← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Κλαρκ, Αρ. Υπόθεσης: 17152/06, 23 Ιανουαρίου, 2008

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Κλαρκ, Αρ. Υπόθεσης: 17152/06, 23 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2008:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17152/06 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Κλαρκ Κατηγορουμένου __________________ 23 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ευσταθίου. (Ο Κατηγορούμενος είναι παρών). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Φεβρουαρίου 2004 ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας G.A.P. Vassilopoulos Ltd έκλεψε το χρηματικό ποσό των £4.433,70 σεντ, περιουσία της προαναφερθείσας εταιρείας. Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας έδωσαν προφορική μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου οι Χριστίνα Ξερού (Μ.Κ.1), Σοφία Κοντού (Μ.Κ.2), Παντελίτσα Κομοδρόμου (Μ.Κ.3), Παντελίτσα Καταλάνου (Μ.Κ.4) και Δήμητρα Γιωργακοπούλου (Μ.Κ.5). Περαιτέρω οι γραπτές καταθέσεις των Χριστόδουλου Χριστοδούλου (Μ.Κ.2 στο κατηγορητήριο), Χριστάκη Παπακώστα (Μ.Κ.3 στο κατηγορητήριο), Νεοκλή Νικολάου (Μ.Κ.5 στο κατηγορητήριο) και Κώστα Τουμπουρή (Μ.Κ.6 στο κατηγορητήριο) κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια για το αληθές του περιεχομένου τους. Πέραν των πιο πάνω διαρκούσης της δίκης κατατέθηκαν και διάφορα άλλα έγγραφα ως τεκμήρια. Μετά δε το κλείσιμο της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος Υπεράσπισης κ. Ευσταθίου υπέβαλε πως ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία καθότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Η εισήγηση εστιάστηκε κυρίως στα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και ιδιαιτέρως στο συστατικό στοιχείο που αφορά την απόκτηση κατοχής κλαπείσας περιουσίας. Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου πως ελλείπει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε ή εν πάση περιπτώσει εισέπραξε το ποσό που αναφέρεται στην κατηγορία χωρίς να το καταθέσει στο λογαριασμό της εταιρείας. Με άλλα λόγια υπάρχει κενό στην υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής, γεγονός το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει από τούτο το στάδιο σε απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου. Στον αντίποδα, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Κουτσόφτας επικαλούμενος κατά κύριο λόγο τα λεγόμενα της Μ.Κ.2 και τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε πως υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε το προαναφερθέν ποσό και θα πρέπει έτσι να κληθεί σε απολογία. Το στάδιο στο οποίο έχει φτάσει η υπόθεση, γνωστό ως "το εκ πρώτης όψεως" είναι κορυφαίας σημασίας για την περαιτέρω πορεία των πραγμάτων αφού το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα δοθεί ή όχι συνέχεια στη δίκη. Το πράττει στη βάση του άρθρου 74

(1)(β) και (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν εισήγησης της Υπεράσπισης. Αν το δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος, χωρίς άλλο, αθωώνεται και απαλλάσσεται. Αν από την άλλη καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη συνεχίζεται και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Για να καταλήξει σε συμπέρασμα επί του προκειμένου το δικαστήριο αποτιμά κατά τρόπο αντικειμενικό την προσαχθείσα μαρτυρία κρινόμενη στο μέγιστο της βαθμό. Αν από αυτή την αποτίμηση διαφανεί (α) πως δεν στοιχειοθετείται ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) πως έχει κλονισθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, τότε δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 456, Αποστόλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7123, ημερ. 20.12.2002 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Εδώ, ως προανέφερα, η εισήγηση δεν φαίνεται να στρέφεται κατά της ποιότητας της δοθείσας μαρτυρίας υπό την έννοια του κλονισμού της μετά την αντεξέταση. Αφορά περισσότερο τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι υφίσταται ζήτημα σε σχέση με την ποιότητα της δοθείσας μαρτυρίας υπό την πιο πάνω έννοια και έτσι θα επικεντρωθώ στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα που παραπέμπει στο άρθρο 255 που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής. Στον βαθμό που ενδιαφέρει το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:
(1)"Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Τα δε συστατικά στοιχεία που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στην συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το άρθρο 268 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 43
(1)/2000 προβλέπει τα εξής: "Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασμό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων". Εκείνο που προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 268 είναι πως στην περίπτωση που υφίσταται μεταξύ δράστη και ιδιοκτήτη της περιουσίας, σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου, που από τη φύση της είναι σχέση εμπιστοσύνης και πιστότητας, η ποινή σε σύγκριση με την κοινή κλοπή είναι σαφώς αυξημένη. Η κοινή κλοπή επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ενώ ως προκύπτει από τα προαναφερθέντα η αντίστοιχη ποινή στην περίπτωση κλοπής υπό υπαλλήλου είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια. Η ύπαρξη σχέσεως εργοδότη-εργοδοτουμένου εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων της κάθε περίπτωσης (βλ. Avraam -v- Redundant Employees Fund,
(1988)1 C.L.R. 363). Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι η μέθοδος πληρωμής είναι ένα από τα κριτήρια αλλά δεν είναι από μόνη της συμπερασματική της ύπαρξης σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου. Πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη ελέγχου από το πρόσωπο προς το οποίο προσφέρονται οι υπηρεσίες στον τρόπο διεξαγωγής της εργασίας του προσώπου που τις προσφέρει. Το κριτήριο που συνήθως εφαρμόζεται (που όμως δεν είναι το μόνο) είναι κατά πόσο ο φερόμενος ως εργοδότης έχει άμεσο έλεγχο όχι μόνο στο ποια εργασία θα εκτελεστεί αλλά και στον τρόπο εκτέλεσης της (βλ. Halsburys Laws of England, 3η Έκδοση Τόμος 25, σελ.447-448). Στην υπόθεση Market Investigations Ltd -v- Minister of Social Security
(1968)3 All E.R. 732, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη ελέγχου είναι κριτήριο που πάντοτε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν και δεν είναι το μοναδικό κριτήριο (βλ. επίσης Cleanthis Christofides -v- The Fund for Redundant Employees
(1978)1 C.L.R. 208, Γενικός Εισαγγελέας -v- Δήμος Λευκωσίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 456 και Halsburys Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 25, σελ. 498). Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι δεν έχει προσκομισθεί ενώπιον του δικαστηρίου άμεση μαρτυρία, υπό την έννοια της παρουσίασης αυτοπτών μαρτύρων ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε (ή απέκτησε χωρίς να καταθέσει) τα χρήματα που του καταλογίζονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Ωστόσο πέραν της άμεσης μαρτυρίας, αναγνωρίζεται στο δίκαιο μας και η περιστατική μαρτυρία. Η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή μαρτυρίας της άμεση μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφ' εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική, τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους (βλ. Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41). Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, θα πρόσθετα, όπου το αδίκημα φέρεται να διαπράχθηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια μεγάλης χρονικής περιόδου και ιδιαιτέρως όπου υπάρχει και λογιστικής φύσεως παράμετρος, συνηθίζεται η κατηγορία να στηρίζεται είτε εξ ολοκλήρου είτε σε μεγάλο βαθμό σε περιστατική μαρτυρία. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και εδώ. Συνεπώς χωρίς σε τούτο το στάδιο να αξιολογώ υποκειμενικά την προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνω πως υπάρχει μαρτυρία σε περιστατική μορφή που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κατ' επέκταση η εισήγηση της Υπεράσπισης απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. (Υπ.)......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.