← Κύπρος

Αστυνομία ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 839/2005, 5 Ιουλίου, 2007

Αστυνομία ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 839/2005, 5 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 839/2005 Α σ τ υ ν ο μ ί α - ν - Χαράλαμπου Χαραλάμπους Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 5 Ιουλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ.Ανδρέου στην εκφώνηση της απόφασης κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 6.04.2004 και 15.04.2004, συμπεριλαμβανομένων αμφοτέρων των ημερομηνιών, σε ημερομηνία άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, έκλεψε 1500 κυβικά μέτρα από αλεσμένα υλικά όπως τσιμεντένιες πλάκες, πέτρες και χαβάρα, συνολικής αξίας Λ.Κ.2.250, ιδιοκτησία του Θεοφάνη Καζάκου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας εκ μέρους επτά μαρτύρων κατηγορίας (M.K.). Ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα (Μ.Υ.1). Κατατέθηκαν δώδεκα συνολικά τεκμήρια τα πλείστα από τα οποία αφορούν καταθέσεις των εμπλεκομένων στην υπόθεση και διάφορες φωτογραφίες σκηνών. Προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι υπάρχουν δύο αντίθετες εκδοχές σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος. Η μια προερχόμενη από την παραπονούμενη μέσω του διευθυντή της (Μ.Κ.2) και η άλλη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Αυτή του παραπονούμενου υποστηρίζει ότι σε χώρο παρά τη αερογέφυρα της Αγίας Βαρβάρας πριν την είσοδο στην Αγία Νάπα είχε τοποθετήσει δικά του υλικά και χώματα αξίας Λ.Κ.2.250= τα οποία ο κατηγορούμενος του τα έκλεψε αφού τα επεξεργάστηκε με σπαστήρα. Αντίθετα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη του αδικήματος της κλοπής τέτοιων υλικών από τον παραπονούμενο. Δεν αρνήθηκε ότι σε παρακείμενο χώρο από αυτό που χρησιμοποίησε ο ίδιος υπήρχαν παλαιότερα κάποια χώματα και υλικά του παραπονούμενου, τα οποία όμως τα είχε μετακινήσει ο ίδιος σε άλλο χώρο πριν εναποθέσει τα δικά του σε παρακείμενο χώρο και δεν είχαν παραμείνει παρά κάποια υπολείμματα τους και όχι μεγάλες ποσότητες, τα οποία εξακολουθούσαν και ήταν εκεί όταν διερευνούσε η αστυνομία την υπόθεση και τα υπέδειξε σε αστυνομικό. Προς υποστήριξη της εκδοχής της παραπονούμενης Theo Kazakos Ltd κατέθεσε ο διευθυντής της Θεοφάνης Καζάκος (Μ.Κ.2) ο οποίος υποστήριξε όσα είχε καταθέσει και στη γραπτή του κατάθεση (τεκ. 2) στις 14.04.2004 με την οποία είχε καταγγείλει τον κατηγορούμενο για την κλοπή της μισής περίπου ποσότητας των υλικών που είχε μεταφέρει στο χώρο εκείνο την οποία υπολόγισε σε 1.500 κυβικά τα οποία όπως ήταν ακατέργαστα είχαν αξία Λ.Κ.2.250=. Έκαμνε συνεχείς καταγγελίες στην αστυνομία από τις 2.04.2004 όταν αντιλήφθηκε την κλοπή των υλικών του από τον κατηγορούμενο και όταν αυτός είχε αρχίσει την επεξεργασία των υλικών και την απομάκρυνση τους μέχρι που πήγε επί τόπου η αστυνομία. Στη συνέχεια και ενώ είχε καταγγείλει στην αστυνομία την κλοπή των υλικών του και έπαιρνε διαβεβαιώσεις από την αστυνομία ότι θα τον ειδοποιούσαν για να πάει να πάρει τα υπόλοιπα από τα υλικά του, αυτό δεν έγινε, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απομακρύνει κλέβοντας όλα τα υλικά του από τη περιοχή και αυτά δηλαδή που είχαν απομείνει μετά την καταγγελία. Δεν υπέβαλε άλλο παράπονο για κλοπή και της υπόλοιπης ποσότητας εφόσον ήδη είχε καταγγείλει στην αστυνομία την κλοπή των 1.500 κυβικών. Η αξία του ακατέργαστου υλικού είναι Λ.Κ.1,50σ. για κάθε κυβικό μέτρο. Ο παραπονούμενος, ανέφερε, είχε και αυτός υλικά στη περιοχή αλλά ευρίσκονταν περί τα 300-400 μέτρα μακριά. Το ότι εκεί μετέφερε υλικά η πιο πάνω παραπονούμενη εταιρεία το επιβεβαίωσε και ο Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1) ο οποίος ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην εταιρεία Medcon η οποία είχε αναλάβει την αναβάθμιση του αυτοκινητόδρομου Ξυλοφάγου - Αγίας Νάπας. Προφορικά είχαν συμφωνήσει με την εταιρεία του παραπονούμενου (Theo Kazakos Ltd) να παίρνει και απομακρύνει από το εργοτάξιο τους με τα φορτηγά της χώματα, τσιμεντόπλακες, πέτρες και άλλα υλικά τα οποία θα τα χρησιμοποιούσε η ίδια μετά από την επεξεργασία τους χωρίς καμιά άλλη μεταξύ τους οικονομική υποχρέωση. Με τον κατηγορούμενο δεν είχαν κάμει ποτέ παρόμοια συμφωνία. Η εταιρεία αυτή είχε μεταφέρει τότε περίπου 3.000 κυβικά μέτρα τέτοιων υλικών και από ότι ήξερε τα μετέφερε σε χώρο δεξιά της αερογέφυρας Αγίας Βαρβάρας, χώρο τον οποίο αναγνώρισε στη φ. τεκ.
  2. Η μαρτυρία του Αστ. 4138 Σ. Κωνσταντίνου (Μ.Κ.4) που αφορούσε την κατάθεση φωτογραφιών, απλώς πρόσφερε μια οπτική εικόνα του χώρου από όπου ο κατηγορούμενος μετέφερε επεξεργασμένα υλικά σε κάποιο άλλο χώρο. Ο ρόλος του απλώς περιορίστηκε στην λήψη των εννέα φωτογραφιών του τεκ.
  3. Όταν αναφερόταν σε ¨υπόθεση κλοπής χώματος¨ στη κατάθεση του αυτό το είχε ακούσει από συνάδελφο του και δεν είχε δική του γνώση για τα γεγονότα. Οι Μ.Κ. 5 Χρ. Ψαρούδης και 6 Α. Σοπαχίδης ήταν αντίστοιχα ο ιδιοκτήτης και ο χειριστής (υπάλληλος του πρώτου) του σπαστήρα τον οποίο χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για την επεξεργασία των υλικών τα οποία μετέφερε από άλλους χώρους παρά την αερογέφυρα της Αγίας Βαρβάρας στην Αγία Νάπα. Οι ίδιοι είχαν πάρει οδηγίες από τον κατηγορούμενο και δεν γνώριζαν σε ποιον ανήκαν τα υλικά. Ο Μ.Υ.1 Γεώργιος Μαλαός κατέθεσε και αυτός τη γνώση του σε σχέση με τη παραλαβή και μεταφορά κατά τον επίδικο χρόνο υλικών από εργοτάξιο της εταιρείας η οποία τον εργοδοτούσε. Επρόκειτο για μεγάλες πέτρες οι οποίες ήταν αναγκαίο να αφαιρεθούν και να μεταφερθούν σε άλλο χώρο για σκοπούς ελέγχου του εδάφους στο οποίο θα ανήγειρε η εταιρεία όπου εργαζόταν οικοδομές. Ο χώρος όπου τα μετέφερε ο κατηγορούμενος αυτά τα υλικά ήταν παρά την αερογέφυρα της Αγίας Βαρβάρας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον ίδιο τον κατηγορούμενο και τον μάρτυρα που κάλεσε αυτός να καταθέτουν ενόρκως από τον εδώλιο του μάρτυρος. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Κακουρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165επ.). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά. (ανωτέρω). Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις όπου υπήρξαν ή αδυναμίες που παρουσίασε η μαρτυρία που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 επ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος, η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της. Η παρούσα υπόθεση είναι μια κλασσική υπόθεση της οποίας η διερεύνηση της από την αστυνομία έγινε κατά τρόπο εντελώς ερασιτεχνικό και κατά τρόπο ασυντόνιστο και χωρίς να λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους που αφορούσαν την υπόθεση και τις δύο εκδοχές που προβάλλονταν από τους εμπλεκόμενους. Η καταγγελία της κλοπής χωματουργικών υλικών εκ μέρους του παραπονούμενου προσώπου εκλήφθηκε ως δεδομένη και προς τούτο υπήρξε και η σχετική κατηγορία. Για ακόμα μια φορά θα πρέπει να επισημάνω ότι η αστυνομία οφείλει, όταν έχει καταγγελίες από πολίτες και οι οποίες αγγίζουν θέματα ιδιωτικών διαφορών, να επιδεικνύει μεγαλύτερη προσοχή κατά τη διερεύνηση τους. Στη παρούσα υπόθεση φάνηκε από τη μαρτυρία των αστυνομικών (Μ.Κ.3,4 και 7) ότι εξέλαβαν ως δεδομένα τα όσα κατήγγειλε ο διευθυντής της παραπονούμενης στην αστυνομία και δεν προχώρησαν να διερευνήσουν και τους ισχυρισμούς του ίδιου του κατηγορούμενου. Τα υπόλοιπα πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις δεν είχαν να προσθέσουν οτιδήποτε επί της ουσίας της διαφοράς έτσι ώστε να ριχθεί φως στο επίμαχο σημείο που ήταν η ιδιοκτησία των διαφιλονικούμενων υλικών τα οποία φάνηκε από τις καταθέσεις του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου ότι τα διεκδικούσαν και οι δύο κατ΄ ισχυρισμό τους δικαιωματικά. Το γιατί αναγκάστηκα να κάμω το πιο πάνω σχόλιο καταδεικνύεται από τις απαντήσεις που έδιδαν κάθε φορά οι μάρτυρες αστυνομικοί οι οποίοι κατέθεσαν στο δικαστήριο και κυρίως οι Μ.Κ.3 και 7, οι οποίοι όταν τους ετίθετο κάποιο ερώτημα που προέκυπτε σε σχέση με τον χειρισμό εκ μέρους τους της υπόθεσης και τις ενέργειες τους ως εξεταστές των γεγονότων που συνέθεταν την υπόθεση και τα οποία θα έπρεπε με διερευνητικό τρόπο να εξέταζαν έτσι που να εξιχνιαζόταν η καταγγελία για τη κλοπή των υλικών, απλώς ανέφεραν ότι δεν ήταν αυτοί οι εξεταστές της υπόθεσης. Όμως, στο τέλος της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε ως μάρτυρας ο οποίος να είχε τότε αναλάβει την εξέταση της ως ο εξεταστής ή έστω ο συντονιστής εκ μέρους των αστυνομικών και ο οποίος να είχε μια σφαιρική εικόνα για το αδίκημα που τους καταγγέλθηκε. Χαρακτηριστικές ήταν οι απαντήσεις του Μ.Κ.7 κατά την αντεξέταση του ο οποίος είχε αναλάβει τη παρακολούθηση του χώρου για τον οποίο είχε γίνει η καταγγελία όπου σύμφωνα με αυτή ο κατηγορούμενος έκλεβε χώμα. Είχε συλλάβει τον αδελφό του κατηγορούμενου μετά που αυτός φόρτωσε το φορτηγό του με χώμα και απομακρυνόταν από τη περιοχή. Συγκεκριμένα είχε ερωτηθεί εάν όταν ανέλαβε τη παρακολούθηση του χώρου γνώριζε για ποια χώματα αφορούσε η καταγγελία και απάντησε ότι δεν γνώριζε καθώς δεν συνάντησε στη σκηνή τον Μ.Κ.2 για να τον ενημερώσει σχετικά και να του υποδείξει ποια ήταν τα δικά του. Υπέθεσε ότι θα το είχε πει στον εξεταστή της υπόθεσης ο οποίος όμως δεν θυμόταν ποιος ήταν και από τον οποίο δεν είχε τύχει ο ίδιος ιδιαίτερης ενημέρωσης. Δεν θυμόταν αν η καταγγελία αφορούσε χώματα ή πέτρες. Αυτά τα θέματα τα γνώριζε κάποιος από τους συναδέλφους του στον οποίο είχε γίνει καταγγελία, τον οποίο όμως δεν ήξερε. Δεν είχε φροντίσει να πάει ο παραπονούμενος στη περιοχή και να τους υποδείξει επί τόπου εάν τα χώματα που φόρτωσε στο φορτηγό ο αδελφός του κατηγορούμενου Ανδρέας Χαραλάμπους με οδηγίες του, ήταν δικά του. Συνέλαβε όμως τον πιο πάνω αδελφό του κατηγορούμενου χωρίς να γνωρίζει σε ποιον ανήκαν τα χώματα τα οποία φόρτωσε στο φορτηγό του. Ούτε τον κατηγορούμενο δεν είχε καλέσει να πάει στο μέρος για να δώσει κάποια εξήγηση. Τα ίδια προέκυψαν από την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ο οποίος είχε επίσης μεταβεί στη σκηνή μαζί με τον κατηγορούμενο με σκοπό να του υποδείξει την τοποθεσία όσο και άλλες τοποθεσίες από τις οποίες έπαιρνε ή μετέφερε εκεί χώματα ή παρόμοια υλικά και από όπου πήρε αριθμό φωτογραφιών με υπόδειξη του (τεκ. 8). Ούτε και αυτός φρόντισε να φέρει τον παραπονούμενο σε επαφή με τον κατηγορούμενο στη σκηνή και να προσπαθήσει να επιλυθεί η διαφορά επί τόπου ή τουλάχιστον από τα λεγόμενα τους εκεί να προσπαθούσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα έχοντας υπόψη τις απόψεις και των δύο πλευρών. Ο κατηγορούμενος του είχε υποδείξει σημείο όπου υπήρχαν υλικά του παραπονούμενου τα οποία φαίνονται στη φ.
  1. Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος είχε πάρει οδηγίες από κάποιο αρμόδιο του Δήμου Αγίας Νάπας, τον Δημήτρη Πατέρα για να καθαρίσει κάποιο άλλο χώρο, απάντησε ότι δεν γνώριζε εάν αυτό ανταποκρινόταν στην αλήθεια και δεν το διερεύνησε και κατά πόσο πράγματι αυτά τα υλικά μεταφέρονταν από τον κατηγορούμενο στο σημείο παρά την αερογέφυρα της Αγίας Βαρβάρας όπου σκόπευε να τα επεξεργαστεί, καθώς δεν ήταν ούτε και αυτός ο εξεταστής της υπόθεσης. Όταν μετέβη με τον κατηγορούμενο για την υπόδειξη των διαφόρων τοποθεσιών ούτε και τότε ή έστω και αργότερα θεώρησε αναγκαίο να τους φέρει σε επαφή και τους δύο για να ακούσει τις απόψεις τους. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης θα προχωρήσω και θα αξιολογήσω την μαρτυρία εκ μέρους των δύο πρωταγωνιστών στην διαφορά. Ο παραπονούμενος Θεοφάνης Καζάκος (Μ.Κ.2) κατά την άποψη μου άφησε ορισμένα βασικά σημεία αδιευκρίνιστα και σκοτεινά. Το πρώτο αφορά την καθυστέρηση του για δεκατέσσερις ημέρες, όπως ανέφερε, για να δώσει γραπτή κατάθεση και να καταγγείλει επίσημα την κλοπή των υλικών του στην αστυνομία. Είχε αρχίσει τις καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου στην αστυνομία από τις πρώτες ημέρες του Απριλίου του 2004, συγκεκριμένα στις 2.04.2004 όταν αντιλήφθηκε την κλοπή των υλικών του, πήγε όμως στην αστυνομία να δώσει κατάθεση στις 14.04.
  2. Τα όσα ανέφερε καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου σίγουρα δεν μπορούν να αντικρισθούν με σοβαρότητα, ότι τάχα η αστυνομία δεν τις λάμβανε υπόψη τις καταγγελίες του. Το άλλο σημείο είναι ο ισχυρισμός του ότι ανέμενε να τον ειδοποιήσει η αστυνομία πότε θα μετακινούσε τα υλικά τα οποία κατ΄ ισχυρισμό του ήταν δικά του. Πουθενά στις καταθέσεις τους οι αστυνομικοί που αναμίχθηκαν στην υπόθεση δεν αναφέρουν να είχαν κάμει μια τέτοια παρότρυνση προς αυτόν, να αναμένει δηλαδή την δική τους έγκριση για να μετακινήσει κάτι το οποίο ισχυριζόταν ότι του ανήκε. Απέκρυψε ότι είχε μετακινήσει κάποια ποσότητα από αυτά τα υλικά πριν από την επέμβαση του παραπονούμενου στη περιοχή την οποία αποκάλυψε κατά την αντεξέταση του. Επίσης κατά την αντεξέταση του αποκάλυψε ότι κάπου στον ίδιο χώρο υπήρχε χώρος εναπόθεσης υλικών από τον κατηγορούμενο πράγμα το οποίο απέκρυψε στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία και στην αρχή της αντεξέτασης του λέγοντας ότι δεν είχαν ανταμωθεί οι δουλειές του με αυτές του κατηγορούμενου και τούτο το έκαμε για να αποφύγει να απαντήσει εάν ήταν ανταγωνιστές στο επάγγελμα τους. Ήταν σίγουρος ότι είχε γραπτή συμφωνία με την Medcon για την παραλαβή και μεταφορά των υλικών την οποία όμως δεν είχε μαζί του, γεγονός που ο Μ.Κ.1 διέψευδε με τη δική του κατάθεση ότι δεν ήταν παρά μόνο προφορική η συμφωνία τους και τέλος εντύπωση προκάλεσε το μάσημα των λόγων του όταν ανέφερε ότι είχε καταγραμμένη όλη την ποσότητα των υλικών που μετέφερε εκεί όταν του επισημάνθηκε πως δεν υπήρχε μια τέτοια ανάγκη εφόσον δεν πλήρωνε γι΄αυτά τα υλικά. Τέλος είναι άξιο απορίας εάν ο κατηγορούμενος του είχε κλέψει, όπως ισχυρίστηκε και την υπόλοιπη ποσότητα των υλικών του, άλλη τόση ποσότητα όπως αυτή που αφορούσε η αρχική του καταγγελία του να μη καταγγείλει και αυτή την παράνομη κατ΄ ισχυρισμό του ενέργεια του κατηγορούμενου. Η δικαιολογία που έδωσε ότι τάχα αφού είχε καταγγείλει τη πρώτη περίπτωση και εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου δεν θεώρησε σκόπιμο να το κάμει δεν μπορεί να σταθεί στη λογική. Εάν μάλιστα, όπως ανέφερε ανέμενε την έγκριση της αστυνομίας για να παραλάβει τα υλικά του, τότε όταν αντελήφθη την απομάκρυνση τους από τον κατηγορούμενο άμεση αναμενόταν και η αντίδραση του με σχετική καταγγελία. Ο κατηγορούμενος ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και σε καμιά περίπτωση διέβλεψα ότι αυτός ψευδόταν ή ήθελε να αποκρύψει την αλήθεια. Η στάση συνεργασίας του μπορώ να πω πως ήταν εξ αρχής η ίδια, όταν ακόμα διερευνάτο η υπόθεση από την αστυνομία. Αυτός ήταν αποκαλυπτικός στην αστυνομία στη κατάθεση του για το πως εργαζόταν, από που έπαιρνε τα χωματουργικά υλικά και που τα μετέφερε στην συνέχεια μετά την επεξεργασία τους, συνεργάσιμος υπήρξε ακόμα και με την υπόδειξη των διαφόρων τοποθεσιών για τις οποίες προέβαλλε τους διάφορους ισχυρισμούς του. Σε αυτό το σημείο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έγκειται η πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους της αστυνομίας η οποία δεν διερεύνησε καθόλου τους δικούς του ισχυρισμούς. Κρίνω ότι με το νηφάλιο και πειστικό τρόπο που κατέθεσε δεν άφησε καμιά αμφιβολία στο δικαστήριο για την ειλικρίνεια των λόγων του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου σε σχέση με τα υλικά που κουβαλούσε στη συγκεκριμένη τοποθεσία και από που τα παραλάμβανε ενισχύθηκε από αυτή του Μ.Υ.1 Μαλαού, ο οποίος παρά τη προσπάθεια εκ μέρους του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής παρέμεινε σταθερός και με πειστικό τρόπο ανέφερε ότι δεν είχε κανένα συμφέρον να καταθέσει για όσα γνώριζε για τη μεταφορά υλικών από τον κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη τοποθεσία. Κρίνω ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε την αλήθεια. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Το αδίκημα βασίζεται στα Άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Το Άρθρο 255 προβλέπει τα πιο κάτω:
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη , που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος ¨αποκτά κατοχή περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή (ι) με τέχνασμα, (ιι) με εκφοβισμό, (ιιι) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο, (iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα. (β) ο όρος ¨αποκομίζει¨ περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς, (γ) ο όρος ¨ιδιοκτήτης¨ περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. Το Άρθρο 262 προνοεί τα ακόλουθα: ¨Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται άλλη ποινή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία την κατηγορία τόσο γιατί δεν απέδειξε συστατικά στοιχεία του αδικήματος όσο και γιατί η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής άφησε πολλές αμφιβολίες στο μυαλό μου κατά πόσο πράγματι ο κατηγορούμενος με την επεξεργασία και απομάκρυνση των υλικών από τη συγκεκριμένη τοποθεσία έκλεβε στην ουσία υλικά που ανήκαν στο παραπονούμενο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία. (Υπ.).................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.