Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλη Μαχάττου, Αρ. Υπόθεσης: 4723/06, 8 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4723/06 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου v. Μιχάλη Μαχάττου Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου μαζί με την κα Πίτσιλλου Για Κατηγορούμενο: κ. Κιτρομιλίδης μαζί με τον κ. Ρασπόπουλο Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής μηχανής παιγνιδιού απαγορευμένου τύπου κατά παράβαση των άρθρων 2, 5(α) και 15
(2)του περί Μηχανών Παιγνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου αρ. 32
(1)/96 και ΚΔΠ 123/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος την στις 5.12.05 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου κατείχε μία μηχανή παιγνιδιού η οποία απαγορεύεται δηλαδή μηχανή που ετίθετο σε λειτουργία με χαρτονομίσματα και όχι με κέρματα του Κυπριακού Νομισματικού Συστήματος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων με την εξ συμφώνου κατάθεση όλου του μαρτυρικού υλικού που είχε στη διάθεση της, σε σχέση δε με τις καταθέσεις δηλώθηκε ότι αυτές κατατέθηκαν για να ληφθούν υπόψη και για το αληθές του περιεχομένου τους. Η Γ/Αστ. 324 Μ. Στυλιώτη του αστυνομικού σταθμού Παραλιμνίου στην κατάθεση της (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι την 5.12.05 ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης παράνομης κατοχής μηχανής τυχερού παιγνιδιού. Την ίδια ημέρα είχε παραλάβει από τον Αστ. 2927 Μ. Χ΄ Κωστή του ΟΠΕ Αμμοχώστου και τα φύλαξε σαν τεκμήρια τα ακόλουθα αντικείμενα: 1) Μια οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας Proview, 2) ένα πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή μάρκας Microsoft SN 6968200269983, 3) ένα πύργο (κουτί) ηλεκτρονικού υπολογιστή άγνωστης μάρκας και αριθμού και 4) ένα ξύλινο τραπεζάκι τα οποία είχαν κατασχεθεί από το πρακτορείο στοιχημάτων Royal στο Παραλίμνι, το οποίο είναι ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Στις 8.12.05 ο Χάρης Ορφανίδης στην παρουσία της άνοιξε το ξύλινο τραπεζάκι το οποίο είχε δέκτη χαρτονομισμάτων και διαπιστώθηκε ότι σε αυτό υπήρχε το χρηματικό ποσό των £178 σε χαρτονομίσματα των Λ.Κ.£20,£10,£5,και £
- Στις 9.06.06 ο Αστ. 757 Α. Πέτρου εξέτασε τα πιο πάνω τεκμήρια και διαπίστωσε ότι πρόκειται για μηχανή η οποία αφού τροφοδοτηθεί με 240VAC τίθεται σε λειτουργία η οποία όμως παρουσιάζει εικονίδια τα οποία δεν αφορούν τυχερά παιχνίδια όπως φαινόταν εκ πρώτης όψεως. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι κάτοχος άδειας λειτουργίας μηχανής παιγνιδιού και ούτε διέθετε πιστοποιητικό εγγραφής για την πιο πάνω μηχανή τα οποία εκδίδονται από τον Έπαρχο. Όταν στις 31.07.06 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για την εκ μέρους του διάπραξη του αδικήματος αυτός απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Ο Αστ. 2927 Χ΄ Κωστής στη δική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι ήταν αυτός που μαζί με συναδέλφους του, μετά από πληροφορίες, είχαν διενεργήσει την έρευνα στο υποστατικό του κατηγορούμενου, το πρακτορείο στοιχημάτων με την ονομασία ROYAL στο Παραλίμνι στη παρουσία του ιδιοκτήτη, όπου και εντόπισαν μία μηχανή τυχερού παιγνιδιού, όπως την ονομάζει στην κατάθεση του, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται και όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τη διάπραξη του αδικήματος και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Μα ενόμιζα δικαιούνται γιατί είναι Internet». Περιγράφει στη συνέχεια ότι πρόκειται για ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή ο οποίος πλαισιώνεται με ξύλινο κάλυμμα και ο οποίος έχει υποδοχή για χαρτονομίσματα, μία οθόνη, ένα πληκτρολόγιο και ένα ¨mouse¨ ποντίκι. Κατά την είσοδο τους στο υποστατικό η μηχανή δεν ήταν σε λειτουργία αλλά βρισκόταν τοποθετημένη σε πρίζα. Παρέλαβε την εν λόγω μηχανή την οποία παρέδωσε αργότερα στον αστυνομικό σταθμό για περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Ο Αστ. 757 Α. Πέτρου του Κλάδου Τηλεπικοινωνιών του Αρχηγείου της Αστυνομίας στη δική του κατάθεση (Τεκμήριο 3) αναφέρει ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η εξέταση μηχανών τυχερού παιγνιδιού. Περιγράφοντας τα υπό αναφορά τεκμήρια που κατασχέθηκαν από το υποστατικό του κατηγορούμενου, το οποίο εξέτασε στις 9.06.2006 αναφέρει ότι πρόκειται για ένα ξύλινο γραφείο το οποίο περιέχει ένα πύργο ηλεκτρονικού υπολογιστή, μία οθόνη, ένα ποντίκι, ένα πληκτρολόγιο και ένα δέκτη χαρτονομισμάτων. Τα πιο πάνω τα σύνδεσε μεταξύ τους και τα τροφοδότησε με 240 VAC και αμέσως τέθηκαν σε λειτουργία. Στην οθόνη εμφανίστηκαν διάφορα εικονίδια, αλλά κανένα δεν περιείχε οποιοδήποτε πρόγραμμα που αφορά τυχερά παιγνίδια. Για την περαιτέρω εξέταση των τεκμηρίων απαιτείται ειδικό βύσμα USB το οποίο όμως δεν ήταν διαθέσιμο και ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η εξέταση των εν λόγω τεκμηρίων σε βάθος. Ως τεκμήριο 4 κατατέθηκε η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου ο οποίος δεν έδωσε καμία απάντηση. Ως τεκμήρια 5 και 6 κατατέθηκαν αποδείξεις παραλαβής τεκμηρίων. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Κιτρομιλίδης εισηγήθηκε ότι ο πελάτης του θα πρέπει να απαλλαχθεί από αυτό το στάδιο από την κατηγορία καθότι, η Κατηγορούσα Αρχή σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε, δεν έχει αποδείξει ότι πράγματι η μηχανή για την οποία κατηγορεί τον κατηγορούμενο είναι μηχανή παιγνιδιού όπως αυτή προσδιορίζεται στο Νόμο και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία για το πως την αντιλήφθησαν ή περιγράφουν οι μάρτυρες. Αλλά ακόμα και αυτή η μαρτυρία του Αστ. Α. Πέτρου (Τεκ. 3), η οποία παρουσιάστηκε ως μαρτυρία προερχόμενη από ειδικό, δεν βοηθά την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Πέραν αυτού ανέφερε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία και πάλι της Κατηγορούσας Αρχής η εν λόγω μηχανή δεν ήταν σε λειτουργία και η κατοχή της δεν θεωρείται παράνομη και ο Νόμος που θεωρεί την κατοχή μιας τέτοιας μηχανής ως παράνομης έχει κριθεί ήδη ως αντισυνταγματικός, όπως είναι και θέση της Υπεράσπισης. Παρέπεμψε σε σχετικές αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων καθώς και του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς κατάδειξη του ισχυρισμού του. Από την άλλη ο κ. Παπανικολάου ανέφερε ότι σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία δηλώθηκαν και ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία ως τέτοια δεσμεύουν όλες τις πλευρές και αποτελούν αναμφισβήτητα γεγονότα, αποδεικνύουν, κατά την άποψη του, ότι τα κατασχεθέντα τεκμήρια συνιστούν μηχανή παιγνιδιού. Αυτό καταδεικνύεται εξάλλου και από την ανεύρεση του χρηματικού ποσού σε χαρτονομίσματα, έτσι που η εν λόγω μηχανή εμπίπτει στην έννοια που της αποδίδεται στο νόμο. Με την εφαρμογή ενός ειδικού βύσματος USB μετατρέπεται σε τέτοια μηχανή της οποίας η χρησιμοποίηση απαγορεύεται, όμως επειδή οι κάτοχοι τέτοιων μηχανών γνωρίζουν την απενεργοποίηση της και την εξάλειψη όλων των ενοχοποιητικών στοιχείων με την διακοπή της τροφοδοσίας της με ηλεκτρικό ρεύμα, οδηγεί στην αδυναμία των διωκτικών αρχών να πατάξει το φαινόμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. ΝΟΜΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Σημασία για την παρούσα υπόθεση έχει ο πιο κάτω ερμηνευτικός ορισμός της ¨μηχανής παιχνιδιού¨ ο οποίος δίδεται στο Άρθρο 2 του περί Μηχανών Παιχνιδιού και Μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμο Ν. 32
(1)/1996. ¨Μηχανή παιχνιδιού¨ σημαίνει - (α) οποιαδήποτε μηχανή που αποσκοπεί στην παροχή απλής ψυχαγωγίας στο πρόσωπο που τη λειτουργεί ή τη χειρίζεται ή την χρησιμοποιεί χωρίς χρηματικό κέρδος ή άλλο αντάλλαγμα και της οποίας η λειτουργία, χειρισμός ή χρησιμοποίηση απαιτεί δυνατότητες άσκησης επιδεξιότητας από μέρους του προσώπου που τη λειτουργεί, χειρίζεται ή χρησιμοποιεί, και (β) οποιαδήποτε άλλη μηχανή που είναι ουσιαστικά της ίδιας φύσης ή απλή παραλλαγή της εν λόγω μηχανής. Το αδίκημα βασίζεται και στο Άρθρο 5(α) το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ¨Απαγορεύεται η κατοχή, χειρισμός ή λειτουργία μηχανής παιχνιδιού εκτός αν αυτή - (α) Τίθεται σε λειτουργία μόνο με κέρμα του Κυπριακού νομισματικού συστήματος, (β) ο αριθμός των παιχνιδιών που μπορεί να παραχωρήσει σε περίπτωση επιτυχίας δεν υπερβαίνει τον τριπλάσιο αριθμό των παιχνιδιών που παραχωρείται με την εισδοχή ενός κέρματος. Το Άρθρο 15, που αναφέρεται στην έκθεση του αδικήματος, κάνει πρόνοια για τα αδικήματα όπου στη παρ.2 προνοούνται τα πιο κάτω: Κάθε πρόσωπο που παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 4,5,6
(1)ΚΑΙ 7
(1)είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή, να διατάξει να κατασχεθούν οι μηχανές σε σχέση με τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί και αποφασθεί είναι το κατά πόσο τα τεκμήρια που βρέθηκαν και παραλήφθηκαν από το υποστατικό του κατηγορούμενου συνιστούν ¨μηχανή παιχνιδιού¨ στην έννοια του νόμου όπως αυτή δίδεται στο ερμηνευτικό Άρθρο
- Σίγουρα δεν μας απασχολεί στην παρούσα περίπτωση ¨μηχανή τυχερού παιχνιδιού¨ της οποίας ο ορισμός δίδεται στο Άρθρο 4 παρ.
- Η απάντηση είναι απλή. Προκύπτει από τη μαρτυρία που προέρχεται από τον Αστ. 757 Α. Πέτρου ο οποίος ενήργησε ως εμπειρογνώμονας της αστυνομίας. Η ονομασία την οποία έδωσαν σε αυτά τα τεκμήρια ως ¨μηχανή παιγνιδιού¨ τόσο ο πιο πάνω μάρτυρας όσο και άλλοι στις καταθέσεις τους δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον εάν είναι πράγματι μηχανή παιχνιδιού που εμπίπτει στην έννοια που της αποδίδει ο νόμος είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί από το δικαστήριο με βάσει την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν συμμερίζομαι την άποψη, την οποία εξέφρασε ο κ. Παπανικολάου κατά την αγόρευση του, ότι τάχα κάτι τέτοιο προκύπτει από τις καταθέσεις των οποίων το περιεχόμενο εγκρίθηκε από το δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα. Ως παραδεκτά γεγονότα σε σχέση με το θέμα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν τα όσα καταγράφονται στις καταθέσεις, σε σχέση όμως με την περιγραφή και την έννοια ή τον χαρακτηρισμό που απέδωσαν στα τεκμήρια οι αστυνομικοί στις καταθέσεις τους δεν παύουν παρά να συνιστούν απλά έκφραση άποψης ή αντίληψης για το πως οι ίδιοι τα εκλαμβάνουν. Αυτή η άποψη τους όμως θα πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο πλέγμα του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω ότι ούτε δηλώθηκε αλλά ούτε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια συνιστούν μηχανή παιχνιδιού στην έννοια του νόμου, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα έπρεπε ο κατηγορούμενος ταυτόχρονα να βρεθεί ένοχος δίχως άλλο. Εκείνο το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός είναι η άποψη των καταθετών και όχι ότι πράγματι τα εν λόγω τεκμήρια συνιστούν μηχανή παιχνιδιού στην έννοια του νόμου. Εδώ ακριβώς είναι που εστιάζεται η διαφορά με την Υπεράσπιση. Τι λέγει λοιπόν στην κατάθεση του ο κ. Πέτρου είναι αυτό που έχει σημασία για το υπό κρίση θέμα και όχι ο χαρακτηρισμός ή η ονομασία των τεκμηρίων ως ¨μηχανής παιχνιδιού¨. Παρέθεσα πιο πάνω αυτούσιο το απόσπασμα της κατάθεσης του Α. Πέτρου αναφορικά με τις διαπιστώσεις του όταν εξέτασε τα τεκμήρια που παρέλαβε η αστυνομία κατά την διεξαγωγή της έρευνας της στο υποστατικό του κατηγορούμενου. Αναφέρει ότι, έθεσε σε λειτουργία τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με την τροφοδότηση 240VAC και στην οθόνη εμφανίστηκαν διάφορα εικονίδια. Κανένα όμως από αυτά δεν περιείχε οποιοδήποτε πρόγραμμα που αφορά τυχερά παιχνίδια. Το τι απαιτείται για να εμφανιστούν τυχερά παιχνίδια, το αναφέρει στη συνέχεια της κατάθεσης του, χωρίς αυτή η συμπερασματική εκτίμηση του να ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Στην απουσία επομένως μαρτυρίας ότι υπήρχε ένα τέτοιο βύσμα USB όπως το ονομάζει ¨για μια σε βάθος εξέταση των τεκμηρίων¨, όπως περαιτέρω αναφέρει, κρίνω ότι η μαρτυρία παραμένει ατεκμηρίωτη καθώς δεν συμπληρώνει την όλη εικόνα αναφορικά με το κατά πόσο πράγματι η εν λόγω μηχανή συνιστά τέτοια όπως αυτή προσδιορίζεται στο νόμο. Η ανεύρεση των χαρτονομισμάτων μόνο συμπερασματικά θα μπορούσε και πάλι να οδηγήσει σε ευρήματα περί του είδους της μηχανής, εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την διεξαγωγή οποιουδήποτε παιχνιδιού. Τα χαρτονομίσματα βρέθηκαν στο ξύλινο κιβώτιο το οποίο ανοίχθηκε αργότερα από κάποιο Χάρη Ορφανίδη όταν αυτός άνοιξε το ξύλινο τραπεζάκι το οποίο είχε δέκτη χαρτονομισμάτων. Δεν υπάρχει άμεση και σαφής μαρτυρία πως αυτά τα χαρτονομίσματα βρέθηκαν στο εν λόγω τεκμήριο. Από την άλλη δεν φάνηκε από την μαρτυρία εάν η εν λόγω μηχανή διέθετε πρόγραμμα με παιχνίδια τα οποία θα παραχωρούνταν σε περίπτωση επιτυχίας πέραν του τριπλασίου αριθμού παιχνιδιών που παραχωρείται με την είσοδο ενός κέρματος όπως καθορίζει ο νόμος. Στην υπόθεση Ηλία v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 48) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Ενίοτε όμως, η εσωτερική συνειδησιακή λειτουργία του δικαστή δε συνάδει με την υποχρέωση που επιβάλλει το δίκαιο, την κρίση δηλαδή της υπόθεσης στη βάση μόνον των αποδεικτικών στοιχείων που υπάρχουν και προσκομίζονται σύμφωνα με τη δικονομία. Στην ποινική δίκη, όπως η περίπτωση που μας απασχολεί, η δικαστική βεβαιότητα ενοχής δημιουργείται μόνο όταν αυτή αποδεικτή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία που προσάγεται¨ Τα όσα ανέφερε ο κ. Παπανικολάου στη τελική του εισήγηση, τα οποία κατέγραψα πιο πάνω και συνιστούν τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί παρά να συνιστούν εικασίες οι οποίες ελλείψει σαφούς μαρτυρίας δεν μπορούν να οδηγήσουν ένα ποινικό δικαστήριο σε εξαγωγή συμπερασμάτων ενοχής. Στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη¨ Ακόμα στην υπόθεση Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα¨. Γίνεται δεκτό ότι απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, αυτό εξάγεται και είναι το αληθινό νόημα της υπόθεσης Attorney General v. Ibrahim
(1964)C.L.R. 195 (βλ. Ορφανίδης και άλλοι v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 168) . Στο ζήτημα όμως αυτό, της αντισυνταγματικότητας δηλαδή του νόμου σχετικά με την ποινικοποίηση της κατοχής της εν λόγω μηχανής, εφόσον η κατάληξη μου είναι η πιο πάνω, δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω περαιτέρω εφόσον όπως αναφέρεται στη Μιχαλάκης Κυπριανού
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 236 στη σελ. 242 ¨Το ίδιο το Άρθρο 144 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο, ορίζει ότι εξετάζονται, παρεμπιπτόντως, σε αστική ή ποινική διαδικασία, θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων, εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Πάγια είναι η πρακτική του δικαστηρίου να επιλαμβάνεται θεμάτων αντισυνταγματικότητας νόμου, μόνο όταν τούτο είναι απαραίτητο για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης¨ (βλ. επίσης Αίτηση Αρ. 2/2001 Alfa Concrete Limited κ.ά. v. Νεοκλή Θωμά, Ημερ. 11.05.2001). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει το αδίκημα εφόσον ελλείπει ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος, κατά πόσο δηλαδή τα τεκμήρια συνιστούσαν μηχανή παιχνιδιού στην έννοια του νόμου. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από αυτό το στάδιο. (Υπ.)............. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο