Η Δημοκρατία ν. Μάριου Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 34868/07, 18 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2008:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ, ΛΕΥΚΩΣΙΑ Σύνθεση: Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Λ. Δημητριάδου- Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34868/07 Η Δημοκρατία - ν - Μάριου Χριστοφή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: Η κα Ε. Παπαγαπίου. Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Μ. Γεωργίου. Κατηγορούμενος παρών -------------------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η (Υπάρχει περιορισμός στην κυκλοφορία της Ποινής) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση Μάριος Χριστοφή παραδέχθηκε ενοχή και στις δεκατέσσερις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, όπως αυτές φαίνονται στο κατηγορητήριο. Οι πρώτες τρεις κατηγορίες αφορούν το ίδιο περιστατικό το αποκορύφωμα του οποίου ήταν ο βιασμός από τον κατηγορούμενο γυναικός που συνέβηκε το βράδυ μεταξύ της 6.11.2007 και της 7.11.2007 στην Επαρχία Λευκωσίας. Στο αδίκημα αυτό αναφέρεται η δεύτερη κατηγορία η οποία και στηρίζεται στα άρθρα 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα. Η πρώτη και η τρίτη κατηγορίες στηρίζονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 293, και στα άρθρα 291 και 292(β) του ίδιου νομοθετήματος και αναφέρονται σε αδικήματα τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο του κατηγορούμενου στην οικία του θύματος προς το σκοπό ή και τη διάπραξη εντός αυτού του προαναφερθέντος κακουργήματος. Οι άλλες έντεκα κατηγορίες προέκυψαν κατά τη διάρκεια της διερεύνησης των πρώτων τριών. Αφορούν δε επτά περιστατικά άσεμνης επίθεσης που διενήργησε ο κατηγορούμενος εναντίον ίσου αριθμού γυναικών σε διαφορετικές ημερομηνίες, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα καθώς και συναφή αδικήματα τα οποία αυτός διάπραξε κατά τη διάρκεια ορισμένων από τα εν λόγω περιστατικά. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τρεις περιπτώσεις επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης στα θύματα της άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 243 και μια περίπτωση εισόδου σε κατοικία κατά τη διάρκεια της νύκτας με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος η οποία στηρίζεται στο άρθρο
- Τα γεγονότα σε σχέση με τις τρεις πρώτες κατηγορίες, όπως έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή είναι τα ακόλουθα: Αργά το βράδυ της 6ης προς την 7η Νοεμβρίου 2007 η παραπονούμενη η οποία είναι ηλικίας 36 χρονών και παντρεμένη, βρισκόταν μόνη στο διαμέρισμα της και κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο έχοντας δίπλα της το τρίχρονο αγοράκι της. Σε κάποια στιγμή ξύπνησε και είδε να στέκεται σκυφτός από πάνω της ένας άγνωστος άντρας ο οποίος κρατούσε μαχαίρι στο δεξί του χέρι. Την απείλησε να μη φωνάξει και της είπε ότι δε θα της έκανε κακό, ούτε και στο παιδί της που είχε στο μεταξύ ξυπνήσει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κάλεσε την παραπονούμενη να βγάλει το κάτω μέρος της πιτζάμας της, όμως αυτή δε συμμορφώθηκε και του ζήτησε επανειλημμένα να αφήσει κάτω το μαχαίρι. Ο κατηγορούμενος το άφησε τελικά στο πάτωμα και τράβηξε το σεντόνι με το οποίο ήταν σκεπασμένη η παραπονούμενη. Ακολούθως, της ζήτησε να βγάλει όλα τα ρούχα της από τη μέση και κάτω και να γονατίσει πάνω στο κρεβάτι. Η παραπονούμενη φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της και τη δική της συμμορφώθηκε και έκανε ότι της είπε ο κατηγορούμενος. Τότε αυτός προχώρησε και έβαλε το πέος του στον κόλπο της. Προσπάθησε να επαναλάβει την πράξη αυτή χωρίς όμως επιτυχία και τότε της ζήτησε να ξαπλώσει ανάσκελα. Στη στάση αυτή ο κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη ακόμα δύο ή τρεις φορές. Όταν στη συνέχεια η παραπονούμενη αρνήθηκε να τον αφήσει να τη γλείψει στα γεννητικά όργανα ο κατηγορούμενος την υποχρέωσε να του κάνει στοματικό έρωτα. Μετά ήρθε και πάλι μερικές φορές σε συνουσία μαζί της και τελικά εκσπερμάτωσε στην κοιλιά της. Τότε προσπάθησε να την καθαρίσει με χαρτομάντιλα στο σημείο εκείνο και στη συνέχεια παίρνοντας το μαχαίρι από κάτω την υποχρέωσε να μεταβεί στο μπάνιο για να πλυθεί. Ακολούθως, την απείλησε επανειλημμένα να μην καλέσει αστυνομία διότι αν το έκανε, όπως της είπε, θα την έβρισκε, και της ζήτησε να του ανοίξει την εξωτερική πόρτα του διαμερίσματος. Όλα όσα περιγράφονται πιο πάνω τα παρακολούθησε και το παιδί της παραπονούμενης. Μόλις έφυγε ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη ξύπνησε τον αδελφό του συζύγου της ο οποίος έμενε στο απέναντι διαμέρισμα και, επίσης, τηλεφώνησε στο σύζυγο της στον οποίο ανάφερε τα όσα της είχαν συμβεί. Ακολούθως, ειδοποιήθηκε η αστυνομία και στο πλαίσιο ερευνών που άρχισαν να διεξάγονται από μέλη της, ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 9.11.2007 ενώ βρισκόταν στο σπίτι του πατέρα του. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε τα αδικήματα που διέπραξε και για τα οποία κατηγορείται. Όσον αφορά την παραπονούμενη, μετά από την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αναγκαστικά υποβλήθηκε, σε εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε μολυνθεί με οποιαδήποτε μεταδοτική ασθένεια ενώ άρχισε να παρακολουθείται και από ψυχολόγο. Η διαπίστωση του ειδικού αυτού, μετά από δύο συνεδρίες, ήταν ότι συνεπεία του περιστατικού το οποίο βίωσε, η παραπονούμενη ανέπτυξε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Σαν αποτέλεσμα της διαταραχής αυτής η παραπονούμενη αισθάνεται έντονο φόβο, ωσάν να είναι αβοήθητη, για τη ζωή της και τη ζωή του παιδιού της. Το βράδυ όταν πηγαίνει για ύπνο επαναβιώνει το περιστατικό και αυτό της προκαλεί έντονη ψυχική αναστάτωση, αγχώδεις εκδηλώσεις, καθυστέρηση στην επέλευση του ύπνου, ευερεθιστικότητα και μειωμένη ικανότητα αντοχής σε στρεσογόνες καταστάσεις. Επίσης, διαπίστωσε ότι η εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης που βίωσε η παραπονούμενη, της προκάλεσε βαθειά συναισθήματα ταπείνωσης και μειωμένης αυτοεκτίμησης. Ενώ μια άλλη ψυχολογική συνέπεια είναι ότι η παραπονούμενη ανέπτυξε φοβικές αντιδράσεις απέναντι σε καταστάσεις ή ερεθίσματα που σχετίζονται με το τραυματικό περιστατικό που βίωσε. Για παράδειγμα αισθάνεται έντονη ανασφάλεια και φόβο να μένει μόνη στο σπίτι. Παρεμπιπτόντως στο σημείο αυτό να αναφερθεί και το γεγονός ότι αμέσως μετά το περιστατικό η οικογένεια της παραπονούμενης μετακόμισε σε άλλο σπίτι διότι, προφανώς, λόγω της πιο πάνω περιγραφόμενης διαταραχής, η παραπονούμενη δεν αισθάνετο καλά να συνεχίσει να ζει στο σπίτι όπου αυτό είχε συμβεί. Καταλήγοντας ο ψυχολόγος εκτιμά ότι η ψυχοτραυματική εμπειρία την οποία βίωσε η παραπονούμενη άφησε ψυχολογικά κατάλοιπα τα οποία θα συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά τη συναισθηματική της ζωή και συμπεριφορά για αρκετό καιρό. Συστήνει δε συνέχιση της παροχής ψυχολογικής βοήθειας προς αυτή για να μπορέσει να επανακτήσει τη ψυχική της ισορροπία και ηρεμία. Τέλος, όπως αναφέρθηκε στα γεγονότα, ψυχολογικής παρακολούθησης τυγχάνει και το παιδί της παραπονούμενης. Όπως αναφέρθηκε ήδη ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε τη διάπραξη άλλων επτά περιστατικών άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναικών τα οποία συνέβησαν σε διάφορες ημερομηνίες κατά τα έτη 2006 και
- Σε σχέση με τρία τέτοια περιστατικά τα οποία συνέβησαν στις 23.10.2006, στις 30.6.2007 και στις 5.7.2007, αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την τέταρτη, πέμπτη και έκτη κατηγορίες. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στα θύματά του, που ήσαν νεαρές γυναίκες, σε υπόγεια διάβαση στην πρώτη και σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας στις άλλες δύο. Συγκεκριμένα, αφού τις ακινητοποίησε άρχισε να τις χαϊδεύει στο στήθος. Η αντίσταση που πρόβαλλαν τα θύματα και οι φωνές τους για βοήθεια έτρεψαν, στην κάθε περίπτωση, τον κατηγορούμενο σε φυγή. Σε σχέση με τα άλλα τέσσερα περιστατικά άσεμνης επίθεσης στα οποία αφορούν η έβδομη, η ένατη, η δωδέκατη και η δέκατη τρίτη κατηγορίες, ο κατηγορούμενος ήταν πολύ πιο επιθετικός έναντι των θυμάτων του. Σ' αυτό που συνέβηκε στις 7.11.2007 κατά η ώρα 10:00, (έβδομη κατηγορία), ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι της παραπονούμενης ενώ στο υπνοδωμάτιο κοιμόταν το παιδί της. Φοβούμενη η παραπονούμενη για την ασφάλεια του, προσπάθησε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο ο οποίος, όμως, την έριξε στο πάτωμα και την κτύπησε ενώ στη συνέχει άρχισε να τη χαϊδεύει, να τη φιλά και να τη δαγκώνει στο στήθος. Επίσης τη χαϊδεψε στα γεννητικά όργανα και όταν αυτή αντέδρασε και πάλι ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο κεφάλι και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος της, προκαλώντας της σε αρκετά σημεία θλαστικές εκχυμώσεις, ερυθρότητα και εκδορές. Ακολούθως, έφυγε. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω πράξεων του, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την όγδοη κατηγορία που αφορά επίθεση με πρόκληση στην παραπονούμενη πραγματικής σωματικής βλάβης. Το άλλο τέτοιο περιστατικό συνέβηκε στις 23.7.2007 σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας και σ' αυτό αφορούν η ένατη και η δέκατη κατηγορίες οι οποίες αναφέρονται σε αδικήματα όπως τα προηγούμενα δυο. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εισέλθει στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης αρπάζοντας την από το λαιμό ενώ στη συνέχεια σε μια προσπάθεια να καταστείλει την αντίδραση της για απώθηση του, άρχισε να την κτυπά στο πρόσωπο και να την απειλεί. Όταν ακολούθως η παραπονούμενη προσπάθησε να διαφύγει βγαίνοντας από το αυτοκίνητο της, ο κατηγορούμενος κατάφερε και την άρπαξε και τότε ανανέωσε την επίθεση του εναντίον της με κτυπήματα που της κατάφερε στο πρόσωπο. Στο σημείο εκείνο μπόρεσε και την άγγιξε στα γεννητικά όργανα, για να τραπεί, όμως αμέσως μετά, σε φυγή εν όψει των καλεσμάτων της για βοήθεια. Και στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο θύμα του εκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος της. Το τρίτο περιστατικό με επίσης αυξημένη σοβαρότητα, συνέβηκε στις 30.10.2007 περί την ώρα 00:
- Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης κατά την πιο πάνω νυκτερινή ώρα, μάλιστα κρατώντας μαχαίρι, και τη ξύπνησε ενώ αυτή κοιμόταν σε καναπέ στο σαλόνι. Για τις ενέργειες του αυτές αντιμετωπίζει την εντέκατη κατηγορία ήτοι για είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Ενώ το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης στο οποίο αφορά η δωδέκατη κατηγορία, συνίσταται στις ενέργειες του κατηγορούμενου να χαϊδέψει και να φιλήσει την παραπονούμενη στο σώμα αφού πρώτα την ανάγκασε υπό την απειλή του μαχαιριού να αφαιρέσει την μπλούζα της. Στη συνέχεια αφού αυνανίστηκε, εκσπερμάτωσε πάνω της και έφυγε. Ενώ συνέβαιναν αυτά η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση σοκ και έκλαιγε. Τέλος, τα αδικήματα στις κατηγορίες δεκατρία και δεκατέσσερα αφορούν περιστατικό όπως τα προηγούμενα δύο το οποίο συνέβηκε στις 11.6.2007 λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας όπου είχε σταθμεύσει μόλις προηγουμένως το αυτοκίνητο της η παραπονούμενη. Κατεβαίνοντας από αυτό, η παραπονούμενη είδε μπροστά της τον κατηγορούμενο ο οποίος την απείλησε να μη φωνάξει διότι θα την κτυπούσε. Ακολούθως, άρχισε να τη χαϊδεύει στο στήθος ενώ την έσπρωξε μέσα στο αυτοκίνητο της όπου και συνέχισε να τη χαϊδεύει στο ίδιο μέρος του σώματος της. Η παραπονούμενη αντιστεκόταν γεγονός που ανάγκασε τον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει την προσπάθεια του και να φύγει. Κατά την πιο πάνω επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη τραυματίστηκε ελαφρά στη μύτη. Ένα τελευταίο που αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι ότι ο κατηγορούμενος δε βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου αυτές αναφέρονται με λεπτομέρεια σε έκθεση κοινωνικής έρευνας η οποία ετοιμάστηκε για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ενώ κάποιες επιμέρους πτυχές τους διαφωτίστηκαν περαιτέρω από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην έκθεση ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 χρονών και είναι το μοναδικό παιδί διαλυμένης οικογένειας με δεδομένο ότι οι γονείς του χώρισαν το 1996 μετά από μια μακρά οδυνηρή συμβίωση, για τη μητέρα του, λόγω του βίαιου και γενικά προβληματικού χαρακτήρα του πατέρα του. Όπως ανάφερε ο κ. Γεωργίου, ο τελευταίος ασκούσε σωματική και ψυχολογική βία κατά της συζύγου του στην παρουσία και του ανήλικου τότε κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε δε σε συγκεκριμένα περιστατικά βίας τα οποία συνέβηκαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα κατά το 1989 όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 8 χρόνων και για τα οποία ο πατέρας του οδηγήθηκε στο δικαστήριο και τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Όλα αυτά αναφέρονται στην απόφαση από την έφεση την οποία είχε ασκήσει ο πατέρας κατά της προαναφερθείσας ποινής και είναι δημοσιευμένη ως Φάττας ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 127. Πρόσθετα, αναφέρεται ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου είχε πάθος με την κυβεία ενώ δεν είχε και σταθερή εργασία. Όμως, όπως προκύπτει περαιτέρω από την κοινωνική έκθεση, ο κατηγορούμενος είχε πάντοτε τη φροντίδα και τη στήριξη της μητέρας του, ακόμα και μετά την ενηλικίωση του και μέχρι το θάνατο της το 2004, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο ίδιος φοίτησε μέχρι την τρίτη τάξη της Τεχνικής Σχολής και ακολούθως, μέχρι την κατάταξη του στην Εθνική Φρουρά, απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες. Στην Εθνική Φρουρά υπηρέτησε 22 μήνες και για το υπόλοιπο της θητείας του πήρε απαλλαγή λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Στο πλαίσιο αυτό φαίνεται να εντάσσεται και η απόπειρα αυτοκτονίας που ανάφερε ο κ. Γεωργίου ότι έκανε ο κατηγορούμενος το 1998 και έτυχε ιατρικής περίθαλψης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σχετική αναφορά γίνεται στην ιατρική έκθεση ημερομηνίας 20.11.2007, τεκμήριο Α. Ακολούθως, το 1999 και ενώ υπηρετούσε τη θητεία του, ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε με άτομο προερχόμενο και το ίδιο από πολυπροβληματική και επίσης διαλυμένη οικογένεια. Όπως δε αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω έκθεση, οι άσχημες εμπειρίες που έφεραν μαζί τους οι σύζυγοι, λόγω των προβλημάτων που είχαν αντιμετωπίσει στις πατρικές τους οικογένειες και το νεαρό της ηλικίας τους, συνέτειναν στο να παρουσιάσει ο γάμος τους, από νωρίς, προβλήματα. Μέχρι και περιστατικά βίας είχαν εκδηλωθεί ανάμεσα τους που ανάγκαζαν την επέμβαση των υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Με όλα αυτά το ζευγάρι κατέληξε τελικώς, το 2002, στο χωρισμό. Προηγουμένως, όμως, απόκτησαν μια κόρη η οποία είναι σήμερα ηλικίας οκτώ χρονών, περίπου, και φοιτά στη δευτέρα τάξη του δημοτικού σχολείου. Από τη γέννηση του το παιδί αυτό ουσιαστικά τέθηκε υπό τη φροντίδα της μητέρας του κατηγορούμενου, διευθέτηση η οποία διάρκεσε μέχρι το θάνατο της τελευταίας το 2004 ενώ στο παρόν στάδιο το ανάλαβε ανάδοχη οικογένεια. Κατά την αγόρευση του προς μετριασμό της ποινής, ο κ. Γεωργίου επεσήμανε ιδιαίτερα τις προαναφερθείσες τραυματικές εμπειρίες βίας τις οποίες έζησε ο κατηγορούμενος κατά την παιδική του ηλικία και εισηγήθηκε ότι αυτές συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νοσηρής του ψυχολογίας η οποία εκδηλώνεται με την άσκηση σεξουαλικής βίας κατά αθώων προσώπων. Παρέπεμψε δε σχετικά και στο περιεχόμενο έκθεσης ψυχιάτρου, τεκμήριο Β, ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά τη σύλληψη του για τα παρόντα αδικήματα. Η διαπίστωση του ειδικού αυτού είναι ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει τραυματικό στρες από την παιδική του ηλικία συνεπεία της άσκησης βίας μέσα στην οικογένεια του. Ενώ κατά τα εφηβικά του χρόνια παρουσίασε προβλήματα σεξουαλικής διαστροφής τα οποία επιδεινώθηκαν μετά το χωρισμό του και το θάνατο της μητέρας του και έλαβαν τη μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης, με αποκορύφωμα τη διάπραξη βιασμού. Συναφώς, παρατηρεί ότι χαρακτηριστικό των πράξεων του κατηγορούμενο είναι ο αυθορμητισμός και η μη λήψη μέτρων προφύλαξης όταν εκδηλώνετο, όπως αναφέρεται προηγουμένως. Τέλος, επισημαίνει ότι ο κατηγορούμενος χρήζει ψυχολογικής παρακολούθησης και θεραπείας. Αγορεύοντας περαιτέρω, ο κ. Γεωργίου, επεσήμανε ως πρόσθετους μετριαστικούς παράγοντες το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου και το λευκό ποινικό του μητρώο. Επίσης, επεσήμανε την πραγματική, όπως εισηγήθηκε, μεταμέλειας του εν όψει της παραδοχής του ενώπιον του δικαστηρίου αλλά και προηγουμένως κατά τη σύλληψη του από την αστυνομία και τη συνεργασία του, ακολούθως, ώστε να επιτευχθεί η πλήρης εξιχνίαση τόσο του αδικήματος του βιασμού όσο και των αδικημάτων της άσεμνης επίθεσης. Ο βιασμός γυναικός θεωρείται κακούργημα και επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Ως εκ τούτου αλλά και ως εκ της φύσεως του θεωρείται ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα. Ειδικά ως προς τη φύση του, επισημαίνεται ότι η διάπραξη του προϋποθέτει την άσκηση βαθμού σωματικής και ψυχολογικής βίας κατά του θύματος το οποίο συγχρόνως εξευτελίζεται ηθικά και ενίοτε και κοινωνικά ενώ προσβάλλεται σοβαρά η προσωπικότητα του (βλ. Rana v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, σελίδα 500). Οι παράγοντες αυτοί, αναλόγως της έκτασης και των συνεπειών τους, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της ποινής, σε κάθε περίπτωση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση στην υπόθεση Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67 όπου η βιαιότητα και η βαναυσότητα που επιδείχθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τον επαναλαμβανόμενο για πολλές ώρες βιασμό δύο γυναικών, ήτοι μητέρας και κόρης, οδήγησαν στην επιβολή προς αυτό της αυστηρής ποινής της εικοσαετούς φυλάκισης. Άλλοι παράγοντες οι οποίοι επίσης προσμετρούν στον καθορισμό της ποινής είναι η εν γένει συμπεριφορά και η εγκληματική δράση του κατηγορούμενου, αν υπάρχει τέτοιο ιστορικό, και ειδικότερα σε σχέση με αδικήματα κατά των ηθών. Ενώ σημασία δίδεται και στις προσωπικές περιστάσεις και στην όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά και μετά τον εντοπισμό και τη σύλληψη του από τις αστυνομικές αρχές και τέλος στη στάση που αυτός τηρεί κατά τη δικαστική διαδικασία. Η νομολογία καταδεικνύει πως η συνύπαρξη των διαφόρων παραγόντων που αναφέρονται πιο πάνω σε μια υπόθεση συμβάλλει στον καθορισμό της αρμόζουσας ποινής. Παίρνοντας ως παράδειγμα πρόσφατες υποθέσεις βλέπουμε ότι στην υπόθεση Δ. Γ. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 485 όπου το θύμα μετά που είχε απαχθεί και για αρκετές ώρες κακοποιηθεί και βιαστεί σε δύο περιπτώσεις επιβλήθηκε δεκαετής ποινή φυλάκισης μετά από ακροαματική διαδικασία. Ενώ στην υπόθεση Hamieh ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2006)2 Α.Α.Δ. 259 όπου ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει παράνομα στην οικία του θύματος και τη βίασε, πράξη η οποία διήρκησε ελάχιστα δευτερόλεπτα ενώ δεν ασκήθηκε και υπέρμετρη βία, του επιβλήθηκε, για το βιασμό και πάλι μετά από ακρόαση ποινή φυλάκιση εννέα χρόνων. Κατά πολύ πιο σοβαρά και επιβαρυντικά ήσαν τα γεγονότα στην υπόθεση Β.Ε.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228 όπου ο κατηγορούμενος βίασε το θύμα του σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις αφού προηγουμένως εισήλθε παράνομα στο σπίτι της κατά τη διάρκεια της νύκτας όπου τη βίασε μια φορά και ακολούθως την κακοποίηση και την απήγαγε μπροστά στα έντρομα μάτια του ενιάχρονου παιδιού της. Ενώ ο βιασμός και η κακοποίηση της συνέχισαν και μετά στους διάφορους χώρους που την είχε μεταφέρει. Στην περίπτωση αυτή που δεν έγινε ακρόαση επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 χρονών για τους βιασμούς και μικρότερες ποινές για τα άλλα αδικήματα. Σε όλες δε τις περιπτώσεις τα θύματα τελούσαν υπό τον πραγματικό φόβο ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή τους. Η θεώρηση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης που αφορούν στο βιασμό αποκαλύπτουν συνθήκες οι οποίες καθιστούν το συγκεκριμένο αυτό αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος ιδιαίτερα σοβαρό. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης παράνομα αργά τη νύκτα και φέροντας μαχαίρι. Η παρουσία του στο υπνοδωμάτιο της τη ξύπνησε ενώ το ξαφνικό αντίκρισμα του καθώς έσκυβε από πάνω της κρατώντας στο χέρι του το μαχαίρι της προκάλεσε τρόμο. Την κυρίευσε το αίσθημα ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή της και η ζωή του τρίχρονου παιδιού της που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοιμόταν δίπλα της. Οι διαστροφικές προθέσεις του κατηγορούμενου έγιναν αμέσως αντιληπτές από την παραπονούμενη όταν της ζήτησε να βγάλει το κάτω μέρος της πιτζάμας της. Όμως, η θέα του μαχαιριού ακόμα και μετά που ο κατηγορούμενος το τοποθέτησε στο πάτωμα καθώς και η επιθετική συμπεριφορά του αποτελούσαν για την παραπονούμενη σοβαρότατη άμεση απειλή. Υπέκυψε, έτσι, στις ανήθικες, εξευτελιστικές και μειωτικές απαιτήσεις του και γδύθηκε εντελώς από τη μέση και κάτω και γονάτισε πάνω στο κρεβάτι. Στη στάση αυτή ο κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία με την παραπονούμενη, πράξη την οποία επανέλαβε ακόμα μερικές φορές ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν σε ύπτια στάση, μέχρι που εκσπερμάτωσε πάνω στην κοιλιά της. Προηγουμένως, την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Στη συνέχεια υπό την απειλή και πάλι του μαχαιριού την υποχρέωσε να πλυθεί και απειλώντας την ότι αν προέβαινε σε καταγγελία στην αστυνομία θα την εύρισκε, υπονοώντας ότι αν έκανε κάτι τέτοιο θα την κακοποιούσε ή και θα τη σκότωνε, έφυγε από την κύρια είσοδο του διαμερίσματος. Η παραπονούμενη εξαναγκάστηκε στην πιο πάνω εξευτελιστική και μειωτική μεταχείριση που οπωσδήποτε διήρκησε αρκετή ώρα, στην παρουσία του παιδιού της. Ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν άσκησε κατά της παραπονούμενης πραγματική βία, αλλά η απειλή με το μαχαίρι ήταν άμεση και άκρως σοβαρή. Η παραπονούμενη ευρισκόμενη μόνη στο σπίτι μαζί με το τρίχρονο παιδί της και αβοήθητη, πασιφανώς, ένιωσε στον υπέρτατο βαθμό το φόβο του θανάτου που απειλούσε την ίδια καθώς και το παιδί της, για την ασφάλεια του οποίου έτρεφε ιδιαίτερη ανησυχία σε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. Ο φόβος και η αγωνία της παραπονούμενης συνεχίστηκε και υπό μια άλλη μορφή κατά τις επόμενες μέρες μετά το βιασμό της όταν ανέμενε τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες αναγκαστικά υποβλήθηκε, για να διαπιστωθεί κατά πόσο προσβλήθηκε, συνεπεία της συνουσίας, από οποιαδήποτε μεταδοτική ασθένεια. Δε λέχθηκε οτιδήποτε άλλο σχετικά αλλά προφανώς τα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών ήσαν αρνητικά. Όμως, συνεπεία του περιστατικού που βίωσε η παραπονούμενη ανέπτυξε, σύμφωνα με ψυχολόγο ο οποίος την εξέτασε, διαταραχή μετατραυματικού στρες. Η κατάσταση της αυτή εκδηλώνεται με αισθήματα έντονου φόβου και ανασφάλειας για τη ζωή της και τη ζωή του παιδιού της, ευερεθιστικότητα και μειωμένη ικανότητα αντοχής σε στρεσογόνες καταστάσεις. Τα αισθήματα αυτά της παραπονουμένης οδήγησαν την οικογένεια της αμέσως μετά το περιστατικό, να μετακομίσει σε άλλο σπίτι. Επίσης, συνεπεία του εν λόγω περιστατικού, η παραπονούμενη βιώνει συναισθήματα ταπείνωσης και μειωμένης αυτοεκτίμησης. Θα πρέπει δε να συνεχίσει να παρακολουθείται από ψυχολόγο προκειμένου να μπορέσει να επανακτήσει στο μέλλον τη ψυχική της ισορροπία και ηρεμία. Δεν είναι, προφανώς, δυνατό να καθοριστεί από το ψυχολόγο πότε θα μπορέσει η παραπονούμενη να φτάσει στην προαναφερθείσα επιθυμητή κατάσταση, αλλά μέχρι να συμβεί αυτό θα βιώνει τις καταθλιπτικές συνέπειες του πιο πάνω περιστατικού. Όσον αφορά το παιδί της παραπονούμενης, αναφέρθηκε μόνο ότι τυγχάνει ψυχολογικής παρακολούθησης. Το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά γυναικός που διέπραξε κατ' επανάληψη ο κατηγορούμενος θεωρείται σε σύγκριση με το αδίκημα του βιασμού, ολιγότερο σοβαρό. Κατατάσσεται στην κατηγορία των πλημμελημάτων και τιμωρείται κατ' ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Όμως, και τα συγκεκριμένα περιστατικά, συνέβησαν υπό περιστάσεις που και στην κατηγορία τους μπορεί να χαρακτηριστούν ως πολύ σοβαρά, ιδιαίτερα κάποια από αυτά, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, σε όλες τις περιπτώσεις ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στα θύματά του ενώ αυτά ευρίσκοντο σε απόμερους και σκοτεινούς χώρους, συνήθως κατά τη νύκτα, ενώ σε μια περίπτωση εισήλθε παράνομα στο σπίτι του θύματος. Σ' αυτή αφορά η δωδέκατη κατηγορία. Ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, ήτοι αυτές στις οποίες αφορούν η έβδομη, η ένατη και η δέκατη τρίτη κατηγορίες, ο κατηγορούμενος έκανε χρήση και πραγματικής βίας κτυπώντας και τραυματίζοντας τα θύματά του, έστω ελαφρά, σε διάφορα σημεία του σώματός τους. Επομένως, και τα περιστατικά της άσεμνης επίθεσης ενέχουν, σύμφωνα με τα γεγονότα που τα αφορούν και εκτίθενται πιο πάνω, ανάλογο βαθμό σοβαρότητας το καθένα, γεγονός που θα αντανακλάται στις ποινές που θα επιβληθούν γι' αυτά, ώστε να μην κρίνεται και αναγκαίο να επιβληθούν ξεχωριστές ποινές για τα επιμέρους αδικήματα στις κατηγορίες 8, 10, 11 και 14. Τα γεγονότα που τα αφορούν συνυπολογίζονται στα αδικήματα και στις κατηγορίες της άσεμνης επίθεσης προς τις οποίες είναι άμεσα σχετικά και επιδρούν επιβαρυντικά. Παρεμπιπτόντως, να αναφέρουμε ότι την ίδια πρακτική θα ακολουθήσουμε σε σχέση και με τις κατηγορίες 1 και 3 τα γεγονότα των οποίων περιβάλλουν το αδίκημα του βιασμού στη δεύτερη κατηγορία, μάλιστα κατά τρόπο ώστε να το καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρό. Όμως, υπάρχει και μια άλλη πτυχή η οποία προκύπτει από τη διάπραξη των προαναφερθέντων αδικημάτων άσεμνης επίθεσης κατά γυναικών η οποία θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη σε σχέση με τον καθορισμό της ποινής για το σοβαρό αδίκημα του βιασμού. Είναι ό,τι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τα αδικήματα αυτά, συνολικά, ως το υπόστρωμα της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, της οποίας ο βιασμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και ήταν το αποκορύφωμα της. Συγκεκριμένα, είναι τα έξι περιστατικά άσεμνης επίθεσης τα οποία προηγήθηκαν, το πρώτο στις 23.6.2006, τα επόμενα τέσσερα σε πιο πυκνά διαστήματα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2007 και το έκτο στις 30.10.2007. Ενώ το τελευταίο τέτοιο περιστατικό το οποίο συνέβηκε στις 7.11.2007 γύρω στις 10.00 δηλαδή λίγες μόνο ώρες μετά το βιασμό, αποτελεί επιβεβαίωση της ανεξέλεγκτης πλέον εγκληματικής διάθεσης που ανέπτυξε ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων. Την πιο πάνω διαπίστωση υποστηρίζει πρόσθετα και το γεγονός ότι τα δύο τελευταία περιστατικά άσεμνης επίθεσης που συνέβηκαν σε διάστημα μόλις επτά ημερών μεταξύ τους, ήτοι στις 30.10.2007 και στις 7.11.2007, αντίστοιχα, έχουν έντονες ομοιότητες ως προς τις συνθήκες διάπραξης τους με αυτό του βιασμού που είχε προηγηθεί κατά μερικές ώρες μόνο του τελευταίου πιο πάνω περιστατικού άσεμνης επίθεσης. Και στις δυο εν λόγω περιπτώσεις ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει παράνομα στα σπίτια των θυμάτων του, στις 30 Οκτωβρίου 2007 κρατώντας και μαχαίρι ενώ η άσεμνα επιθετική συμπεριφορά του, βασικά, σταμάτησε ελάχιστα πριν από το βιασμό. Η όλη εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όπως περιγράφεται πιο πάνω, προσομοιάζει με την περίπτωση κατηγορούμενου ο οποίος προβαίνει σε βιασμούς γυναικών κατά συρροή (campaign of rape) η οποία συμπεριφορά θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρός επιβαρυντικός παράγοντας ώστε να δικαιολογείται η επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι και 15 χρόνια ή και περισσότερα, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η περίπτωση, ανωτέρω, αναφέρεται στην υπόθεση R v. Billam
(1986)1 All E.R. 985 ως παράδειγμα σοβαρού βιασμού που θα πρέπει να επισύρει την πιο πάνω ποινή. Ο λόγος για την αντιμετώπιση αυτή είναι προφανής. Εστιάζεται στη ροπή που παρουσιάζει ο κατηγορούμενος για διάπραξη εγκλημάτων κατά των ηθών με θύματα γυναίκες. Ο κατηγορούμενος αυτός ενόσω παραμένει ελεύθερος αποτελεί εν δυνάμει σοβαρό κίνδυνο για το γυναικείο πληθυσμό. Η επιβολή δε πολύχρονης ποινής φυλάκισης αντανακλά άμεσα την επιβαλλόμενη υπό τις περιστάσεις ανάγκη για προστασία της κοινωνίας. Αναμφίβολα, η περίπτωση του κατηγορούμενου, με την επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά που επέδειξε, προσομοιάζει στην πιο πάνω κατηγορία, όμως δεν είναι όμοια της. Η μειωμένη σοβαρότητα που αποδίδει ο νόμος στο αδίκημα της άσεμνης επίθεσης σε σύγκριση με το κατά πολύ πιο σοβαρό αδίκημα του βιασμού τη διακρίνει. Όμως, σε σχέση με αυτή μόνο τη πτυχή ενώ το στοιχείο της ροπής παραμένει και αποτελεί πολύ σοβαρό παράγοντα επικινδυνότητας τον οποίο θα λάβουμε υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ένας άλλος παράγοντας που πρόβαλε ο κ. Γεωργίου για μετριασμό της ποινής είναι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω και οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως τραγικές. Από αυτές τόνισε ιδιαίτερα τα περιστατικά βίας τα οποία έζησε ο κατηγορούμενος μέσα στην οικογένεια του σε μικρή ηλικία και τα οποία του προκάλεσαν τραυματικό στρες. Η παρατήρηση μας σχετικά είναι ότι σύμφωνα με τη νομολογία ελάχιστη είναι η σημασία που μπορεί να δοθεί στον παράγοντα αυτό όταν η επιβληθεισόμενη ποινή θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Η προσέγγιση αυτή επικροτείται στην υπόθεση Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω, η οποία αφορούσε περίπτωση βιασμού. Τέτοια δε είναι και η παρούσα περίπτωση όπως καταδεικνύεται προηγουμένως. Ενώ στην υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομία
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 παρατηρείται ότι η δυστυχία που πλήττει κάποιον στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία (βλ. επίσης Δ.Γ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 485 που επίσης αφορά υπόθεση βιασμού). Όμως, όπως ετέθη το θέμα από τον κ. Γεωργίου, αναφορικά με τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, έχει και μια άλλη διάσταση. Βασικά, εισηγήθηκε ότι οι συνθήκες βίας που βίωσε ο κατηγορούμενος επέδρασαν δυσμενώς κατά της ψυχοσύνθεσης του, κατάσταση που τον ώθησε στην παρούσα φάση της ζωής του να εκδηλώνεται με βίαιο τρόπο κατά αθώων γυναικών. Η εισήγηση αυτή βρίσκει κάποια υποστήριξη στις διαπιστώσεις του ψυχιάτρου ο οποίος εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά τη σύλληψη του σε σχέση με τα παρόντα αδικήματα. Πρόκειται για την αναφορά ότι προβλήματα σεξουαλικής διαστροφής που παρουσιάστηκαν στον κατηγορούμενο επιδεινώθηκαν μετά από κάποια γεγονότα που έτυχαν στη ζωή του, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται με επιθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης κατά γυναικών με αποκορύφωμα το περιστατικό του βιασμού. Σε σχέση με την πιο πάνω εισήγηση παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας μια λεπτομερής και εμπεριστατωμένη ιατρική εικόνα όσον αφορά τη ψυχολογική κατάσταση του κατηγορουμένου και ειδικά πως και σε πιο βαθμό. Με την παρατήρηση δε αυτή δεν αποκλείουμε το ενδεχόμενο να διαδραμάτισε πράγματι κάποιο ρόλο. Όμως, συνέβαλε στη διάπραξη των παρόντων αδικημάτων. Πρόσθετα, παρατηρούμε ότι πέραν της αναφοράς που γίνεται ότι ο κατηγορούμενος χρήζει θεραπείας, δεν αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με το ποια θα μπορούσε να είναι η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του. Όπως δε ανέφερε ο κ. Γεωργίου δεν κατέστη δυνατό παρά τις προσπάθειες του να εντοπίσει κάποιο ειδικό με γνώσεις στο συγκεκριμένο τομέα ο οποίος θα μπορούσε, ίσως, να διαφωτίσει περαιτέρω το δικαστήριο επί του θέματος. Εν πάση περιπτώσει, αν και αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν παράγοντα ο οποίος προσμετρά, σε κάποιο βαθμό, για μετριασμό της ποινής, και αναφερόμαστε ειδικά στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, όπου ελέχθη αυτό, εντούτοις ο εν λόγω παράγοντας, κατά την άποψη μας, εξουδετερώνεται σχεδόν εντελώς όταν τα τέτοια προβλήματα υγείας του κατηγορουμένου συνδέονται άμεσα ως η αιτία για τη συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά του. Προέχει, ασφαλώς η προστασία της κοινωνίας και συνεπώς κατά τον καθορισμό της ποινής δίδεται ιδιαίτερη σημασία στη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος όπως αυτή διαπιστώνεται από το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένης και της ψυχοσωματικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν εγκληματούσε. Με αυτά βέβαια που παρατηρούμε πιο πάνω δεν εννοούμε ότι ο κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί για την κακή κατάσταση της υγείας του. Αντίθετα, το δικαστήριο ευελπιστεί ότι ο κατηγορούμενος θα τύχει της κατάλληλης θεραπείας από τις αρμόδιες αρχές της πολιτείας ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του ή και να θεραπευτεί πλήρως, αν αυτό είναι δυνατό. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν και παράγοντες οι οποίοι όντως προσμετρούν μετριαστικά για τον κατηγορούμενο. Πέραν του λευκού ποινικού του μητρώου, λαμβάνουμε πρόσθετα υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου προς την αστυνομία κατά τη σύλληψη του και τη συνεργασία του ακολούθως για πλήρη διαλεύκανση τόσο του βιασμού όσο και των άλλων επτά περιστατικών άσεμνης επίθεσης. Σημειώνουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι πληροφορίες γι' αυτά τα περιστατικά προήλθαν, κατ' αρχάς, μέσα από τη θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου. Όμως, βαρύτητα κρίνουμε ότι θα πρέπει να δοθεί και στην παραδοχή του ενώπιον του δικαστηρίου, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αποτελεί η ενέργεια του αυτή πρόσθετο στοιχείο μεταμέλειας. Όμως, περαιτέρω, η παραδοχή του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια η μη διεξαγωγή δίκης έχει και μια άλλη διάσταση η οποία θεωρείται ότι είναι ιδιαίτερα επωφελής για τα θύματα των εγκλημάτων του. Συγκεκριμένα, εν όψει της προαναφερθείσας εξέλιξης δε θα υποχρεωθούν οι γυναίκες αυτές και ειδικότερα η παραπονούμενη στο αδίκημα του βιασμού, καταθέτοντας στο δικαστήριο να βιώσουν ξανά τις φρικτές στιγμές που έζησαν στα χέρια του κατηγορούμενου. Η σημασία του παράγοντα αυτού επισημαίνεται στην υπόθεση Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω, στη σελίδα 265 όπου αναφέρθηκε ότι η παρουσία του επιδρά στη μείωση της ποινής όταν η παραδοχή γίνεται προτού το θύμα προβεί σε αφήγηση των γεγονότων κατά τη δίκη οπότε υποχρεωτικά βιώνει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε. Στην υπόθεση Γιάγκου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, η μακρά και βασανιστική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν τα δύο θύματα του βιασμού από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, φαίνεται ότι επέδρασε, μάλλον, ως επιβαρυντικός παράγοντας στον καθορισμό της ποινής. Έχοντας, λοιπόν, σταθμίσει όλους τους πιο πάνω παράγοντες, όπως πιστεύουμε, κατά τρόπο ακριβοδίκαιο, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: § 1η κατηγορία ουδεμία ποινή § 2η κατηγορία 13 χρόνια φυλάκιση § 3η κατηγορία ουδεμία ποινή § 4η κατηγορία 16 μήνες φυλάκιση § 5η κατηγορία 16 μήνες φυλάκιση § 6η κατηγορία 16 μήνες φυλάκιση § 7η κατηγορία 16 μήνες φυλάκιση § 8η κατηγορία ουδεμία ποινή § 9η κατηγορία 22 μήνες φυλάκιση § 10η κατηγορία ουδεμία ποινή § 11η κατηγορία ουδεμία ποινή § 12η κατηγορία 22 μήνες φυλάκιση § 13η κατηγορία 22 μήνες φυλάκιση § 14η κατηγορία ουδεμία ποινή Οι ποινές να συντρέχουν. (Υπ.) ................... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο