← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρέας Πιερίδης, Αρ. Υπόθεσης: 284/2007, 28 Ιουνίου, 2007

Αστυνομία ν. Ανδρέας Πιερίδης, Αρ. Υπόθεσης: 284/2007, 28 Ιουνίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου Αρ. Υπόθεσης: 284/2007 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Ανδρέας Πιερίδης Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 28 Ιουνίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Αντ. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι διενεργούσε πράξεις σε ξένο συνάλλαγμα κατά παράβαση διατάξεων του περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμου του 2003 (Ν. 115

(1)/2003) και του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου (Ν. 138
(1)/2002). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 20.07.2006 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου στο κατάστημα του με την ονομασία EXCHANGE OFFICE ενεργούσε ως διαπραγματευτής συναλλάγματος χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Όλο το μαρτυρικό υλικό που είχε στη διάθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήρια οι δε καταθέσεις, το ένταλμα έρευνας και έγγραφο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και για το αληθές του περιεχομένου τους και ως παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Στην κατάθεση της η Γ/Αστ. 3343 Θ. Αθανάση του αστυνομικού σταθμού Αγίας Νάπας (τεκ. 1) καταγράφει ότι στις 20.07.2006 μαζί με άλλα μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, ερεύνησε το κατάστημα με την ονομασία EXCHΑNGE OFFICE, το οποίο βρισκόταν στην Αγία Νάπα όπου στη παρουσία του ιδιοκτήτη του καταστήματος, του κατηγορούμενου, βρήκε και κατάσχεσε ως τεκμήρια διάφορα αντικείμενα όπως υπολογιστική μηχανή, μηχανή καταμέτρησης χρημάτων, διάφορα χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και διαφόρων χωρών, κέρματα και θήκη κερμάτων όλα τα πιο πάνω αντικείμενα κατατέθηκαν και αυτά εκ συμφώνου και σημειώθηκαν ως τεκ.
  1. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος (τεκ. 2) απάντησε ότι ό, τι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο και τη ίδια απάντηση έδωσε στην γραπτή κατηγορία που του εξέθεσε η Γ/Αστ. 324 Μ. Στυλιώτη (Τεκ. 5) η οποία σημειώθηκε ως τεκ.
  2. Σημειώθηκε ως τεκ. 3 το δικαστικό ένταλμα έρευνας του υποστατικού του κατηγορούμενου το οποίο όταν εκτελέστηκε και κατασχέθηκαν τα αντικείμενα του τεκ. 8, εξεδόθη η απόδειξη παραλαβής των τεκμηρίων το τεκ.
  3. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμιά απάντησε όταν του επεστήθη η προσοχή στο νόμο. Τέλος ως τεκ. 6 σημειώθηκε έγγραφο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με ημερομηνία 19.09.2006 σύμφωνα με το οποίο δεν είχε παραχωρηθεί από τη Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άδεια στον κατηγορούμενο να ενεργεί ως διαπραγματευτής συναλλάγματος στη Κυριακή Δημοκρατία κατά τον επίδικο χρόνο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι με βάσει την πιο πάνω μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε συστατικό στοιχείο του αδικήματος καθώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι είτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του διενήργησε συναλλαγές που έχουν σχέση με ξένο συνάλλαγμα. Το ότι η αστυνομία με δικαστικό ένταλμα έρευνας μπήκε στο υποστατικό του κατηγορούμενου και βρήκε τα αντικείμενα του Τεκμηρίου 8 τα οποία κατασχέθηκαν από την αστυνομία, αυτό το γεγονός από μόνο του δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Για να είχε στοιχειοθετηθεί ένα τέτοιο αδίκημα θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία από πρόσωπο, ότι πράγματι συναλλάχθηκε με τον κατηγορούμενο κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου. Τέτοια μαρτυρία ελλείπει. Δεν πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης έτσι που να μετατοπίζεται το βάρος απόδειξης της αθωότητας του στους ώμους του κατηγορουμένου εφόσον βρέθηκαν αυτά τα αντικείμενα στην κατοχή του και να αποδείξει ότι δεν τα χρησιμοποιούσε για συναλλαγές οι οποίες απαγορεύονται με βάσει τον νόμο. Ο κ. Παπανικολάου εισηγήθηκε ότι η κατάθεση των χρημάτων ξένου συναλλάγματος τα οποία βρέθηκαν στο κατάστημα του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στην κορδέλα της υπολογιστικής μηχανής οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έκαμνε αυτή τη δουλειά. Επίσης η θήκη των κερμάτων όπου αναγράφονται διάφορες αξίες κερμάτων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Διερωτάται κάποιος τι την ήθελε αυτή τη θήκη ο κατηγορούμενος όπως και τη μηχανή καταμέτρησης χαρτονομισμάτων. Όλες οι περιβάλλουσες συνθήκες παίζουν τον ρόλο τους και αυτά καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος έκαμνε συναλλαγές με ξένο συνάλλαγμα και όπως λέγει το τεκ. 6 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αυτός δεν είχε τέτοια άδεια. Εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  4. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο Δικαστής όπως ήταν τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ: Ο νόμος στον οποίο βασίζεται το αδίκημα είναι ο περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμος (Ν. 115
(1)/2003). Στην ερμηνευτική διάταξη του Άρθρου 2 δίδεται η ερμηνεία λέξεων ή φράσεων οι οποίες απαντώνται στον νόμο από τις οποίες κρίνω ότι σχετικές είναι οι πιο κάτω: ¨Κεντρική Τράπεζα¨ σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. ¨ξένο συνάλλαγμα¨ σημαίνει ξένο νόμισμα, επιταγές, ταξιδιωτικές επιταγές ή οποιοδήποτε άλλο είδος εγγράφου που παρέχει τη δυνατότητα στον παραλήπτη, προς τον οποίο τούτο εκδίδεται, να λαμβάνει ξένο νόμισμα από άλλο πρόσωπο επί πιστώσει του εκδότη¨. ¨πράξη σε ξένο συνάλλαγμα¨ σημαίνει τη για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων διενέργεια συναλλαγών, που έχει σχέση με ξένο συνάλλαγμα, αλλά που δεν περιλαμβάνει την αποδοχή ξένου συναλλάγματος για πληρωμή εμπορευμάτων ή υπηρεσιών. Το Άρθρο 13 που έχει ως πλαγιότιτλο ¨πράξεις σε ξένο συνάλλαγμα¨ προνοεί τα πιο κάτω:
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 3, κανένα πρόσωπο, εκτός από πιστωτικό ίδρυμα, δεν δύναται να ενεργεί ως διαπραγματευτής συναλλάγματος στη Δημοκρατία χωρίς προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας κατά τις διατάξεις του Άρθρου 36 του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου: Νοείται ότι πράξεις σε ξένο συνάλλαγμα δύνανται να διενεργούνται από θυγατρική εταιρεία πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι η θυγατρική εταιρεία συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, στην οποία υπόκειται και η μητρική της επιχείρηση.
(2)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου ¨διαπραγματευτής συναλλάγματος¨ σημαίνει πρόσωπο, στο οποίο έχει επιτραπεί από την Κεντρική Τράπεζα να διεξάγει πράξεις σε ξένο συνάλλαγμα.
(3)Παρά τις διατάξεις του άρθρου 12, οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) δύνανται να εκτελούν σε ξένο συνάλλαγμα πράξεις άμεσης παράδοσης ή προθεσμιακής παράδοσης, μόνον όταν πρόκειται για υπηρεσίες συνδεδεμένες με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Το Άρθρο 19 προνοεί για τα αδικήματα και τις ποινές : Όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκη, τιμωρείται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες λίρες (Λ.Κ.50,000) και, εάν το αδίκημα συνεχίζεται, με περαιτέρω χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες (Λ.Κ.1.000) για κάθε ημέρα, για την οποία συνεχίζεται το αδίκημα. Το Άρθρο 20 προνοεί για ποινική δίωξη: Δίωξη σε σχέση με οποιοδήποτε αδίκημα, δυνάμει του παρόντος Νόμου, ασκείται μόνο από τον Gενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή με τη συγκατάθεση του. Το Άρθρο 36 του περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου (Ν. 138
(1)/2002 προνοεί ότι :
(1)Η τράπεζα επιτρέπει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν πράξεις σε συνάλλαγμα ως μέρος της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.
(2)Η Τράπεζα εκδίδει οδηγίες, οι οποίες αφορούν τις συναλλαγές και τα αποθέματα σε συνάλλαγμα των φυσικών προσώπων ή νομικών προσώπων, στα οποία επιτρέπει να ενεργούν δυνάμει του εδαφίου
(1). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Εξέτασα με προσοχή το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και το οποίο καταγράφω πιο πάνω. Ουσιαστικά η μαρτυρία προέρχεται από τη Γ/Αστ. 3343 Θ. Αθανάση του Αστυνομικού Σταθμού Αγίας Νάπας η οποία σύμφωνα με την κατάθεση της (τεκ.1) με άλλους συναδέλφους της διενήργησαν έρευνα, με δικαστικό ένταλμα έρευνας, στις 20.07.2006 στο κατάστημα με την ονομασία EXCHANGE OFFICE στην παρουσία του κατηγορούμενου. Εκεί βρήκαν τα αντικείμενα του τεκ. 8 όπως υπολογιστική μηχανή με την απόδειξη εντός αυτής, μηχανή καταμέτρησης χρημάτων, διάφορα χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και διαφόρων χωρών, κέρματα και θήκη κερμάτων. Από αυτή τη μαρτυρία ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως διαπραγματευτής συναλλάγματος παραπέμποντας ειδικότερα στην απόδειξη στην υπολογιστική μηχανή. Σε κανένα σημείο όμως της μαρτυρίας δεν φαίνεται η διενέργεια διαπραγμάτευσης συναλλάγματος που είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ούτε από μόνη της η απόδειξη που βρέθηκε στην υπολογιστική μηχανή συνιστά μια τέτοια μαρτυρία. Η ύπαρξη των πιο πάνω αντικειμένων του τεκ. 8 στο κατάστημα του κατηγορουμένου ακόμα και σε συνδυασμό με το τεκ. 6 το έγγραφο της Κεντρικής Τράπεζας στο οποίο γίνεται αναφορά ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε παραχωρήσει άδεια στον κατηγορούμενο να ενεργεί ως διαπραγματευτής συναλλάγματος στη Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πράγματι αυτός ενεργούσε υπό αυτή την ιδιότητα. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την Γ/Αστ. Θ. Αθανάση χρησιμοποιούσε το όνομα EXCHANGE OFFICE για το κατάστημα του. Στον νόμο επί του οποίου βασίζεται το αδίκημα τον περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμο δεν συμπεριλαμβάνεται διάταξη όπως συμβαίνει με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο (Ν. 66
(1)/1997) Άρθρο 5 όπου: ¨Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από τράπεζα, να χρησιμοποιεί σε οποιαδήποτε γλώσσα τη λέξη ¨τράπεζα¨ ή οποιαδήποτε γραμματική παραλλαγή της λέξης ¨τράπεζα¨ αναφορικά με οποιαδήποτε επιχείρηση ή εργασία που διεξάγεται από αυτό, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα χορηγήσει προηγουμένως γραπτή έγκριση για το σκοπό αυτό με οποιουσδήποτε όρους η ίδια κρίνει σκόπιμο να επιβάλει¨. Ούτε για απαγόρευση της διαφήμισης γίνεται λόγος στον εν λόγω νόμο εάν ήθελε θεωρηθεί η ονομασία και μόνο του καταστήματος του κατηγορουμένου ως διαφήμιση διενέργειας πράξεων διαπραγμάτευσης συναλλάγματος. Τα όσα ανέφερε ο κ. Παπανικολάου στη τελική του εισήγηση, τα οποία κατέγραψα πιο πάνω και συνιστούν τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορεί παρά να συνιστούν εικασίες οι οποίες ελλείψει σαφούς μαρτυρίας δεν μπορούν να οδηγήσουν ένα ποινικό δικαστήριο σε εξαγωγή συμπερασμάτων ενοχής στο βαθμό που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη¨ Ακόμα στην υπόθεση Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα¨. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κρίνω ότι με τη μη απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος η κατηγορία δεν μπορεί να έχει επιτυχία και ως εκ τούτου θα αθωώσω τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.