Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Καρταμπής, Αρ. Υπόθεσης: 28405/05, 22 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28405/05 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μάριος Καρταμπής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Βρυωνίδης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αμελής οδήγηση 2η Κατηγορία: Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας 3η Κατηγορία: Εγκατάλειψη της σκηνής ατυχήματος χωρίς να σταματήσει και να δώσει τα στοιχεία του. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Την 27.4.2005 και περί ώρα 01.00 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΕ 232 στην Λεωφ. Αρχαγγέλου με κατεύθυνση προς Κοκκινοτριμιθιά. Σε ένα σημείο του δρόμου κτύπησε στο προπορευόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΗ 875 το οποίο οδηγείτο από τον Μ.2 με συνοδηγό την Μ.
- Το εν λόγω αυτοκίνητο βρισκόταν σταματημένο σε κόκκινο φως κατά την ώρα του ατυχήματος. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε την σκηνή του ατυχήματος προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να αφήσει οποιαδήποτε στοιχεία. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν οι Μ.2 και 3, έτυχαν των Α' Βοηθειών και απολύθηκαν, ενώ τα ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν ζημιές. Αφού ο Μ.2 ανέφερε στον εξεταστή του ατυχήματος τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου, διεξήχθησαν έρευνες και ο Μ.1 διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΗΕ 232 οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Μετέβηκε στην οικία του Κατηγορούμενου, και αφού εντοπίστηκε, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εγκατέλειψε την σκηνή λόγω του ότι φοβήθηκε. Όταν ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε «παραδέχομαι για το δυστύχημα και απολογούμαι για την απερίσκεπτη συμπεριφορά μου». Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ούτε έχει βαθμούς ποινής. Ο κ. Βρυωνίδης, σε μία εμπεριστατωμένη αγόρευση προς μετριασμό της ποινής, συμφώνησε με τα γεγονότα, όπως αναφέρθηκαν. Πρόσθεσε, όμως, ότι ένα πολύ μικρό ατύχημα έφερε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο, ακριβώς λόγω του ότι φοβήθηκε να σταματήσει. Όταν όμως αναζητήθηκε από την Αστυνομία, παρουσιάστηκε στον Σταθμό και συνεργάστηκε αμέσως, όπως αμέσως παραδέχθηκε ενοχή. Ειδοποίησε δε άμεσα και την ασφαλιστική του εταιρεία, η οποία και προέβη σε πλήρη αποζημίωση των ζημιών των παραπονούμενων. Οι τραυματισμοί των παραπονούμενων ήσαν πολύ ελαφριάς μορφής, αφού απλά επισκέφτηκαν τις Α' Βοήθειες και απελύθησαν. Όσον αφορά στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι αυτός είναι ο πρωτότοκος υιός πολύτεκνης οικογένειας. Ο πατέρας του τους εγκατάλειψε προ 17 ετών, και ο Κατηγορούμενος ανέλαβε τον ρόλο του προστάτη, με αποτέλεσμα να περάσει δύσκολα χρόνια. Ο κ. Βρυωνίδης εισηγήθηκε ότι, δεδομένου και του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου και του γεγονότος ότι από την 27.4.2005 που έλαβαν χώρα τα αδικήματα δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε άλλο παράπτωμα, η περίπτωση αυτή δεν είναι τέτοια που να αρμόζει η επιβολή ποινής φυλακίσεως. Τελειώνοντας ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου, και όπως δοθεί στον Κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Όπως αναφέρεται σε αυτή, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και είναι διαζευγμένος, ενώ διαμένει με την μητέρα και τον μικρότερο του αδελφό. Είναι απόφοιτος Λυκείου, και ο μεγαλύτερος από τα 4 παιδιά της οικογένειας του. Η οικογένεια επιβλέπετο από το Γραφείο Ευημερίας στα πλαίσια Προληπτικής Εργασίας και Στήριξης Ανηλίκων. Όπως ανέφερε στο Γραφείο Ευημερίας ο Κατηγορούμενος, ο λόγος που δεν σταμάτησε ήταν γιατί λίγες μέρες πριν είχε συλληφθεί από την Αστυνομία ύστερα από άλκοτεστ, και παρέμεινε μία νύχτα υπό κράτηση. Είχε δε καταδικαστεί το 2004 σε φυλάκιση 2 μηνών για επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Από τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, και σε σχέση με τις οποίες, κατόπιν δικής του παραδοχής, έχει κριθεί ένοχος όπως το Κατηγορητήριο, πιο σοβαρή είναι η 2η Κατηγορία, την οποία και θα εξετάσω πρώτα. Το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζομένων, και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωϊστική συμπεριφορα. (βλ. Ιωάννης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7825, ημερ. 17.6.2005) Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Σημειώνω ότι έχουν παρέλθει 2 χρόνια και 8 μήνες από την διάπραξη του αδικήματος. Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Απαραίτητη, όμως, στο σημείο αυτό είναι μία παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης. Η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 2.11.2005 (6 μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων), και ορίστηκε για πρώτη φορά στις 14.3.
- Κατά την ημερομηνία αυτή ο Κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, με συνέπεια την έκδοση εντάλματος σύλληψης του. Αφού συνελήφθη, κατηγορήθηκε και αρνήθηκε ενοχή, και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 5.7.2006, και μετέπειτα στις 30.11.
- Κατά την ημερομηνία αυτή ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση σε παραδοχή, και η υπόθεση επαναορίστηκε για γεγονότα και ποινή στις 7.12.2006, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε ο δικηγόρος του, και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για γεγονότα και ποινή σε άλλες δύο ημερομηνίες. Την 15.1.2007 ο Κατηγορούμενος και πάλι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, και εξεδόθη νέο ένταλμα συλλήψεως του. Συνελήφθη και πάλι, και ζητήθηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η ετοιμασία της οποίας, όμως, καθυστέρησε, λόγω της έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Ο δε Κατηγορούμενος στις 28.6.2007 για ακόμη μία φορά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα την έκδοση και πάλι εντάλματος συλλήψεως του. Ενδεικτικό της όλης στάσης του Κατηγορούμενου, είναι το γεγονός ότι ακόμη και την 10.1.2008 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για επιβολή της επιφυλαχθείσας ποινής, αυτός και πάλι παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι την μεγαλύτερη ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεση φέρει ο Κατηγορούμενος, και κατά συνέπεια ο παράγοντας αυτός δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα προς μετριασμό της ποινής του. Επίσης, λαμβάνω υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, και την παραδοχή του, έστω και μετά από αλλαγή απάντησης. Ο Κατηγορούμενος, όμως, με την όλη συμπεριφορά του, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του, και ειδικά προς τους Μ.2 και 3 οι οποίοι είχαν τραυματιστεί από το ατύχημα. Δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι τραυματισμοί αυτοί ήσαν ελαφριοί, αφού αυτό ήταν κάτι που ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά τον χρόνο που εγκατέλειψε αυτούς αβοήθητους. Η οδική συμπεριφορά αυτή είναι απαράδεκτη, και οι επιβαλλόμενες ποινές πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη αποτροπής της. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Οι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο, θα ληφθούν υπ' όψιν. Δεν μπορούν, όμως, να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά απλά το εύρος της. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο ενός έτους από σήμερα στην ίδια Κατηγορία, αφού δεν αναφέρθησαν οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για μη στέρηση της άδειας. Δεδομένης της ποινής που επιβλήθηκε στην 2η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις άλλες Κατηγορίες, αφού αυτές απορρέουν από τα ίδια γεγονότα. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 3. Είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν, όμως, αυτού ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε μόνο αφού είχε εντοπιστεί από την Αστυνομία, ενώ η όλη αντιμετώπιση του σε σχέση με την πορεία της υπόθεσης κάθε άλλο παρά μεταμέλεια καταδεικνύει. Λαμβάνω υπ' όψιν μου τις προσωπικές του συνθήκες, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιες που να δικαιολογούν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, έχουν δε ήδη ληφθεί υπ' όψιν στην επιμέτρηση του εύρους αυτής. Έξοδα € 34,00 να καταβληθούν από την Κ.Δ. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο