Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κώστα Ζαχαρία, Αρ. Υπόθεσης: 1723/2006, 16 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστος Γ. Φιλίππου Αρ. Υπόθεσης: 1723/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Κώστα Ζαχαρία Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία:16 Ιουλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Ν.Νικολάου Κατηγορούμενος παρών. --------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κλοπής δι΄ευρέσεως κατά παράβαση των άρθρων 255
(1)
(2)(α)(iv), 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και νόμος 166/
- Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ 17.07.2005 -17.02.2006 στην Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου έκλεψε ένα σκύλο ράτσας Ακίτα, αξίας Λ.Κ.600= περιουσία του Γιώργου Γεωργίου από τη Σωτήρα, ήτοι βρήκε και ενώ ευλόγως πίστευε ότι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω σκύλου δύναται να ανεβρεθεί κατακράτησε τούτο. Ο Μ.Κ.1 Γ. Γεωργίου ήταν ο παραπονούμενος στη παρούσα υπόθεση. Παρόλο ότι όπως δήλωσε σήμερα πλέον δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου καθώς όπως είπε, πριν κληθεί να καταθέσει, ο κατηγορούμενος κράτησε και περιποιήθηκε τον σκύλο του, εντούτοις όταν ο σκύλος του τελικά βρέθηκε, υπό τις συνθήκες στις οποίες θα κάμω αναφορά πιο κάτω, έκαμε παράπονο και ζήτησε όπως καταγγελθεί εκείνος που είχε κατακρατήσει παράνομα το σκύλο του. Στην κατάθεση του με ημερομηνία 18.02.2006 η οποία σημειώθηκε ως τεκ. 1 την είχε δώσει την επόμενη της ανεύρεσης του σκύλου του σε καταφύγιο ζώων της Ελένης Στασοπούλου, η οποία είναι γειτόνισσα του και γνώριζε τον σκύλο του. Αναφέρεται σε αυτή για το πότε, από που και πόσα του είχε στοιχίσει η απόκτηση του εν λόγω αρσενικού σκύλου ράτσας AKITA χρώματος άσπρου που έφερε το όνομα VAR και την συναισθηματική αξία που είχε γι΄αυτόν και την μητέρα του. Είχε χάσει το σκύλο στις 16.07.2005 στην Αγία Νάπα και έκαμε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Έκτοτε ο σκύλος του ήταν άφαντος. Εξέφραζε παράπονο για αυτόν που κρατούσε το σκύλο του παράνομα χωρίς να φροντίσει να βρεθεί ο ιδιοκτήτης του. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι πιστεύει ότι του είχαν πιάσει το σκύλο του από εκεί που τον είχε κοντά στο ξενοδοχείο Nissi Beach στην Αγία Νάπα, είχε τα χαρτιά του σκύλου αλλά αυτός δεν έφερε πάνω του οποιαδήποτε σήμανση για αναγνώριση του. Ο Μ.Κ. 2 Αστ. 2225 Γ. Ασπρής του αστυνομικού σταθμού Δερύνειας, ήταν αυτός που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης μετά την καταγγελία από μέρους του Μ.Κ.
- Όταν συνέλαβε τον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε ότι δεν θα έλεγε τίποτε μέχρι να δει τον δικηγόρο του. Έλαβε ανακριτική κατάθεση (τεκ. 3) από τον κατηγορούμενο αργότερα την ίδια ημέρα όπου του είχε πει μεταξύ άλλων ότι ο εν λόγω σκύλος είχε πάει κοντά στη μάντρα του κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων - Πρωτοχρονιάς και φοβούμενος μήπως του φαει τα αρνιά και τα πρόβατα του τον έδεσε στη μάντρα του. Δε ήταν στον ίδιο που είχε κάμει καταγγελία ο παραπονούμενος όταν είχε χάσει τον σκύλο του. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 η κατάθεση του Αστ. 3598 Σ. Ιωάννου ο οποίος είχε κατηγορήσει γραπτώς τεκ. 5 τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κλοπής του σκύλου και αυτός του απάντησε ότι δεν παραδεχόταν. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου η κατάθεση της Γ/Αστ. 304 Κ. Λεοντίου η οποία αναφέρεται στην καταγγελία που είχε κάμει στις 16.07.2005 στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας ο παραπονούμενος για την απώλεια του σκύλου του. Η.Ελένη Στασοπούλου κατέθεσε ως Μ.Κ.3 η οποία ανέφερε ότι..... ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι ......................δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αντίθετη ήταν η άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή ο οποίος κάμνοντας και αυτή αναφορά στη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και εισηγήθηκε την κλήση του σε απολογία. Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκείνο το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Στην Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 191 αναφέρθηκε ότι: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη και δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη ...... η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα στην απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη." Το Άρθρο 255
(1)προβλέπει τα ακόλουθα: Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος ¨αποκτά κατοχή ¨περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή (iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποκαλυφθεί με εύλογα διαβήματα.¨ Το Άρθρο 262 καθορίζει τα ακόλουθα: ¨Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία- ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία. (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από τους Μ.Κ. αλλά και δια των παραδεκτών γεγονότων. Εξετάζοντας την αντικειμενικά και έχοντας επιπλέον υπόψη τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία μας όταν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί μια κατηγορία εκ πρώτης όψεως, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας, έχοντας επιπλέον υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και την μαρτυρία που απαιτείται για την απόδειξη τους, αντιπαραβάλλοντας τα με τη δοθείσα μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί αυτά στον βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται στο παρόν στάδιο και ως εκ τούτου θα καλέσω τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. (Εξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) (Υπ.)................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο