Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου ν. Σταύρου Γιαννή, Αρ. Υπόθεσης:1425/07, 2 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1425/07 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου Κατηγόρου -ν- Σταύρου Γιαννή Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 2 Ιουλίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Καράς Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη παρούσα υπόθεση τρεις κατηγορίες που αφορούν οι δύο πρώτες τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ και ιχνών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και η τρίτη της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄. Τα δύο πρώτα αδικήματα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών τα διέπραξε στις 5.02.2006 στο Παραλίμνι και στη Σωτήρα Αμμοχώστου και το τρίτο σε άγνωστο τόπο και άγνωστο χρόνο. Όταν διαβάστηκε η 1η κατηγορία στον κατηγορούμενο και πριν απαντήσει σε αυτή, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ήγειρε, όπως ανέφερε, προδικαστική ένσταση πριν αυτός απαντήσει στις κατηγορίες, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Επικαλέστηκε δύο θέματα. Το πρώτο αφορά την καθυστέρηση που υπήρξε στη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους της αστυνομίας και το δεύτερο της καταχρηστικής άσκησης εξουσίας εκ μέρους των διωκτικών αρχών, εφόσον η υπόθεση αυτή φαίνεται ότι καταχωρήθηκε μετά την ολοκλήρωση δύο άλλων υποθέσεων για αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος και για τις οποίες επιβλήθηκε ποινή στις 7.05.
- Προβλήθηκε ότι τα αδικήματα των κατηγοριών εκείνων των υποθέσεων είχαν συμβεί στον ίδιο τόπο και χρόνο ή προέκυψαν κατά τη διερεύνηση του ίδιου επεισοδίου και θα έπρεπε, κατά την άποψη του, τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και στη παρούσα υπόθεση να είχαν συμπεριληφθεί σε εκείνα τα κατηγορητήρια, έτσι που ο κατηγορούμενος να μη βρίσκεται για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα υπό συνεχή κατηγορία και σε συνεχή αγωνία σε σχέση με την έκβαση υποθέσεων που αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Ήταν επόμενο ο κατηγορούμενος να αναγκασθεί, με αυτή τη τακτική της διωκτικής αρχής, να χάνει συνέχεια μεροκάματα και να επωμίζεται αχρείαστα έξοδα υπεράσπισης ή εκπροσώπησης του υπό δικηγόρου κάθε φορά ενώπιον του δικαστηρίου, ενώ θα μπορούσαν όλα τα αδικήματα να είχαν εκδικασθεί ενιαία. Ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί αμέσως στην αστυνομία τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης όπως και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στις 9.08.2006 ημερομηνία κατά την οποία όλα τα στοιχεία ευρίσκονταν ενώπιον της αστυνομίας, παραδεχόμενος ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β΄. Εντούτοις, καταχωρήθηκε το παρόν κατηγορητήριο στις 3.05.2007, δεκαπέντε μήνες δηλαδή αργότερα, για μια τόσο απλή υπόθεση που αφορά μικρή ποσότητα και ίχνη ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β΄ και χρήσης τέτοιας ουσίας και μάλιστα όταν είχε επιφυλαχθεί η επιβολή ποινής μετά από παραδοχή του για τα αδικήματα εκείνων των υποθέσεων. Για τους πιο πάνω λόγους εισηγήθηκε ότι ο μηχανισμός της διωκτικής αρχής στη προκείμενη περίπτωση λειτούργησε και χρησιμοποιήθηκε καταπιεστικά ως προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου και κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα υπόθεση ως καταχρηστική. Στο κατά πόσο είναι δικονομικά έγκυρο το πιο πάνω διάβημα σε αυτό το στάδιο εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. Ήταν η εισήγηση της κας Πίτσιλλου ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και ότι τα αδικήματα αυτής της υπόθεσης είναι διαφορετικής φύσης από αυτά των προηγούμενων υποθέσεων και σε σχέση με αδικήματα ναρκωτικών είναι γνωστό ότι απαιτείται μεγαλύτερος χρόνος για τη διερεύνηση τους εφόσον χρειάζεται εκτός από τη διερεύνηση των άλλων περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων στα τεκμήρια. Στις 6.11.2006 είχε ετοιμαστεί η έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής και ακολούθησαν διάφορες άλλες εξετάσεις μέχρι να ζητηθεί η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως επιβάλλεται όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα αυτής της μορφής, η οποία δόθηκε στις 26.02.
- Για να γίνει πιο κατανοητό το αίτημα εκ μέρους της Υπεράσπισης ζήτησα από τον Πρωτοκολλητή και έθεσε ενώπιον μου τις δύο υποθέσεις που αφορούσαν τον ίδιο κατηγορούμενο, στις οποίες έκαμε αναφορά ο κ. Καράς για να καταγράψω τη πορεία τους. Η υπόθεση 3043/06 αφορούσε τροχαία αδικήματα βασιζόμενα στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο και Κανονισμούς. Τα αδικήματα της υπόθεσης 3301/2006 βασίζονταν σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και αφορούσαν επιθέσεις εναντίον αστυνομικών οργάνων και εσκεμμένη παρεμπόδιση τους να εκτελέσουν το καθήκον τους και ο χρόνος διάπραξης τους ήταν στις 4.02.
- Στις υποθέσεις αυτές καταχωρήθηκε αρχικά μη παραδοχή εκ μέρους του κατηγορουμένου και στη συνέχεια ζήτησε άδεια και του επετράπη να αλλάξει απάντηση και έτσι μετά που ακούστηκαν τα γεγονότα τους στις 30.04.2007 του επεβλήθη ποινή στις 7.05.2007 αφού έγινε αποδεκτό το αίτημα του η υπόθεση 3043/2006 να ληφθεί υπόψη στην 3301/06 ως της πιο σοβαρής. Σημειώνω ότι όταν είχαν τεθεί και ήταν ενώπιον μου οι πιο πάνω υποθέσεις, για να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος, υπήρξε και πάλι παρόμοιας φύσης αίτημα εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης για το οποίο είχα εκδώσει ενδιάμεση απόφαση στις 9.10.2006 απορρίπτοντας το για τους λόγους που είχα εξηγήσει σε εκείνη την απόφαση μου. Η ένσταση αντιλαμβάνομαι ότι βασίζεται στο Άρθρο 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα¨. Αυτή όμως θα έπρεπε να αφορά αποκλειστικά και μόνο την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη τυπικού μειονεκτήματος του κατηγορητηρίου (βλ. Γαβριηλίδης v. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 251). Ως προς το στάδιο της δίκης κατά το οποίο εξετάζεται ισχυρισμός κατηγορουμένου για παράβαση δικαιώματος του για δίκαιη δίκη θα έλεγα και πάλιν ότι δικονομικά το διάβημα είναι άκαιρο (βλ. Δημοκρατία v. Ford (Αρ. 2) 2 Α.Α.Δ. σελ. 232). Στην απόφαση αυτή στη σελίδα 247 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση τους δε συνεπάγεται, είτε την διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, ή την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3 (δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται¨. Θα είχε βάση το αίτημα του κατηγορουμένου εάν αυτός είχε να αντιμετωπίσει στη παρούσα υπόθεση αδικήματα που εδράζονταν στα ίδια γεγονότα με εκείνα των υποθέσεων που ήδη έχει δικαστεί. Όμως στη παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικής φύσης αδικήματα. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω στην εξέταση της ένστασης στην ουσία της. Το πρώτο θέμα που τέθηκε είναι η καθυστέρηση στη καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Διαπιστώνω ότι υπάρχει μια σχετική καθυστέρηση στη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και αυτή η καθυστέρηση εστιάζεται στο χρονικό διάστημα από 9.08.2006 ημερομηνία που είχε ολοκληρωθεί το ανακριτικό έργο και είχαν εκτεθεί γραπτώς οι κατηγορίες στον κατηγορούμενο μέχρι και την 3.05.2007 (σχεδόν εννέα μήνες) αργότερα, ημερομηνία που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο στο Δικαστήριο. Θα πρέπει επομένως να εξετάσω εάν αυτός ο παράγοντας, με αυτά τα δεδομένα, συνιστά λόγο για να διακοπεί η δίκη και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος των κατηγοριών που αντιμετωπίζει από αυτό το στάδιο καθώς παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 30.2 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ¨έκαστος, κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου¨. Η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει αυτό το ζήτημα, κατά την άποψη μου, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 223 και κυρίως στις σελ. 228 και επόμενα στις οποίες και παραπέμπω: ¨Δεν είναι όμως αυτά που υποστηρίζει η δική μας νομολογία... μέχρι τη σελ. 231 ¨...Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές¨. Στη μεταγενέστερη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ.10 στη σελ.15 αναφέρονται τα πιο κάτω: ¨Η πρώτη μας παρατήρηση είναι πως, και από μόνο το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από τη σύλληψη των εφεσιβλήτων και την προσαγωγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό δεν εκφεύγει της έννοιας του ευλόγου χρόνου, όπως αυτός ορθά πρέπει να εννοείται και υπολογίζεται σύμφωνα με τη νομολογία μας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η απόφαση για διακοπή της δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο και όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης¨. Κρίνω επομένως ότι η πάροδος χρόνου εννέα μηνών από της έκθεσης γραπτώς των κατηγοριών στον κατηγορούμενο και δεκαπέντε από της διαπράξεως των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι τέτοιος που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορουμένου. Ας μη μας διαφεύγει ότι επρόκειτο για μια υπόθεση που αφορούσε ναρκωτικές ουσίες, η οποία παρόλο ότι χαρακτηρίστηκε ως απλή υπόθεση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης, εντούτοις είναι γνωστό ότι αυτής της μορφής οι υποθέσεις παρουσιάζουν πολυπλοκότητα και δυσκολίες μέχρι την διαλεύκανση τους, χρειαζόταν επιπλέον η επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων και μετά η εσωτερική διαδικασία, χρονοβόρα μπορώ να πω μέχρι να συνταχθεί και καταχωρηθεί το κατηγορητήριο. Η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να παραλληλισθεί με την υπόθεση Χριστόπουλου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 100 όπου εκτός από την καθυστέρηση στη καταχώρηση του κατηγορητηρίου μετά την ολοκλήρωση των ερευνών της αστυνομίας συνέτρεχε και η χρονοβόρα εκδίκαση της υπόθεσης που επακολούθησε που διήρκεσε πέντε χρόνια μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και περισσότερα από έξι χρόνια αφότου ο εφεσείων κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία. Ούτε και με την Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 294 όπου για ένα απλό αδίκημα οδήγησης με πινακίδες D.L. και για το οποίο κλητεύθηκε 11 μήνες αργότερα να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να απαντήσει σε κατηγορία ότι οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς αυτό να είναι εγγεγραμμένο και η οποία τελικά μετά από πολλές αναβολές εκδικάστηκε 27 μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος στην οποία επίσης κρίθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του εφεσείοντος. Το γεγονός ότι παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος τη διάπραξη των αδικημάτων από τη πρώτη στιγμή αυτό δεν σημαίνει ότι η αστυνομία δεν υποχρεούται να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες που απαιτούνται για την εξιχνίαση των αδικημάτων πριν η υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν δεν το έκαμνε, και υπήρχε στη συνέχεια μη παραδοχή του κατηγορουμένου ή ισχυρισμός του ότι η ομολογία του λήφθηκε κατά παράβαση δικαιωμάτων του, τότε θα υπήρχε ο κίνδυνος να μην υπήρχε επαρκής μαρτυρία με την οποία θα στοιχειοθετούνταν τα αδικήματα. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και σε συνάρτηση με την ημερομηνία που εν τέλει καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορώ από αυτό το στάδιο να αποφασίσω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μη εύλογος όπως αυτός καθορίζεται στο σύνταγμα μας και όπως αυτός έχει ερμηνευτεί από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες είναι εναρμονισμένες με αυτές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στη πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα επίσης υπόψη μου την ανάγκη της εξισορρόπησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου δυνάμει του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και από την άλλη το γενικό κοινωνικό συμφέρον για την τιμωρία των παραβατών. Το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε αφορά την άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέως για την ποινική δίωξη αδικοπραγούντων και κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση η επιλογή του να καταχωρήσει τρία χωριστά κατηγορητήρια θα μπορούσε να αναχθεί σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την ταυτόχρονη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το Άρθρο 113 παρ. 2 του Συντάγματος μας: ¨Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινή, διεξάγη, επιλαμβάνηται και συνεχίζη ή διακόπτη οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσση δίωξιν καθ΄οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄οιονδήποτε αδίκημα. Η τοιαύτη εξουσία δύναται να ασκήται υπό του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίας αυτού¨. Η άσκηση των πιο πάνω εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα εμπίπτει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα. Η Αστυνομία, εν προκειμένω ο Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου, υπόκειται στις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με τον περί Αστυνομίας Νόμο (Ν.73
(1)/2004 Άρθρο 26) για την καταχώρηση οποιασδήποτε καταγγελίας ή κατηγορίας ενώπιον των Δικαστηρίων εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Ο Γενικός Εισαγγελέας κατά την άσκηση των Συνταγματικών του εξουσιών σε σχέση με ποινικές διώξεις έχει ελευθερία να ενεργεί κατά την κρίση του με γνώμονα τις απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος. Θεωρώ σκόπιμο, σε αυτό το στάδιο, να παραθέσω τα αδικήματα των υποθέσεων. Στην υπόθεση 3043/2006, μετά την αναστολή των κατηγοριών 1 και 2, παρέμειναν οι κατηγορίες 3 και
- Η 3η κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς σιγαστήρα ή άλλη συσκευή για τη μείωση του θορύβου από τη διαφυγή των αερίων της μηχανής στην ατμόσφαιρα και η 4η κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Στην υπόθεση 3301/2006 ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε τις ακόλουθες κατηγορίες: Στην 1η κατηγορία το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, στις κατηγορίες 2 και 3 αδικήματα επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και στις κατηγορίες 4 και 5 αδικήματα εσκεμμένης παρεμπόδισης οργάνων τηρήσεως της τάξεως κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος τους. Για τα αδικήματα των πιο πάνω κατηγοριών δεν χρειαζόταν η προηγούμενη έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα για την καταχώρηση των κατηγορητηρίων. Αντίθετα η παρούσα υπόθεση που αφορά αδικήματα κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, λόγω της σοβαρότητας τους και των προβλεπόμενων ποινών, απαιτούσε μια τέτοια εξουσιοδότηση η οποία δόθηκε στις 26.02.
- Είναι παραδεκτό ότι τα αδικήματα και των δύο πρώτων υποθέσεων διαπράχθηκαν στις 4.02.2006 στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου ενώ αυτά της παρούσας υπόθεσης την επόμενη δηλαδή στις 5.02.2006 οι δύο πρώτες κατηγορίες και σε άγνωστο χρόνο και τόπο το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας. Λέχθηκε από την Υπεράσπιση και δεν αμφισβητήθηκε ότι η αποκάλυψη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης επακολούθησε του επεισοδίου από το οποίο προέκυψαν τα αδικήματα των δύο πρώτων υποθέσεων. Η αναστολή, διακοπή ή απόρριψη της υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό ενός κατηγορουμένου. Η διαδικασία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Η θεωρία της σύμφυτης δικαιοδοσίας των δικαστηρίων υπήρξε αντικείμενο σε άρθρο του Sir Jack I.H. Jacob με τίτλο "The Inherent Jurisdiction of the Court
(1970)C.L.P. 23. Με την πάροδο του χρόνου η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξής της (βλ. Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 522 στη σελ. 530). . Στην υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson
(1994)1 All E.R. 385 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται, σε κάθε περίπτωση, ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας πρέπει να ασκείται φειδωλά, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η κάθε υπόθεση να εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών (βλ. Lawrance v. Norreys
(1890)15 App. cas. 210,219). Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 ο τότε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πικής, διέγραψε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και το σκοπό που διαπνέει την εξουσία των Δικαστηρίων για καταστολή κατάχρησης των διαδικασιών, υπογραμμίζοντας τα ακόλουθα: ¨Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου¨. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD,
(1996)1 A.A.Δ. 911 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και εκείνο της αναστολής¨. Αναγνωρίστηκε από τη νομολογία μας ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εξηγήθηκε ότι πρόκειται για εξουσία η οποία ασκείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου διαπιστώνεται ότι η διαδικασία απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές που διέπουν το θέμα καταλήγω ότι η καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αδικήματα διαφορετικής φύσης (τροχαία και ποινικά πιο ελαφριάς μορφής των δύο πρώτων υποθέσεων) σε αντίθεση με αυτά της παρούσας που αφορούν αδικήματα κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών, δεν καθιστούν την όλη διαδικασία που επελέγη από την Κατηγορούσα Αρχή καταχρηστική και παραβιάζουσα συνταγματικά ή οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ούτε απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του που θα είχε ως συνέπεια την μη δίκαιη δίκη. Δεν διαφάνηκε επίσης ότι με την καταχώρηση τριών κατηγορητηρίων εξυπηρετείται οποιοσδήποτε αλλότριος σκοπός. Είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις όπου ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αυτή την ποικιλομορφία κατηγοριών να καταχωρούνται χωριστά κατηγορητήρια, αυτό δεν συνεπάγεται κατ΄ ανάγκη πολλαπλότητα διαδικασιών ή περιπλοκή ή παραβίαση δικαιωμάτων ενός κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι τα τροχαία αδικήματα και αυτά της κατοχής και χρήσης ναρκωτικών ουσιών συνέπεσε να αποκαλυφθούν κατά το επεισόδιο όπου ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διέπραξε τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα δεν είναι παρά τυχαίο. Πολλές φορές, και σε αυτό αποσκοπεί, η επιλογή του διαχωρισμού των αδικημάτων, οδηγεί στην γρήγορη και πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης που είναι ο στόχος όλων. Σημειώνω ότι η εκδίκαση των τροχαίων αδικημάτων που είχαν απομείνει μετά την αναστολή των δύο πρώτων κατηγοριών της υπόθεσης 3043/2006, εάν θα ακολουθούσε ακρόαση τους θα ήταν μια απλή διαδικασία που θα μπορούσε να αποπερατωθεί σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς να απαιτηθεί να ακουσθεί μαρτυρία χωρίς κατ΄ ανάγκη τα γεγονότα της μιας υπόθεσης να αναμειγνύονταν με αυτά της άλλης. Το ίδιο και τα αδικήματα της υπόθεσης 3301/2006 με αυτά της παρούσας. Διακρίνω τη παρούσα υπόθεση από την πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ανδρέας Κλεάνθους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 62/2007 με ημερομηνία 31.05.2007 όπου στη σελ. 3 γίνεται σχόλιο για τον δικονομικό χειρισμό της υπόθεσης όπου είχαν καταχωρηθεί δύο χωριστές υποθέσεις ενώπιον του Κακουργιοδικείου όπου σχολιάστηκε ότι φαίνεται να μη λήφθηκε υπόψη το πρόβλημα διεξαγωγής δίκης δύο φορές για το ίδιο περιστατικό, εφόσον τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος φέρεται ότι τα έχει διαπράξει σε διαφορετικό χρόνο και τόπο έστω και εάν τα δύο εξ αυτών ήταν ακριβώς την επόμενη ημέρα. Χωρίς να κρίνω ότι συντρέχει στην περίπτωση οποιαδήποτε περίπτωση παραβίασης δικαιωμάτων του κατηγορουμένου θα παρατηρούσα όμως ότι θα μπορούσε η όλη υπόθεση που αφορούσε και τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο που είχαν καταχωρηθεί και οι δύο πρώτες υποθέσεις με μια επίσπευση των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν από τα διάφορα τμήματα της αστυνομίας που αναμίχθηκαν στην διερεύνηση των αδικημάτων. Από την άλλη, για την εξέλιξη που προσέλαβε η υπόθεση δεν είναι άμοιρος ευθυνών και ο κατηγορούμενος. Εφόσον αυτός είχε κατηγορηθεί γραπτώς στις 9.08.2006 για τα αδικήματα αυτής της υπόθεσης, πριν ακόμα απαντήσει ενώπιον του Δικαστηρίου για τα αδικήματα των δύο πρώτων υποθέσεων, θα μπορούσε κάλλιστα, μέσω του δικηγόρου του, να διερευνούσε το όλο ζήτημα και θα ήταν υποχρέωση της αστυνομίας να τον πληροφορούσε εάν σκόπευε να καταχωρήσει υπόθεση και γι΄αυτά τα αδικήματα και να μεθόδευε την όλη διαδικασία με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε εάν θα υπήρχε τελικά παραδοχή και στη παρούσα υπόθεση και υπήρχε συγκατάθεση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής να λαμβάνονταν και τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης υπόψη όταν το δικαστήριο επέβαλε ποινή στις δύο πρώτες υποθέσεις ή το αντίθετο να λαμβάνονταν υπόψη εκείνες οι υποθέσεις στη παρούσα. Η ιδιομορφία που χαρακτηρίζει την λειτουργία ποινικού δικαστηρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου το οποίο συνεδριάζει στο Παραλίμνι, το οποίο επιλαμβάνεται όλων των ποινικών υποθέσεων, της οποίας έγινε επίκληση, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση και δεν πρέπει να συγχέεται η μια δικαιοδοσία με την άλλη. Εάν υπήρχε βέβαια συσχετισμός των γεγονότων της μιας με αυτά της άλλης υπόθεσης, είναι θέμα το οποίο θα εξεταζόταν στην ώρα του και θα απασχολούσε τον δικαστή που θα εκδίκαζε την μια υπόθεση και θα επαφιόταν στον ίδιο να έκρινε εάν θα έπρεπε να εξαιρεθεί ή όχι από την εκδίκαση δεύτερης υπόθεσης. Καταλήγω ότι το αίτημα της υπεράσπισης, για καταστολή της δικαστικής διαδικασίας με ανακοπή ή απόρριψη της δεν μπορεί να έχει επιτυχία και απορρίπτεται καθ΄ότι: (α) το αίτημα υποβλήθηκε πρόωρα και πέραν των δικονομικών θέσμιων, (β) δεν διακρίνω ότι παραβιάστηκαν στη προκείμενη περίπτωση οποιαδήποτε δικαιώματα του κατηγορουμένου ως προς το χρόνο που παρήλθε μέχρι τώρα, και (γ) δεν βρίσκω ότι υπάρχει κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της αστυνομίας με την καταχώρηση τριών χωριστών υποθέσεων. Κρίνω σκόπιμο και κυρίως μετά και από τις παρατηρήσεις που έχω κάμει και πιο πάνω να επαναλάβω τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου (ανωτέρω) στις σελ. 230 και 231) ¨Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές¨. (Υπ.).................................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο