← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρέα Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 238/2006, 2 Ιουλίου, 2007

Αστυνομία ν. Ανδρέα Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 238/2006, 2 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 238/2006 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Ανδρέα Αναστασίου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 2 Ιουλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Α. Λάντος Κατηγορούμενος παρών --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεκαεπτά κατηγορίες οι οποίες αφορούν αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270 (β) του Ποινικού Κώδικα. Πρόκειται για κλοπή διαφόρων ποσών που αντιστοιχούν σε δεκαεπτά συνολικά επιταγές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κάθε κατηγορίας, σε διάφορες ημερομηνίες αρχής γενομένης από την 21.06.1999 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, ενώ ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας ΣΟΔΑΠ, οικειοποιήθηκε διάφορα ποσά που αντιστοιχούσαν σε επιταγές που εξέδιδε το ξενοδοχείο Napia Star όπως ονομαζόταν τότε το ξενοδοχείο Napa Plaza από πώληση οινοπνευματωδών ποτών, για δικό του όφελος αντί να τα παραδίδει στα ταμεία της πιο πάνω εταιρείας. Το συνολικό ποσό των επιταγών αυτών που η τελευταία είχε εκδοθεί στις 23.05.2002 ανέρχεται στις Λ.Κ.13.055,73σ. Δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι οι δεκαεπτά επιταγές (τεκ. 2 (1-17) οι οποίες εκδόθηκαν επ΄ονόματι του κατηγορουμένου εξαργυρώθηκαν από τον ίδιο. Εκείνο που αμφισβητείται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη περίοδο δηλαδή από τότε που εξεδόθη η πρώτη επιταγή μέχρι και την ημερομηνία που εξεδόθη η τελευταία επιταγή είχε την ιδιότητα του αντιπροσώπου της παραπονούμενης εταιρείας ΣΟΔΑΠ και όχι την ιδιότητα του πωλούντα αντιπροσώπου, όπως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Έρεισμα για την πιο πάνω αμφισβήτηση παρέχουν οι διάφορες συμφωνίες που υπέγραψε ή έκαμε ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη εταιρεία κατά καιρούς κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας τους και πως η κάθε πλευρά αντιλαμβανόταν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, στις οποίες θα κάμω αναφορά στη συνέχεια. Επομένως η απόδειξη της σχέσης του κατηγορουμένου με την παραπονούμενη κατά τη επίδικη περίοδο είναι το πρώτο και κύριο θέμα το οποίο καλείται το δικαστήριο να απαντήσει και από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό θα εξαρτηθεί και η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών εκ μέρους επτά μαρτύρων κατηγορίας (M.K.). Ο Αστ. 3488 Μ. Χρίστου (Μ.Κ.1), ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης μετά από καταγγελία που έγινε από τον Πάμπο Μιλτιάδους, οικονομικό διευθυντή της εταιρείας ΣΟΔΑΠ. Ο κατηγορούμενος από τον οποίο έλαβε θεληματική κατάθεση (τεκ. 3) παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων δίδοντας λεπτομέρειες για το πως ενήργησε. Με βάσει την κατάθεση του Μιλτιάδους και την παραδοχή που έκαμνε ο κατηγορούμενος στη θεληματική του κατάθεση, τον κατηγόρησε την ίδια ημέρα δηλαδή στις 13.06.2005 και ο κατηγορούμενος απάντησε ¨παραδέχομαι, ζητώ συγνώμη και θα προσπαθήσω να εξοφλήσω τα χρήματα αυτά¨. Ο Πάμπος Μιλτιάδους (Μ.Κ.2) είχε δώσει στον ανακριτή της υπόθεσης τη πρώτη σελίδα του συμβολαίου που κατ΄ ισχυρισμό του υπέγραψαν ο κατηγορούμενος με την παραπονούμενη η οποία τιτλοφορείται ως ¨Συμφωνία Διορισμού Αντιπροσώπου και Διανομέα¨ και η οποία φέρει ημερομηνία 25.05.2000 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο για Αναγνώριση Α΄, όπως και έμεινε μέχρι το τέλος της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Ο Μ.Κ. 1 κατά τη διεξαγωγή της έρευνας του δεν είχε υπόψη του το συμβόλαιο μεταξύ των ίδιων προσώπων που είχε υπογραφεί στις 12.05.1997 και το οποίο σημειώθηκε ως τεκ.

  1. Στη 2η παράγραφο του εγγράφου αυτού η ιδιότητα του κατηγορουμένου προσδιορίζεται ως ¨πωλών αντιπρόσωπος¨ και όχι ως ¨αντιπρόσωπος¨. Εκείνο το οποίο του είχε πει ο Μιλτιάδους στις 9.11.2004 που τον επισκέφτηκε στο γραφείο του στο ΤΑΕ Αμμοχώστου ήταν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας του με το ξενοδοχείο Napia Star παρουσίαζε μεγάλο υπόλοιπο και επίσης του είχε δώσει κάποιες επιστολές του κατηγορουμένου, από αλληλογραφία που είχαν με αυτόν όταν διαπραγματεύονταν μαζί του για την αποπληρωμή των ποσών των επιταγών. Είχε προβεί σε έρευνες οι οποίες διήρκεσαν περί τους έξι μήνες και στη συνέχεια κάλεσε τον κατηγορούμενο στο σταθμό. Δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος είχε υπόψη του κατ΄ εκείνη τη περίοδο εάν διεξαγόταν οποιαδήποτε έρευνα εκ μέρους της αστυνομίας εναντίον του. Από ότι του είχε πει ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει τη συνεργασία του με την παραπονούμενη όταν είχε ανακαλυφθεί η πιο πάνω διαφορά το
  2. Ανεξάρτητα εάν υπήρχε εγγυητική την οποία εισέπραξε η παραπονούμενη, τα αδικήματα κατά την άποψη του είχαν διαπραχθεί. Δεν είχε δει ή είχε στα χέρια του τιμολόγια ούτε και τις παραγγελίες που γίνονταν σε σχέση με τις πωλήσεις. Η καταγγελία της παραπονούμενης αφορούσε μόνο το συγκεκριμένο ξενοδοχείο και όχι και άλλους πελάτες που προμήθευε με προϊόντα της ο κατηγορούμενος, έτσι η έρευνα του περιορίστηκε στις δοσοληψίες της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου με το Napia Star. Δεν είχε επισκεφθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας του την αποθήκη που διατηρούσε ο κατηγορούμενος. Οι επιταγές εκδίδονταν επ΄ονόματι του κατηγορούμενου όταν το είχε ζητήσει ο ίδιος από ότι είχε καταθέσει ο αρχιλογιστής του ξενοδοχείου και δεν είχε ρωτήσει σχετικά την παραπονούμενη. Για τα προϊόντα που παραδίδονταν στον κατηγορούμενο χρεωνόταν η αποθήκη του κατηγορούμενου. Ο Πάμπος Μιλτιάδους οικονομικός διευθυντής της εταιρείας ΣΟΔΑΠ κατέθεσε ως Μ.Κ.
  3. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως τεκ. 6 και σε αυτή περιγράφει πως προέκυψε η διαφορά με τον κατηγορούμενο. Περιγράφει και τον τρόπο που ενεργούσε ο κατηγορούμενος όταν πωλούσε προϊόντα της εταιρείας του, το πως αυτή ενημερωνόταν και πως γίνονταν οι πληρωμές και την ιδιότητα του ως συνεργάτη της εταιρείας τους, ο οποίος λάμβανε ποσοστό επί των πωλήσεων. Κατέθεσε ως τεκ. 7 τις καταστάσεις λογαριασμού με το ξενοδοχείο Napia Star για τις χρονιές 2000,2001 και
  4. Τις επιταγές του τεκ. 2 δεν τις είχε ξαναδεί. Κατάθεσε ως τεκ. 8,9,10 και 11 επιστολές που απέστειλε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη κατά τον χρόνο αμέσως μετά που είχαν αποκαλυφθεί οι ενέργειες του και αφορούσαν την διευθέτηση της επίδικης διαφοράς. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η συνεργασία τους με τον κατηγορούμενο είχε αρχίσει από το 1997 και αυτή δεν είχε πάντοτε την ίδια μορφή. Η συνεργασία τους είχε ξεκινήσει με τη μορφή του ¨πωλούντος αντιπροσώπου¨ η οποία σήμαινε ότι ο κατηγορούμενος αγόραζε από αυτούς τα προϊόντα και στη συνέχεια τα πωλούσε ο ίδιος. Η συμφωνία αυτή είχε διαρκέσει από το 1997 μέχρι τον Μάιο του
  5. Στις 12.05.1997 είχε υπογραφεί το συμβόλαιο που καθιέρωσε την πιο πάνω σχέση το οποίο σημειώθηκε ως τεκ.
  6. Για την πιο πάνω συνεργασία τους τηρούνταν καταστάσεις. Μετά τον Μάιο του 1999 ο κατηγορούμενος έπαιρνε ποσοστό 14% επί των πωλήσεων. Ο λογαριασμός που τηρούσαν χρεωνόταν και πιστωνόταν ανάλογα. Σημαντικό σημείο της μαρτυρίας του μάρτυρος αυτού ήταν η αναφορά του στο άνοιγμα και την έναρξη του λογαριασμού τον οποίο παρουσίασε και ο οποίος στις 3.01.2000 παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.4.497,30 ποσό που αφορούσε υπόλοιπο από την προγενέστερη τους συνεργασία. Είχε γίνει αλλαγή του τρόπου συνεργασίας τους και στις 3.01.2000 είχε πλέον ο κατηγορούμενος το καθεστώς του ¨πωλούντος αντιπροσώπου¨ και αυτή η ιδιότητα είχε ξεκινήσει προφορικά από τον Μάιο του
  7. Ο κατηγορούμενος είχε εξουσιοδότηση να πωλεί επί πιστώσει εάν όμως δεν μπορούσε ο πελάτης να ανταποκριθεί και να πληρώσει, τότε υπόλογος θα ήταν ο κατηγορούμενος. Επιθυμία της εταιρείας ήταν να έχει αυτός την ευθύνη για να κάμνει και τις εισπράξεις. Η διαφορά με το Napia Star είχε διαπιστωθεί το καλοκαίρι του
  8. Η ευθύνη της εταιρείας σε σχέση με τα εμπορεύματα ήταν μέχρι να παραδοθούν στην αποθήκη του κατηγορούμενου και από κει και πέρα μέχρι την παράδοση τους στους πελάτες ήταν δική του ευθύνη. Όταν είχε ξεκινήσει η συνεργασία τους με τον κατηγορούμενο είχαν εξασφαλίσει εγγυητική, η οποία έληγε την 31.12.2001 και η οποία έληξε χωρίς να εισπραχθεί. Είχε όμως εισπραχθεί αργότερα άλλη εγγυητική που είχε δώσει ο κατηγορούμενος την 1.01.
  9. Είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις με τον κατηγορούμενο με σκοπό τη διευθέτηση του ποσού που όφειλε στην εταιρεία για να μη καταγγελθεί η υπόθεση στην αστυνομία και προς τούτο τους είχε στείλει τις επιστολές τεκμήρια 8 -
  10. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν με υπόδειξη τους που έστειλε τις πιο πάνω επιστολές ο κατηγορούμενος και επανέλαβε ότι εξόδευσαν πολύ χρόνο μέχρις ότου αποφασίσουν να τον καταγγείλουν στην αστυνομία. Το τεκ. 13 το οποίο είναι η συμφωνία με ημερομηνία 25.05.2000 η οποία ίσχυε όταν προέκυψε η διαφορά φέρει μόνο την μονογραφή του κατηγορούμενου. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει στο δικαστήριο τα δύο άλλα αντίγραφα των συμφωνιών τα οποία όπως ισχυρίστηκε υπήρχαν κάπου, όμως δεν τα είχε βρει κατά την έρευνα που έκαμε. Η συμφωνία αυτή είχε τερματιστεί στις 18.07.2002 όταν είχαν αποκαλυφθεί οι πράξεις του κατηγορούμενου. Τον ίδιο μήνα ο κατηγορούμενος παρέδωσε την αποθήκη. Το καθεστώς του κατηγορουμένου είχε αλλάξει τον Μάιο του
  11. Όταν άρχισε η συνεργασία τους με τη νέα της μορφή ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.9.370= ποσό το οποίο είχε μεταφερθεί από την προηγούμενη τους συνεργασία και το οποίο στην ουσία αφορούσε χρέος του πατέρα του κατηγορούμενου προς την εταιρεία το οποίο είχε αναλάβει να εξοφλήσει ο κατηγορούμενος. Αυτός ο λογαριασμός όταν τερματίστηκε η συνεργασία τους με τον κατηγορούμενο παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ. 3.108,28σ. και εξοφλήθηκε από την εγγυητική του κατηγορούμενου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στις 30.05.1999 όφειλε στην εταιρεία τους το ποσό των Λ.Κ.17.599,89σ. Εξήγησε στη συνέχεια τους διάφορους λογαριασμούς που τηρούσε ο κατηγορούμενος με την εταιρεία του επεξηγώντας τον κάθε ένα από αυτούς, αντίγραφα τους κατατέθηκαν ως τεκ. 14,15,16 και
  12. Ως τεκ. 18 και 19 παρουσιάστηκαν καταστάσεις με όλες τις δοσοληψίες του κατηγορούμενου με την εταιρεία του όπου εμφαίνονται και οι προμήθειες που λάμβανε και έκαμε αναφορά στο τι παρουσίαζαν ο καθένας από αυτούς τους λογαριασμούς όταν είχε τερματισθεί η συνεργασία τους. Όταν το 1999 είχε αλλάξει το καθεστώς συνεργασίας τους ο κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα που είχε για την είσπραξη οφειλών από τους πελάτες τους στην εταιρεία και το ποσό που εισπράχθηκε από αυτόν τον διακανονισμό πιστώθηκε στο λογαριασμό του (τεκ. 20,21). Κατέθεσε ως τεκ. 22 πιστωτική σημείωση για την προμήθεια που καταβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Η διαφορά με το Napia Star προερχόταν από την μη πληρωμή των επιταγών τις οποίες θα έπρεπε να καταθέτει στην εταιρεία για να πιστωθεί η μερίδα του. Το Napia Star πλήρωσε τις οφειλές του με τις επιταγές αυτές στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν τις κατέβαλε με τη σειρά του στην παραπονούμενη εταιρεία όπως όφειλε και έτσι αυτός, κατά την άποψη του, έκλεψε την εταιρεία με το ποσό που αντιστοιχεί στις επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες. Ο Ιωάννης Χ¨Γιώργης (Μ.Κ.3) της Τράπεζας Κύπρου στη Δερύνεια, ο Μάρκος Κουμής (Μ.Κ.4) της Universal Bank και ο Κυριάκος Κούρμουζος της Τράπεζας Κύπρου στην Αγία Νάπα έκαμαν αναφορά στην εξαργύρωση των επιταγών τεκ. 2 (1-17). Για τον ίδιο σκοπό δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η κατάθεση του Θεόδουλου Θεοδούλου τεκ. 30 για την εξαργύρωση κάποιων επιταγών του τεκ.
  13. Ο Μ.Κ. 5 Γιώργος Γιατρού που ήταν ο λογιστής του Ξενοδοχείου Napia Star εξήγησε πως προέκυψε η διαφορά με την ΣΟΔΑΠ. Σε κάποιο στάδιο της συνεργασίας τους, ο κατηγορούμενος του είχε πει να βγαίνουν οι επιταγές επ΄ονόματι του προσωπικά και ότι προς τούτο θα τους παρουσίαζε κάποιο έγγραφο από τη ΣΟΔΑΠ, όμως κάτι τέτοιο δεν είχε κάμει. Ο Πέτρος Σιάκκας ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Κ.7 ανέφερε ότι εργαζόταν στο λογιστήριο σαν αρχιλογιστής του ξενοδοχείου Napia Star και αναγνώρισε τις επιταγές του τεκ.
  14. Κατέθεσε ως τεκ. 28 κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν με τον κατηγορούμενο για προϊόντα που τους προμήθευε. Αναφέρθηκε στους διάφορους τρόπους με τους οποίους συναλλάσσονταν με την εταιρεία ΣΟΔΑΠ στην μακρόχρονη συνεργασία τους όπου κάποτε οι επιταγές εκδίδονταν επ΄ονόματι της ίδιας της εταιρείας και κάποτε επ΄ ονόματι του κατηγορούμενου. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος τους είχε πει ότι έκαμε ξανά συμφωνία με την ΣΟΔΑΠ και τους ζήτησε να εκδίδουν τις επιταγές επ΄ ονόματι του, αυτό έγινε μέχρι που αποκαλύφθηκε κάποια ατασθαλία, όπως την χαρακτήρισε, για την οποία είχε πληροφορηθεί από την ΣΟΔΑΠ. Για όλες τις επιταγές που είχαν πληρώσει είχαν πάρει αντίστοιχα εμπορεύματα τα οποία τα προμηθεύτηκαν από τον κατηγορούμενο και όχι απευθείας από την ΣΟΔΑΠ. Το ποσό των επιταγών τεκ. 2 (1-17) μετά την αποκάλυψη της ατασθαλίας δεν το κατέβαλαν στην ΣΟΔΑΠ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμιά από τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί βασικά συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όπως και ότι η μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή είναι αντινομική. Αναφέρθηκε εκτεταμένα στη μαρτυρία που δόθηκε προφορικά αλλά και την έγγραφη η οποία καταδεικνύει τον ισχυρισμό του για τι μη απόδειξη των κατηγοριών. Φάνηκε από τη μαρτυρία ότι εγγυητική που κάλυπτε τον κατηγορούμενο έναντι της παραπονούμενης έχει εξαργυρωθεί προς κάλυψη των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν στις μεταξύ τους σχέσεις και συγκεκριμένα για την κάλυψη προγενέστερου χρέους το οποίο είχε αναλάβει να αποπληρώσει ο κατηγορούμενος και όχι με την κάλυψη των επιταγών που είχαν εκδοθεί από το Napia Star, διαφορά η οποία είναι και η μόνη που προκύπτει από τις κατηγορίες. Πρόκειται στην ουσία για αστική διαφορά μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης και όχι ποινική. Δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος με βάση τα άρθρα 255

(1)και 270(β) του Ποινικού Κώδικα καθώς δεν αποδείχθηκε στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις η σχέση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη αλλά και του ίδιου κατηγορούμενου με το Napia Star. Οι δοσοληψίες γενικά με το εν λόγω ξενοδοχείο και τα ονόματα που κατά καιρούς αυτό εξέδιδε τις επιταγές φανερώνουν μια ζοφερή σχέση μεταξύ των τριών στην ουσία συναλλασσομένων. ´Oλες οι περιβάλλουσες περιστάσεις της υπόθεσης, οι σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί με τη συμφωνία της 12.5.97, η μη απόδειξη της ύπαρξης της συμφωνίας της 25.5.00 οδηγούν στο συμπέρασμα της μη απόδειξης των κατηγοριών. Ο κ. Παπανικολάου στη δική του εισήγηση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος με την αλληλογραφία η οποία προηγήθηκε της καταγγελίας στην Αστυνομία παραδεχόταν τη διάπραξη των αδικημάτων όπως και με την κατάθεση του στην Αστυνομία και ακολούθως στη γραπτή έκθεση των κατηγοριών. Ο κατηγορούμενος όφειλε να είχε επιστρέψει τα χρήματα των επιταγών που αφορούν οι κατηγορίες στην παραπονούμενη τα οποία όμως με δόλιο τρόπο τα καταχράστηκε και ακολούθως τα οικειοποιήθηκε. Εισηγήθηκε ότι δεν πρόκειται περί αστικής διαφοράς αλλά καλύπτεται από το άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν αυτό το στάδιο της υπόθεσης, εάν δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εκ πρώτης όψεως είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ. 9. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο δικαστής όπως ήταν τότε κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 αναφέρθηκε ότι: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη και δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ...... η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη." Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο δικαστήριο λογική αμφιβολία, το δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ: Το Άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 δίδει τον ορισμό της κλοπής. Το Άρθρο 270 (β) του ίδιου νόμου προνοεί τα ακόλουθα:¨Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων¨. Σύμφωνα με το άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149:¨Αντιπρόσωπος¨ είναι ο προσλαμβανόμενος προς τέλεσιν πράξεως διά λογαριασμόν ετέρου ή προς αντιπροσώπευσιν ετέρου εις συναλλαγάς μετά τρίτων. Το πρόσωπον διά λογαριασμόν ούτινος τελείται η τοιαύτη πράξις, ή όπερ ούτω αντιπροσωπεύεται, καλείται ¨αντιπροσωπευόμενος¨. Σχετικά επίσης είναι τα άρθρα 171 και 175 του πιο πάνω νόμου τα οποία θα παραθέσω πιο κάτω: Άρθρο 171: ¨Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγη τας εργασίας του αντιπροσωπευόμενου κατά τας οδηγίας αυτού, ή ελλείψει τοιούτων, κατά τα συναλλακτικά ήθη τα κρατούντα περί τας εργασίας του αυτού είδους, εν τω τόπω ένθα ο αντιπρόσωπος διεξάγει τας τοιαύτας εργασίας. Αντιπρόσωπος ενεργών κατά παράβασιν των ανωτέρω οφείλει, εάν μεν ανακύψει ζημία, να ανορθώση τοιαύτην είς τον αντιπροσωπευόμενον, εάν δε απορρεύσει κέρδος να λογοδοτήση διά τούτο¨. Άρθρο 175: ¨Εάν ο αντιπρόσωπος εν τη διεξαγωγή των εργασιών της αντιπροσωπείας συναλλάττηται δι΄ίδιον λογαριασμόν, άνευ της προηγούμενης επί τούτω συναινέσως του αντιπροσωπευόμενου και χωρίς να καταστήσει αυτώ γνωστάς απάσας τας ουσιώδεις περιστάσεις αίτινες ήθελον περιέλεθει εις γνώσιν του ιδίου επί της υποθέσεως, ο αντιπροσωπευόμενος δύναται να καταγγείλη την συναλλαγήν, εάν καταστή δήλον είτε ότι ο αντιπρόσωπος ανεντίμως απέκρυψεν εξ αυτού οιονδήποτε ουσιώδες γεγονός, είτε ότι αι συναλλαγαί του αντιπροσώπου απέβησαν επιζήμιοι δι΄αυτόν¨. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προέκυψε από τη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι η συνεργασία του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη άρχισε με την γραπτή συμφωνία με ημερομηνία 12.05.97 (τεκ.12) η οποία όριζε τον κατηγορούμενο ως πωλών αντιπρόσωπο της παραπονούμενης. Κατά την έναρξη της συνεργασίας τους με τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε προηγούμενο χρέος που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του με την παραπονούμενη. Το υπόλοιπο του χρέους αυτού, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2, εξοφλήθηκε μετά που προέκυψε η διαφορά τους με τον κατηγορούμενο από την εγγυητική που αυτός παρέσχε στην παραπονούμενη για τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Κατ΄ ισχυρισμό του Μ.Κ.2 υπήρξε μια δεύτερη γραπτή συμφωνία η οποία φέρει ημερομηνία 25.5.00 (τεκ.13). Σε αυτή είχε βασιστεί μεταξύ άλλων ο Μ.Κ.1 για να αποφασίσει ότι έπρεπε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για τα υπό αναφορά αδικήματα. Του είχε δοθεί από τον οικονομικό διευθυντή της παραπονούμενης (Μ.Κ.2) αντίγραφο της πρώτης σελίδας, αυτής της κατ΄ ισχυρισμό δεύτερης γραπτής συμφωνίας, η οποία φέρει κάποια αρχικά τα οποία ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ήταν του κατηγορούμενου. Αυτή η συμφωνία σύμφωνα με τους πιο πάνω μάρτυρες διαφοροποιούσε τη σχέση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη και τον όριζε απλά ως αντιπρόσωπο της. Πρόκειται όμως για μια κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία, η οποία όπως και να ειδωθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη συμφωνία, τουλάχιστον όπως αυτή παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον αυτή φέρει μόνο τα αρχικά, όπως ανέφερα, του κατηγορουμένου χωρίς καμιά άλλη υπογραφή. Δεν δόθηκε καμιά επαρκής εξήγηση που είναι το πρωτότυπο αυτής της συμφωνίας και αν πράγματι είχε υπογραφεί κανονικά και δέσμευε τους δύο συμβαλλόμενους. Βέβαια όπως προέκυψε από την μαρτυρία του Μ.Κ.2, υπήρξαν κατά καιρούς διάφορες άλλες συμφωνίες μεταξύ τους και πότε ίσχυε το ένα καθεστώς και διαφορετική ρύθμιση και πότε άλλο με διαφορετική ρύθμιση ως προς τη σχέση συνεργασίας τους. Αν υπήρξαν άλλες προφορικές συμφωνίες μεταξύ των δύο μερών, πράγμα για το οποίο δεν έχει καταδειχθεί με σαφή μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου και πάλιν αυτές δεν ενέχουν οποιαδήποτε σημασία. Ο χειρισμός γενικά της υπόθεσης της έκδοσης των επιταγών που αφορούν το κατηγορητήριο και στη συνέχεια της εξαργύρωσης αυτών των επιταγών οι οποίες είχαν εκδοθεί επ΄όνόματι του κατηγορούμενου από το ξενοδοχείο Napia Star και εξαργυρώθηκαν από αυτόν, η εξαργύρωση της εγγυητικής και η χρησιμοποίηση των χρημάτων που προήλθαν από αυτή προς εξόφληση του προγενέστερου χρέους που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος και για το οποίο είχε συμφωνηθεί ο τρόπος εξόφλησης του, κρίνω ότι προκάλεσαν περαιτέρω σύγχυση σε βαθμό που να μη μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Στη συνέχεια, μετά που αποκαλύφθηκε η ύπαρξη κάποιας οικονομικής διαφοράς, επακολούθησαν μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου διαπραγματεύσεις οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να σταλούν επιστολές εκ μέρους του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη (τεκ.8-11). Ο πιο πάνω χειρισμός της υπόθεσης εκ μέρους της παραπονούμενης δεν αφήνει αμφιβολία στο μυαλό του δικαστηρίου ότι η όλη διαφορά μεταξύ τους είναι μια αστική διαφορά την οποία προσπάθησαν να επιλύσουν αρχικά με μεταξύ τους διαπραγματεύσεις και όταν είδαν ότι θα έπαιρνε χρόνο η διευθέτηση της, σκέφτηκαν να κάμουν καταγγελία στην αστυνομία για διάπραξη των υπό αναφορά αδικημάτων εκ μέρους του κατηγορούμενου. Η κατάληξη μου αυτή πηγάζει από όλα τα πιο πάνω τα οποία παρουσιάζουν μια ασαφή σχέση μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου αλλά και μεταξύ του κατηγορούμενου και του ξενοδοχείου Napia Star το οποίο επίσης εμπλέκεται κατά κάποιο τρόπο στη σχέση που δημιουργήθηκε. Αυτά παρόλη την παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες σύμφωνα με την κατάθεση του και την απάντηση που έδωσε όταν του εξετέθησαν γραπτώς οι κατηγορίες (τεκ. 3 και 4). Πρόκειται όμως για παραδοχή και αναγνώριση της οικονομικής διαφοράς που προέκυπτε από τις μεταξύ τους σχέσεις και δοσοληψίες, την οποία δεν αρνήθηκε ούτε στις επιστολές του προς την παραπονούμενη αλλά ούτε και αργότερα ήταν τέτοια η θέση της Υπεράσπισης. Η σχέση που δημιούργησε η συμφωνία του 1997 (τεκ. 12), η οποία είναι η μόνη σχέση που αποδείχθηκε τελικά με παραδεκτή μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, δεν δημιουργούσε την σχέση του αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και δικαιώματα όπως καθορίζονται στο νόμο. Η σχέση του ¨πωλούντα αντιπροσώπου¨ όπως αυτή ονομάζεται και ρυθμίζεται στη συμφωνία του 1997 πόρρω απέχει από τη σχέση ενός αντιπροσώπου όπως αυτή την ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή. Δεν μου διαφεύγει ότι η αντεξέταση του Μ.Κ.2 είχε διακοπεί με σκοπό να μπορέσει αυτός να προσκομίσει ενώπιον του δικαστηρίου την συμφωνία που ισχυριζόταν ότι δέσμευε τον κατηγορούμενο και την εταιρεία που εκπροσωπούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Η εξήγηση που έδωσε όταν επανήλθε σε μερικές ημέρες και δεν την έφερε, ότι ερεύνησε τάχα και δεν την βρήκε, αλλά αό την άλλη γνώριζε ότι κάπου υπήρχε, δεν αποδεικνύει και ο,τιδήποτε σε μια ποινική υπόθεση. Έχοντας επιπλέον υπόψη τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία μας όταν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί μια κατηγορία εκ πρώτης όψεως, τις οποίες παρέθεσα πιο πάνω, εξετάζοντας την μαρτυρία αντικειμενικά και ειδικά το μέρος της που αφορά τη σχέση συνεργασίας της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο η οποία δεν έχει καταδειχθεί με σαφή μαρτυρία, όπως απαιτείται για την απόδειξη των αδικημάτων σε ποινικές υποθέσεις και εφόσον τέτοια σχέση δεν έχει αποδειχθεί με σαφήνεια όπως επιβάλλεται, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε καθίσταται ταυτόχρονα και αντινομική. Περαιτέρω η ρύθμιση των υποχρεώσεων του ¨πωλούντα αντιπροσώπου¨ στη συμφωνία του 1997 προσδίδει μια διαφορετική διάσταση στις σχέσεις και στις υποχρεώσεις του κατηγορουμένου ως αντιπροσώπου καθοριστική κατά την άποψη μου στην όλη υπόθεση. Η διαφορά αυτή εξηγήθηκε από τον Μ.Κ.2, απλή ανάγνωση των όρων της συμφωνίας αυτής καταδεικνύει αυτή τη διαφορετικότητα της, η οποία, κατά την άποψη μου, επαναλαμβάνω, δεν δημιουργεί σχέση αντιπροσώπευσης υπό την έννοια των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων. Στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι΄ αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη¨ Ακόμα στην υπόθεση Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα. Ως εκ τούτου η υπόθεση απορρίπτεται από αυτό το στάδιο και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες λόγω μη απόδειξης συστατικού στοιχείου των αδικημάτων και λόγω ανεπαρκούς ή μη σαφούς μαρτυρίας σε βαθμό που αυτή να έχει καταστεί αντινομική. (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.