← Κύπρος

Βάσος Αντρονίκου ν. Κίμωνα Βαρδάκη, Αρ. Υπόθεσης: 21538/05, 11 Ιανουαρίου, 2008

Βάσος Αντρονίκου ν. Κίμωνα Βαρδάκη, Αρ. Υπόθεσης: 21538/05, 11 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21538/05 Βάσος Αντρονίκου ν Κίμωνα Βαρδάκη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Καμπούρης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ορφανίδης Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία έκδοσης επιταγής άνευ αντικρύσματος, και συγκεκριμένα ότι κατά ή περί την 18.7.2002 στην Λευκωσία εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε προς όφελος του Παραπονούμενου την υπ' αριθμό 01052054 επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Τραχωνίου για ποσό Λ.Κ.10.000,00, η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα εμφανίστηκε στην Τράπεζα και δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τής, και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Παραπονούμενο. Ο κ. Βάσος Αντρονίκου ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης καθαριστηρίου, και με τον Κατηγορούμενο ήσαν φίλοι. Ο Κατηγορούμενος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας K.Z. Web Fortune Ltd, και είχε την εξουσιοδότηση να συνάπτει συμβόλαια εκ μέρους της. Όπως του ανέφερε ο Κατηγορούμενος, υπήρχε ένα επενδυτικό σχέδιο της προαναφερόμενης εταιρείας, το οποίο θα είχε απόδοση 20% - 40%, και ο Παραπονούμενος θα έβαζε το ποσό των Λ.Κ.10.000,
  2. Ο δε Κατηγορούμενος, για να πείσει τον Παραπονούμενο να επενδύσει στο σχέδιο αυτό, του υποσχέθηκε ότι θα του δώσει επιταγή για το ισάξιο ποσό. Όντως ο Παραπονούμενος κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 στον Κατηγορούμενο την 18.7.2002, και ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Όπως ανέφερε ο Παραπονούμενος, η επιταγή δεν δόθηκε για να κατατεθεί, αλλά για να την έχει μαζί του σε περίπτωση όπου η Εταιρεία K.Z.Web Fortune Ltd δεν ανταποκρινόταν στους όρους που είχε το μεταξύ τους συμβόλαιο, ενώ δεν έφερε ημερομηνία και ήταν ανοιχτή. Η Συμφωνία αυτή δεν τηρήθηκε, και ο Κατηγορούμενος του ζήτησε να περιμένει. Με την λήξη της συμφωνίας επικοινώνησε ξανά με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε να κάνει ότι επιθυμεί, και ο Παραπονούμενος κατέθεσε την επιταγή στις 22.8.
  3. Η επιταγή, όμως, επεστράφη απλήρωτη, αφού στην ΣΠΕ Τραχωνίου δεν υπήρχαν λεφτά. Στο πίσω μέρος της επιταγής καταγράφεται το γεγονός ότι η επιταγή θα εξαργυρωθεί μόνο σε περίπτωση που η Εταιρεία δεν τηρούσε τα συμφωνηθέντα στο συμφωνητικό έγγραφο με αριθμό 6468 μέσω του Κατηγορούμενου, ο δε Κατηγορούμενος θα είναι υποχρεωμένος να καλύψει το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 που είναι η αξία του κεφαλαίου. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι στο άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου αναφέρεται ότι επιταγή πρέπει να είναι πληρωτέα τη όψει της, και χωρίς όρους. Στην παρούσα περίπτωση, στο πίσω μέρος της επιταγής υπάρχουν όροι που αναιρούν την ιδιότητα της ως τέτοια. Δεν υπήρχε δε ημερομηνία. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται όντως για επιταγή, αυτή ήταν μεταχρονολογημένη, ενώ εξεδόθη προ της σχετικής τροποποίησης του Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Παραπονούμενο εισηγήθηκε ότι έχουν στοιχειοθετηθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Το κριτήριο, είναι αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 18.7.2002, ανέφερε τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει απλήρωτη για περίοδο επτά ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή απόφαση Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, η «επιταγή» στην οποία γίνεται αναφορά στον Ποινικό Κώδικα δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιταγή του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (βλ. επίσης Νεοφύτου ν. Κυριακίδη
(1999)2 Α.Α.Δ.102). Στο άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου προβλέπεται ότι «επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται σε τραπεζίτη πληρωτέα άμα τη όψει.» Όπως αναφέρθηκε στην Ερμογένους ν. Αστυνομίας (πιο πάνω): «Το κρίσιμο εν προκειμένω ερώτημα, το οποίο δεν απασχόλησε πρωτοδίκως - η υπεράσπιση δεν έθεσε καθόλου ζήτημα μεταχρονολόγησης - είναι το κατά πόσο «επιταγή» στο άρθρο 305Α σημαίνει μόνο την εξαρχής επιταγή, ή κατά πόσο περιλαμβάνει και τη «μεταχρονολογημένη επιταγή» ήτοι την επιταγή στην οποία μετατρέπεται η συναλλαγματική επί τραπεζίτη όταν επέλθει ο χρόνος πληρωμής. Βέβαια, ακόμα και όταν πρόκειται περί συναλλαγματικής που μετατρέπεται σε επιταγή, ενώ αρχικά εκδόθηκε συναλλαγματική, έχουμε εν τέλει, σε δεύτερο στάδιο, εκδοθείσα επιταγή. Αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, «έκδοση» σημαίνει «την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος». Μας φαίνεται λοιπόν πως στην περίπτωση μεταχρονολόγησης, η «πρώτη παράδοση» αφορά την παράδοση συναλλαγματικής και όχι επιταγής. Γι΄αυτό η «έκδοση», βάσει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα δεν μπορεί να αφορά παρά μόνο την εξαρχής επιταγή. Πρόκειται άλλωστε περί ποινικής διάταξης και επομένως, όπου θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις, η διάταξη ερμηνεύεται περιοριστικά. Η πρόσφατη εκ βάθρων και πάλι τροποποίηση του άρθρου 305Α με το Ν.25(Ι)/2003, με την οποία στο νέο εδάφιο
(2)γίνεται αναφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα», έτσι που να περιλαμβάνει και τη μεταχρονολόγηση, αντανακλά ίσως και την από πλευράς του Νομοθέτη αντίληψη ότι η προηγούμενη διάταξη καθιστούσε αναπόφευκτη τη λύση στην οποία καταλήξαμε.» Στην παρούσα υπόθεση ήταν η σαφής θέση του Παραπονούμενου Μ.Κ.1 ότι η επιταγή εξεδόθη όχι για να κατατεθεί αμέσως, αλλά ως εξασφάλιση. Αυτή θα μπορούσε να κατατεθεί μόνο σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτήν της εκδόσεως της, και μόνο σε περίπτωση όπου η Εταιρεία δεν τηρούσε τους όρους της μεταξύ τους Συμφωνίας. Η πιο πάνω μαρτυρία οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα πως δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, και καθιστά αχρείαστη την εξέταση οιουδήποτε άλλου ζητήματος έχει εγερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.