← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλης Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:4634/2006, 22 Ιουνίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μιχάλης Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:4634/2006, 22 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4634/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Μιχάλης Μιχαήλ Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Θ. Θωμά στην εκφώνηση της απόφασης η κα Παπαλεοντίου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για αδικήματα που αφορούν τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο Αρ. 119

(1)/2000 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Νόμο 212
(1)/
  1. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 3.07.2006 στο χωριό Ξυλοτύμπου της Επαρχίας Λάρνακας επιτέθηκε και κτύπησε τη σύζυγο του Θέκλα Παναγιώτου. Σύμφωνα με τη 2η κατηγορία, στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως στην 1η κατηγορία με τη συμπεριφορά του προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη με την άσκηση βίας εναντίον της συζύγου του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η παραπονούμενη πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου Θέκλα Παναγιώτου κατέθεσε ως Μ.Κ.
  2. Με τον κατηγορούμενο την ημέρα που έδιδε την κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκ. 1) τις πρώτες πρωινές ώρες της 4.07.2006 ήδη ζούσε για εννέα χρόνια, πέντε από αυτά αρραβωνιασμένοι και τέσσερα παντρεμένοι. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά. Την 3.07.2006 και περί ώρα 20:30 και ενώ αυτή σφουγγάριζε το σπίτι τους, είχε φτάσει εκεί ο σύζυγος της και μιλούσε σε κάποιον στο κινητό του. Τον είχε ακούσει να λέγει στο τηλέφωνο του να πάρει την αστυνομία σε δέκα λεπτά τηλέφωνο και να πει όσα είχαν από προηγουμένως εξηγηθεί. Η ίδια δεν είπε τίποτε και συνέχισε να σφουγγαρίζει. Όταν είχε πάει στη βεράντα για να ρίξει τα νερά τον ένοιωσε να την αρπάζει από τους ώμους, να τη γυρίζει προς το μέρος του και να αρχίζει να τη κτυπά με τα χέρια του δυνατά στο πρόσωπο του. Αυτή έβαλε μπροστά της τα χέρια της και τον ρωτούσε γιατί την κτυπούσε αφού δεν του είχε πει ο,τιδήποτε. Αυτός συνέχιζε να την κτυπά με τα χέρια του και να την αποκαλεί ¨παλιόρατσα¨ και ¨βρωμισμένη¨ απειλώντας την ταυτόχρονα ότι ¨θα την παίξει¨. Κατάφερε να του ξεφύγει, πήγε στο δωμάτιο της και με το κινητό της κάλεσε την αστυνομία. Πράγματι γυναίκα αστυνομικός που μετέβη στο μέρος την πήρε και την μετέφερε στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου εξετάστηκε από γιατρό και ακολούθως επέστρεψαν στον αστυνομικό σταθμό. Κατά την αντεξέταση της επέμενε ότι έτσι είχε γίνει το επεισόδιο και ότι της είχε δώσει 6 - 7 γροθιές στο πρόσωπο. Πολλές φορές την απειλούσε ακόμα και με όπλο όπως και ένα μήνα πριν δώσει την κατάθεση της, πράγμα που είχε αναφέρει στην αστυνομικό όταν της λάμβανε κατάθεση για το υπό εκδίκαση επεισόδιο αλλά δεν το κατέγραψε καθώς, όπως της είπε η αστυνομικός, δεν μπορούσε να σταθεί μια τέτοια κατηγορία όταν γίνεται με τόση καθυστέρηση. Στις 3.07.2006 δεν την είχε απειλήσει με όπλο. Δεν ήταν σίγουρη με ποιον μιλούσε ο κατηγορούμενος στο τηλέφωνο όταν τον άκουσε να λέγει τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της. Όταν της υποβλήθηκε ότι μιλούσε με τον Μιχάλη Αρέστη, αρχικά ανέφερε ότι δεν τον ήξερε αλλά στη συνέχεια όταν της δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες θυμήθηκε ότι επρόκειτο για φίλο του συζύγου της, το επίθετο του οποίου δεν γνώριζε και ούτε είχαν ιδιαίτερες οικογενειακές φιλίες παρόλο ότι έβγαινε με τον σύζυγο της. Τηλέφωνο στην αστυνομία είχε πάρει αμέσως μετά το επεισόδιο, δηλαδή λίγο μετά τις 20:
  3. Αρνήθηκε ότι είχε συμβεί πράγματι ένα επεισόδιο το επεισόδιο είχε γίνει στις 23:
  4. Κατά το επεισόδιο ο κατηγορούμενος της προκάλεσε γδάρσιμο στο χέρι της. Αρνήθηκε υποβολή ότι σκηνοθέτησε το επεισόδιο με σκοπό να διώξει από το σπίτι τους τον σύζυγο της. Επέμενε ότι χωρίς καμιά πρόκληση εκ μέρους της την κτύπησε. Παραδέχθηκε ότι το μόνο που του έλεγε ήταν να φύγει και αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο δωμάτιο του το βράδυ εκείνο και δεν συναντήθηκαν. Όταν κατέθετε ενώπιον του δικαστηρίου εκκρεμούσε ακόμα η διαδικασία της έκδοσης του διαζυγίου τους όπως και οι περιουσιακές τους διαφορές. Στην επανεξέταση της διευκρίνισε ότι τα σημάδια ήταν στο αριστερό της χέρι μεταξύ του καρπού και του αγκώνα. Η Γ/Αστ. 4587 Ε. Ψαρά ήταν η Μ.Κ.
  5. Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου. Στις 3.07.2006 και περί ώρα 23:00 μετά από πληροφορία σε σχέση με περιστατικό βίας στην οικογένεια μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης όπου και την παρέλαβε και την μετέφερε στον σταθμό. Η παραπονούμενη της κατάγγειλε ότι ενώ βρισκόταν στην οικία της και σφουγγάριζε της επιτέθηκε ο σύζυγος της κτυπώντας την με τα χέρια του στα χέρια και στο πρόσωπο και την εξύβριζε με τις λέξεις ¨παλιόρατσα¨ και ¨βρωμισμένη¨. Στη συνέχεια την μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό και ακολούθως στο σπίτι της. Ήταν η ίδια που πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 5.07.2006 (Τεκ. 3) και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκ. 4). Η ίδια μάρτυρας ανέφερε ότι όταν λήφθηκε η πληροφορία για το επεισόδιο βρισκόταν περιπολία πλησίον της οικίας της παραπονούμενης και έτσι σε μερικά μόνο λεπτά βρέθηκε στο σπίτι της παραπονούμενης. Δεν είχε αντιληφθεί κτυπήματα στο πρόσωπο της αλλά μόνο στον αριστερό αντιβραχίωνα. Δεν είχε δει τον κατηγορούμενο στο σπίτι της παραπονούμενης ούτε και τον αναζήτησε. Δεν είχε υπόψη της εάν η ίδια παραπονούμενη είχε κάμει και άλλη καταγγελία λίγες ημέρες πριν το επεισόδιο αυτό. Ο κατηγορούμενος με κάποιο Μιχάλη Αρέστη της είχε πάρει μαγνητοφωνημένη τη συνομιλία που είχε η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο και τα όσα είχαν καταγραφεί εκεί ήταν όπως τα έλεγε ο κατηγορούμενος. Η έκθεση κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου έγινε συνεπεία της καταγγελίας που έκαμνε η παραπονούμενη με την κατάθεση της. Ο χειρούργος ιατρός Νίκος Χριστοφόρου κατέθεσε ως Μ.Κ.
  6. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και είχε εξετάσει την παραπονούμενη και βρήκε ότι αυτή έφερε εκχυμώσεις στον αριστερό αντιβραχίωνα. Εξήγησε την έννοια της λέξης ¨εκχυμώσεις¨ ως οίδημα, καταστροφή μικροαγγείων, ότι βγαίνουν από το δέρμα χυμοί και υγρά λόγω της καταστροφής κυττάρων του δέρματος. Οι εκχυμώσεις βρίσκονταν μεταξύ του αγκώνα και του καρπού του αριστερού χεριού. Τέτοιος τραυματισμός μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε αιτία ακόμα και όταν αυτοτραυματιστεί κάποιος. Δεν ήταν όμως σε θέση να πει εάν το συγκεκριμένο τραύμα προήλθε από αυτοτραυματισμό. Είχε εξετάσει την παραπονούμενη στις 4.07.
  7. Δεν θυμόταν εάν η παραπονούμενη του είχε εκφράσει παράπονο ότι είχε κτυπηθεί στο πρόσωπο. Εάν είχε διαπιστώσει οτιδήποτε άλλο από την εξέταση που έκαμε της παραπονούμενης σίγουρα θα το κατέγραφε στο πιστοποιητικό του. Εάν υπήρχαν οποιαδήποτε άλλα εμφανή σημάδια επίσης θα τα κατέγραφε. Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε τον φίλο του Μιχάλη Αρέστη ως μάρτυρα υπεράσπισης. Υιοθέτησαν και δύο τις καταθέσεις που είχαν δώσει στην αστυνομία τεκμήρια 3 και 6 αντίστοιχα. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος που την έδωσε στις 5.07.2006 αναφέρει ότι παρόλο ότι διέμεναν με τη σύζυγο του στο ίδιο σπίτι, εντούτοις χρησιμοποιούσαν χωριστά υπνοδωμάτια. Από τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου είχαν προσφύγει στο δικαστήριο για την έκδοση του διαζυγίου τους. Για το βράδυ του επεισοδίου αναφέρει ότι είχε επιστρέψει στο σπίτι κατά τις 21:00, κάθισε για λίγο στη βεράντα και στη συνέχεια έκαμε μπάνιο και ξανακάθισε στη βεράντα για λίγο, από εκεί είχε δει τη παραπονούμενη να σφουγγαρίζει στη κουζίνα. Είχε προσέξει ότι αυτή είχε στη τσέπη του παντελονιού της ένα ¨τσιακκούδι¨, μικρό μαχαίρι. Σκέφτηκε ότι ίσως να του έκαμνε κακό και για τούτο πήγε στο υπνοδωμάτιο του όπου και κλειδώθηκε. Γύρω στις 22:30 του τηλεφώνησε ο φίλος του Μιχάλης Αρέστη από το Παραλίμνι. Μιλούσαν για τις δουλειές και τα ενδιαφέροντα τους τότε η παραπονούμενη πήγε ξαφνικά και κτυπούσε δυνατά τη πόρτα με τα χέρα της και του φώναζε να βγει έξω ενώ ταυτόχρονα τον ύβριζε με διάφορες λέξεις και φράσεις όπως ¨έλα έξω ρε ελεεινέ¨, ¨παλιόρατσα¨, ¨αχαίρευτε¨, ¨έλα έξω εάν είσαι άνθρωπος¨. Του φώναζε να βγει έξω χωρίς να του πει τον λόγο και τότε αυτός της ανταπάντησε ότι ¨αχαϊρευτη ήταν αυτή και η ράτσα της¨ ενώ αυτή συνέχιζε να κτυπά την πόρτα. Δεν άνοιξε την πόρτα και μετά από πέντε λεπτά άκουσε το κουδούνι που έπαιζε και άκουσε την πόρτα να κλείνει οπότε κατάλαβε ότι κάπου είχε πάει η παραπονούμενη. Αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεση του ότι κατέχει τρία όπλα τα οποία τα έχει κλειδωμένα σε βιτρίνα αλλά τα κλειδιά της τα έχει στο πατρικό του σπίτι στην Ορμήδεια. Εκείνο το βράδυ δεν την είχε απειλήσει. Όταν άρχισε να φωνάζει η παραπονούμενη και ενώ ο ίδιος μιλούσε με τον Αρέστη του είχε πει να κλείσουν το τηλέφωνο γιατί θα καλούσε την αστυνομία για να την καταγγείλει ¨για να μη του κάμνει την έξυπνη¨ όπως ανέφερε. Τελικά όμως δεν πήρε την αστυνομία και παρέμεινε στο δωμάτιο του, ούτε την κτύπησε ούτε την απείλησε. Παρέμεινε στο δωμάτιο του μέχρι την επόμενη το πρωί που πήγε στη δουλειά του. Ο Αρέστη με τον οποίο μιλούσε στο κινητό άκουσε τα κτυπήματα στη πόρτα και τις φωνές της παραπονούμενης και όταν τέλειωσε το περιστατικό συνέχισε τη συνομιλία μαζί του και αυτός όπως του είπε είχε ηχογραφήσει στο κινητό του μέρος των όσων ακούγονταν. Απέδωσε την συμπεριφορά της παραπονούμενης ως μια σκηνοθεσία με απώτερο σκοπό να τον διώξει από το σπίτι. Τα ίδια πιο πάνω υποστήριξε και κατά την αντεξέταση του και αρνήθηκε υποβολές ότι το επεισόδιο έγινε σύμφωνα με την περιγραφή της παραπονούμενης. Εάν την είχε κτυπήσει θα το παραδεχόταν όπως παραδέχθηκε στην κατάθεση του ότι ανταπέδωσε τις ύβρεις που του έλεγε η παραπονούμενη. Ο Μιχάλης Αρέστη, φίλος του κατηγορούμενου, είχε δώσει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο, σε άλλο αστυνομικό, κατάθεση στον αστυνομικό σταθμό Ξυλοτύμπου όπου είχαν μεταβεί μαζί. Σε αυτή αναφέρεται στη γνωριμία του με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του. Με τον κατηγορούμενο ήταν πρώην συνάδελφοι και εργάζονταν μαζί. Ο κατηγορούμενος του έλεγε τα προσωπικά του προβλήματα και γνώριζε τις διαφορές του ζεύγους και τα παράπονα που εξέφραζε εναντίον της τότε συζύγου του, ότι δηλαδή τον εξύβριζε, τον ζήλευε και έφταναν στα πρόθυρα του χωρισμού τους. Ποτέ ο κατηγορούμενος δεν του είπε ότι είχε δείρει την παραπονούμενη και ο ίδιος διερωτάτο πως δεν το είχε κάμει με τέτοια συμπεριφορά που του περιέγραφε ότι επιδείκνυε απέναντι του. Με την παραπονούμενη είχαν βρεθεί πεντέξι φορές σε επισκέψεις ή κοινές εξόδους. Σε καμιά περίπτωση όμως η παραπονούμενη δεν είχε αναφερθεί στα προβλήματα τους. Αναφέρθηκε στο τηλεφώνημα που είχε κάμει στον κατηγορούμενο το επίδικο βράδυ όπως συνήθιζαν να το κάμνουν μια - δύο φορές τη βδομάδα. Καθώς συνομιλούσαν άκουσε ξαφνικά μέσω του τηλεφώνου θόρυβο και πολύ δυνατά κτυπήματα στην πόρτα τα οποία διήρκεσαν περίπου ένα λεπτό. Ρώτησε τον κατηγορούμενο τι συνέβαινε και αυτός του είπε πως ήταν η σύζυγος του η οποία κτυπούσε τη πόρτα καθώς ήταν κλειδωμένη. Ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή την οποία αναγνώρισε ότι ήταν της παραπονούμενης να βρίζει τον κατηγορούμενο με διάφορες βρισιές. Ο κατηγορούμενος τότε του είπε να κλείσουν για να τηλεφωνήσει στη αστυνομία. Ο ίδιος δεν έκλεισε το τηλέφωνο και πάτησε το κουμπί ηχογράφησης του τηλεφώνου του για να ηχογραφήσει τη σκηνή. Στη συνέχεια σταμάτησαν οι φωνές και ο θόρυβος και συνέχισαν τη συνομιλία τους με τον κατηγορούμενο για κάποια λεπτά. Ο μάρτυρας επέμενε στα πιο πάνω και κατά την αντεξέταση του. Κλήθηκε μάλιστα να θέσει σε λειτουργία το κινητό του για να ακουστεί στο δικαστήριο τι ηχογράφησε εκείνο το βράδυ όπως και έκαμε. Ο ίδιος δεν το θεωρούσε παράξενο να συνομιλεί τόσο αργά εκείνο το βράδυ με τον κατηγορούμενο εφόσον συνήθιζαν να το κάμνουν. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να βοηθήσει τον φίλο του και πως δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια τα όσα ανέφερε τόσο στην κατάθεση του στην αστυνομία και αρνήθηκε ότι την έδωσε σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο όσο και ενώπιον του δικαστηρίου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις. Κάλεσε το δικαστήριο επισημαίνοντας αντιφάσεις στη μαρτυρία της παραπονούμενης να αθωώσει τον κατηγορούμενο και από τις δύο κατηγορίες καθότι φάνηκε από τη μαρτυρία ότι η παραπονούμενη έφτιαξε μια ιστορία για να πετύχει τον σκοπό της που ήταν να εκδιώξει τον κατηγορούμενο από το σπίτι τους. Ο κ. Παπανικολάου ανέφερε ότι είναι θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας και κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο καθώς η εκδοχή που παρουσίασε αυτός δεν συνάδει με την λογική. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Θα προχωρήσω τώρα έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας προφορικής και εγγράφου καθώς επίσης και τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στην αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον κατηγορούμενο και τον μάρτυρα του ενώ έδιδαν ένορκη μαρτυρία ενώπιον μου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η παραπονούμενη παρουσιάστηκε άτεγκτη, απόλυτη κυνική και ψυχρή. Σε καμιά περίπτωση κατά την έντονη αντεξέταση της δεν έχασε την ψυχραιμία της ή κοκκίνισε ή μάσησε τα λόγια της, μου φάνηκε ότι διακατεχόταν από έντονο συναίσθημα εκδικητικότητας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ασυνήθιστα, κατά την άποψη μου και από την εμπειρία σε τέτοιου είδους υποθέσεις όταν ενώπιον του δικαστηρίου εκδικάζονται παρόμοιας φύσης υποθέσεις άσκησης βίας στην οικογένεια. Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά συνδυαζόμενα σε μια νέα κοπέλα η οποία είχε ζήσει εννέα ολόκληρα χρόνια με τον κατηγορούμενο. Η όλη της συμπεριφορά κατέδειξε μια αποφασισμένη γυναίκα η οποία επεδίωκε, για δικούς της λόγους, να πετύχει την καταδίκη του κατηγορούμενου. Δεν απέκρυψε ότι υπήρχε μεταξύ τους διαμάχη για την επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών η οποία εξακολουθούσε να υφίσταται όταν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μου διαφεύγει ακόμα ο δισταγμός της να παραδεχτεί ότι γνώριζε τον φίλο του κατηγορούμενου τον Αρέστη. Ήταν φανερή η προσποίηση της όταν αποφάσισε να παραδεχτεί ότι γνώριζε τον Αρέστη και ότι είχαν μάλιστα και οικογενειακή έξοδο μαζί του προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι δήθεν δεν ήξερε το επίθετο του. Βρίσκω ότι η κατηγορούμενη με την καταγγελία της εναντίον του κατηγορούμενου επεδίωκε αλλότριους σκοπούς. Ανέφερε ότι το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα γύρω στις 20:30. Φάνηκε καθαρά ότι αυτό είχε συμβεί πολύ μεταγενέστερα τόσο από τη μαρτυρία της Ψαρά (Μ.Κ.2) αλλά και του ιατρού στον οποίο την μετέφερε η Μ.Κ.2 ο οποίος την εξέτασε τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος για την επιστροφή του στο σπίτι στις 21:00 και για το τι έκαμε στη συνέχεια και την ώρα που έλαβε χώρα το επεισόδιο συνάδουν περισσότερο και ενισχύονται από την υπόλοιπη μαρτυρία όπως αυτής της Γ/Αστ. Ψαρά και κυρίως με αυτή του Αρέστη. Ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε γροθιές στο πρόσωπο και μάλιστα έδειξε στο Δικαστήριο με πιο τρόπο ο κατηγορούμενος την κτυπούσε δείχνοντας τη γροθιά της. Όμως κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στον ιατρό που την εξέτασε αλλά ούτε και αυτός έκαμε ένα τέτοιο εύρημα κατά την εξέταση της για σημάδια που άφησε μια τέτοια βάναυση συμπεριφορά. Ούτε και η Γ/Αστ. Ψαρά είχε προσέξει κάτι στο πρόσωπο της αλλά ούτε και της ανέφερε μόλις την είδε λίγα λεπτά μετά το επεισόδιο. Έχοντας περαιτέρω υπόψη τη σωματική διάπλαση του κατηγορούμενου και αυτής της παραπονούμενης, όπως έγιναν αντιληπτές από το Δικαστήριο, όπου ο κατηγορούμενος είναι ένας χειροδύναμος άνδρας ενώ η παραπονούμενη μια λεπτή κοπέλα εάν αυτός της επέφερε τέτοια κτυπήματα στο πρόσωπο όπως ήταν ο ισχυρισμός της σίγουρα θα της προκαλούσε ορατά σημάδια στο πρόσωπο της και τέτοιου είδους επαναλαμβανόμενα κτυπήματα θα είχαν πολύ μεγαλύτερες συνέπειες σε αυτή. Το ελαφρύ τραύμα, το γδάρσιμο στο αριστερό αντιβραχίωνα, όπως το περιέγραψε ο ιατρός Μ.Κ. 3 δεν ανταποκρίνεται σε βίαια κτυπήματα όπως τα περιέγραψε η παραπονούμενη. Καταλήγω για τους πιο πάνω λόγους στο συμπέρασμα ότι η παραπονούμενη έφτιαξε μια ιστορία για να εκθέσει τον κατηγορούμενο για τους δικούς της λόγους τους οποίους τους αναγάγω στο ότι ήθελε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να εκδιώξει τον κατηγορούμενο από την συζυγική οικία αλλά και για εκδικητικούς λόγους. Οι μάρτυρες κατηγορίας 2 και 3 κρίνω ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο για όσα περιέπεσαν στην αντίληψη τους σε σχέση με το επεισόδιο. Ο κατηγορούμενος από την άλλη μου φάνηκε ειλικρινής. Παρουσίασε την εκδοχή του με καθαρό ειρμό σκέψης και πειστικό τρόπο. Η εντύπωση που μου δημιούργησε στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είναι ότι πρόκειται για ένα συνεσταλμένο νέο ο οποίος κοκκίνιζε όταν του υποβαλλόταν ότι έλεγε ψέματα καθώς φαινόταν ότι θιγόταν με αυτόν τον χαρακτηρισμό και ένοιωθε ενόχληση αψεγάδιαστα δείγματα της ειλικρίνειας του. Δεν δίστασε να αναφέρει στην κατάθεση του ότι ανταπέδωσε ύβρεις που του απηύθυνε η παραπονούμενη. Δεν θα δίσταζε, όπως χαρακτηριστικά είπε, να παραδεχόταν και άσκηση βίας εναντίον της εάν το είχε κάμει καθώς αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεων του. Ο τρόπος, ο τόνος της φωνής του και το ύφος του όταν απευθυνόταν προς τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος του υπέβαλε ότι έφτιαξε την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν άφησαν περιθώρια περί της ειλικρινούς και εκ βάθους ψυχής ομολογία του. Δέχομαι την εκδοχή που αυτός ανέπτυξε στο Δικαστήριο η οποία συνάδει απόλυτα με αυτή που κατέγραψε στην κατάθεση του την επόμενη του επεισοδίου και στο μέρος που είχε εμπλοκή και ο Μ.Υ. Αρέστη αυτή ενισχύεται από όσα και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε, ακόμα και από την ηχογράφηση μέρους του επεισοδίου, θέση την οποία προέβαλε και στην αστυνομία όταν πήγε να δώσε κατάθεση πράγμα που παραδέχθηκε και η Γ. Αστ. Ψαρά Μ.Κ. 2 αλλά ήταν ακόμα, παρά την πάροδο τόσου χρόνου, ακόμα και ενώπιον του δικαστηρίου να στηρίξει . Το ίδιο καλή εντύπωση μου προκάλεσε και ο Μ.Υ. ο οποίος μου φάνηκε ειλικρινής άνθρωπος και δεν βρίσκω ότι είχε ιδιαίτερο λόγο να αναμιχθεί με τον τρόπο που αναμείχθηκε σε μια ενδοοικογενειακή διαφορά απλώς και μόνο για να βοηθήσει ένα φίλο του. Δέχομαι την μαρτυρία του ως ειλικρινή και στην οποία μπορώ να βασιστώ για να εξαγάγω τα ορθά συμπεράσματα μου σε σχέση με τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. Η κατάληξη μου στο κατά πόσο αποδείχθηκαν οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος βασίζεται στην αξιολόγηση και μόνο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, όπως αρμόζει σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις που δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερα νομικά θέματα τα οποία καλείται το δικαστήριο να επιλύσει. Καταλήγω, για τους πιο πάνω λόγους, ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου για το επεισόδιο που έλαβε χώρα το βράδυ της 3.07.2006 στο σπίτι του ζεύγους στην Ξυλοτύμπου είναι αυτή που ανταποκρίνεται στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Αναπόδραστα και οι δύο κατηγορίες δεν μπορούν να έχουν επιτυχία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.