← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μάριος Κουμή, Αρ. Υπόθεσης:2467/2006, 25 Ιουλίου, 2007

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Μάριος Κουμή, Αρ. Υπόθεσης:2467/2006, 25 Ιουλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2467/2006 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Μάριος Κουμή Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 25 Ιουλίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου Για τον κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου μαζί με τον κ. Κοντογιώργη Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη 1η κατηγορία το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 2.08.2003 στον Πρωταρά της Επαρχίας Αμμοχώστου παράνομα επιτέθηκε στον Γεώργιο Ασσιώτη από τη Λευκωσία και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η 2η κατηγορία λόγω παραγραφής του αδικήματος απορρίφθηκε. Πριν προχωρήσω με την παράθεση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθως στην αξιολόγηση της και την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα θα ήθελα να κάμω το πιο κάτω σχόλιο το οποίο προέρχεται από την εμπειρία στην εκδίκαση αυτής της φύσης υποθέσεων, οι οποίες δυστυχώς απασχολούν πολύ συχνά τα δικαστήρια μας. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία, αφορούν μια κλασσική περίπτωση όπου διάφορα πρόσωπα εμπλέκονται σε ένα επεισόδιο το οποίο προκλήθηκε από έλλειψη αυτοσυγκράτησης, σεβασμού προς τον συνάνθρωπο μας και επίδειξη παλληκαρισμού εκ μέρους των εμπλεκομένων. Τέτοιες συμπεριφορές είναι καταδικαστέες από οπουδήποτε και αν προέρχονται, δείχνουν ότι κάπου έχει χαθεί το μέτρο, η ευγένεια και ο αλληλοσεβασμός, χαρακτηριστικά με τα οποία ήταν προικισμένος ο λαός της Κύπρου στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, τα οποία και θα πρέπει χαρακτηρίζουν ανθρώπους που θέλουν να διαβιούν σε μια κοινωνία στην οποία να γίνονται σεβαστές συμπεριφορές, να επιδεικνύεται ανοχή σε συμπεριφορές οι οποίες ξεφεύγουν από το μέτρο, και οι οποίες είναι φυσικό να συναντώνται στην καθημερινότητα μας. Αν όμως αναλαμβάνει ο καθένας να επιβάλει κανόνες καλής συμπεριφοράς σε άλλους τότε φτάνουμε στην αυτοδικία, η οποία ούτως ή άλλως δεν αρμόζει σε πολίτες ενός συντεταγμένου κράτους το οποίο θέλει να συγκαταλέγεται στις πολιτισμένες χώρες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Από την επίδειξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς προκλήθηκε το επεισόδιο από το οποίο προέκυψαν τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, όπως επίσης, αντιλαμβάνομαι, και αδικήματα που απασχόλησαν άλλο δικαστήριο με κατηγορούμενο τον παρόντα παραπονούμενο, ίσως και δικαστήρια πολιτικής δικαιοδοσίας για εκδίκαση αστικών αξιώσεων μεταξύ των εμπλεκομένων. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Πρόκειται για τον παραπονούμενο Γεώργιο Ασσιώτη (Μ.Κ.1) και τον πατέρα του Κυριάκο Ασσιώτη (Μ.Κ.2), δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του Λοχ. 519 Α, Κωνσταντίνου του αστυνομικού σταθμού Παραλιμνίου (τεκ. 5) τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, σε αυτά θα κάμω αναφορά πιο κάτω σε κατάλληλο στάδιο της απόφασης μου. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και ο αδελφός του Λεόντιος Κουμή ( Μ.Υ.1). Δεν αμφισβητείται ότι το όλο επεισόδιο έλαβε χώρα το βράδυ της 2.08.2003 στο πίσω μέρος της αυλής της εξοχικής οικίας των γονέων του παραπονούμενου (Μ.Κ.1) στο συγκρότημα ¨Σαντορίνη¨ στο Πρωταρά. Αφορμή για τη πρόκληση του επεισοδίου στάθηκε ο ισχυρισμός εκ μέρους των Μ.Κ.1 και 2 ότι ο κατηγορούμενος με το όχημα του πέρασε από χωματόδρομο που εφαπτόταν της αυλής της πιο πάνω οικίας τους, χρησιμοποιώντας μεγάλη ταχύτητα πηγαίνοντας προς το σπίτι του αδελφού του Λεόντιου (Μ.Υ.1). Λόγω αυτής της ταχύτητας σήκωσε χώματα και πέτρες τα οποία εκτινάχθηκαν ακόμα και εντός της αυλής τους, στο μέρος όπου κάθονταν εκείνη την ώρα και δειπνούσαν, με αποτέλεσμα να ενοχληθούν. Ήταν τότε που ο Μ.Κ.2, θυμωμένος όπως ήταν, αποφάσισε να πάει να κάμει παρατήρηση και να ζητήσει το λόγο από τον οδηγό του αυτοκινήτου. Πράγματι βγήκε έξω από την αυλή του σπιτιού του και αμέσως σχεδόν τον ακολούθησαν τα δύο παιδιά του ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) και ο μικρότερος γιος του ο Αλέξης. Σε αυτό το σημείο από το οποίο αρχίζει η φιλονικία αρχίζουν να διίστανται και οι θέσεις των δύο πλευρών και η κάθε πλευρά υποστηρίζει τη δική της διαμετρικά αντίθετη εκδοχή. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και κατ΄ επέκταση του παραπονούμενου και του πατέρα του (Μ.Κ.1 και 2) γι΄ αυτό καθ΄ αυτό το επεισόδιο ήταν ότι ο Μ.Κ.2 βγαίνοντας από την αυλή της οικίας του κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορούμενου για να του υποδείξει το λάθος του ή να του κάμει παρατήρηση ή ακόμα και να του ζητήσει τον λόγο για την πρόκληση σε αυτούς οχληρίας υπό την έννοια που περιέγραψα πιο πάνω, έννοιες που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας. Ήταν η θέση των Μ.Κ.1 και 2 ότι σε καμιά περίπτωση δεν εξύβρισαν, επιτέθηκαν ή κτύπησαν τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ήταν με ευγενικό τρόπο που απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο ρωτώντας τον γιατί χρησιμοποιούσε τέτοια ταχύτητα σε ένα χωματόδρομο προκαλώντας τους οχληρία και ανησυχία. Ο κατηγορούμενος ο οποίος περιγράφεται ως πιωμένος, καθώς μύριζε οινόπνευμα, κατευθύνθηκε προς το μέρος τους με επιθετικές διαθέσεις λέγοντας τους ότι ¨είναι από την Πάφο και πως αν ήθελε όργωνε τον χωματόδρομο¨. Ήταν αυτός που εξύβρισε τον Μ.Κ..2 ερχόμενος προς το μέρος του. Αντιλαμβανόμενοι ότι αυτός δεν έπαιρνε από λόγια και ενώ ο Μ.Κ..2 προς στιγμή θέλησε να κατευθυνθεί προς τον κατηγορούμενο και να του επιτεθεί καθώς τον εξύβριζε, συγκρατήθηκε από τους δύο του γιους και επέστρεφαν προς το σπίτι τους ενώ αντιλήφθηκαν τον κατηγορούμενο να μετανιώνει από παρόμοια κίνηση που έκανε κατευθυνόμενος προς το σπίτι του αδελφού του και να κατευθύνεται και πάλιν προς το μέρος τους. Καθώς ήταν σκοτάδι και ανώμαλο το έδαφος, υπήρχαν λάστιχα ποτίσματος στο σημείο και ίσως και λόγω της κατάστασης του καθώς ήταν πιωμένος, έχασε την ισορροπία του, έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε. Ο παραπονούμενος Μ.Κ.1 έσπευσε στο μέρος του για να δει τι είχε πάθει και να τον βοηθήσει. Όταν τον πλησίασε ο κατηγορούμενος τον δάγκωσε στο πόδι τραυματίζοντας τον. Επενέβη και ο αδελφός του κατηγορούμενου ο οποίος τον πήρε και τον απομάκρυνε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 και αφού εν τω μεταξύ άλλαξε η ημέρα, πήγε και ανέφερε το περιστατικό στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου αλλά μη θέλοντας να δώσει συνέχεια στο όλο επεισόδιο δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε περαιτέρω καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Απλώς σύμφωνα με το τεκ. 5 ο Μ.Κ.2 θέλησε να αναφέρει το γεγονός δίδοντας μια κατάθεση απλώς ότι έγινε κάποιο επεισόδιο στο οποίο είχαν εμπλακεί και για το οποίο δεν ήθελαν να έχει συνέχεια. Ο Μ.Κ.1 μετέβη αρχικά στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου όπου έτυχε των Α΄ Βοηθειών για το τραύμα του αλλά λόγω επιμόλυνσης του τραύματος του στις 5.08.2003 αναγκάστηκε να επισκεφθεί και ιδιωτική κλινική όπου έτυχε περαιτέρω περίθαλψης. Η εκδοχή του κατηγορούμενου η οποία υποστηρίχθηκε και από το αδελφό του Μ.Υ.1 ήταν ότι ο Μ.Κ.2 όπως και οι γιοι του όταν στάθμευσε το όχημα του έξω από την αυλή του σπιτιού του Μ.Υ.1 για επίσκεψη, προερχόμενος από το χωριό του το Παραμάλι της Επαρχίας Πάφου, εξυβρίστηκε από τον Μ.Κ.2 και τους γιους του και στη συνέχεια ξαφνικά δέχθηκε κτύπημα στο κεφάλι και έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Ευρισκόμενος ξαπλωμένος στο έδαφος δέχθηκε κλωτσιά από τον Μ.Κ.1 στο κεφάλι με αποτέλεσμα να χάσει προς στιγμή τις αισθήσεις του και να τραυματιστεί. Αιμορραγώντας μεταφέρθηκε αρχικά από τον αδελφό του στον αστυνομικό σταθμό για να κάμει καταγγελία από όπου με παραπεμπτικό σημείωμα μετέβη στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Νοσοκομείου Παραλιμνίου όπου του έγινε περιποίηση του τραύματος που έφερε λόγω σχισίματος του άνω και κάτω χείλους του από το οποίο υπήρχε διάχυτη αιμορραγία χωρίς να δεχθεί να του γίνει συρραφή των τραυμάτων του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι δεν αποδείχθηκε η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου στο βαθμό που επιβάλλεται σε ποινικές υποθέσεις. Κάλεσε το δικαστήριο επισημαίνοντας αντιφάσεις στη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 και επισημαίνοντας την περιγραφή του τραύματος του παραπονούμενου στο τεκ. 2 η οποία δεν συνάδει με δαγκωματιά, όπως την περιέγραψε ο ίδιος, να αθωώσει τον κατηγορούμενο καθ΄ότι φάνηκε από τη μαρτυρία ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πειστική καθώς ο παραπονούμενος είναι φανερό ότι έφτιαξε μια ιστορία για δικούς του λόγους. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι όλη η υπόθεση θα κριθεί επί τη βάσει της αξιολόγησης που θα τύχει η μαρτυρία και κάλεσε το Δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο καθώς είναι η δική του μαρτυρία που παρουσιάζει αντιφάσεις και ο παραπονούμενος δεν είχε λόγο να φτιάξει μια ιστορία για να τον ενοχοποιήσει. Ο κατηγορούμενος καθώς ήταν μεθυσμένος έχασε την ισορροπία του, κατευθυνόμενος προς το μέρος που ευρίσκονταν τα άτομα με τα οποία φιλονικούσε, έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε στα χείλη και για δικούς του λόγους υποστηρίζει ότι ο τραυματισμός του προκλήθηκε συνεπεία επίθεσης που δέχθηκε από τον παραπονούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Θα προχωρήσω τώρα έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας προφορικής και εγγράφου η οποία συνίσταται στις καταθέσεις του παραπονούμενου και του πατέρα του (Μ.Κ.1 και 2), στα ιατρικά πιστοποιητικά και τα παραδεκτά γεγονότα της κατάθεσης τεκ. 5, όπως και τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στην αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ( Μ.Κ.1 και 2), τον κατηγορούμενο και τον μάρτυρα του (Μ.Υ.1) ενώ έδιδαν ένορκη μαρτυρία ενώπιον μου. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση εκ μέρους των μαρτύρων, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο υφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Κακουρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165επ.). Η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά όπως λέχθηκε πολλές φορές σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά. (ανωτέρω). Σε σχέση με τις επισημάνσεις για αντιφάσεις όπου υπήρξαν ή αδυναμίες που παρουσίασε η μαρτυρία που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους αρκεί να παραπέμψω σε απόσπασμα της απόφασης Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 επ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος, η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628). Έχοντας περαιτέρω υπόψη τις πιο πάνω αρχές ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου οι οποίες αναδύονται από την νομολογία μας και αφορούν κατά τα άλλα παραδεκτή μαρτυρία θα προβώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση της. Σε γενικές γραμμές κατέγραψα πιο πάνω τις δύο εκδοχές. Από αυτές κρίνω ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι η πειστική και αληθινή σε αντίθεση με αυτή του κατηγορούμενου για διάφορους λόγους στους οποίους θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω αξιολογώντας τη μαρτυρία. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι Μ.Κ.1 και 2 επρόκειτο για συγκροτημένα άτομα, απαντούσαν με φυσικό και πειστικό τρόπο σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν κατά την επίμονη αντεξέταση τους. Είναι γεγονός ότι σε κάποια σημεία έδειξαν αδυναμία να θυμηθούν λεπτομέρειες ή και διαφοροποιήθηκαν από κάποια σημεία της κατάθεσης τους, αυτή όμως η αδυναμία τους είναι φανερό ότι προήλθε από τη πάροδο χρόνου οπότε είναι φυσικό κάποιες λεπτομέρειες να διαφεύγουν πλέον της μνήμης που αναμένεται να έχει κάποιος, όσο έντονα αισθάνεται για ένα επεισόδιο που σίγουρα τους προκάλεσε και ανησυχία και αναστάτωση αλλά και τραυματισμό στον Μ.Κ.
  1. Κρίνω όμως ότι αυτές οι αδυναμίες, όπως επισημάνθηκαν και από το ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης δεν ανάγονται σε τέτοιο βαθμό που θα με οδηγούσε σε συμπέρασμα ότι αυτοί ήταν αναξιόπιστοι μάρτυρες και ότι έφτιαξαν την εκδοχή τους για να αποφύγουν τις δικές τους ευθύνες από το επεισόδιο. Ήταν σίγουρο ότι δεν είχαν προμελετήσει την μαρτυρία τους αλλά ότι αυτή δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου με αυθόρμητο τρόπο. Δεν μου διαφεύγει ότι ευθύς εξ αρχής η προσπάθεια τους ήταν να μη δοθεί συνέχεια στο όλο επεισόδιο με εμπλοκή της αστυνομίας και αυτό το εξεδήλωσαν μέσω της κατάθεσης που έδωσε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο ο Μ.Κ.
  2. Το ότι αναγκάστηκαν να το κάμουν αργότερα ήταν η εμμονή του κατηγορουμένου στο να δοθεί μια τέτοια συνέχεια στα δικαστήρια, γεγονός που τους οδήγησε έστω και με τη πάροδο δεκατεσσάρων μηνών να επανέλθουν κάμνοντας σχετική καταγγελία. Δεν κρίνω ότι επρόκειτο για μια κίνηση αντιπερισπασμού καθώς αποφάσισαν απλώς, μετά από δεκατέσσερις μήνες να κάμουν την καταγγελία τους. Προηγήθηκαν γεγονότα όπως η κατάθεση του Μ.Κ.2 στην αστυνομία καθώς και η μετάβαση του παραπονούμενου Μ.Κ.1 στο νοσοκομείο τα οποία δεν αφήνουν αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για μια φτιαχτή κατηγορία. Σε σχέση με την περιγραφή του τραύματος του παραπονούμενου (τεκ.2) από τον ιατρό Α. Μιχαηλίδη ¨ως επιφανειακό γδάρσιμο ραχιαίας επιφάνειας και άλγος δεξιού άκρου ποδός¨ δεν αφίσταται από το τι οι Μ.Κ.1 και 2 περιέγραψαν. Απλώς ο ιατρός δεν καταγράφει στο εν λόγω πιστοποιητικό του από τι προκλήθηκαν αυτά, πράγμα που έκαμε ο Μ.Κ.
  3. περιγράφοντας τον τρόπο πρόκλησης του. Κρίνω γενικά και από την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα ότι οι Μ.Κ.1 και 2 ήταν ειλικρινείς και ότι στη μαρτυρία τους μπορώ να βασιστώ για να εξαγάγω τα ορθά συμπεράσματα μου. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση. Συνεχώς μειδιούσε και επιδείκνυε ένα ερειστικό ύφος. Όταν βρισκόταν σε δύσκολη θέση μασούσε τα λόγια του έτσι που συχνά έπρεπε να ζητηθεί από αυτόν και με παρέμβαση του δικαστηρίου να επαναλάβει την απάντηση του ή τα όσα έλεγε. Δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα αλλά κρίνω ότι θέλησε να παραποιήσει τα γεγονότα έτσι που να επιρρίψει όλο το φταίξιμο για την πρόκληση του επεισοδίου στον Μ.Κ.2 και στους γιους του. Θα απορρίψω την εκδοχή του ως μη πειστική και ως φτιαγμένη για εξυπηρέτηση των σκοπών του κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα ίδια χαρακτηριστικά παρουσιάζει και η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 η οποία εκτός των άλλων βρίθει ανακριβειών και αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι δεν ήταν ούτε στην αρχή του επεισοδίου παρών για να έχει ιδία αντίληψη πως αυτό άρχισε και στη συνέχεια εξελίχθηκε αλλά και αργότερα όταν αποφάσισε να πάει να ειδοποιήσει την αστυνομία μέσω τηλεφώνου, δεν μπορούσε να ξέρει τις κινήσεις του αδελφού του. Κρίνω ότι τελικά η αντίληψη που αποκόμισε μέσα σε συνθήκες σκότους ότι είδε ένα πόδι να κτυπά στο κεφάλι τον αδελφό του δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον στη συνέχεια της κατάθεσης του παραδέχθηκε ότι του είχε περιγράψει αυτό το γεγονός ο αδελφός του όταν στη συνέχεια συζήτησαν το επεισόδιο. Δεν απέκρυψε ότι ο ίδιος ενεργούσε συνεχώς και επίμονα έτσι ώστε οι υποθέσεις των αλληλοκατηγοριών τους, αχθούν ενώπιον των δικαστηρίων. Κρίνω ότι ήταν υπερβολικός και όταν περιέγραφε τον Μ.Κ.1 να κρατεί μια πέτρα δείχνονταν παραστατικά, ανοίγοντας τις αγκάλες του, για να υποδείξει πόσο μεγάλη ήταν η πέτρα που αντιλήφθηκε να κρατεί ο Μ.Κ.1, έτοιμος να την πετάξει στον κατηγορούμενο, πράγμα που τον απέτρεψε να κάμει μια γυναικεία στριγκλιά που ακούστηκε, χωρίς να ξέρει από που προήλθε και ποια γυναίκα ήταν που στρίγκλισε. Από την άλλη είναι άξιο απορίας πως ενώ εισήλθε στο σπίτι του για να καλέσει αστυνομία, άφησε τον αδελφό του έξω, με αποτέλεσμα να επιστρέψει αυτός πίσω και να ακολουθήσει τους Μ.Κ.1 και 2 συνεχίζοντας το επεισόδιο. Ένας νηφάλιος και σώφρονος άνθρωπος για να έδιδε ένα τέλος στο επεισόδιο όπως θέλησε με το να καλέσει αστυνομία θα έπρεπε να φρόντιζε να απομακρύνει τον πρωταγωνιστή του επεισοδίου από τη σκηνή. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν προκατασκευασμένη, δεν είχε πλήρη και ολοκληρωμένη δική του εικόνα και αντίληψη του επεισοδίου και όσα γνώριζε για ουσιώδη σημεία, προέρχονταν από περιγραφή του αδελφού του. Κρίνω ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να βοηθήσει τον αδελφό του επιρρίπτοντας την ευθύνη στους Μ.Κ.1 και
  4. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Αφού η κατάληξη μου επί της μαρτυρίας ήταν η πιο πάνω και εφόσον η κρίση μου εστιάζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης στην έννοια που του αποδίδει ο νόμος* με το να δαγκώσει στο πόδι το παραπονούμενο πρόσωπο (Μ.Κ.1). Επομένως κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και τον κατηγορούμενο ένοχο στην 1η κατηγορία. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ * Άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα: ¨Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων¨. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.