός που κτύπησε από πίσω το όχημα του θύματος. Πλησίασε το όχημα του θύματος τον οποίο επίσης γνώριζε και τον αντιλήφθηκε με γερμένο το κεφάλι προς τη θέση του συνοδηγού. Τον αποσύνδεσε από την ζώνη ασφάλειας με την οποία ήταν προσδεδεμένος και του πήρε το σφυγμό του αντιλαμβανόμενος πως ήταν νεκρός. Βοήθησε στο να μεταφερθεί το θύμα στο ασθενοφόρο το οποίο έφτασε στη σκηνή. Σημειώθηκε ως Τεκ. 19 η ιατρική βεβαίωση την οποία υπογράφει ο ιατρός Βάσος Μπάχνος και με την οποία βεβαιώνεται ο θάνατος του θύματος. Ο πιο πάνω Αστ. 2198 κατέθεσε ως Μ.Κ.
  3. Υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στο Τμήμα Τροχαίας Αμμοχώστου. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκ.
  4. Σε αυτή αναφέρει ότι έχει εκπαιδευτεί σαν φωτογράφος και στη σχεδιαγράφηση σκηνής τροχαίου δυστυχήματος σε κλίμακα. Στις 12:50 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που είχε γίνει στο δρόμο Φρενάρους - Βρυσούλων. Φτάνοντας στη σκηνή είχε βρει το σαλούν όχημα με αριθμό εγγραφής ΒΑΗ 081 και το μονοκάμπινο όχημα QN 953 στις τελικές τους θέσεις. Ο οδηγός του πρώτου ήταν παρών ενώ ο οδηγός του δευτέρου αυτοκινήτου είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο πριν αυτός αφιχθεί στη σκηνή. Πήρε μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, είχε λάβει επίσης τις φωτογραφίες του Τεκ. 7(1-20). Τα ευρήματα του στη σκηνή ήταν τα ακόλουθα: Ο δρόμος ήταν άσφαλτος, καλής επιφάνειας και ευθύς, διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 6.70 μ. και διαχωριζόταν από μια άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής και το όριο ταχύτητας ήταν 80ΧΑΩ. Ήταν μέρα, ο καιρός αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Η ορατότητα αρκετά καλή πάνω από 150 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθέτησε στο σχέδιο με το γράμμα Χ το προσδιόρισε καθώς εκεί έσπαζε η συνοχή του αριστερού ίχνους τροχοπέδησης του οχήματος ΒΑΗ
  5. Είχαν βρεθεί ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος ΒΑΗ 081 τα οποία σημείωσε στο σχέδιο με το γράμμα Α
  6. Το όχημα ΒΑΗ 081 ήταν μάρκας NISSAN PATROL, βενζινοκίνητο, τύπου σαλούν με κυβισμό μηχανής 4169 κ.ε. περιουσία του κατηγορούμενου και υπέστη τις πιο κάτω ζημιές: Βούλωσαν ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό καπό και έσπασαν η γρίλια και τα μπροστινά φανάρια. Επίσης στράβωσε το μπροστινό αριστερό φτερό. Το αυτοκίνητο QN 953 ήταν μάρκας ISUZU PICK - UP (μονοκάμπινο), πετρελαιοκίνητο με κυβισμό μηχανής 2238 κ.ε. περιουσία του θύματος και το οποίο υπέστη τις πιο κάτω ζημιές: Βούλωσαν ο πισινός προφυλακτήρας και το πισινό μέρος του οχήματος. Επίσης έσπασαν τα πισινά αριστερά φανάρια. Την ίδια ημέρα αφαίρεσε τις τέσσερις πισινές λάμπες του εν λόγω οχήματος για να σταλούν για εξετάσεις τις οποίες παρέδωσε αργότερα σε συνάδελφο του για να τις μεταφέρει για εξέταση στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Αργότερα του τις είχε παραδώσει άλλος συνάδελφος του και τις φύλαξε ως τεκμήρια. Από εξέταση που έκαμε των ενεχομένων οχημάτων είχε διαπιστώσει ότι: (α) τα τέσσερα ελαστικά των οχημάτων ήταν σε άριστη κατάσταση, (β) το σύστημα πέδησης ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση ως επίσης και η στάθμη του υγρού των φρένων ήταν κανονική και (γ) το σύστημα διεύθυνσης ανταποκρινόταν πλήρως. Ήταν ο ίδιος μάρτυρας που ανέκρινε τον κατηγορούμενο από τον οποίο και πήρε κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Τεκ.
  7. Στις 5.10.2005 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (Τεκ. 10). Οι λάμπες του οχήματος του θύματος για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω κατατέθηκαν ως Τεκ. 11,12,13 και
  8. Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής κατατέθηκε ως Τεκ. 15 με το οποίο είχε συμφωνήσει ο κατηγορούμενος. Το επί κλίμακας σχέδιο το οποίο ετοίμασε ο ίδιος σημειώθηκε ως Τεκ.
  9. Εξήγησε περαιτέρω ότι τα σημεία Α και Β δείχνουν τις πορείες των ενεχομένων οχημάτων. Το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος είχε αφήσει 22μ. ίχνη τροχοπέδησης τα οποία προέρχονταν από δεξιό τροχό του οχήματος χωρίς να γνωρίζει εάν ήταν από τον μπροστινό ή τον πισινό τροχό. Επίσης στο σχέδιο σημειώθηκαν και ίχνη τροχοπέδησης του αριστερού μπροστινού τροχού του οχήματος του κατηγορούμενου (Α1 - Δ.1) μετά την σύγκρουση. Με το Α2 δείχνει την τελική θέση του ίδιου οχήματος. Στη συνέχεια φαίνονται τα ίχνη στην άσφαλτο από το spare (εφεδρικό) ελαστικό του οχήματος του θύματος το οποίο υποδεικνύεται με το Β
  10. Με το Β2 υποδεικνύεται τρίψιμο στον δρόμο από το όχημα του θύματος και με το Β3 ίχνη στο χώμα από τα ελαστικά του οχήματος του θύματος, τέλος, με το Β4 υποδεικνύεται η τελική θέση του αυτοκινήτου του θύματος. Το πλάτος του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν 1.70 εκ ενώ του θύματος 1.60εκ. Υποδεικνύοντας τις φωτογραφίες του Τεκ. 7 πέραν του ευρετηρίου επεξήγησε τι απεικονίζει η κάθε μια. Εξήγησε περαιτέρω ότι σε χώρο πιο πίσω, ο οποίος δεν διακρίνεται στις φωτογραφίες βρισκόντουσαν σταθμευμένα δύο οχήματα της Εθνικής Φρουράς τα οποία ερχόντουσαν κατά τη στιγμή που προηγήθηκε του δυστυχήματος από αντίθετη κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα του δρόμου. Η σύγκρουση είχε γίνει στο πίσω μέρος του οχήματος του θύματος με το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Το όχημα του θύματος είχε ακινητοποιηθεί, και η πισινή του πλευρά απείχε 44μ. από το σημείο συγκρούσεως. Το ασφάλτινο αριστερό παγκέττο είχε πλάτος 1.20εκ. και το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Το πλάτος της λωρίδας της πορείας των ενεχομένων οχημάτων ήταν 3.35μ. Υπολόγισε την απόσταση του οχήματος του θύματος από το σημείο όπου εκτροχιάστηκε σε 23.40μ. Υπάρχει υψομετρική διαφορά του δόμου με το χωράφι όπου κατέληξε το όχημα του θύματος. Παραδέχθηκε ότι είναι φυσιολογικό όταν ένα όχημα φύγει από το δρόμο προς ένα χωράφι με το οποίο υπάρχει υψομετρική διαφορά να διανύσει ένεκα αυτού του λόγου κάποια απόσταση. Ο δρόμος από την κατεύθυνση που είχαν και τα δύο οχήματα ήταν ελαφρώς κατηφορικός. Είναι φυσιολογικό μετά από μια σύγκρουση όταν υπάρχει κατηφορικός δρόμος ένα όχημα να κατηφορίσει προς τα κάτω. Φτάνοντας στη σκηνή 20΄μετά το δυστύχημα ρώτησε τα παριστάμενα πρόσωπα εάν είχε δει κάποιος πως έγινε το δυστύχημα αλλά κανένας από τους παριστάμενους δεν το είχε δει πλην από κάποιους στρατιώτες, τον αριθμό των οποίων δεν θυμόταν, οι οποίοι του είχαν πει ότι είδαν τη σκηνή αλλά δεν ήθελαν να δώσουν κατάθεση λόγω της ιδιότητας τους όπως είχαν πάρει οδηγίες από τον Διοικητή τους. Δεν είχε διερευνήσει περαιτέρω αυτό το θέμα εφόσον οι ίδιοι αρνιόντουσαν να δώσουν κατάθεση. Δεν είχε προβεί σε εκτίμηση της ταχύτητας του οχήματος του κατηγορουμένου παρόλα τα στοιχεία που υπήρχαν στη διάθεση του θεωρώντας ότι λόγω της μεγάλης ζημιάς που είχε προκληθεί στο μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου και με αυτό το δεδομένο έβγαινε το συμπέρασμα ότι αυτό έτρεχε με μια Α ταχύτητα, όπως είπε. Δεν είχε ζητήσει ούτε και αναζήτησε τη συμβουλή εμπειρογνώμονα επί του θέματος της εκτίμησης ταχύτητας ενός αυτοκινήτου μετά από μια σύγκρουση. Δεν είχε εκθέσει κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου για υπερβολική ταχύτητα καθώς δεν ήταν σίγουρος εάν χρησιμοποιούσε υπερβολική ταχύτητα. Η πάροδος στην οποία σκόπευε να στρίψει το θύμα ήταν χωματόδρομος για τον οποίο δεν υπήρχε σήμανση που να την υποδείκνυε επί του δρόμου σύμφωνα με την πορεία των δύο ενεχομένων οχημάτων. Συμφώνησε ότι στο μέρος του προφυλακτήρα του οχήματος του θύματος φαίνονται χώματα (Φ. 20) και στο μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν τέτοια χώματα (Φ. 6) και συμφώνησε περαιτέρω ότι τα χώματα που υπήρχαν επί του οχήματος του θύματος δεν προήλθαν από το όχημα του κατηγορούμενου. Μπορεί να υπήρχαν και μπορεί και όχι άλλα χώματα και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να συμφωνήσει με υποβολή ότι υπήρχαν τέτοια χώματα και έφυγαν συνεπεία της σύγκρουσης και όχι μόνο σε εκείνο το συγκεκριμένο σημείο αλλά και σε όλη την πισινή επιφάνεια του οχήματος. Δεν απέκλεισε να είχε συζητήσει την υπόθεση με άλλους συναδέλφους του με μεγαλύτερη εμπειρία στην εξέταση σοβαρών τροχαίων δυστυχημάτων. Δεν θυμόταν κατά πόσο είχε πει στον υπεύθυνο του ότι υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες στρατιώτες που δεν θέλησαν να δώσουν καταθέσεις. Δεν είχε όμως επιζητήσει βοήθεια είτε από το Αρχηγείο της Αστυνομίας είτε από την Νομική Υπηρεσία για να ολοκληρώσει τις εξετάσεις που διενήργησε ως εξεταστής. Ο Μ.Κ. 2 Νικόλας Σάββα Παπασωτηρίου υπηρετούσε ως Λοχίας (Εθελοντής Πενταετούς Υπηρεσίας (Ε.Π.Υ.) στην Εθνική Φρουρά. Αναφέρει στην κατάθεση του (Τεκ. 20), η οποία λήφθηκε από αυτόν, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ενόψει της έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης, ότι στις 13.10.2004 κατά το μεσημέρι οδηγούσε υπηρεσιακό όχημα στο δρόμο Βρυσούλων - Φρενάρους με κατεύθυνση το Φρέναρος. Συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ήταν κάποιος κληρωτός στρατιώτης και μπροστά του προπορευόταν ακόμα ένα στρατιωτικό όχημα με οδηγό το συνάδελφο του Μιχάλη Μιχαήλ. Τα στρατιωτικά οχήματα ήταν μάρκας Mercedes τύπου jeep. Είχε προσέξει σε κάποιο σημείο του δρόμου σύμφωνα με τη κατεύθυνση τους και σε απόσταση 250μ. από μια δεξιά στροφή, ένα μονοκάμπινο όχημα μάρκας ISUZU να είναι σταματημένο στην άλλη πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση προς το μέρος τους. Αντιλήφθηκε να τους περιμένει για να περάσουν προφανώς για να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Υπέθεσε ότι αυτό θα έκαμνε ο οδηγός αυτού του οχήματος εφόσον υπήρχε στα δεξιά χωμάτινη πάροδος. Δεν θυμόταν εάν το σταθμευμένο όχημα είχε τον σηματοδότη του αναμμένο υποδεικνύοντας έτσι την πρόθεση του για να στρίψει δεξιά. Με το προπορευόμενο στρατιωτικό όχημα είχαν μια απόσταση περίπου 100 μέτρα όταν πέρασε το προπορευόμενο όχημα δίπλα από το σταθμευμένο. Είχε προσέξει τότε να έρχεται εξ αντιθέτου ένα ψηλό και μακρύ αυτοκίνητο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Λίγο πριν φτάσει ο ίδιος το σταματημένο αυτοκίνητο και ενώ βρισκόταν στα σαράντα μέτρα άκουσε τα λάστιχα αυτού του αυτοκινήτου να σφυρίζουν δυνατά. Αμέσως αντιλήφθηκε ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Ο ίδιος συνέχισε την πορεία του σταθερά προς το Φρέναρος με ταχύτητα γύρω στα 70ΧΑΩ. Μόλις πέρασε το σταθμευμένο δίπλα του αυτοκίνητο, στα δύο μέτρα, έγινε η σύγκρουση σχεδόν δίπλα του καθώς το όχημα που ερχόταν εξ αντιθέτου κτύπησε με ταχύτητα το σταματημένο μονοκάμπινο. Το μονοκάμπινο έφυγε εκτός δρόμου προς τα αριστερά και εισήλθε σε παρακείμενο χωράφι το οποίο είχε υψομετρική διαφορά με τον δρόμο. Όλη αυτή τη φάση την είχε δει από το καθρεφτάκι του. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και τηλεφώνησε στον Μιχάλη, οδηγό του προπορευόμενου στρατιωτικού οχήματος. Απαντώντας ο Μιχάλης τον ρώτησε εάν ¨εττούμπαραν¨. Του είπε πως ναι και τον κάλεσε να έρθει πίσω. Έκαμε και ο ίδιος επαναστροφή και πήγε προς τα ενεχόμενα οχήματα. Πρόσεξε το ψηλό αυτοκίνητο που ήταν μάρκας NISSAN PATROL ότι βρισκόταν ακινητοποιημένο στη λωρίδα του με τα μούτρα του προς τις Βρυσούλες. Το προσπέρασε και προχώρησε προς το μονοκάμπινο καθώς υπέθεσε ότι ο οδηγός του θα είχε τραυματισθεί. Κατέβηκε από το όχημα του και κατευθύνθηκε προς το μονοκάμπινο όχημα πεζός. Πρόσεξε ένα άνδρα να είναι γερμένος προς τη πλευρά του συνοδηγού και να ακουμπά στον αριστερό του αγκώνα. Κοντά στον τραυματισμένο βρισκόντουσαν ακόμα 2-3 άτομα. Έλεγξε και πρόσεξε ότι είχε σφυγμό αλλά έτρεχαν λίγα σάλια από το στόμα του και είχε λίγους σπασμούς. Σε λίγα λεπτά κατέφθασε στη σκηνή η αστυνομία και ασθενοφόρο και ανέφεραν στον αστυνομικό τι είδαν. Στη συνέχεια επικοινώνησαν με τη μονάδα τους και τους είπαν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο και να μη δώσουν κατάθεση καθώς όπως τους είπε ο συνταγματάρχης τους δεν μπορούσαν να δώσουν κατάθεση χωρίς την παρουσία της στρατονομίας. Στη συνέχεια της κατάθεση του καταγράφει ότι πριν από μερικούς μήνες τον είχε ρωτήσει ο συνάδελφος του Μιχάλης εάν ήθελε να δώσει κατάθεση και να πουν την αλήθεια για το δυστύχημα καθώς τον είχε προσεγγίσει ο γιος του θύματος, χωρίς βέβαια να τους πιέζει. Ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να δώσει κατάθεση εάν του ζητηθεί κάτι τέτοιο. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση και με τις φ. 3,4 του Τεκ. 7 ανέφερε ότι αυτές θα πρέπει να είχαν ληφθεί μετά που αυτοί αναχώρησαν από τη σκηνή. Στη σκηνή είχε φτάσει δευτερόλεπτα πριν από αυτούς κάποιος αστυνομικός των Βρετανικών Βάσεων. Το αυτοκίνητο του θύματος το είχε προσέξει από μακριά από απόσταση 150-200-250μ. χωρίς όμως να είναι σίγουρος γι΄αυτήν την απόσταση. Σε διευκρινιστική ερώτηση κατά την αντεξέταση του σε ποια απόσταση είχε προσέξει το σταθμευμένο όχημα του θύματος έδωσε διάφορες διφορούμενες απαντήσεις. Όπως και στη συνέχεια σε ερώτηση πόση απόσταση είχαν μεταξύ τους τα ενεχόμενα οχήματα όταν τα πρωτοαντίκρισε καταλήγοντας στην τελική απάντηση ότι δεν ήξερε. Σε άλλη ερώτηση εάν όταν είπε στην κατάθεση του ότι το όχημα του κατηγορουμένου έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ήταν σίγουρος ή υπέθεσε ότι έτρεχε ενώ παλινδρόμησε αρκετά δίδοντας διάφορες απαντήσεις στο τέλος κατέληξε να πει ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ταχύτητα του καθώς ούτε ραντάρ κρατούσε, ούτε πόσο έτρεχε ήξερε. Όταν του είχε πει ο αστυνομικός που του έπαιρνε κατάθεση εάν έτρεχε με 140ΧΑΩ αυτός του απάντησε ¨Ρε κουμπάρε τι να σου πω, έγινε πριν δύο χρόνια το δυστύχημα¨. Τελικά κατέληξε να πει ότι όταν ανέφερε στην κατάθεση του ¨έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα¨ ότι ήταν ό,τι του είχε πει αστυνομικός αλλά εν πάση περιπτώσει το αυτοκίνητο έτρεχε με κάποια ταχύτητα. Την κατάθεση του την έδωσε στη παρουσία τριών αστυνομικών αλλά δεν ξέρει εάν μεταξύ τους ήταν και ο Καούλας. Σε ερώτηση εάν οδηγώντας ο ίδιος μπορεί να υπολογίζει ταχύτητα αυτοκινήτων που έρχονται από απέναντι απάντησε: ¨με το μάτι δεν μπορείς να υπολογίζεις, απλά μπορείς να πεις απλά ότι τρέχει¨. Τελικά κατέληξε να πει ότι δεν γνωρίζει τι ταχύτητα χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος και θα ήταν καλύτερα γι΄αυτόν να του λαμβανόταν κατάθεση πριν, τότε δηλαδή που του ήταν πιο ξεκάθαρα τα πράγματα στο μυαλό του και όχι σήμερα. Δεν είχε δει από κοντά τον κατηγορούμενο στη σκηνή και έτσι δεν μπορούσε να ξέρει κατά πόσο αυτός ήταν ψύχραιμος ή συγχυσμένος. Αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο μαζί με τον συνάδελφο του τον Μιχάλη και του είπαν ότι μετάνιωσαν για αυτά που είπαν στις καταθέσεις τους. Δεν του είχε πει ο Μιχάλης ότι ένοιωθε τύψεις για αυτά που κατέθεσε. Στη συνέχεια του υπεδείχθη επιστολή του δικηγόρου του κατηγορουμένου προς τον Γενικό Εισαγγελέα αντίγραφο της οποίας παραδέχθηκε ότι του δόθηκε και την αναγνώρισε. Σημειώθηκε ως Τεκ. 21 απλώς για το ότι είχε λάβει γνώση αυτής της επιστολής. Στη συνέχεια δεν αρνήθηκε ότι είχαν πάει με τον συνάδελφο του τον Μιχάλη στο γραφείο του δικηγόρου. Στην επανεξέταση του ανέφερε και πάλι ότι θα ήταν προτιμότερο γι΄αυτόν να είχε δώσει την κατάθεση του τότε που έγινε το δυστύχημα. Στη συνέχεια σε ερώτηση εάν δεν θυμόταν για το δυστύχημα, απάντησε ότι θυμόταν τι είπε στην αστυνομία αλλά όταν πήγε να δώσει κατάθεση δεν είχε υπόψη του ότι θα ερχόταν και στο Δικαστήριο να καταθέσει. Αν του είχε ζητηθεί να δώσει κατάθεση τότε που είχε συμβεί το δυστύχημα θα ήταν πιο κοντά στη πραγματικότητα. Με βάσει τις πιο πάνω απαντήσεις του μάρτυρα ζητήθηκε από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας, αίτημα το οποίο απερρίφθη από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Μιχάλης Μιχαήλ Ε.Π.Υ και αυτός. Αναφέρει και αυτός στην κατάθεση του που λήφθηκε στις 3.02.2007 (Τεκ. 22) ότι στις 13.10.2004 κατά το μεσημέρι οδηγούσε υπηρεσιακό αυτοκίνητο μάρκας Mercedes τύπου Jeep με συνοδηγό κάποιο κληρωτό στρατιώτη. Η κατεύθυνση του ήταν από τις Βρυσούλες προς το Φρέναρος με ταχύτητα γύρω στα 50Χ.Α.Ω. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από αυτόν ακολουθούσε ο συνάδελφος του Νικόλας Σάββα οδηγώντας άλλο παρόμοιο αυτοκίνητο. Σε ένα σημείο του δρόμου γύρω στα 150 μ. , πριν από μια δεξιά στροφή είδε ένα μονοκάμπινο όχημα μάρκας ISUZU το οποίο είχε κατεύθυνση προς τις Βρυσούλες και ήταν σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Στην Βόρεια πλευρά του δρόμου υπήρχε χωματόδρομος και για αυτό υπέθεσε ότι ο οδηγός του μονοκάμπινου οχήματος περίμενε να περάσει για να στρίψει στη συνέχεια δεξιά για να εισέλθει στο χωματόδρομο. Δεν ήταν σίγουρος εάν το μονοκάμπινο όχημα είχε αναμμένο το σηματοδότη του που έδειχνε τη πρόθεση του να στρίψει στα δεξιά. Ο ίδιος συνέχισε την πορεία του περνώντας δίπλα από το μονοκάμπινο. Το μονοκάμπινο παρέμεινε στη θέση του περιμένοντας και το δεύτερο στρατιωτικό αυτοκίνητο να περάσει από δίπλα του. Όταν έφτασε στη στροφή πέρασε από δίπλα του ένα αυτοκίνητο NISSAΝ PATROL με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Υπολόγισε ότι η ταχύτητα του θα ήταν πέραν των 140 Χ.Α.Ω. Μόλις είδε το αυτοκίνητο αυτό κατάλαβε ότι θα κινδύνευε να χτυπήσει το σταματημένο μονοκάμπινο που περίμενε να στρίψει δεξιά. Αμέσως είπε κάτι για τον κίνδυνο που προαισθάνθηκε στον συνοδηγό του και σταμάτησε στην αριστερή άκρη του δρόμου. Την ίδια στιγμή και πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι του προς τα πίσω άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και κοιτάζοντας προς τις Βρυσούλες είδε ένα μεγάλο όγκο από σκόνη στο σημείο που ήταν σταματημένο το μονοκάμπινο. Άρχισε να κάμνει επαναστροφή και τότε του τηλεφώνησε ο Νίκος για να του πει ότι έγινε δυστύχημα. Επιστρέφοντας πίσω διαπίστωσε ότι το NISSAN PATROL που είχε μόλις περάσει από δίπλα του ήταν σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου με πολλές ζημιές στο μπροστινό του μέρος και στη θέση του οδηγού καθόταν ο κατηγορούμενος. Έτρεξε προς το μονοκάμπινο το οποίο ήταν μέσα στο χωράφι στην νότια πλευρά του δρόμου. Φτάνοντας στο μονοκάμπινο είχαν δει κάποιον που είχε και αυτός προστρέξει εκεί τον οποίο γνώριζε ότι ήταν αστυνομικός της Βρετανικής Βάσης. Μέσα στο αυτοκίνητο είδε ένα άνδρα ξαπλωμένο στη μαξιλάρα και δεχόταν τις Α΄ Βοήθειες από τον αστυνομικό των Βάσεων. Τηλεφώνησε στην αστυνομία αναφέροντας το γεγονός και παρέμεινε στη σκηνή μέχρι που έφθασε αστυνομία και ασθενοφόρο. Είχε δώσει τα στοιχεία του στην αστυνομία αλλά τους είπε ότι είχε οδηγίες από τον ελλαδίτη διοικητή του να μη δώσει κατάθεση. Φέτος τον προσέγγισε ο γιος του θύματος και του ζήτησε να πάει να καταθέσει ό,τι είδε όπως και έκαμε. Αναγνώρισε και αυτός την επιστολή του δικηγορικού γραφείου του συνηγόρου Υπεράσπισης προς τον Γενικό Εισαγγελέα το Τεκ. 21 με την οποία όμως δεν συμφώνησε. Ο λόγος που είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο ήταν ότι ήταν γνωστός του και ήταν σε απόγνωση και δεν ήξερε τι να κάμει. Δεν τους είχε δεχθεί ο κ. Γ. Πιττάτζης είδαν όμως κάποιον άλλο νεαρό δικηγόρο του γραφείου του. Επέμενε ότι ήταν αλήθεια τα όσα έλεγε στην κατάθεση του. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είχαν ρωτήσει συγγενικό δικηγορικό γραφείο του συναδέλφου του Νίκου (Μ.Κ.2) αλλά και αλλού και γνώριζε πως εάν έλεγε διαφορετικά από όσα είπε στην κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία θα αντιμετώπιζε κινδύνους. Όμως δεν είχε σκοπό να αλλάξει την κατάθεση του. Όταν έγινε κάποια συζήτηση επί του θέματος παρόντες ήταν και δύο αστυνομικοί της τροχαίας και ο συνάδελφος του με τον οποίο συζητούσαν για την υπόθεση εφόσον είναι εφτά χρόνια μαζί. Παραδέχθηκε ακόμα ότι γνώριζαν τι θα έλεγε ο καθένας στη μαρτυρία του. Παραδέχθηκε ότι ο αστυνομικός που του πήρε κατάθεση τον είχε ρωτήσει εάν θα έβαζαν 140, 150, 160 Χ.Α.Ω ότι έτρεχε ο κατηγορούμενος. Όμως δεν κρατούσε ραντάρ μπορεί και να πήγαινε και με 120,110 ή 100 Χ.Α.Ω. Τέλος ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους η μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση του οποίου σημειώθηκε ως Τεκ. 23 και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εμπειρογνωμνοσύνη του και η ιδιότητα του ως Ιατροδικαστής δεν αμφισβητήθηκαν. Σε αυτή αναφέρει ότι το θύμα δεν έφερε εξωτερικές κακώσεις. Στις παρατηρήσεις του αναφέρει σε σχέση με την εσωτερική εξέταση του καρδιοαγγειαολογικού συστήματος ότι υπήρχε διαβολή θωρακικής αορτής στο ύψος του 8ου θωρακικού σπονδύλου, αιμοθώρακας. Σε σχέση δε με το σκελετικό και μυϊκό σύστημα αναφέρει πλήρη διατομή θωρακικής στήλης στο 8ο θωρακικό σπόνδυλο. Ως αιτία θανάτου καθορίζει την ¨ εσωτερική αιμορραγία ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα¨. Το πιο πιθανό όπως ανέφερε η διατομή της αορτής ήταν αποτέλεσμα της διατομής της θωρακικής στήλης στο ύψος του θώρακα και συγκεκριμένα στον 8ο θωρακικό σπόνδυλο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο θάνατος προκλήθηκε συνεπεία της διατομής της θωρακικής αορτής η οποία προκάλεσε αιμορραγία. Αν ήταν μόνο κάταγμα σπονδύλου θα μπορούσε να μην πέθαινε και να έμενε το θύμα παραπληγικός. Όταν κόπηκε ο σπόνδυλος το πιο πιθανό είναι ότι έκοψε τη θωρακική αορτή. Το τραύμα αυτό θα μπορούσε να συμβεί συνεπεία ενός τροχαίου ατυχήματος ή από πτώση από ύψος, μπορεί ακόμα να κοπεί και από ένα τράνταγμα. Το σίγουρο είναι ότι ένας τέτοιος τραυματισμός από μόνος του δεν μπορούσε να γίνει, αυτός οφειλόταν είτε σε τροχαίο ατύχημα είτε από πτώση από ύψος. Θα μπορούσαμε, είπε, να έχουμε μια διατομή από ένα τράνταγμα αλλά υπάρχει και η σπονδυλική στήλη που σημαίνει ότι κάτι βίαιο έγινε. Ο ίδιος δεν μπορούσε να ξέρει την ακριβή ώρα που επήλθε ο θάνατος. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι εάν υπήρχε πτώση πιθανόν να υπήρχαν και άλλες κακώσεις και θα υπήρχαν και αλλού κατάγματα. Δεν μπορούσε να είχε υποστεί βλάβη μόνο η σπονδυλική στήλη αλλά θα υπήρχαν και άλλα κατάγματα και ρήξη οργάνων. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση μόνο αυτά είχαν προκληθεί. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία εξέφρασε απλώς την εμπιστοσύνη του προς το Δικαστήριο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εκτενείς αλλά εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και σε παραπομπή σε νομολογία κάλεσαν η κάθε μια το Δικαστήριο να αποδεχθεί την δική της θέση. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παραδέχθηκε ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάζει δύο αδυναμίες. Η πρώτη, αφορά τη μη λήψη αμέσως κατάθεση από τους αυτόπτες μάρτυρες γεγονός που οδήγησε την εκ των υστέρων λήψη από αυτούς καταθέσεων με ό, τι επακολούθησε και η δεύτερη, ότι δεν έγινε επιστημονικός έλεγχος για εξεύρεση της ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος αμέσως πριν την σύγκρουση. Έχοντας όμως υπόψη την πραγματική μαρτυρία που υπάρχει δεν θα πρέπει να παρέμεινε αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι αυτός έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Αυτή καταδεικνύεται από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης και την εκτίναξη του αυτοκινήτου του θύματος σε απόσταση 44 μέτρων. Στοιχεία που συνδυαζόμενα και με την κοινή λογική δείχνουν ότι αυτός έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Από την άλλη, υπήρχε στα αριστερά του δρόμου χώρος διαφυγής του κατηγορούμενου, χώρο τον οποίο δεν χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος. Ο θάνατος προήλθε συνεπεία του δυστυχήματος και αυτό δεν σηκώνει αμφιβολία σύμφωνα με την μαρτυρία του ιατροδικαστή. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να δεχθεί ακόμα και τη μαρτυρία που προήλθε από τις καταθέσεις των Μ.Κ.2 και 3 σε σχέση με τη ταχύτητα που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος, καθώς ένα θανατηφόρο δυστύχημα δεν ξεχνιέται εύκολα και θα παραμένει στη μνήμη των αυτόπτων μαρτύρων για πάντα. Ο δεξιός δείκτης του οχήματος του θύματος φαίνεται από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήταν αναμμένος. Το ερώτημα που γεννιέται είναι πως δεν είχε προσέξει ο κατηγορούμενος την πρόθεση του θύματος και να σταματήσει έγκαιρα εάν δεν μπορούσε να περάσει από δίπλα του. Αυτό κατά την άποψη της Κατηγορούσας Αρχής οφειλόταν στο ότι ήταν απρόσεκτος σε τέτοιο βαθμό που στοιχειοθετείται το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Ο κ. Γ. Πιττάτζης ανήγαγε την οδική συμπεριφορά του εναγομένου σε απλή αμέλεια και αυτή βέβαια εάν συνέτρεχαν όλα τα στοιχεία της. Το όχημα του θύματος δεν εκτινάχθηκε σε απόσταση 44μ. αλλά λόγω της κατωφέρειας του δρόμου και ακολούθως της υψομετρικής διαφοράς του δρόμου από το χωράφι όπου κατέληξε το αυτοκίνητο του θύματος διάνυσε αυτή την απόσταση μετά τη σύγκρουση. Οι Μ.Κ.2 και 3 δεν πρέπει να γίνουν πιστευτοί από το Δικαστήριο καθώς φάνηκε ότι η εκτίμηση τους για την ταχύτητα που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος προερχόταν από υποβολή από τους αστυνομικούς. Κάκισε τη στάση της αστυνομίας να μη προβεί σε επιστημονική εκτίμηση της ταχύτητας του κατηγορουμένου με τόσα στοιχεία που είχε στη διάθεση της. Αντί τούτου προσπάθησαν να κατασκευάσουν μαρτυρία με τις καταθέσεις των Μ.Κ.2 και
  11. Παρέπεμψε σε νομολογία για το πως αντικρίζεται το ζήτημα της επικίνδυνης οδήγησης σε σχέση με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου αμέσως μόλις αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του θύματος ο οποίος φάνηκε ότι πάτησε βίαια τα φρένα του οχήματος του ευρισκόμενος κάτω από την αγωνία της στιγμής. Το εάν μπορούσε να διαφύγει από το παγκέττο ίσως είναι στοιχείο της αμέλειας το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί. Έκαμε επίσης αναφορά στη κατάθεση του ιατροδικαστή ο οποίος άφησε με τη μαρτυρία του αμφιβολίες για το πως προκλήθηκε ο θάνατος επισημαίνοντας ότι δεν είναι με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που θα κριθεί η υπόθεση αλλά με το βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε περαιτέρω λεπτομέρειες επί των εισηγήσεων των συνηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο είτε άμεσα είτε έμμεσα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την παράθεση των ευρημάτων μου, την νομική πτυχή και τα συμπεράσματα μου που θα ακολουθήσουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με προσοχή τους Μ.Κ. ενώ έδιναν την μαρτυρία τους και η αξιολόγηση μου βασίζεται στα όσα είδα και άκουσα κατά τη διάρκεια που οι ανωτέρω έδωσαν μαρτυρία ενώπιον μου έχοντας υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε εκ συμφώνου ενώπιον μου. Η αξιολόγηση μου γίνεται με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος που είχαν οι μάρτυρες στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. Καρεκλά ν. Κλεάνθους, 1 ΑΑΔ

(1997)σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη, 1 ΑΑΔ
(1997)σελ. 614). Ο Μ.Κ.1 που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος μου προκάλεσε καλή εντύπωση και όσα παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα ευρήματα του στη σκηνή και στο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε της σκηνής με όσα καταγράφονται επ΄αυτού. Επίσης στα υπόλοιπα στοιχεία τα οποία εξέτασε με επιμέλεια και τις παρατηρήσεις που έκαμε αναφορικά με τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα. Αποδέχομαι τα τεκμήρια 15 και 16 τα οποία είναι το πρόχειρο και το επί κλίμακας σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος ως πραγματική μαρτυρία. Για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων (βλ. Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 218). Εξαίρεση αποτελούν οι πορείες των ενεχομένων οχημάτων οι οποίες προέρχονται από συμπεράσματα των Μ.Κ. όπου δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες, (βλ. Κυριακίδου και άλλος v. Νικολάου 1 Α.Α.Δ.
(1993)σελ. 45). Με το σημείο συγκρούσεως (Χ) το οποίο υποστηρίζεται και από την πραγματική μαρτυρία, όπως την εξήγησε ο μάρτυρας συμφώνησε και ο κατηγορούμενος όπως και με τα ίχνη τροχοπέδησης και τις υπόλοιπες μετρήσεις που έγιναν. Εξάλλου αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Παρατηρώ ότι γενικά κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος υπήρξαν οι αδυναμίες ή παραλείψεις οι οποίες επισημάνθηκαν και από τις δύο πλευρές. Κατ΄αρχή ήταν αδικαιολόγητη η μη διερεύνηση του ενδεχομένου λήψης κατάθεσης εκ μέρους αυτών που παρουσιάστηκαν να είναι αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος. Η δικαιολογία που πρόβαλαν για να μη δώσουν κατάθεση θα έπρεπε να είχε διερευνηθεί, εάν πράγματι η λήψη κατάθεσης από αυτούς, εφόσον ήταν στρατιωτικοί, απαιτούσε την παρουσία στρατονομίας, θα έπρεπε αυτές να είχαν ληφθεί στην παρουσία στρατονομίας. Αν και κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι ισχύει, χωρίς να κρίνω ότι χρειάζεται μια σε βάθος διερεύνηση αυτού του θέματος εφόσον δεν άπτεται της ουσίας της υπόθεσης. Η εκ των υστέρων λήψη καταθέσεων από αυτούς παρουσίασε εγγενείς αδυναμίες αλλά και αυτές όπως τελικά τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία τους έχουν καταστεί τρωτές από κάθε άποψη. Σε αυτή τη μαρτυρία θα αναφερθώ όμως στη συνέχεια της απόφασης μου με λεπτομέρειες. Από την άλλη για ένα τόσο σοβαρό δυστύχημα που επέφερε τον άδικο θάνατο ενός προσώπου, θα έπρεπε εφόσον υπήρχαν πολλά στοιχεία στη διάθεση της αστυνομίας να την οδηγούσε στην αναζήτηση επιστημονικής μαρτυρίας για τον προσδιορισμό της ταχύτητας του οχήματος του κατηγορούμενου αμέσως πριν τη σύγκρουση. Τέτοια μαρτυρία η οποία θα ήταν πολύ υποβοηθητική στο Δικαστήριο δεν παρουσιάστηκε. Σίγουρα το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Μ.Κ.1 ότι δηλαδή έχοντας υπόψη τις ζημιές στο όχημα του κατηγορουμένου, αυτός ¨ θα έτρεχε με μια ¨Α¨ ταχύτητα¨ όπως ανέφερε, υπονοώντας μεγάλη ταχύτητα δεν μπορεί παρά να είναι μια υπόθεση και όχι προσδιοριστική του πόση τελικά ήταν αυτή η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου. Επομένως αυτό το σημείο παρέμεινε αδιευκρίνιστο έτσι που να μη μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα εκ μέρους του Δικαστηρίου, ακόμα και με βάσει τους κανόνες της λογικής, τους οποίους επικαλέστηκε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος θα ήταν αυθαίρετο έχοντας υπόψη επί πλέον ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα στο σημείο ήταν 80ΧΑΩ και ότι ο Μ.Κ.1 παραδέχθηκε ότι υπήρχε κάποια κατωφέρεια στο δρόμο. Επίσης η απόσταση στην οποία κατέληξε για να ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο του θύματος δεν μπορεί να είναι ενδεικτική για την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος, σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορουμένου, εφόσον φάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι υπήρχε κατωφέρεια στο δρόμο και επίσης υψομετρική διαφορά του δρόμου με το χωράφι όπου τελικά κατέληξε το όχημα του θύματος απόσταση που όπως την υπολόγισε ο Μ.Κ.1 ήταν 23.40μ. μετά τον εκτροχιασμό του. Η υπεράσπιση ουσιαστικά αμφισβητεί το βαθμό ευθύνης του κατηγορουμένου στην πρόκληση του δυστυχήματος και εάν αυτή ανάγεται στο βαθμό που απαιτεί το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται. Οι φωτογραφίες 1-20 του Τεκ. 7 δείχνουν επίσης παραστατικά τη σκηνή με τη δεξιά πάροδο, την ορατότητα που υπήρχε στο σημείο σε συνδυασμό βέβαια με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 τις ζημιές των ενεχομένων οχημάτων και τις τελικές τους θέσεις. Δίδουν στο Δικαστήριο μια οπτική εικόνα του χώρου όπου επισυνέβη το δυστύχημα. Πραγματική μαρτυρία είναι μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αντικειμενικό εύρημα που ενέχει αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτά των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενής αποκαλυπτική της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45, Σιάτης v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 551, Κακόψητος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. σελ. 200, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51) Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 267, Κυριάκου v. Δημητρίου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1362, Αφοί Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1388). Τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 3 θα την εξετάσω μαζί. Πρόκειται για στρατιωτικούς (Ε.Π.Υ.), οι οποίοι οδηγούσαν στρατιωτικά οχήματα στον ίδιο δρόμο από αντίθετη κατεύθυνση. Αυτοί παρουσιάστηκαν αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος αμέσως μόλις κατέφθασε η αστυνομία στη σκηνή. Στη συνέχεια αρνήθηκαν να δώσουν κατάθεση προφασιζόμενοι διαταγή του διοικητού τους. Μετά από πάροδο δύο και πλέον χρόνων, ύστερα από παράκληση του ενός από τα παιδιά του θύματος αποφασίζουν να δώσουν κατάθεση. Επισημαίνω πλην ελαχίστων διαφορών το ταυτόσημο των καταθέσεων αυτών. Τόσο ο ειρμός της σκέψης, η δομή της κατάθεσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είτε αυτοί είχαν απόλυτα συνεννοηθεί για το τι θα έλεγαν είτε ότι ο Μ.Κ.2 του οποίου η κατάθεση λήφθηκε μετά από αυτή του Μ.Κ.3, την ίδια ημέρα, είχε υπόψη του τι ακριβώς είπε ο Μ.Κ.3 στη δική του κατάθεση. Δεν απέκρυψαν και οι δύο ότι στο επίμαχο σημείο της κατάθεσης τους, όταν δηλαδή χαρακτήριζαν ή προσδιόριζαν ο μεν Μ.Κ. 2 την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου ως ¨ιλιγγιώδη¨ ο δε Μ.Κ.3 ως ¨πέραν των 140Χ.Α.Ω¨ ότι έτυχαν καθοδήγησης από τον αστυνομικό που τους πήρε τις καταθέσεις. Πέραν αυτού όμως ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση του, η οποία ομολογουμένως διεξήχθη σε ήπιους τόνους και με ευγενικό τρόπο, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος έχανε τα λόγια του, παλινδρομούσε, οι απαντήσεις του ήταν πολλές φορές χωρίς νόημα και ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε ειρμό σκέψης και λογική συνέχεια. Η αντεξέταση του Μ.Κ.3 από την άλλη περιορίστηκε σε όσο μέρος χρειαζόταν για να αποκαλυφθεί ότι αυτός μετά την κατάθεση του στην αστυνομία αναζήτησε τον κατηγορούμενο μετανοιωμένος για την κατάθεση που έδωσε. Ότι υπήρξε και γι΄αυτόν καθοδήγηση ως προς τον τρόπο που θα περιέγραφε την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το τι προηγήθηκε όπως αποκαλύφθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους, ότι δηλαδή είχαν αποταθεί στον ίδιο τον κατηγορούμενο και ακολούθως μετέβησαν και στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων Υπεράσπισης για να δώσουν κάποιες εξηγήσεις για τις καταθέσεις τους, χωρίς βεβαίως όπως άρμοζε στην περίπτωση, να βρουν ιδιαίτερη ανταπόκριση, καθιστά την μαρτυρία του ολωσδιόλου αναξιόπιστη την οποία και θα παραγνωρίσω. Τέλος ο Μ.Κ.4 Ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους μου προκάλεσε καλή εντύπωση και οι διαπιστώσεις του ότι ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε από βίαιο κτύπημα καθόλου δεν ανατράπηκαν κατά την αντεξέταση του και ούτε αφήνουν αμφιβολίες στο Δικαστήριο ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του θύματος οφειλόταν από τη βίαιη πρόσκρουση του οχήματος του κατηγορουμένου στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του το οποίο στη συνέχεια διάνυσε την απόσταση των 44μ. για να ακινητοποιηθεί εκτροχιαζόμενο σε παρακείμενο χωράφι. Το σίγουρο όπως εμφαντικά ανέφερε είναι ότι ένας τέτοιος τραυματισμός από μόνος του δεν μπορούσε να γίνει, αυτός οφειλόταν είτε σε τροχαίο ατύχημα είτε από πτώση από ύψος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου τόσο δια ζώσης, της πραγματικής μαρτυρίας και του περιεχομένου των εκ συμφώνου κατατεθέντων ως τεκμηρίων καταθέσεων και εκθέσεων βρίσκω ότι τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Την 13.10.2004 και περί ώρα 12:30 στο δρόμο Φρενάρους με κατεύθυνση προς τις Βρυσούλες έγινε δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα το σαλούν όχημα με αριθμό εγγραφής ΒΑΗ 081 μάρκας NISSAN PATROL που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο προσέκρουσε στο σταθμευμένο στην ίδια με αυτό πορεία όχημα με αριθμό εγγραφής QN 953 μάρκας ISUZU PICK - UP (μονοκάμπινο) στο οποίο επέβαινε το θύμα Ανδρέας Πίγγος από το Φρέναρος προσδεμένος με τη ζώνη ασφάλειας του και το οποίο είχε πρόθεση να στρίψει σε χωματόδρομο δεξιά ως προς την πορεία τους και προς τούτο είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξί πισινό δείκτη του οχήματος του ότι θα έστριβε δεξιά και αναμένοντας όμως πρώτα τη διέλευση δύο στρατιωτικών οχημάτων τα οποία κατευθύνονταν από την αντίθετη κατεύθυνση από τις Βρυσούλες προς το Φρέναρος. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν το όχημα του θύματος να εκτιναχθεί και να ακινητοποιηθεί σε απόσταση 44μ. από το σημείο συγκρούσεως. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος εφόσον αυτή ήταν η διαπίστωση όσων αμέσως μετά τη σύγκρουση προσέτρεξαν προς βοήθεια του. Το θύμα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του και την επόμενη μετά από αναγνώριση της σορού από ένα από τα παιδιά του θύματος, έγινε επί της σορού του νεκροψία από τον Ιατροδικαστή Σ. Σοφοκλέους ο οποίος ως αιτία θανάτου προσδιορίζει την εσωτερική αιμορραγία η οποία προκλήθηκε από κτύπημα το οποίο επέφερε πλήρη διατομή θωρακικής στήλης στον 8ο θωρακικό σπόνδυλο η οποία με τη σειρά της προκάλεσε διαβολή θωρακικής αορτής στο ύψος του 8ου θωρακικού σπονδύλου, αιμοθώρακα. Βρίσκω ότι ο θανάσιμος τραυματισμός προκλήθηκε συνεπεία της σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου με το όχημα του θύματος και ό, τι επακολούθησε αυτής. Ευρήματα μου επίσης καθίστανται τα ακόλουθα: Ο δρόμος ήταν άσφαλτος, καλής επιφάνειας και ευθύς, διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 6.70μ. και διαχωριζόταν από μια άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Βρίσκεται εκτός κατοικημένης περιοχής και το όριο ταχύτητας ήταν 80 Χ.Α.Ω. Το δυστύχημα προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που προσδιορίζεται με το γράμμα Χ στο σχεδιαγράφημα και αυτό προσδιορίστηκε καθώς εκεί έσπαζε η συνοχή του αριστερού ίχνους τροχοπέδησης του οχήματος ΒΑΗ 081 το οποίο συνεχίστηκε στη συνέχεια μέχρι την ακινητοποίηση του οχήματος. Βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 22 μέτρων του οχήματος ΒΑΗ 081 τα οποία φαίνονται στο σχέδιο με το γράμμα Α1. Το όχημα του κατηγορουμένου που είχε κυβισμό μηχανής 4169 κ.ε. υπέστη τις πιο κάτω ζημιές: Βούλωσαν ο μπροστινός προφυλακτήρας, το μπροστινό καπό και έσπασαν η γρίλια και τα μπροστινά φανάρια. Επίσης στράβωσε το μπροστινό αριστερό φτερό. Ο κυβισμός της μηχανής του οχήματος του θύματος ήταν 2238 κ.ε. το οποίο υπέστη τις πιο κάτω ζημιές: Βούλωσαν ο πισινός προφυλακτήρας και το πισινό μέρος του οχήματος. Επίσης έσπασαν τα πισινά αριστερά φανάρια. Την ίδια ημέρα αφαίρεσε τις τέσσερις πισινές λάμπες του εν λόγω οχήματος για να σταλούν για εξετάσεις τις οποίες παρέδωσε αργότερα σε συνάδελφο του για να τις μεταφέρει για εξέταση στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Αργότερα του τις είχε παραδώσει άλλος συνάδελφος του και τις φύλαξε ως τεκμήρια. Τα τέσσερα ελαστικά των οχημάτων ήταν σε άριστη κατάσταση, το σύστημα πέδησης ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση ως επίσης και η στάθμη του υγρού των φρένων ήταν κανονική και το σύστημα διεύθυνσης ανταποκρινόταν πλήρως. Το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας των δύο ενεχομένων οχημάτων ήταν 3.35μ. και υπήρχε στα αριστερά ασφάλτινο παγκέττο πλάτους 1.20μ. Το μήκος του οχήματος του κατηγορουμένου ήταν 4.70μ. και το πλάτος του 1.70μ. του δε θύματος το μήκος 4.80μ. και το πλάτος 1.60μ. Το όχημα του θύματος ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 44μ. από το σημείο συγκρούσεως το πίσω του μέρος και η απόσταση από το σημείο όπου εκτροχιάστηκε στο χωράφι ήταν 23.40μ. Για την ύπαρξη της παρόδου δεν υπήρχε ταμπέλα στην κατεύθυνση που έβαιναν τα ενεχόμενα οχήματα. Υπήρχε ορατότητα στο σημείο πέραν των 150 μέτρων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κατηγορίας με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος στηρίζεται στο Άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 111/1989 και προνοεί τα ακόλουθα: ''Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος ...'' Σύμφωνα λοιπόν με το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου οι έννοιες της αλόγιστης, της απερίσκεπτης και της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς έχουν τεθεί διαζευκτικά. Δεν απαιτείται δηλαδή να συνυπάρχουν και το αδίκημα συντελείται με την απόδειξη είτε της αλόγιστης ή της απερίσκεπτης ή της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας,
(1997)2 Α.Α.Δ. σελ. 409). Εφόσον στο νόμο δεν υπάρχουν ερμηνευτικές διατάξεις για το τι αποτελούν οι έννοιες της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς αντλείται καθοδήγηση για την ερμηνεία τους από τη νομολογία. Η νομολογία που αναφέρεται στο Άρθρο 210 πριν από τη τροποποίηση του είναι δεσμευτική στην έκταση που χρησιμοποιείται η ίδια φρασεολογία και ισχύουν τα ίδια συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να δοθεί στις λέξεις ''αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη'' η συνήθης τους ερμηνεία. Στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του 1998 του Γ. Μπαμπινιώτη η λέξη αλόγιστος ερμηνεύεται ''(για ενέργεια ή κατάσταση) που δεν στηρίζεται στη λογική, που ξεπερνά το μέτρο, που αγγίζει τα όρια της υπερβολής ή του παραλογισμού και δίνει ως συνώνυμα τις λέξεις παράλογος, αδικαιολόγητος και άμετρος''. Η λέξη απερίσκεπτος ερμηνεύεται ως ''αυτός που έχει γίνει χωρίς περίσκεψη, αυτός που ενεργεί χωρίς σκέψη. Δίνει ως συνώνυμα τις λέξεις άμυαλος, επιπόλαιος ασύνετος''. Η λέξη επικίνδυνος ερμηνεύεται ως ''αυτός που εγκυμονεί κινδύνους, που χαρακτηρίζεται από κίνδυνο. Αυτός που μπορεί να βλάψει άλλους''. Σύμφωνα με την απόφαση Γαβαλάς v. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 114 η τροποποίηση του Άρθρου 210 φαίνεται να επέφερε διαφοροποίηση στο βαθμό αμέλειας που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα αυτό. Ό, τι είναι που απαιτείται σύμφωνα με τη νομολογία για να αποδειχθεί το αδίκημα είναι η αναγκαία πράξη (αctus reus) και όχι η ένοχη σκέψη (mens rea). Σε ότι αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (γίνεται ακόμα παραπομπή στη R v. Galdwell
(1981)1 All E.R. 961). Aπαιτείται ακόμα απόδειξη κάποιας παράλειψης ή σφάλματος εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R 502 και Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233). Στη πιο πάνω απόφαση λέχθηκε ακόμα ότι το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο, αλλά χρειάζεται η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας που υποδηλώνει ότι ο οδηγός έπεσε από το επίπεδο του ικανού και έμπειρου οδηγού έστω και στιγμιαία. Το σφάλμα υπό αυτή την έννοια, έστω και εάν είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και εάν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα, δεν χρειάζεται να είναι η μοναδική αιτία της επικίνδυνης κατάστασης αλλά απλά μια αιτία. Το σφάλμα πολύ συχνά αποδεικνύεται με επάρκεια ως απορρέον γεγονός από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην απόφαση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 115 λέχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα. Ούτε η διαφορά μεταξύ των δύο αφορά τον βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Δεν δικαιολογείται όμως η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατά αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμαι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην υπόθεση Baner v. Williams
(1956)54 LGR 197 αποφασίστηκε ότι η οδήγηση μοτοσικλέτας σε κατοικημένη περιοχή με πυκνή τροχαία κίνηση με ταχύτητα 64 ΜΑΩ συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην υπόθεση Squire v. Metropolitan Police Commissioner
(1957)Cr. L.R. 817 επικίνδυνη οδήγηση θεωρήθηκε η ενέργεια οδηγού να προσπεράσει δύο λωρίδες οχημάτων όταν από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόντουσαν άλλα οχήματα. Σε ότι αφορά την απερίσκεπτη πράξη στη βασική αγγλική υπόθεση R v. Lawrence (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Η πιο πάνω απόφαση επιβεβαιώθηκε από τη μεταγενέστερη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R v. Reid
(1992)3 All E.R. 673 στις οποίες γίνεται αναφορά στην πρόσφατη απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας v. Χρισοστόμου (Αρ. 1)
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 473 όπου στη σελ. 478 αναφέρονται τα ακόλουθα: ''Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από τον μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση. Ακολούθως παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Diplock στη σελ. 982: '' In my view, an appropriate instruction to the jury on what is meant by driving recklessly would be that they must be satisfied of two things: first, that the defendant was in fact driving the vehicle in such a manner as to create an obvious and serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property; and second, that in driving in that manner the defendant did so without having given any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognized that there was some risk involved, had none the less gone on to take it. It is for the jury to decide whether the risk created by the manner in which the vehicle was being driven was both obvious and serious and, in deciding this, they may apply the standard of the ordinary prudent motorist as represented by themselves. If satisfied that an obvious and serious risk was created by the manner of the defendant's driving, the jury are entitled to infer that he was in one or other of the states of mind required to constitute the offence and will probably do so; but regard must be given to any explanation he gives as to his state of mind which may displace the inference.'' Και όπως παρατίθεται η μετάφραση: '' Κατά τη γνώμη μου, μια κατάλληλη οδηγία προς τους ενόρκους αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να ικανοποιεί δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ΄αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός και, κατά την απόφαση αυτή, οι ένορκοι μπορούν να χρησιμοποιούν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον προσωποποιούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα και πιθανόν αυτό θα κάμουν, πρέπει όμως να εξετάζεται οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα.'' Στην υπόθεση R. v. Reid
(1992)3 All E.R. p. 673 στις σελίδες 694 -695 αναφέρθησαν τα κατωτέρω: '' In its ordinary or dictionary meaning the word '' reckless'' includes concept of heedlessness of risk (non - advertence). I can see no reason for giving the word a more limited meaning in the Act. On the contrary, in my judgment there are clear reasons why a defendant who drives a car not merely carelessly but dangerously and without regard to the risk of what he is doing should be held to be reckless. A motor car is lethal object, capable of inflicting death or serious injury at all times when it is in motion. Whether or not it does so is dependant upon the conduct of the driver throughout the time he is driving. The duty to take care (i.e. to avoid risk) is part of the obligations of any driver. If he drives in a way that in fact involves an obvious and serious risk and gives no though to the matter of risk or to the circumstances which make such risk apparent hi is in gross breach of those duties. The requirement of mens rea in such a case is satisfied, not because the reasonable man would have addressed his mind to the risk and would not have run it, but because for the defendant to drive in that manner without regard to the risk of causing serious damage is a reckless act, i.e. he is driving recklessly''. Σε ελεύθερη μετάφραση: '' Κατά τη συνήθη ή γραμματική της έννοια η λέξη ''απερίσκεπτη'' συμπεριλαμβάνει και το απρόσεκτο σε κίνδυνο (άθελο). Δεν βλέπω κανένα λόγο να αποδοθεί στη λέξη πιο περιοριστική ερμηνεία στο Νόμο. Τουναντίον, κατά την δική μου κρίση υπάρχουν σαφείς λόγοι γιατί ένας κατηγορούμενος που οδηγά ένα αυτοκίνητο όχι απλώς απρόσεκτα αλλά και επικίνδυνα, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο που εμπεριέχει η πράξη του, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί απερίσκεπτα. Ένα μηχανοκίνητο όχημα είναι θανάσιμο όργανο, ικανό να προκαλέσει θάνατο ή σοβαρά τραύματα καθ' όλη τη διάρκεια που οδηγά. Το καθήκον επιμέλειας (δηλαδή να αποφεύγεται ο κίνδυνος) αποτελεί μέρος των καθηκόντων οποιουδήποτε οδηγού. Εάν οδηγά κατά τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο, σε παραγνώριση του κινδύνου ή των περιστάσεων που καθιστούν τον κίνδυνο εμφανή, τότε παραβιάζει σε μεγάλο βαθμό αυτά τα καθήκοντα. Η απαιτούμενη πρόθεση σε τέτοια περίπτωση ικανοποιείται, όχι διότι ο συνετός άνθρωπος θα αναγνώριζε τον κίνδυνο και δεν θα διακινδύνευε, αλλά διότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να οδηγήσει με τέτοιο τρόπο, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής ζημιάς αποτελεί απερίσκεπτη πράξη, δηλαδή οδηγά απερίσκεπτα.'' Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι και η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος από πρόσωπο. Εν προκειμένω υπήρξε μαρτυρία από τον Μ. Κ. 1 όπως και η κατάθεση του Αδάμου Καούλλα (Τεκ. 18) οι οποίοι βρήκαν στη σκηνή αμέσως μετά το δυστύχημα τον κατηγορούμενο ο οποίος οδηγούσε το ιδιόκτητο αυτοκίνητο του το οποίο περιγράφω πιο πάνω και ο οποίος παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που οδηγούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο (βλ. επίσης τη δική του κατάθεση (Τεκ. 9). Δεν υπήρξε εξάλλου καμιά αμφισβήτηση σε ότι αφορά τα πιο πάνω και κατά συνέπεια αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά και παραδεκτά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, βρίσκω ότι η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου εμπίπτει στην έννοια του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, της αλόγιστης ή επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς, αφού ο κατηγορούμενος χωρίς κανένα λόγο εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο στο δρόμο ή παρουσιάστηκε ξαφνικά οτιδήποτε το απρόσμενο εμπόδιο, το οποίο να του στερούσε τη δυνατότητα να δει ενώ είχε πέραν των 150μ. ορατότητα ότι το θύμα είχε σταματήσει, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου έβαιναν και οι δύο, αναμένοντας να περάσουν τα εξ αντιθέτου προερχόμενα στρατιωτικά οχήματα για να μπορέσει στη συνέχεια να στρίψει στην δεξιά πάροδο, την πρόθεση του δε αυτή την έκαμε γνωστή θέτοντας σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη του οχήματος του. Εντούτοις, ο κατηγορούμενος και ενώ είχε τη δυνατότητα να λάβει έγκαιρα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης δεν το έκαμε. Στην ίδια την κατάθεση του αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής στη σελ. 2: ¨ ... Όπως επίεννα μετά από μια αριστερή στροφή είδα ότι μπροστά μου και σε απόσταση 50-60 μέτρα επίεννεν έναν μονοκάμποινο αυτοκίνητο με την ίδια κατεύθυνση δηλαδή προς Βρυσούλλες. Την στιγμή εκείνη εγώ είχα την εντύπωση ότι το αυτοκίνητο τούτο θα πήγαινε προς τις Βρυσούλλες. Προχωρώντας στην πορεία μου αντελήφθηκα ότι το προπορευόμενο μονοκάμπινο αυτοκίνητο σταμάτησε για να δώσει προτεραιότητα σε 2 ή 3 αυτοκίνητα της Εθνικής Φρουράς που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Την στιγμή που το μονοκάμπινο εσταμάτησε εγώ δεν είδα να έχει στοπ λάιτ αναμμένα ή τραφικέϊτορ. Υπολόγισα ότι θα ήθελε να στρίψει δεξιά το μονοκάμπινο τζαί επερίμενε να περάσουν τα αυτοκίνητα της Εθνικής Φρουράς τα οποία επεράσαν από δίπλα μας τζαι επηγαίναν προς Φρέναρος. Την στιγμή εκείνη αντιλήφθηκα τον κίνδυνον και πάτησα βίαια τα στόπερ του αυτοκινήτου μου για να αποφύγω τη σύγκρουση με το μονοκάμπινο¨. Όλα αυτά ενώ είχε ορατότητα να δει το προπορευόμενο του όχημα, όχι από απόσταση 50 - 60 μέτρων αλλά πέραν των 150 μέτρων και ενώ είχε τη δυνατότητα έχοντας υπόψη το πλάτος του οχήματος του αλλά και αυτό του θύματος αλλά και το σημείο όπου συνέβη η σύγκρουση τους, που όπως εμφαίνεται επί του σχεδιαγραφήματος έλαβε χώρα προς την δεξιά πλευρά της λωρίδας τους η οποία είχε πλάτος 3.35μ., να διαφύγει από τα αριστερά χρησιμοποιώντας και το ασφάλτινο παγκέττο. Όλα τα πιο πάνω δεν τα έκαμε ο κατηγορούμενος και απλώς όταν πλησίασε το όχημα του θύματος πάτησε απότομα τα φρένα του δικού του οχήματος χωρίς όμως να αποφύγει την βίαιη κατά τα άλλα σύγκρουση. Το ότι ήταν βίαιη η σύγκρουση αυτό μπορεί να συναχθεί εύκολα ως συμπέρασμα από τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα αλλά και την μετακίνηση του οχήματος του θύματος προς τα μπροστά. Τα πιο πάνω συνιστούν λανθασμένες ενέργειες ή παραλείψεις εκ μέρους του κατηγορουμένου που υποδηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος - οδηγός έπεσε από το επίπεδο του ικανού και έμπειρου οδηγού, έστω και στιγμιαία. Το σφάλμα αυτό όμως υπήρξε αρκετό για να προκληθεί η σύγκρουση. Το σφάλμα δεν χρειαζόταν να ήταν η μοναδική αιτία της επικίνδυνης κατάστασης αλλά απλά μια αιτία. Αυτό το σφάλμα έχει αποδειχθεί με βάσει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος είχε καθήκον να χρησιμοποιεί κατά τέτοιο τρόπο το δρόμο ούτως ώστε να απέκλειε το ενδεχόμενο πρόκλησης δυστυχήματος, λαμβάνοντας προφυλακτικά μέτρα, όπως η τήρηση ικανής απόστασης από το προπορευόμενο όχημα, δραστική ελάττωση της ταχύτητας του και ακόμα η πλήρης και έγκαιρη ακινητοποίηση του οχήματος του όταν αντιλήφθηκε ότι το προπορευόμενο του όχημα είχε σταματήσει εντός της λωρίδας τους αφού είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Υπήρχε προς τούτο μεγάλη ορατότητα στο σημείο, ο δρόμος ήταν σε καλή κατάσταση, υπήρχε φως της ημέρας και η μηχανική κατάσταση και συντήρηση του οχήματος του δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Θα μπορούσε ακόμα να πετύχει την διέλευση του από το αριστερό άκρο του δρόμου ως προς τη πορεία του με την ταυτόχρονη ελάττωση της ταχύτητας του ενόψει της παρουσίας του οχήματος του θύματος με τον δείκτη του μάλιστα αναμμένο, όπως είναι το εύρημα μου, κάμνοντας εμφανή την πρόθεση του ότι θα έστριβε δεξιά. Θα έλεγα ότι ένας στοιχειωδώς ικανός οδηγός, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ένα απλούστατο ελιγμό, εφόσον πλησιάζοντας το σταθμευμένο όχημα χρησιμοποιούσε τέτοια ταχύτητα την οποία επέβαλλαν οι περιστάσεις. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος και συνεπεία αυτού ο θάνατος του Ανδρέα Πίγγου τέως από το Φρέναρος οφειλόταν στην οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την 1η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην οποία και τον κρίνω ένοχο. (Υπ.) ............................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.